Μετά το χριστουγεννιάτικο δείπνο μας, χώθηκα κάτω από το κρεβάτι με σκοπό να κάνω έκπληξη στην αρραβωνιαστικιά μου – Πώς ανακάλυψα μια σατανική συνομωσία για να με κλείσουν σε ψυχιατρείο και πώς, με μια καλά σχεδιασμένη «Δούρειο Ίππο» προικοσύμφωνο γάμου και λίγη ελληνική πονηριά, αποκάλυψα τα πάντα μπροστά σε 300 καλεσμένους τη στιγμή της δέσμευσης, καταρρίπτοντας τα ψέματα και βγάζοντας τον πραγματικό νικητή της βραδιάς: τη δική μου ελευθερία.
Μετά το χριστουγεννιάτικο δείπνο, γλίστρησα κάτω από το κρεβάτι, με σκοπό να κάνω έκπληξη στην αρραβωνιαστικιά μου.
Μου πήρε εξήντα πέντε χρόνια να καταλάβω στ’ αλήθεια. Η μεγαλύτερη πληγή δεν είναι το άδειο σπίτι. Η πραγματική πληγή είναι να ζεις ανάμεσα σε ανθρώπους που πια δεν σε βλέπουν. Με λένε Ελένη. Φέτος έκλεισα τα εξήντα πέντε. Ένας αριθμός απαλός, ωραίος στο άκουσμα, αλλά δεν μου έφερε χαρά. Ούτε η τούρτα που έφτιαξε η νύφη μου μ’ ευχαρίστησε. Ίσως να έχασα την όρεξή μου – και για γλυκό, και για προσοχή. Για το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μου πίστευα πως τα γηρατειά είναι μοναξιά. Ήσυχα δωμάτια. Ένα τηλέφωνο που δεν χτυπά. Βουβό σαββατοκύριακο. Νόμιζα ότι αυτή ήταν η βαθύτερη στεναχώρια. Τώρα ξέρω πως υπάρχει κάτι ακόμη πιο βαρύ. Χειρότερο απ’ τη μοναξιά είναι ένα σπίτι γεμάτο ανθρώπους, όπου σιγά σιγά χάνεσαι. Ο σύζυγός μου έφυγε πριν οκτώ χρόνια. Ήμασταν παντρεμένοι τριάντα πέντε χρόνια. Ήταν ήρεμος, μετρημένος, άνθρωπος των λίγων λέξεων και της μεγάλης σιγουριάς. Ήξερε να φτιάξει μια σπασμένη καρέκλα, να ανάψει τη σόμπα, και με μια ματιά να ηρεμήσει την καρδιά μου. Όταν έφυγε, ο κόσμος έχασε την ισορροπία του για μένα. Έμεινα κοντά στα παιδιά μου – τον Μάρκο και την Ελένη. Έδωσα τα πάντα. Όχι επειδή έπρεπε, αλλά επειδή η αγάπη για εκείνους ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερα να ζω. Ήμουν εκεί σε κάθε πυρετό, σε κάθε εξέταση, σε κάθε νυχτερινό εφιάλτη. Πίστευα πως μια μέρα η αγάπη θα επιστρέψει σε μένα με τον ίδιο τρόπο. Σιγά σιγά οι επισκέψεις τους λιγόστεψαν. «Μαμά, όχι τώρα.» «Άλλη φορά.» «Αυτό το σαββατοκύριακο έχουμε δουλειές.» Κι εγώ περίμενα. Ένα απόγευμα ο Μάρκος είπε: «Μαμά, έλα να μείνεις μαζί μας. Θα έχεις παρέα.» Μάζεψα τη ζωή μου σε λίγα κουτιά. Χάρισα το πάπλωμα που είχα ράψει, έδωσα τον παλιό βραστήρα στη γειτόνισσα, πούλησα το σκονισμένο ακορντεόν και μετακόμισα στο μοντέρνο, φωτεινό τους σπίτι. Στην αρχή ήταν ζεστά. Η εγγονή μου με αγκάλιαζε. Η Άννα μου έφερνε καφέ κάθε πρωί. Μετά άρχισε να αλλάζει ο τόνος. «Μαμά, χαμήλωσε την τηλεόραση.» «Μείνε στο δωμάτιό σου, έχουμε κόσμο.» «Σε παρακαλώ, μην ανακατεύεις τα ρούχα σου με τα δικά μας στο πλυντήριο.» Κι ύστερα τα λόγια που κάθισαν πάνω μου σαν πέτρες: «Χαιρόμαστε που είσαι εδώ, αλλά μη το παρακάνεις.» «Μαμά, θυμήσου, αυτό δεν είναι το δικό σου σπίτι.» Προσπαθούσα να είμαι χρήσιμη. Μαγείρευα, δίπλωνα ρούχα, έπαιζα με την εγγονή μου. Αλλά ήταν σαν να ήμουν αόρατη. Ή ακόμα χειρότερα – ένα βάρος, γύρω απ’ το οποίο όλοι περπατούν στις μύτες των ποδιών. Ένα βράδυ άκουσα την Άννα στο τηλέφωνο να λέει: «Η πεθερά μου είναι σαν βάζο στη γωνία. Εκεί, αλλά σα να μην υπάρχει. Έτσι είναι πιο εύκολα.» Δεν κοιμήθηκα εκείνη τη νύχτα. Ξάπλωνα και κοιτούσα τις σκιές στο ταβάνι, καταλαβαίνοντας κάτι οδυνηρό. Περιτριγυρισμένη από οικογένεια, ήμουν πιο μόνη από ποτέ. Ένα μήνα αργότερα τους είπα πως βρήκα ένα μικρό σπίτι στο χωριό, από φίλη. Ο Μάρκος χαμογέλασε με ανακούφιση που ούτε προσπάθησε να κρύψει. Τώρα ζω σε ένα απλό διαμέρισμα έξω από την Αθήνα. Φτιάχνω μόνη μου το πρωινό καφέ. Διαβάζω παλιά βιβλία. Γράφω γράμματα που δεν στέλνω ποτέ. Χωρίς διακοπές. Χωρίς κριτική. Εξήντα πέντε χρόνια. Πλέον περιμένω ελάχιστα. Θέλω μόνο να νιώσω ξανά άνθρωπος. Όχι βάρος. Όχι ψίθυρος στο παρασκήνιο. Έμαθα τούτο: Η πραγματική μοναξιά δεν είναι η σιωπή ενός σπιτιού. Είναι η σιωπή στις καρδιές των ανθρώπων που αγαπάς. Είναι να σε ανέχονται αλλά ποτέ να μην σε ακούν. Να υπάρχεις, χωρίς να σε βλέπουν στ’ αλήθεια. Τα γηρατειά δεν ζουν στο πρόσωπο. Τα γηρατειά είναι η αγάπη που κάποτε έδωσες και η στιγμή που καταλαβαίνεις πως πια κανείς δε τη γυρεύει.
Σκέφτομαι πως μου πήρε εξήντα πέντε χρόνια για να καταλάβω στ αλήθεια. Η μεγαλύτερη πίκρα δεν είναι ένα
Σιγά τώρα που θίχτηκες… — Ποιoς σε χρειάζεται πια, γριά καργιόλα; Σε όλους βάρος είσαι. Γυρνάς εδώ μέσα και βρωμάς. Αν ήταν στο χέρι μου… Αλλά τι να κάνω, σε ανέχομαι. Σε μισώ! Η Πωλίνα κόντεψε να πνιγεί με το τσάι. Μόλις μιλούσε με τη γιαγιά της, τη Ζηναΐδα Σεργκέγιεβνα, μέσω βιντεοκλήσης. Η γιαγιά σηκώθηκε για ένα λεπτό. — Περίμενε, παιδάκι μου, επιστρέφω αμέσως, — είπε κα ξανοίχτηκε στο διάδρομο, αγκομαχώντας. Το κινητό έμεινε στο τραπέζι, κάμερα και μικρόφωνο ανοιχτά. Πωλίνα εστίασε στον υπολογιστή, αλλά… Τότε συνέβη αυτό. Μια φωνή από τον διάδρομο. Πίστεψε πως άκουσε λάθος. Θα το πίστευε, αν δεν είχε δει το κινητό. Κάποιος μπήκε στο δωμάτιο, φάνηκαν αρχικά άγνωστα χέρια, μετά πλευρό, μετά πρόσωπο στην κάμερα. Η Όλγα. Η σύζυγος του αδελφού της. Και ήταν και η φωνή της. Η γυναίκα πλησίασε το κρεβάτι της γιαγιάς, σήκωσε το μαξιλάρι, μετά το στρώμα, έψαξε από κάτω. — Κάθεται εδώ και πίνει τα τσάγια της… Άντε να ψοφήσει καμιά ώρα αρχύτερα, ειλικρινά. Γιατί να το τραβάμε; Έτσι κι αλλιώς άχρηστη είσαι, αέρα πας και τρως… — μουρμούρισε η νύφη. Η Πωλίνα πάγωσε. Για λίγα δευτερόλεπτα ξέχασε ν’ αναπνέει… [ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ…] Στο τέλος, η Πωλίνα επιλέγει να προστατέψει η ίδια τη γιαγιά της. Τίτλος: «Ε, και τι έγινε αν εξαγριώθηκα λιγάκι…; — Ποιος σε χρειάζεται πια, γριά; Βάρος είσαι για όλους! Δεν θέλω ούτε να σε βλέπω. Αν ήσουν στο χέρι μου… Αλλά αναγκάζομαι να σε ανέχομαι. Σε μισώ! — Η σκληρή αλήθεια που άκουσα για τη γιαγιά μου και πώς αποφάσισα να μην το αφήσω να περάσει έτσι»
ΚΑΙ ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΠΟΥ ΞΕΣΠΑΣΕ… Σε ποιον να λείπεις πια, γριά; Είσαι βάρος για όλους. Σέρνεσαι εδώ μέσα
Ήμουν έτοιμη να επιβιβαστώ σε μια πτήση για ένα μυστηριώδες ελληνικό νησί διάσημο για τα “ψηφιακά του detox” και την απόλυτη ιδιωτικότητα, όταν ξαφνικά ο σύζυγος της αδερφής μου μου έστειλε μήνυμα: «Γύρνα σπίτι αμέσως» — Ένα αεροπορικό εισιτήριο First Class, μια μονοκατοικία στο Πήλιο, αμέτρητα μυστικά μετά τον θάνατο του εφοπλιστή πατέρα μου, και μια προδοσία που μπορεί να οδηγήσει στο έγκλημα του αιώνα.
14 June 2023 Athens International Airport never changes. The dense throng, the endless line of blue taxis
Τζακ, μην μετράς τις καρακάξες! Εδώ και μερικές μέρες ο Τζακ αρνιόταν να φάει φαγητό που του έφερνε η Λυδία: — Τι συμβαίνει, καλέ μου; Είναι τα ίδια μπιφτέκια που σου αγόραζε ο κύριος Δημήτρης. Δεν θα έρθει τώρα… Μην τον περιμένεις, — η Λυδία σήκωσε απολογητικά τα χέρια της… Παράξενη σκηνή… Στη μακριά, κίτρινη στάση του λεωφορείου, όλοι οι εργάτες του εργοστασίου είχαν μαζευτεί ομαδικά στη μία πλευρά. Η άλλη μισή ήταν άδεια, εκτός από έναν ξεθωριασμένο κανελί σκύλο, αχτένιστο, που είχε απλωθεί μπροστά στο παγκάκι… Ο Τζακ μπήκε στον τέταρτο του χρόνο και ήξερε τη ζωή όσο καλά ήξερε τις τέσσερις του πατούσες. Όλες του τις μέρες τις πέρναγε δίπλα στη στάση μπροστά από το φοιτητικό συγκρότημα. Από πίσω το εργοστάσιο, και παραπέρα ένα χωράφι. Τίποτα σπουδαίο – ο Τζακ τα είχε δει όλα. Πώς έγινε „Τζακ”, ούτε ο ίδιος θυμόταν πια. Έτσι τον φώναζαν μερικά νέα κορίτσια από το φοιτητικό. Αυτές, βλέποντας του τη μοίρα, τον λυπόντουσαν και τον φρόντιζαν. Κατά τ’ άλλα, οι άνθρωποι παραμέριζαν τον Τζακ. Ο Τζακ δεν σε κοιτούσε με θλιμμένα μάτια. Δεν κουνούσε φιλικά την ουρά… Δεν ήταν τέτοιος τύπος. Στα τρία του μόλις χρόνια, έμοιαζε με γέρο γκρινιάρη που δεν έβρισκε τίποτα να του αρέσει. Ο Τζακ τρομάζε τους ανθρώπους με τον άσχημο χαρακτήρα του. Άνθρωποι… Τι καλό να πει κανείς γι’ αυτούς; Για τους περισσότερους; Τίποτα σπουδαίο! Μόνο δυο κορίτσια που τον φρόντιζαν δεν τα έβαζε με το υπόλοιπο πλήθος… Ο Τζακ δεν αγαπούσε τους ανθρώπους, δεν αγαπούσε τις καρακάξες, κοίταζε με αηδία τα σπουργίτια που τσακώνονταν και πλενόντουσαν στις λακκούβες. Η εποχή που είσαι κουτάβι και πιστεύεις κάθε άνθρωπο, περνάει. Πέρασε και του Τζακ. Κατά τη γνώμη του, άνθρωποι και καρακάξες έβγαζαν το ίδιο βρωμερό ήχο. Έτσι, σαν μάλωναν στη στάση, σπρώχνονταν και τον έδιωχναν! Γιατί να τους αγαπά; Ώρα να το ψάξει; Καλύτερα όχι… Με τις καρακάξες άλλη ιστορία – του κλέβανε τα λίγα που του άφηναν από το φοιτητικό. Ο Τζακ ορμούσε στα φτερωτά θρασίμια. Οι καρακάξες πέταγαν λίγο, τα σύζητουσαν και γύριζαν πάλι, αποφασισμένες να μην παραδοθούν αμαχητί. Έτσι πήγαινε η μέρα. Μάλωνε με καρακάξες, μετρούσε πόσες είχαν απομείνει ολόκληρες, αγρίευε τους ανθρώπους… Κατά τούτα, στη στάση τη χρυσή του εργοστασίου δεν περνούσε κι άσχημα. Δεν ήταν βίλα, αλλά από βροχές και αέρα τουλάχιστον έκρυβε την ουρά του. Μόνο ανθρώπους είχε πολλούς… — Ε, τι κάνεις πρωί πρωί, αρχοντόσκυλο! Άσε να περάσουμε στο παγκάκι! — μια μπότα διέκοψε τον ύπνο του σκύλου. Ο Τζακ άνοιξε τα μάτια – η μπότα προσπάθησε να τον περάσει από πάνω, μα ο φύλακας της στάσης δεν θα το άφηνε έτσι: “Να τσακωθούμε θες; Για περίμενε!” Ο Τζακ τινάχτηκε πάνω. Η μπότα προσπάθησε να σωθεί, αλλά ο λεωφορειάκιας ήρθε. Πιο πολύ από όλα, ο Τζακ μισούσε να βλέπει ανθρώπους να τρέχουν για τα λεωφορεία – όλο έτσι ξεγλιστρούσαν όσοι τον πείραζαν. Η μπότα αυτή έμεινε όμως μόνη, χωρίς αφεντικό. “Καλά να πάθεις!” είπε ο Τζακ και με περηφάνια πήγε τη μπότα του πίσω από τον κάδο… — Τάνια, φύγε από δω, με τον τρελό το σκύλο, — η ξανθιά γυναίκα τράβηξε τη φίλη της. — Τι θες, είναι μανιασμένος ο σκύλος, — συμπλήρωσε ένας με το τσιγάρο. Η γόπα σχεδόν έπεσε πάνω στον Τζακ. Αυτός ξέσπασε σε γαβγίσματα… ***** Την επόμενη μέρα, ο Τζακ ξανά αντίκρισε τον ιδιοκτήτη της μπότας με ακόμα έναν άντρα. — Να τος! — το δάχτυλο της “μπότας” έδειχνε εξαγριωμένο – αλλά ο φίλος της μπότας κρατούσε απόσταση. — Αυτός ο επιθετικός σκύλος! Κάντε κάτι! — Τι να κάνουμε; — απορημένος ο δεύτερος. — Δεν υπάρχει υπηρεσία αδέσποτων στο δήμο… Η “μπότα” χειρονομούσε. Ο Τζακ τους κοίταζε ατάραχος. Καλά δεν είναι να βλέπεις τους ανθρώπους να μιλάνε έτσι μεταξύ τους; — Είστε φύλακας, κάντε κάτι! — εξάντλησε την υπομονή του ο άνθρωπος της μπότας. Ο Τζακ ούτε γάβγισε. Ανθρώποι να τσακώνονται… καλύτερο από του καρακάξες τη φασαρία. — Εγώ φροντίζω το φοιτητικό, όχι τη στάση! — απάντησε ο φύλακας. — Πετάξτε του ένα κόκαλο και δεν θα σας ενοχλεί. — Λυπάμαι, να του πάρω και μπιφτέκια απ’ τη λέσχη; — ειρωνεύτηκε ο άνθρωπος της μπότας. Ο “μπότας”, νομίζοντας ότι ο σκύλος τον άκουγε, εκνευρίστηκε ακόμα πιο πολύ. Ο σκύλος, σα να κατάλαβε τα λόγια, έκανε τον άνθρωπο να φύγει στο λεωφορείο με ταχύτητα, ενώ γαύγιζε πίσω του ο Τζακ… Η επόμενη συνάντηση αναπόφευκτη. Ο Δημήτρης Ιωάννου (δηλαδή ο “μπότας”) μόλις είχε ανέβει στη θέση του αναπληρωτή διευθυντή παραγωγής στο εργοστάσιο. Όλα του φαίνονταν καινούρια, κι αυτός ο βρωμερός αδέσποτος τον περίμενε κάθε πρωί. Το αυτοκίνητο του στο συνεργείο. Κάθε πρωί του φώναζε ο σκύλος. Μερικές φορές ο Τζακ περίμενε μόνο εκείνον! Αποφάσισε να δοκιμάσει τη συμβουλή του φύλακα – κουράστηκε να τον κοιτάζουν όλοι με μισό μάτι, και του έφερε μπιφτέκι. — Φάε, — άφησε το ζεστό μπιφτέκι μπροστά του. Ο Τζακ παραλίγο να γαβγίσει, αλλά η μυρωδιά τον νίκησε. Το μπιφτέκι εξαφανίστηκε στη στιγμή. Ο Τζακ κοίταξε ξανά τον άνθρωπο. — Για κοίτα! Δεν σου φτάνει; Λοιπόν, δεν έχω γυναίκα, δεν ξέρω να μαγειρεύω. Να στα φέρνω κάθε πρωί; Θα μου σκάσει η μουσούδα σου! ***** Το άλλο πρωί, ο Δημήτρης Ιωάννου έπαθε πλάκα. — Δημήτρη, μάλλον σε συμπάθησε πλέον ο Τζακ! Δεν σου γαβγίζει! — γελούσε η Λυδία, η γραμματέας με τα ροζ μάγουλα. — Με σέβεται, — είπε περήφανα, κοιτώντας πάντα περίεργα τον Τζακ. Από τότε, το μοναχικό κανελί σκυλί συνήθισε το καθημερινό του κέρασμα – το μπιφτέκι έφτανε πάντα με τον Δημήτρη Ιωάννου. Μήπως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι τόσο άσχημοι; Μήπως διαφέρουν τελικά από τις καρακάξες; Ο καιρός κρύωνε… Ήρθε το πρωί που η στάση σκεπάστηκε με χιόνι. Ο Δημήτρης άφησε πάλι μπροστά του φαγητό. Ο Τζακ έτρεμε, αλλά πάντα κάτι προλάβαινε πρώτη την κοιλιά του. Μια μυστηριώδης ταχύτητα μπιφτεκιού… Ο Δημήτρης στάθηκε και κοίταξε το σκυλί που έτρεμε. — Έλα, έλα, μπες στην κούτα αυτή με το παλιό πάπλωμα. Τα κρύα και το χιόνι ξαφνικά χάθηκαν για τον Τζακ. Μέσα του ζεστάθηκε κάτι παράξενο και γλυκό. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα! ***** Μέρες ολόκληρες, ο Τζακ δεν ήθελε το φαγητό της Λυδίας. — Ίδια μπιφτέκια, Τζακ μου, όπως αυτά που σου ‘φερνε ο Δημήτρης. Δεν θα έρθει ακόμα, είναι άρρωστος, — είπε η Λυδία. Ο Τζακ περίμενε κάθε πόρτα που άνοιγε. Θλιμμένος, γύριζε στο πάπλωμά του. Οι καρακάξες τσακώνονταν πίσω από τη στάση για λίγο ξερό ψωμί, η καθεμιά να το πάει στο μυστικό της μέρος. Ο Τζακ τις κοίταζε στεναχωρημένος. Γαβ! Ανόητα πουλιά! Κι αυτός είχε μυστικό μέρος – μια τρύπα κάτω από τη στάση, πίσω απ’ τον κάδο. Έτρεξε, πήρε το παλιό παπούτσι. Τώρα; Μα που είναι ο Δημήτρης; Το ψευδώνυμό του το ήξεραν όλοι – “ο δικός του άνθρωπος”… Μα είναι φίλος; Μπορεί ένας σκύλος που απέκτησε άνθρωπο να τον χάσει έτσι; Τρεις φορές γρύλισε στις καρακάξες. Έφτανε! Δεν θα μείνει άλλο μαζί τους! — Δημήτρη! Δημήτρη! Σήκωσε τα αφτιά του προς τη νεαρή με το κινητό. — Δεν ακούγεσαι… Μπαίνω στο λεωφορείο τώρα. Έχω τον φάκελο μαζί. Η Λυδία κάθισε και δεν κατάλαβε το κανελί ουρά να μπαίνει πίσω της στο λεωφορείο… ***** Ο σκύλος και η Ελπίδα κοίταζαν τη Λυδία, που φώναζε πολλές φορές το όνομα του “δικού του ανθρώπου”. Η Λυδία σφιγγόταν στο φουλάρι της και κατέβηκε απ’ το λεωφορείο• ο Τζακ πίσω με το μαύρο παπούτσι στα δόντια! Η διάθεση του Τζακ ήταν ανεβασμένη. Ποιος έλεγε πως το χιόνι είναι αναγκαία δυστυχία; Τόσο ωραία που τρίζει κάτω απ’ τις μπότες της Λυδίας! Η Λυδία χτύπησε το κουδούνι και ακούστηκε η φωνή που περίμενε. Ο σκύλος γάβγισε. Η Λυδία παραλίγο να γλιστρήσει. — Κύριε Δημήτρη, μήπως να με βοηθήσετε πρώτα να σηκωθώ αντί να αγκαλιάζετε τον σκύλο; Ο Δημήτρης είχε μάτια θολά απ’ τη συγκίνηση. — Ήρθες σε μένα; Μου ’φερες δώρο; — έλεγε, αγκαλιάζοντας τον Τζακ με το παπούτσι στη χούφτα. Η Λυδία, βέβαια, σηκώθηκε και ήπιε ζεστό τσάι. — Ένα δεν καταλαβαίνω, κύριε Δημήτρη, — παρατήρησε, — γιατί δεν πήρατε νωρίτερα τον σκύλο στο σπίτι; — Φοβόμουν. Ήμουν χρόνια μόνος… Σκύλος σημαίνει φροντίδα, ευθύνη. Είναι σαν οικογένεια… Τώρα δεν τον αφήνω πουθενά. Θα μάθω και να μαγειρεύω μπιφτέκια, μόλις γίνω καλά… — Άρα ήθελε “έφοδο”; — γέλασε η Λυδία. — Τουλάχιστον, ο Τζακ σας βρήκε μόνος του! Και η Λυδία έκρυψε γελώντας το πρόσωπό της πίσω απ’ το φλιτζάνι…
Άκου να δεις, μα φίλε μου, ιστορία πραγματική, από αυτές που σ αγγίζουν λίγο παραπάνω, γιατί θα μπορούσε
Τα πατώματα μόνα τους δεν θα πλυθούν: Όταν η πεθερά μετακομίζει στην κούνια των διδύμων – Κάθε μέρα σαν δοκιμασία για τη νέα μαμά Ολγα, ανάμεσα σε μαγείρεμα, παρατηρήσεις και μια γιαγιά με… απαιτήσεις
Τα πατώματα μόνα τους δε θα καθαριστούν Μαρία, όσο ο Κώστας είναι στη δουλειά, εσύ πρέπει να φροντίζεις
Έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα – «Μαμά, ξέρω πως δεν με αγαπάς…» Η Ζωή έμεινε ακίνητη με την πετσέτα στα χέρια. Γύρισε αργά προς τον γιο της. Ο Αλέξης στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, βλοσυρός, με τα χέρια στις τσέπες της φόρμας. – Τι είπες; – άφησε η Ζωή την πετσέτα. – Τι σε έκανε να το πιστέψεις αυτό; – Η γιαγιά το είπε. Φυσικά, η γιαγιά. – Και τι άλλο είπε η γιαγιά; Ο Αλέξης μπήκε στην κουζίνα, με ανυψωμένο πηγούνι και πείσμα στα μάτια – φτυστός ο πατέρας του. – Ότι έφυγες από τον μπαμπά επειδή δεν ήθελες να έχω κανονική οικογένεια. Να είμαι ευτυχισμένο παιδί. Έφυγες από πείσμα, για μένα. Η Ζωή κοίταξε τον γιο της. Σχεδόν δέκα χρονών. Δυο χρόνια ζουν μαζί, μόνοι. Δυο χρόνια που ο Βαγγέλης εξαφανίστηκε, χωρίς ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε μια ευχή γενεθλίων. Κι όμως η κυρία Ελένη, η πρώην πεθερά, κάθε σαββατοκύριακο βλέπει τον εγγονό της και δεν σταματάει να τον επηρεάζει. – Αλέξη, – μίλησε ήρεμα η Ζωή, – δεν χρειάζεται να δίνεις τόση σημασία στη γιαγιά. Δεν ξέρει όλα όσα συνέβησαν. – Ξέρει! – πετάχτηκε ο Αλέξης. – Τα ξέρει όλα! Εσύ λες ψέματα! Αν με αγαπούσες, θα είχες παλέψει για την οικογένεια! Δεν θα είχες ζητήσει διαζύγιο! Δεν θα τα κατέστρεφες όλα! Κάθε λέξη καρφώθηκε στην ψυχή της. Τα χείλη του Αλέξη έτρεμαν, τα μάτια του έλαμπαν. Πίστευε πραγματικά όσα έλεγε. – Αλέξη… – Ο μπαμπάς θα ζούσε μαζί μας! Θα ήμασταν όλοι μαζί! – Ο πατέρας σου δυο χρόνια δεν σου τηλεφώνησε ούτε μία φορά, – ξέφυγε από τη Ζωή. – Ούτε μία φορά, ακούς; – Επειδή δεν τον αφήνεις! Η γιαγιά λέει ότι του το απαγορεύεις! Ο Αλέξης έτρεξε έξω από την κουζίνα. Άκουσε το μπαμ – η πόρτα του δωματίου του έκλεισε με δύναμη. Η Ζωή έμεινε όρθια δίπλα στο τραπέζι. Η πετσέτα μισοδιπλωμένη, το ρολόι να χτυπά. Σιωπή. Κάθισε στο σκαμνί, σκέπασε το πρόσωπο με τα χέρια της. Τα δάκρυα έτρεξαν μόνα τους. Ο Βαγγέλης την είχε απατήσει, συναντούσε άλλη δύο μήνες. Όταν το έμαθε η Ζωή, ούτε που ζήτησε συγγνώμη. Πώς να μείνει με κάποιον που την κοίταζε και της έλεγε ψέματα; Και τώρα ο Αλέξης νομίζει πως η Ζωή φταίει για όλα. Και η κυρία Ελένη, η «άγια» γιαγιά, πλέκει συνεχώς τον ιστό της. Ο γιος της δεν φταίει σε τίποτα, πάντα η νύφη. Εκείνη τα κατέστρεψε όλα. Η Ζωή σκούπισε τα μάγουλά της και κοίταξε έξω. Δέκα χρονών το παιδί. Δεν καταλαβαίνει. Ίσως να αργήσει κιόλας. Τρία μέρες κύλησαν σαν λάστιχο. Ο Αλέξης τριγύριζε, αλλά ήταν αλλού. Στην ερώτηση για το σχολείο – μουρμούριζε κάτι στο κινητό του. Στο δείπνο – έτρωγε σιωπηλά. Αγκαλιά πριν τον ύπνο – απέφευγε, πέταγε ένα ξερό «καληνύχτα» και έκλεινε την πόρτα. Την Παρασκευή η Ζωή είπε: φτάνει. Αγόρασε τούρτα «Πράγα», πατατάκια που αγαπούσε ο Αλέξης, μεγάλη πίτσα με ζαμπόν και μανιτάρια. Ίσως δουν μαζί ταινία. Ίσως μιλήσουν, όπως παλιά. – Αλέξη! Έλα να δεις τι έφερα! Σιωπή. – Αλέξη; Έψαξε στο παιδικό. Άδειο. Το κρεβάτι ατακτοποίητο, βιβλία στο γραφείο, η τσάντα… δεν ήταν εκεί. Και το μπουφάν του έλειπε. Πανικοβλημένη, πήρε τηλέφωνο. Τίποτα. Του έγραψε μήνυμα: «Πού είσαι; Πάρε με τηλέφωνο». Διάβασε – δεν απάντησε. Πήρε ξανά. Απόρριψη. Και ξανά, και ξανά. Τελικά: – Ναι; – Αλέξη! – φώναξε η Ζωή. – Πού είσαι; Τι έγινε; – Είμαι καλά. Υπερβολικά ήρεμος. – Πού είσαι; Γιατί έφυγες; – Πήγα στον μπαμπά. Θα μείνω πια μαζί του. Η Ζωή πάγωσε. – Τι; – Η γιαγιά είπε πως ο μπαμπάς ήθελε να με πάρει μαζί του. Στο δικαστήριο ήθελε. Αλλά εσύ επέμεινες να μείνω μαζί σου. Μα εγώ δεν θέλω. Θα είμαι καλύτερα με τον μπαμπά. – Αλέξη, περίμενε… Τέλος κλήσης. Η Ζωή έτρεμε, βγήκε έξω, πήρε ταξί. Ήξερε τη διεύθυνση του Βαγγέλη απέξω. Είκοσι λεπτά αγωνίας. Έξω από την πολυκατοικία, στη βροχή, πάνω στο πεζούλι, καθόταν ο Αλέξης. Το μπουφάν ανοιχτό, η σχολική τσάντα δίπλα του. Τα μάτια του κόκκινα από το κλάμα. Ο πατέρας του τον είχε διώξει. – Τι έγινε; – Μένει με άλλη. Έχουν μικρό παιδί. Ούτε που με άφησε να μπω. Είπε να γυρίσω στη μαμά. Και μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Η φωνή του λύγισε. Δάκρυζε μες στο βράδυ. Η Ζωή τον αγκάλιασε σφιχτά, έθαψε το πρόσωπό της στα μαλλιά του – μύριζαν κρύο αέρα και παιδικό σαμπουάν. Αυτή τη φορά δεν απομακρύνθηκε. Την έπιασε κι αυτός. – Πάμε, – του είπε απαλά. – Θα τα ξεκαθαρίσουμε όλα μια για πάντα. Στο σπίτι της γιαγιάς, η κυρία Ελένη περίμενε στην πόρτα, με ρόμπα και παντόφλες. Ο Αλέξης έκανε ένα βήμα. – Γιαγιά, μου έλεγες ψέματα; Τα μάτια της γιαγιάς σάστισαν. – Εγώ πήγα στον μπαμπά. Με έδιωξε. Γιατί; Η γιαγιά σάστισε. Το προσωπείο της φροντίδας έσπασε. – Είναι η μαμά σου που φταίει… – Εσύ μου έλεγες ότι η μαμά δεν μας αφήνει να επικοινωνήσουμε. Ότι ο μπαμπάς περιμένει να με δει. Τότε γιατί δεν με θέλει; Γιατί μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα; Γιατί με κοίταξε σαν ξένο; – Δεν καταλαβαίνεις, έχει δύσκολη περίοδο… – Ή μήπως είχε δίκιο η μαμά; – φώναξε ο Αλέξης. – Ότι δεν του ήμουν ποτέ απαραίτητος; Έχει καινούργια οικογένεια. Μικρό παιδάκι. Εγώ τι είμαι γι’ αυτόν; Κάποιος περιττός; Η γιαγιά θύμωσε. Κατηγόρησε ξανά τη μαμά του. – Φτάνει! Η κραυγή του Αλέξη ήχησε στην πολυκατοικία. – Έχω βαρεθεί τα ψέματά σου! Δυο χρόνια μού λες παραμύθια για τον μπαμπά κι αυτός ούτε γενέθλια δεν θυμήθηκε. Δεν ξαναέρχομαι. Μη με ξαναπάρεις! Αφού ο μπαμπάς με αρνήθηκε, τον αρνούμαι κι εγώ. Και εσένα! – Άρπαξε τη μαμά του απ’ το χέρι. – Μαμά, πάμε. Η Ζωή είπε ένα προσγειωμένο «αντίο» και έκλεισε απαλά την πόρτα. Στο σπίτι, ο Αλέξης έφαγε δυο κομμάτια πίτσα και τρεις κούπες τσάι με μαρμελάδα βατόμουρο. Κάθισε ήσυχος στον καναπέ, τυλιγμένος στην καρό κουβέρτα, με κόκκινη μύτη. – Μαμά. – Ναι, παιδί μου; – Συγγνώμη. Η Ζωή άφησε το φλιτζάνι της. Κοίταξε τον γιο της – τα λεπτά του ώμους, τα ανακατεμένα μαλλιά, τη σκληρή γραμμή στα φρύδια. – Προσπαθούσες, τα έκανες όλα για μένα, κι εγώ… Ακουγα μόνο τη γιαγιά. Της πίστευα, όχι εσένα. Δεν θα το ξανακάνω. Θα πιστεύω μόνο σ’ αυτά που βλέπω μόνος μου. Όχι τι μου λένε άλλοι. Η Ζωή χαμογέλασε, πήγε κοντά του, του χάιδεψε τα μαλλιά. Δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, έγειρε πάνω της, όπως παλιά. Το μάθημα ήταν σκληρό. Ίσως και σκληρότατο. Αλλά φαίνεται πως ο Αλέξης το έμαθε…
Μαμά, ξέρω ότι δεν μ αγαπάς Η Δάφνη έμεινε ακίνητη με την πετσέτα στο χέρι. Γύρισε αργά προς τον γιο της.
Η Νατάσα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που της συνέβαινε. Ο άντρας της, ο δικός της, ο μοναδικός, αυτός που θεωρούσε στήριγμα και αποκούμπι, της είπε σήμερα: «Δεν σ’ αγαπάω». Η αναστάτωση ήταν τόσο μεγάλη που έμεινε ακίνητη σε μια αστείρευτα άβολη στάση, ενώ εκείνος γύριζε το σπίτι, μάζευε πράγματα και κουδούνιζε τα κλειδιά του. Αυτό μόνο της έλειπε τώρα. Πριν λίγο καιρό έχασε ξαφνικά τον πατέρα της και, παρ’ τον δικό της πόνο, έπρεπε να φροντίσει τη μανούλα της και την αδελφή της – εκείνη έγινε ανάπηρη στα 18 της μετά από σοβαρό τραύμα στο κεφάλι. Οι δικοί της ζούσαν σε κοντινή κωμόπολη. Ο γιος της μόλις μπήκε στην πρώτη Δημοτικού. Τον Ιούνιο έκλεισε και η δουλειά της. Έμεινε άνεργη. Και τώρα, και ο άντρας της… Η Νατάσα έπιασε το κεφάλι της, κάθισε στο τραπέζι και ξέσπασε σε πικρά κλάματα. – Θεέ μου, τι να κάνω; Πώς να ζήσω; Αχ, Αλέξανδρέ μου! Πρέπει να τρέξω να τον πάρω από το σχολείο! Η καθημερινότητα δεν της άφηνε περιθώρια για να λυγίσει τελείως. – Μανούλα, έκλαψες; – Όχι, Αλεξάκι, όχι. – Κλαις για τον παππού; Μαμά, μου λείπει τόσο πολύ! – Κι εμένα, γιέ μου. Αλλά πρέπει να είμαστε δυνατοί. Ο παππούλης ήταν πάντα δυνατός. Τώρα είναι καλά κοντά στον Θεό, μην στεναχωριέσαι! Ήταν η ώρα του να ξεκουραστεί. – Πού είναι ο μπαμπάς; – Ο μπαμπάς; Μάλλον πάλι πήγε σε δουλειά εκτός. Εσύ όμως, πώς τα πας στο σχολείο; Η ζωή συνεχίζεται. Δεν σε αγαπάει; Τι να κάνεις… Δεν γίνεται με το ζόρι αγάπη. Κάτι έχασε μέσα στη φούρια της. Όσο ο Αλέξανδρος έτρωγε και έπαιζε με τα στρατιωτάκια του, η Νατάσα μπήκε στο email του άντρα της. Δεν το είχε κάνει ποτέ. Η πρόσβαση ήταν απλή. Δεν πρόλαβε ο Βασίλης να σβήσει την τελευταία συνομιλία. Έρωτας με τα όλα του. Και αυτή τώρα η «μη αγαπημένη». Δέκα χρόνια ήταν το «λαμπερό ήλιο» του, μετά από οκτώ χρόνια δύσκολης μάχης για να αποκτήσουν παιδί έγινε και «μανούλα μας». Τώρα όλα αλλάζουν. Και πρέπει να το συνηθίσει. Κι πρώτα πρώτα πρέπει να βρει δουλειά. Δεν νοιάζεται κανείς για το πτυχίο της. Το επίδομα ανεργίας δεν φτάνει ούτε για τα βασικά. Τι συνέβη; Γιατί ο υπεύθυνος, αξιόλογος άντρας της έγινε ξαφνικά ξένος; Μόνο μία εξήγηση έβρισκε: τα έπαιξε. Το κοινό τους σπίτι, χτισμένο λιθαράκι λιθαράκι, έμεινε στη μέση. Ευτυχώς είχαν μια στέγη, ένα δωμάτιο που μπορούσαν να μείνουν. – Δουλίτσα, πώς σε χρειάζομαι! – Πάλι ήρθε το κλάμα, μα δεν υπήρχε χρόνος γι’ αυτό. Τόσο πολύ χρειαζόταν δουλειά! Ψάχνει μέρες, μάταια. Ο Αλέξανδρος στην πρώτη Δημοτικού και εκείνη μόνη, ήταν ένα τεράστιο μειονέκτημα. Ένα βράδυ, τηλεφώνησε ο κουμπάρος, ο Ρωμανός: – Νατάσα, δεν γύρισε ο δικός σου ακόμη; – Όχι. – Θέλεις να έρθεις για αποθήκη; – Σοβαρά μιλάς; – Ναι, και με διακοπή. Μπορείς να πηγαίνεις να παίρνεις τον βαφτισιμιό ή να γραφτεί στο ολοήμερο. 25.000 μισθός, λίγα αλλά κάτι είναι. Αύριο θα σας φέρω πατάτες, κρεμμύδια και ένα κοτόπουλο. – Ρωμανούλη, έχω τις κοτούλες μου, μας ταΐζουν, μας δίνουν αυγά. – Άσε τες, οι κότες για κρέας δεν είναι! – Σ’ ευχαριστώ. Πώς είναι η Γαλήνη σου; – Αντέχει. Είναι παλικάρι. Έτσι πάντα ο Ρώμανος: ποτέ δεν παραπονιόταν, αν και όλα τα κουβαλούσε! Η Γαλήνη έκανε δύσκολη επέμβαση, παίρνει ακόμα χημειοθεραπεία κι όμως τα βγάζουν πέρα. Η Νατάσα αναστέναξε: υπάρχει ελπίδα. Θεέ μου, Εσύ είσαι ο πιο πιστός συνοδοιπόρος. Σ’ ευχαριστώ για τον κουμπάρο! Η δουλειά γνωστή, βρήκε και μικρά διαλείμματα να μείνει μόνη με τις σκέψεις – και να δακρύσει, να σκεφτεί – τι έγινε; Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες. Έναν χρόνο μετά, ένιωσε πως πεινούσε, κοιμόταν, γελούσε, χαιρόταν με τις επιτυχίες του Αλέξανδρου. Ο πόνος για την προδοσία του άντρα ξυπνούσε μόνο όταν ερχόταν να πάρει τον μικρό τα Σαββατοκύριακα. Δεν του στέρησε το παιδί. Δεν ήθελε το παιδί της δυστυχισμένο. Τόσο πολύ ήθελε να ρωτήσει «τι έκανα λάθος;», μα ήξερε πια: ήταν το ξαφνικό πάθος του Βασίλη για μια άλλη. Της ήρθαν στο μυαλό λόγια από μια ταινία: «Η αγάπη διαρκεί ως τη στροφή, μετά ξεκινά η ζωή». Για τη Νατάσα, αγάπη και ζωή ήταν ένα. Για εκείνον; Το φθινόπωρο έμοιαζε με παρατεταμένο καλοκαίρι: ζέστη, πράσινα δέντρα, χαρούμενες παιδικές φωνές, χρώματα στον κήπο. Εκείνην τη μέρα, το επίμονο βλέμμα του Μιχάλη έκανε τη διαφορά. Ίσως το φως του ήλιου την τύφλωνε λίγο παραπάνω, ίσως η μουσική ακούγονταν πιο δυνατά από το ανοιχτό παράθυρο του γείτονα, ή ίσως έπρεπε επιτέλους να συναντηθούν αυτοί οι δυο μοναχικοί άνθρωποι, όπως το θέλησε η μοίρα. – Κοπέλα μου, να βοηθήσω; Δεν είναι δουλειά αυτά για σένα! – Το έχω συνηθίσει… – Κακό του κεφαλιού σου. Τόση ομορφιά να κουβαλά τέτοια βάρη! – Όλες τις όμορφες βοηθάς; Ή στήνεις «καρτέρι» έξω από το σούπερ; – Όλο εδώ κάθομαι, όλοι μου φαίνονται πιπεριές – εσύ βγήκες μπουμπούκι όμως! Τα γέλια ήρθαν αβίαστα. – Μιχάλης. – Της έδωσε το χέρι του, τα γέλια ακόμη έπαιζαν στα μάτια του. – Νατάσα. – «Νατασάκι, Νατασάκι, ξένη γυναίκα…» το τραγούδι το ξέρεις; – Όχι. Άλλωστε, δεν είμαι σύζυγος πια. – Μπράβο! Να που τελικά βρήκα το κορίτσι που όλοι ονειρευόμαστε και είναι ελεύθερη! Όλοι τυφλοί γύρω μου ή τρελοί! – Το χιούμορ καλό το έχεις. Το σοβαρό το ‘χεις; – Κι απ’ αυτό, μην ανησυχείς. Νατασάκι, πάμε σινεμά σήμερα να τα πούμε; – Δυστυχώς πρέπει να πάρω τον γιο μου από το ολοήμερο. – Μπα, δεν το πιστεύω! Έχεις γιο; Εσύ είσαι είκοσι χρονών, για ολοήμερο τώρα; – Είμαι 35. – Κι εγώ, τι σύμπτωση! Αλλά, ειλικρινά, σε περνούσα για πολύ νεότερη. – Και τώρα; – Τώρα το σκέφτομαι! Όλοι οι άντρες ονειρεύονται γιο. Κι εσύ μου λες ότι είσαι μόνη! Πού είναι ο πατέρας του γιου σου; – Δεν θέλω να το συζητήσω αυτό. – Το σέβομαι. Τότε το Σαββατοκύριακο; Πάμε όλοι μαζί σε παιδική παράσταση. – Τα σαββατοκύριακα ο γιος μου βλέπει τον πατέρα του. – Νατάσα, δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Αν βρεις χρόνο, πάρ’ με. Να η κάρτα μου, γράφει και το επάγγελμά μου: παιδίατρος-αιματολόγος. – Πολύ σοβαρή δουλειά. – Μου λείπει χρόνος για ομορφιές. – Καλά, Μιχάλη. Θα σου τηλεφωνήσω. – Σε περιμένω. Αυτό το φθινόπωρο ήταν σκέτη γιορτή. Ήταν το δώρο τους. Ήλιος, πανδαισία χρωμάτων στα φύλλα, φωνές παιδιών, μυρωδιές από τον κήπο. Και η τρυφερότητά τους, που έλυνε τον πόνο του χτες. Με τρόπο τρυφερό, πλησίασαν ο ένας τον άλλο και η Νατάσα ένιωσε ξανά να γεννιέται η ανάγκη να αφεθεί σε αυτόν τον αξιαγάπητο άντρα. Έναμιση μήνα μετά, του πρότεινε να έρθει για τσάι – διστακτικά, όπως πρώτη φορά. – Νατασούλα, θα παρεξηγηθείς αν δεν έρθω; Για μένα έχει σημασία να γίνει σωστά αυτό που πάμε να ζήσουμε. Μπορείς να με εμπιστευτείς; Το ΣΚ πήγαν στο πάρκο-καταφύγιο όπου ο Μιχάλης είχε νοικιάσει ένα σπιτάκι σαν μικρό κάστρο. Μέσα, μόνο τα μεγάλα καστανά του μάτια είδε, κι ώσπου να το καταλάβει, βούλιαζε στην αγκαλιά του, ευτυχισμένη όπως ποτέ. Δεν ήξερε πως η πιο μύχια ένωση με έναν άντρα μπορεί να είναι τόσο γλυκιά. – Μιχαλάκη, πού είμαι, τι μου συμβαίνει; Νιώθω σαν να πεθαίνω. Σε αγαπάω τόσο πολύ! Πώς ζούσα πριν σε γνωρίσω; – Τι ευτυχισμένος είμαι! Οι αποχωρισμοί γίνονταν όλο και πιο δύσκολοι. – Νατασάκι, θέλεις να παντρευτούμε; – Μιχαλάκη, χωρίζω στο τέλος του μήνα. – Και αμέσως μετά, παντρεύομαι εσένα. Μη μου πάρει κανείς το κορίτσι μου! – Το κορίτσι είναι αφεντικό του εαυτού του, όχι για τον καθένα. Έχει διαλέξει αγαπημένο. Μιχαλάκη μου, να το κάνουμε απλά: παντρευόμαστε πολιτικά και μετά με πας σ’ εκείνο το κάστρο, να γίνω για πάντα γυναίκα σου. – Ό,τι πεις, αγάπη μου. Μόνο ο Ρώμανος κι η Γαλήνη ήταν μάρτυρες στο γάμο τους. Η μαμά και η αδερφή έστειλαν ευχητήρια τηλεγράφημα. Μετά μετακόμισαν στο δυάρι που βρήκε ο Μιχάλης, όπου έστησαν το καινούργιο, ζεστό σπιτικό τους. Ιδιαίτερη έγνοια έκανε ο Μιχάλης για το δωμάτιο του Αλέξανδρου, που είχαν ήδη γνωριστεί αλλά ο μικρός ήταν διστακτικός μαζί του. – Νατασούλα, μην τρομάξεις, πρέπει να ελέγξουμε το αίμα του Αλεξάνδρου. Δεν μου φαίνεται καλά, είναι πολύ χλωμός. – Μιχάλη μου, απλώς στεναχωριέται. Του ήταν δύσκολο να δεχτεί το διαζύγιο, δεν το περίμενε. Διάβασα κάπου πως για το παιδί ο χωρισμός είναι χειρότερος και απ’ τον θάνατο του γονιού. – Το ίδιο έπαθα κι εγώ όταν ήμουν παιδί. Μα, το αίμα θα το τσεκάρουμε, έτσι Αλέξανδρε; Όταν τηλεφώνησε ο πρώην και απαίτησε να απογραφεί από το μισοτελειωμένο σπίτι: – Θα προσέχω μόνος μου το παιδί, θα ‘ρχεται σε μένα. – Πήγαινε καλύτερα να το δεις. – Δεν μπορώ τώρα, φεύγω ταξίδι. Ο Μιχάλης, ακούγοντάς τη συντετριμμένη, την αγκάλιασε: – Νατασούλα, θα τα βγάλουμε πέρα. Μην κοιτάς πίσω. – Κι όμως, πονάει. Δούλεψα, επένδυσα στο σπίτι αυτό… Μιχάλη μου, λογαριάζονται τώρα αυτά; – Όχι, σκέψου μόνο τον Αλέξανδρο. Εγώ αναλαμβάνω τα υπόλοιπα. Την οικογένεια πάντα την ονειρευόμουν. Ο Θεός το ξέρει. Δεν θα μας στερήσει… – Μιχάλη μου, τι νέα από τις εξετάσεις; – Ό,τι πρέπει κάνουμε. Μα όχι καλά τα πράγματα ακόμα. Η Νατάσα έκλαιγε σιωπηλά. Μην το καταλάβει ο Αλέξανδρος… – Μπαμπά Μιχάλη, τι έχω με το αίμα μου; – Ξέρεις, στο αίμα έχουμε κόκκινα και άσπρα καραβάκια. Τα δικά σου κάνουν μάχη. – Ποιος κερδίζει; – Τα άσπρα προς το παρόν. – Και μετά; – Βοήθα τα κόκκινα! – Μαμά, πάμε κάπου αλλού; Κουράστηκα πολύ. – Νατασάκι, να πάρουμε τον Αλέξανδρο στο κάστρο. Είναι ωραία εποχή, ας ξεκουραστεί. Η άνοιξη έντυσε το καταφύγιο τους με λουλούδια. Περπατούσαν οι τρεις τους στο δάσος, κοιτούσαν τη φύση. Ο Αλέξανδρος παρατηρούσε προσηλωμένος. – Τι έχεις, παιδί μου; – Μη με διακόπτεις, μαμά. Παίζω ναυμαχία! Κι όταν γύρισαν στην κλινική, η προϊσταμένη ήρθε μόνη της: – Κύριε Μιχάλη, πού πήγατε το παιδί; – Κοντά, στο δάσος. Γιατί; – Τα αποτελέσματα είναι πολύ καλά. Έχει ύφεση. Το αίμα του είναι μια χαρά. Ο Μιχάλης μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο. – Αλεξάκι, τι έκανες; Είσαι καλύτερα! Να μη στεναχωριέσαι, Νατάσα. Γίνεται καλά το παιδί. Τι έκανες, παιδί μου; – Μπαμπά, θυμάσαι που μου είπες για τα καραβάκια; Κέρδιζα πάντα με τα κόκκινα σε κάθε ναυμαχία!
15 Οκτωβρίου Σήμερα ήταν σα να έπεσε όλος ο κόσμος πάνω μου. Ο άντρας μου, ο Ανδρέας, το στήριγμα της
Σαγανάκι για Κρέπες Όλοι οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν καθυστέρηση για τη Γαλήνη, που κινδύνευε με νέο χρηματικό πρόστιμο και έναν ακόμα δυσάρεστο διάλογο με τον αυστηρά συνεπή διευθυντή της. Όλα έμοιαζαν να συνωμοτούν αυτό το πρωινό. Ο μαθητής της Β΄ Δημοτικού, ο Γιαννάκης, αρνήθηκε να φάει το σιμιγδάλι του και με δάκρυα προσποιούνταν πόνο στον λαιμό. Η Γαλήνη, οπλισμένη με τα γυαλιά της, έψαχνε για κάποιο ίχνος κοκκινίλας στον λάρυγγα. Διαπιστώνοντας ότι την κορόιδευε, του υποσχέθηκε παραδειγματική τιμωρία και βοήθησε τον μικρό ταραξία να φορέσει την τσάντα του. Εκείνη τη στιγμή, ο μεγάλος γιος, ο Βασίλης, αναστάτωνε όλο το σπίτι ψάχνοντας το τετράδιό του. Η ενεργητικότητά του έκανε το κεφάλι της Γαλήνης να γυρίζει. Αφού φώναξε στον αφηρημένο γιο, άρπαξε από το χέρι τον μικρό ψεύτη και βγήκαν τρέχοντας στην αυλή. Αλλά δεν μπήκαν αμέσως στο αμάξι, γιατί ο άντρας της είχε καθυστερήσει με το πλύσιμο. Όταν τελικά ολοκληρώθηκαν οι προετοιμασίες και η οικογένεια έστριψε στη λεωφόρο, μια ατελείωτη μποτιλιαρισμένη ουρά κατέστρεψε το όνειρο της Γαλήνης για έγκαιρη άφιξη στη δουλειά. Τρέχοντας προς το γραφείο της στο Κεντρικό Κατάστημα Προπώλησης Εισιτηρίων ΟΣΕ, η Γαλήνη παραλίγο να γλιστρήσει στον βρεγμένο πεζόδρομο. Από μια μικρή θαυματουργή σύμπτωση, την έσωσε μια τεράστια βαλίτσα στην οποία γράπωσε, καταφέρνοντας να ισορροπήσει. Αφού ξεπέρασε το σοκ, ζήτησε συγγνώμη και κύλησε τη βαλίτσα δίπλα στη μεγάλη ηλικιωμένη κυρία που την κουβαλούσε. Έμαθε από τους συναδέλφους της ότι ο προϊστάμενος δεν είχε ακόμα φανεί, πράγμα που της έδωσε μεγάλη ανακούφιση· ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι νερό και κάθισε στη θέση της. Δεν πέρασε μισή ώρα και η εργασία την έκανε να ξεχάσει τα πρωινά προβλήματα. Στο διάλειμμα για φαγητό, η Γαλήνη κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η όψη της ηλικιωμένης κυρίας με τη γιγάντια βαλίτσα της τράβηξε το βλέμμα της. Κάτι μοιραίο απέπνεε απ’ αυτή, με μάτια γεμάτα παραίτηση και ένα εισιτήριο σφιγμένο στο χέρι, έτοιμο να απελευθερωθεί απ’ τον άνεμο σαν ξερό φύλλο που προσπαθεί να φύγει από το γυμνό κλαδί. Μα τα ξεθωριασμένα μάτια της κυρίας δεν έβλεπαν τη λαχτάρα του εισιτηρίου για ελευθερία. Καθόταν ακίνητη σαν άγαλμα, αδιάφορη στη βροχή και το κρύο. – Πόση ώρα κάθεται εδώ; ρώτησε η Γαλήνη τη συνάδελφό της. – Δεύτερη μέρα, άκουσα. – Πού πάει με το εισιτήριο; Ξέρεις; – Στη Σπάρτη. – Περίεργο, για τη Σπάρτη έχει αρκετά τρένα κάθε μέρα. Γιατί δεν έφυγε; – Η Γαλήνη γέμισε ένα ποτήρι τσάι από το θερμός, πήρε λίγο σπιτικό γλυκό και βγήκε έξω. Κάθισε δίπλα στη μοναχική κυρία, προσφέροντάς της το τσάι και το φαγητό: – Με σώσατε σήμερα το πρωί από πτώση! Πού ταξιδεύετε; – Στη Σπάρτη, απάντησε αδιάφορα. Βλέποντας το εισιτήριο, η Γαλήνη παρατήρησε: – Το τρένο σας έχει φύγει εδώ και δύο ημέρες. Γιατί δεν ταξιδέψατε; Η κυρία αναστέναξε, διόρθωσε το φθαρμένο καπέλο της και είπε βραχνά: – Εδώ μάλλον ενοχλώ και πάλι όλους… Μη νοιάζεσαι, κορίτσι μου, θα μετακινηθώ… (και τα υπόλοιπα λόγια ταιριασμένα στη ροή της αυθεντικής ιστορίας με έμφαση στην ελληνικότητα· ονόματα, τόποι, καταστάσεις και φαγητά, όπως: „η Φωτεινή” αντί για „Тося”, ή „φασολάδα” ως comfort food κι ελληνική οικογενειακή ατμόσφαιρα.) Την επόμενη μέρα, ξημέρωνε αργία. Η Γαλήνη ξύπνησε από μεθυστικές μυρωδιές που έρχονταν από τον ξενώνα της αυλής. Στο τραπέζι περίμενε ένας λόφος από λεπτεπίλεπτες ελληνικές κρέπες. Η γιαγιά Φωτεινή έπιανε με τέχνη το σαγανάκι, γυρίζοντας τους λουκουμάδες, σερβίροντας τους άντρες του σπιτιού. – Μην έχετε παράπονο, κορίτσι μου, βρήκα στο ντουλάπι μια σαγανάκι που δεν κολλούν οι κρέπες – είπε η γιαγιά Φωτεινή. – Έλα να δοκιμάσεις τις δικές μου. Το σπιτικό γέμισε ζεστασιά. Η Γαλήνη ένιωσε, ίσως για πρώτη φορά, το αληθινό μητρικό χάδι, και λίγο πριν φύγουν βιαστικά το πρωί, άκουσε τη Φωτεινή: – Κοριτσάκι μου, πάρε και μια δεύτερη σαγανάκι. Διπλή δουλειά, διπλή χαρά, στις κρέπες δεν χορταίνεις ποτέ! Γυρνώντας προς τη Φωτεινή, η Γαλήνη ψιθύρισε μόλις ακουστά: – Ό,τι πεις, μαμά Φωτεινή… Σαγανάκι για Κρέπες – Η ξεχασμένη γιαγιά, η ευγνωμοσύνη μιας μητέρας και το σπιτικό που ξαναφτιάχνεται από την αρχή με αγάπη, στην Ελλάδα της καθημερινότητας.
Τηγάνι για Κρέπες Όλα έδειχναν ότι η Ειρήνη θα αργούσε πάλι στη δουλειά σήμερα. Το τελευταίο που χρειαζόταν
Εννέα κόκκινα τριαντάφυλλα… Η πεθερά ήρθε για λίγες ώρες και ο γαμπρός κατάλαβε πως δεν αντέχει άλλο. Είπε ότι πάει στο χαμάμ. Ετοιμάστηκε και έφυγε. Αλλά τον περίμενε άλλη μια αναποδιά: το χαμάμ ήταν κλειστό για ανακαίνιση και η διάθεσή του χάλασε τελείως. Πού να πάει τώρα, στο σπίτι δεν ήθελε να γυρίσει! Άρχισε να περιφέρεται στους δρόμους· στα μαγαζιά δεν ήθελε να μπει – αντρικά πράγματα δεν ήταν αυτά. Κάθισε στεναχωρημένος σε ένα παγκάκι. Ξαφνικά βλέπει ένα ζευγάρι, γύρω στα εξήντα. Καλοντυμένοι, περπατούν αργά – ξεκάθαρα κάνουν βόλτα. Εκείνη τον κρατά αγκαζέ, κάτι λένε μεταξύ τους. Κι ο άντρας παρατηρεί: «Έχουν ακόμα να πουν ο ένας στον άλλον. Εγώ με τη γυναίκα μου δεκαπέντε χρόνια μαζί, έχουμε πια τα πάντα πει. Συνήθως σωπαίνουμε». Ξαφνικά το ζευγάρι σταματά, κι ο άντρας της ισιώνει απαλά το φουλάρι. Συνεχίζουν. Κι ο δικός μας σκέφτεται: «Κοίτα να δεις, κρατήσαν την αγάπη τους. Εμείς έχουμε καιρό να προσέξουμε ο ένας τον άλλον». Η δική του γυναίκα, μικροκαμωμένη, από εκείνες τις πάντα κουρασμένες, παραιτημένες γυναίκες – της αρκεί το ελάχιστο. Εργάζεται σε βιοτεχνία, έχουν δύο παιδιά, παντού τρέχει. Όλο σπίτι και φροντίσματα, δεν κάθεται ποτέ. Με μια παλιά ρόμπα, μαλλιά ανακατεμένα. Όλο με μια σφουγγαρίστρα ή ένα πανί στο χέρι τρέχει στο διαμέρισμα. Έχει ξεχάσει πώς να χαμογελά. Το πρόσωπο πάντα σοβαρό, ανέκφραστο. Στο κομμωτήριο πάει σπάνια – μόνο όταν ντρέπεται να βγει έξω. Κάθεται ο άντρας, σκέφτεται: «Αγαπηθήκαμε πολύ. Πού πήγε όλο αυτό;» Προσπάθησε να ξυπνήσει εκείνο το παλιό, ξεχασμένο συναίσθημα. Και το κατάφερε: ένιωσε μια γλυκιά τρυφερότητα. Ένα κύμα ζεστασιάς τον πλημμύρισε, του άφησε σημάδια στην καρδιά. Τον πήρε το παράπονο για τη γυναίκα του, ήθελε να κάνει κάτι καλό γι’ αυτήν. Δεν μπορούσε να μείνει καθιστός – έπρεπε να κάνει κάτι αμέσως. Χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να βαδίζει γρήγορα – αλλά πού να πάει; Και ξαφνικά, μπροστά του ένα ανθοπωλείο: «Να της πάρω λουλούδια; Θα με περάσει για ανόητο, θα πει ότι πέταξα λεφτά τζάμπα. Έπρεπε να πάρω στην Μαρίσκα αθλητικά για τη γυμναστική». Στάθηκε αναποφάσιστος. Η τρυφερότητα όμως μέσα του τον έσπρωχνε. «Άντε, ας είναι». Μπαίνει μέσα, η πωλήτρια τον χαιρετά πρώτη, τον κοιτάει περίεργα. Είχε να αγοράσει λουλούδια δεκαπέντε χρόνια. Λέει να πάρει ένα τριαντάφυλλο. Κάτι μέσα του λέει: Ένα δεν είναι τίποτα, μη ρεζιλευτείς. Ξαναπαίρνει κουράγιο: «Δώστε μου εννέα». Του φάνηκε τρελό! Μα ο λόγος του βγήκε. Βγαίνει έξω, του φαίνεται ότι όλοι τον κοιτούν επικριτικά. Παίρνει τηλέφωνο να δει αν έφυγε η πεθερά. Ανεβαίνει τις σκάλες, αγχωμένος – πρωτόγνωρα όλα αυτά: «Θα με διώξει μαζί με τα λουλούδια. Αν φωνάξει, θα τα πετάξω στα σκουπίδια». Η γυναίκα του μόλις είχε ακουμπήσει το αλεύρι στο τραπέζι και τα χέρια της ήταν ακόμα καθαρά. Πλησιάζει, εκείνη δεν καταλαβαίνει τίποτα. Σταματάει, δεν μιλά, αγκομαχεί από την αγωνία. Γυρίζει η γυναίκα, βλέπει τα λουλούδια, παγώνει. – Μάσα, για σένα είναι. Έτσι μου ήρθε. Δε θα θυμώσεις; Δε τα παίρνει αμέσως, τον κοιτάζει σαν να βλέπει όραμα. – Για σένα, Μάσα, για σένα. Τα παίρνει, τα φέρνει στο πρόσωπο, χαμογελάει λίγο. Και ξαφνικά δεν υπάρχει βιοτεχνία, ούτε σκοτούρες, ούτε δεκαπέντε χρόνια πέρασαν! Ψιθυρίζει σχεδόν «Ευχαριστώ». Το βάζο στη μέση του τραπεζιού, εννέα κόκκινα τριαντάφυλλα που φωτίζουν το δωμάτιο. Η γυναίκα χαϊδεύει τα λουλούδια, στέκεται σκεφτική μπροστά στον καθρέφτη, φτιάχνει τα μαλλιά της. Τα χαρακτηριστικά της γίνονται πιο απαλά, η έγνοια δίνει τη θέση της σε μια γλυκιά ονειροπόληση. Ο άντρας την αγκαλιάζει στη μέση. Μένουν σιωπηλοί. Για μια στιγμή έμεινε και η γυναίκα ακίνητη – μόνο για μια στιγμή.
Εννέα κόκκινα τριαντάφυλλα Εκείνη την παλιά μέρα, ήρθε η πεθερά για λίγες ώρες, και ο Δημήτρης κατάλαβε