Άκου να δεις, μα φίλε μου, ιστορία πραγματική, από αυτές που σ αγγίζουν λίγο παραπάνω, γιατί θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε γειτονιά της Αθήνας. Ας σου πω λοιπόν για τον Ρούλη, τον ατίθασο σκύλο με το κοκκινοκαφέ τρίχωμα που εδώ και τέσσερα χρόνια είχε κάνει σπίτι του τη στάση έξω από μια φοιτητική εστία στο Αιγάλεω. Πίσω του το εργοστάσιο, πιο πέρα χωράφια, τίποτα σπουδαίο, αλλά ο Ρούλης τα είχε δει όλα.
Πώς βγήκε το όνομα; Κάτι κορίτσια από την εστία τον λέγαν Ρούλη. Λυπήθηκαν τη φάτσα του ο καημένος, πολλές φουρτούνες είχε περάσει και πάντα του πέταγαν κάτι φαγώσιμο στο διάλειμμα. Οι υπόλοιποι τον απέφευγαν. Κανένα γλυκό βλέμμα, ούτε κουνημένη ουρά ο Ρούλης δεν ήταν από τα φιλικά σκυλιά. Στα τρία του χρόνια έμοιαζε με γέρο μουρτζούφλη που τα είχε δει όλα κι όλοι τον ενοχλούσαν. Έβγαζε κι έναν τραχύ γρυλισμό, φοβόταν και τον τελευταίο που πήγαινε να καθίσει στην άκρη του παγκακιού.
Τώρα άνθρωποι… τι να σου πω γι αυτούς; Τα περισσότερα απ όσα έβλεπε ο Ρούλης στη στάση τον απογοήτευαν: φωνές, σπρωξίματα, και να τον διώχνουν απ τα πόδια τους να μη μπλέκεται. Μόνο όσες κοπέλες του έδιναν φαγάκι έβλεπε με συμπάθεια. Κατά τ άλλα, ούτε ανθρώπους, ούτε καν τα σπουργίτια με τους χαζούς τσακωμούς τους ή τις καρακάξες που ήθελαν τα κομμάτια του, δεν τους χώνευε.
Η αρχή της μέρας για τον Ρούλη ήταν μια από τα ίδια να τσακώνεται με τις καρακάξες, να γαβγίζει σε όσους πήγαιναν να τον πατήσουν, να φυλάει με νύχια και με δόντια τη γωνιά του. Ε, καλά τη βγάζει στη στάση! Ούτε φανταχτερά σπίτια ούτε τίποτα, αλλά τουλάχιστον, όταν φυσούσε και ψιχάλιζε, είχε ένα μέρος να χωθεί. Σκιά το καλοκαίρι, παρέα οι περαστικοί, μα και πού και πού καβγάς για λίγη γεύση από τη ζεστή τυρόπιτα που έπεφτε κατά λάθος απ κάποιον βιαστικό φοιτητή.
Μια μέρα εκεί που χουζούρευε, μια μπότα διακόπτει τον ύπνο του: «Άντε σήκω ρε φίλε να κάτσω!» του λέει ένας μπαρμπάς, πάει να τον πατήσει, αλλά ο Ρούλης τον προλαβαίνει, του πετά το ποδάρι, ο άλλος παραπατάει, χάνει τη μπότα του, κι αυτή μένει έτσι στην άκρη, μόνη και έρημη. Ο Ρούλης περήφανα τη γραπώνει, τη μελετάει μ αναίδεια και την κουβαλάει πίσω απ τον κάδο των σκουπιδιών τρόπαιο κανονικό.
Δίπλα στη σκηνή, η Γεωργία, μια ξανθιά που δουλεύει στο εργοστάσιο, φωνάζει: «Έλα εδώ, τι πας κοντά στον τρελό το σκύλο!», και ο Κυριάκος, που καθόταν παραδίπλα με το τσιγάρο στο στόμα, φωνάζει: «Άντε, λυσσασμένο πράγμα!» Πετάει τη γόπα, παραλίγο να πετύχει τον Ρούλη, και φυσικά, εκείνος γαβγίζει σα να του ριξες νερό στη μπομπότα!
Την επόμενη ο ιδιοκτήτης της μπότας ο κύριος Μανώλης, που τώρα τελευταία είχε γίνει υπεύθυνος παραγωγής στο εργοστάσιο επιστρέφει με συνοδεία. «Να τος, ο σκύλος ο προβληματικός! Κάντε κάτι μ αυτόν, φάτε τον, διώξτε τον!» Ο σεκιουριτάς της εστίας σηκώνει τους ώμους: «Στον δήμο να τηλεφωνήσετε, εμείς δεν κάνουμε περισυλλογές εδώ». Παραδίπλα ο Μανώλης χειρονομεί, λέει-λέει σαν την καρακάξα. Ο Ρούλης τον κοιτάζει, σχεδόν διασκεδάζει με τα καμώματά τους.
Ο σεκιουριτάς προσπαθεί να βοηθήσει: «Ρίξε του φίλε κάνα κόκαλο, να γλιτώσεις κι εσύ, δεν θα σου κάνει τίποτα.» Ο Μανώλης αντιδρά ειρωνικά: «Και τι θες να του φέρνω, και μισό μπιφτέκι απ τη λέσχη;» Φεύγει, κι ο Ρούλης τον σπρώχνει με τα γαβγίσματα ως το λεωφορείο, μέχρι να τον δει να φεύγει πίσω από τα θολά τζάμια.
Οι μέρες περνούσαν. Ο Μανώλης αποφασίζει να του φέρει επιτέλους μια μπιφτεκογεύση απ τη φοιτητική λέσχη, μπας και γλιτώσει χλεμπόνες από όλους. «Φάε, ρε παλιοχαρακτήρα!» του λέει και του αφήνει το φαγητό στη στάση. Ο πεινασμένος Ρούλης κοντοστέκεται, αφήνει για λίγο το καχύποπτο ύφος και τσαπ το μπιφτέκι γίνεται άφαντο. Μόνο μια μυρωδιά μένει για να του υπενθυμίζει τι απόλαυσε. Ο Μανώλης γελάει: «Ρε συ, δεν σου φτάνει; Φαντάσου να ξέρω κι από μαγείρεμα! Σιγά που θα σου φέρνω συνέχεια. Άμα πάρεις κι απ αλλού, τη γλύτωσες».
Από κει και πέρα, κάθε πρωί, καθώς έμπαινε ο Μανώλης στη στάση, ο Ρούλης περίμενε τη λιχουδιά του αγόγγυστα. Ούτε γαβγιά ούτε ψέμα, ένας άλλος σκύλος έγινε οι συνήθειες αλλάζουν, μα πόσα δεν αλλάζουν με λίγο φαγητό και λίγη φροντίδα, ε; Έπιασαν τα κρύα, στην Αθήνα πέφτει λάσπη και ψιλόβροχο συχνά, λίγο πιο πέρα το χιόνι φάνηκε στα βουνά, στη στάση έπεσε ανοιξιάτικο χνούδι.
Ένα πρωινό, καθώς ο Ρούλης τρέμει κοντά στον άνεμο, ο Μανώλης δεν μπαίνει αμέσως στο λεωφορείο. Τον κοιτάει και του λέει: «Έλα, ξάπλωσε σ αυτήν την χαρτόκουτα με την κουβερτούλα. Πήγαινε, ρε ψυχή, να νιώσεις λίγο σπίτι…» Κι αλήθεια, στην παλιά τεράστια χαρτόκουτα, με το ξεβαμμένο και πλυμένο σεντόνι, ο Ρούλης κουρνιάζει για πρώτη φορά με μια γλυκιά αίσθηση ασφάλειας.
Ένα Σάββατο, ο Μανώλης είναι σπίτι στη Νέα Σμύρνη έφτιαξε μια ομελέτα, έφαγε, βγήκε στην αυλή να ξεχιονίσει λίγο με φτυάρι, αλλά το μυαλό του γύριζε στη στάση και τον Ρούλη. Μ ένα ξαφνικό βήμα, παρατάει όλα και φεύγει να τσεκάρει τη στάση οι μέρες με το λεωφορείο λιγοστές, κόσμος λίγος, το στομάχι του σκύλου γουργουρίζει όπως ποτέ.
Κατηφορίζει το λεωφορείο, ο Ρούλης σηκώνει αυτιά: «Πού πας, ρε λεβέντη; Θες να χαθείς στη μπόρα;» Το λέει ο Μανώλης και του κατεβάζει σάκους με λουκάνικα Νίκαιας. Ο Ρούλης τρώει λες και δεν θα ξαναφάει ποτέ σπάνια ευτυχία κι εκείνο το πρωινό. Και να σου και η κουβερτούλα μέσα στη μεγάλη κούτα Ο Ρούλης νιώθει πραγματικά τυχερός. Ποτέ κανείς δεν του είχε δώσει τόσο.
Περνάνε λίγες μέρες, και ο Ρούλης αρνείται την τροφή της Γεωργίας. «Άντε, βρε παιδί μου, τα ίδια μπιφτέκια που ο Μανώλης σου έφερνε. Μην τον περιμένεις, είναι άρρωστος!» Ο Ρούλης στριμώχνει τα αυτιά του λυπημένος, κάθε φορά σηκώνεται και κοιτάζει όποιον κατεβαίνει. Μάταια… Πάει και ξαναφέρνει το παλιό, ξεχασμένο παπούτσι από τη γωνία του. Παλιά το μισούσε τώρα του θυμίζει τον φίλο του.
Στο τέλος της μέρας, ακούει τη φωνή της Γεωργίας από το κινητό στην άλλη άκρη: «Μανώλη! Φέρνω τα χαρτιά για υπογραφή, στον δρόμο είμαι!» Μπαίνει στο λεωφορείο, κι ο Ρούλης σκαρφαλώνει πίσω της, στην τύχη του χειμώνα, με το παλιό μαύρο παπούτσι στο στόμα.
Μόλις βγαίνουν στη Νέα Σμύρνη, τρέχουν χαρούμενα, η Γεωργία μπροστά, ο Ρούλης ξοπίσω, το χιόνι να τρίζει κάτω απ τις μπότες της. Εκείνη χτυπάει το κουδούνι και ο Μανώλης με δάκρυα χαράς κρατάει σφιχτά τον Ρούλη και το παπούτσι του. Ο Ρούλης έχει βρει το σπίτι του το δικό του άνθρωπο.
Η Γεωργία, πίνοντας τσάι στην κουζίνα, γελάει: «Καλά, Μανώλη, γιατί δεν τον πήρες σπίτι σου νωρίτερα; Εδώ έχεις αυλή για πέντε!». Ο Μανώλης χαμογελάει αμήχανα: «Φοβόμουν, βρε Γεωργία. Μόνος μου τόσο καιρό, σκύλος είναι ευθύνη. Οικογένεια μικρή. Τώρα όμως, δεν τον αφήνω με τίποτα. Όταν μάθω και μπιφτέκια, δεν θα του λείψει τίποτα!»
Κι έτσι, όπως γελάμε πια και οι τρεις στριμωγμένοι στην κουζίνα, ο Ρούλης βρίσκει τελικά το μέρος του δίπλα σε μια ζεστή καρδιά και σε μια οικογένεια που του αξίζει έστω και με καθυστερήσεις.





