Μετά το χριστουγεννιάτικο δείπνο, γλίστρησα κάτω από το κρεβάτι, με σκοπό να κάνω έκπληξη στην αρραβωνιαστικιά μου. Ο ξενώνας στο σπίτι της οικογένειας Καλαμαρά μύριζε λεβάντα και παλιά βιβλία. Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων κι απ έξω έβρεχε ψιλό χιόνι, τόσο που έμοιαζε να πέφτει ο χρόνος ίδιος πάνω στην Αθήνα. Μέσα, το σπίτι ήταν ζεστό, γεμάτο το άρωμα από ψητό χοιρινό και τις χαμηλόφωνες κουβέντες που έρχονταν από το σαλόνι.
Η Ελευθερία Αγγελοπούλου, κόρη εφοπλιστή, ήταν χωμένη μπρούμυτα κάτω από το παλιό κρεβάτι με ουρανό.
Ομολογώ, ένιωθε λίγο γελοία εικοσιτεσσάρων χρονών, με ένα κόκκινο μεταξωτό φόρεμα που κόστιζε περισσότερο απ όσο όλη αυτή η μονοκατοικία στα Πατήσια, με το μάγουλό της πιεσμένο πάνω στα σκληρά ξύλα του πατώματος. Αλλά καμιά φορά ο έρωτας σε κάνει να κάνεις βλακείες.
Κρατούσε σφιχτά ένα βελούδινο κουτάκι με ένα πολύτιμο ρολόι Patek Philippe, συλλεκτικό του 1952. Είχε ψάξει τρεις μήνες να το βρει. Δώρο για τον Νίκο, τον αρραβωνιαστικό της. Ο Νίκος λάτρευε τα vintage – έλεγε πως είχαν «ψυχή», όχι όπως οι άψυχες πολυτέλειες που ήξερε κι ο ίδιος.
Είναι τρελός και θα το λατρέψει, σκέφτηκε η Ελευθερία, πνίγοντας ένα χαμόγελο.
Είχε πει στον Νίκο πως πάει στην τουαλέτα. Αντί γι αυτό, τρύπωσε στον ξενώνα όπου έμεναν. Το σχέδιο ήταν απλό: θα τον περίμενε να μπει να αλλάξει, και μόλις έμπαινε, θα πεταγόταν πάνω, «Έκπληξη!», κι ήθελε να δει το πρόσωπό του να φωτίζεται.
Άκουσε βήματα στον διάδρομο. Βαριά, αποφασιστικά. Όχι το ελαφρύ βάδισμα του Νίκου.
Η πόρτα άνοιξε. Κλικ.
Η Ελευθερία κράτησε την ανάσα της, έτοιμη.
Αντί για τα παπούτσια του Νίκου, εμφανίστηκαν δύο μπεζ γόβες της κυρίας Καλαμαρά, της μητέρας του. Τις ακολούθησαν τα σκούρα μοκασίνια του κυρίου Καλαμαρά.
Η πόρτα έκλεισε με κρότο και κλειδαμπαρώθηκε.
«Επιτέλους», ψιθύρισε η κυρία Καλαμαρά, η φωνή της αλλιώτικη, χωρίς το σιρόπι που συνήθως έσταζε όταν μιλούσε στην Ελευθερία. Χαμήλωσε μια οκτάβα, οξύ, δηλητηριώδες ύφος. «Νόμιζα πως εκείνο το κακομαθημένο ποτέ δε θα έφευγε απ το σαλόνι. Πόνεσε το πρόσωπό μου από το χαμόγελο!»
Η Ελευθερία πάγωσε. Το βελούδινο κουτί έκλεισε στη φούχτα της.
«Ηρέμησε, μάνα», ακούστηκε ο Νίκος. Αλλά η φωνή του ήταν αγνώριστη: κρύα, άδεια, υπολογιστική. «Έχουμε δέκα λεπτά πριν έρθει να με ψάξει. Πήρες τηλέφωνο τον γιατρό Αρίστο;»
«Ναι», απάντησε κοφτά η κυρία Καλαμαρά, περπατώντας ακριβώς δίπλα στη μύτη της Ελευθερίας. «Όλα κανονισμένα. Αλλά είσαι σίγουρος; Είναι τόσο κολλημένη μαζί σου, με κοιτάζει σαν να είμαι η Παναγία. Μ εκνευρίζει.»
«Υπόμεινε το», είπε ο Νίκος. «Έχουμε μόνο δύο μήνες ως τον γάμο».
Κάτω απ το κρεβάτι, η καρδιά της Ελευθερίας χτυπούσε σαν πουλί μέσα σε κλουβί. Τι εννοούν;
«Τη σιχαίνομαι», φτύνοντας μίσος η πεθερά. «Είδες τι βλέμμα έριξε στο τραπεζομάντιλό μου; Λες κι ήταν κουρέλι. Μια κακομαθημένη, δήθεν πριγκίπισσα. Ήθελα να της πετάξω το ρολόι στα μούτρα.»
«Μάνα», αναστέναξε ο Νίκος ενώ άλλαζε. «Μην το παίρνεις προσωπικά. Δεν είναι άνθρωπος είναι ΑΤΜ. Ένα πολύ, πολύ πλούσιο ΑΤΜ».
Η Ελευθερία δάγκωσε τον καρπό της για να μην φωνάξει. Είχε γεύση αίμα.
«Άρα το σχέδιο μένει το ίδιο; Στο ταξίδι του μέλιτος;» ρώτησε ψιθυριστά η κυρία Καλαμαρά.
«Ναι», είπε ο Νίκος. «Μαλδίβες. Ιδιωτικό νησί. Σκηνοθετούμε νευρικό κλονισμό. Παράνοια, παραισθήσεις. Έχω ήδη αρχίσει και λανσάρω στα φιλαράκια της ότι είναι αγχωμένη, αφηρημένη. Ο γιατρός Αρίστος θα υπογράψει εισαγωγή σε νευροψυχιατρική κλινική. Της παίρνω πληρεξούσιο ως σύζυγος, ρευστοποιούμε τα πάντα, και εκείνη θα σαπίσει στην κλίνη της Ελβετίας για πάντα.»
«Και δε θα βγει ποτέ;»
«Με τα φάρμακα που θα της δώσει ο Αρίστος; Ούτε στο όνειρό της.»
Το στρώμα έτριξε καθώς ο Νίκος έκατσε να δέσει τα κορδόνια του. Ένιωσε την πίεση στα μαλλιά της, καρφωμένη στο πάτωμα. Δάκρυα έτρεχαν σιωπηλά στα μάγουλά της, ανακατεύοντας σκόνη και πίκρα.
«Πάμε», είπε ο Νίκος. «Πάω να φιλήσω το ΑΤΜ για καληνύχτα. Ελπίζω το ρολόι να ήταν ακριβό θα το βάλω προκαταβολή στη Ferrari.»
Βγήκαν από το δωμάτιο. Η πόρτα έκλεισε πάλι.
Η Ελευθερία έμεινε κρυμμένη, σαράντα λεπτά που έμοιασαν αιώνας. Έτρεμε τόσο που χτυπούσαν τα δόντια της.
Σίγουρα, ήταν αφελής. Την είχε καλομάθει η περιουσία του πατέρα της. Αλλά δεν ήταν χαζή.
Αν τούς αντιμετώπιζε εκεί, τι θα της έκαναν; Ο Νίκος δυνατός. Η μάνα του σκληρή. Και μόλις ομολόγησαν συνωμοσία αρπαγής και απάτης. Αν καταλάβαιναν ότι γνώριζε, ίσως να μην προλάβαινε ούτε το ίδρυμα στην Ελβετία. Ίσως να είχε «ατύχημα» στη σκάλα.
Σκούπισε τα μάτια της. Βγήκε από κάτω. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη κατακόκκινα μάτια, το φόρεμα βρώμικο. Θύμα.
Όχι, όχι θύμα.
Άνοιξε την τσάντα. Πήρε το κινητό. Άνοιξε φωνητικό υπόμνημα.
«Με λένε Ελευθερία Αγγελοπούλου», ψιθύρισε. «Αν πεθάνω, ο Νίκος Καλαμαράς και η μητέρα του με δολοφόνησαν. Άκουσα τα εξής»
Κατέγραψε τα πάντα. Τα ανέβασε σε cloud με χρονοκαθυστέρηση αποστολής προς την ασφάλεια του πατέρα της.
Καθάρισε το φόρεμα, πέρασε πούδρα. Φόρεσε ένα ψεύτικο χαμόγελο πλαστικό, σαν γυαλί.
Κατέβηκε στο σαλόνι.
«Να σαι εδώ!», είπε χαρούμενος ο Νίκος με ένα ποτήρι λικέρ. «Ανησυχήσαμε!»
Την αγκάλιασε. Τα χέρια του, όπλα. Ήθελε να ουρλιάξει.
Αντ αυτού τον αγκάλιασε κι εκείνη.
«Έφτιαξα το μακιγιάζ μου», κελάηδησε, τσιριχτά. «Ήθελα να είμαι όμορφη για σένα.»
«Είσαι πάντα υπέροχη», της ψιθύρισε και τη φίλησε.
«Α, να σου δώσω το δωράκι σου», είπε και του έδωσε το κουτί.
Ο Νίκος το άνοιξε. Τα μάτια του άστραψαν. «Ένα Patek; Ελευθερία»
«Σ αρέσει;» ρώτησε, βλέποντάς τον να γυαλίζει από απληστία.
«Το λατρεύω», απάντησε. «Είσαι μοναδική.»
«Θα έκανα τα πάντα για σένα, Νίκο. Τα πάντα.»
Και να σε καταστρέψω, σκέφτηκε.
Τους επόμενους δυο μήνες έπαιζε το ρόλο της ζωής της. Η τέλεια, ανόητη νύφη μα κρυφά εργάστηκε.
Προσέλαβε ιδιωτικό ντετέκτιβ. Ξετρύπωσε τον γιατρό Αρίστο διεφθαρμένο ψυχίατρο με χρέος στη λέσχη. Εντόπισε τα e-mails του Νίκου με την κλινική της Ελβετίας. Έχτισε φάκελο να τους στείλει φυλακή.
Μα φυλακή ήταν λίγο. Ήθελαν τα λεφτά της; Θα τους τα χάριζε όπως ήθελαν.
Μια βδομάδα πριν το γάμο, στο πιο ακριβό γραφείο wedding planner στην Αθήνα 470.000 ευρώ όλα κι όλα.
«Πάρα πολλά!» προσποιήθηκε ο Νίκος, «ίσως πρέπει να το μαζέψουμε.»
«Άχρηστο!», ακούστηκε η πεθερά. «Εμείς θα βάλουμε;»
«Ο μπαμπάς μου είναι παραδοσιακός», είπε η Ελευθερία χαμογελώντας. «Θέλει το σόι του γαμπρού να φαίνεται μεγαλοπρεπές. Μήπως υπογράφατε εσείς τις συμβάσεις; Εγώ θα μεταφέρω τα χρήματα το πρωί του γάμου συμπεριλαμβανομένου ενός bonus 40.000 ευρώ για εσάς, κυρία Καλαμαρά. Εσείς πληρώνετε τα έξοδα, φαίνεστε οι γενναιόδωροι, κι ο πατέρας μου ησυχάζει.»
Ο Νίκος αντάλλαξε βλέμμα με τη μάνα του το ίδιο βλέμμα της απληστίας εκείνου του βραδιού.
«Δεσμεύεσαι ότι θα μπουν τα λεφτά στις 8;»
«Σταυρώνω τα δάχτυλα», είπε η Ελευθερία.
Ο Νίκος υπέγραψε. Το catering, o χώρος, τα λουλούδια, η ορχήστρα όλα στον δικό του λογαριασμό.
Ο γάμος ήρθε. Το Ζάππειο γεμάτο μπουρμπουλήθρες, άνοιξη στην καρδιά της Αθήνας.
Η Ελευθερία στο νυφικό, άψογη. Το κινητό χτύπησε.
Νίκος: Περιμένουμε το έμβασμα, αγάπη. Ο υπεύθυνος γκρινιάζει.
Ελευθερία: Η τράπεζα λέει είναι στη διαδρομή! Μην ανησυχείς, θα μπουν!
Τα λεφτά δεν θα έμπαιναν ποτέ. Το πρωί τα είχε μεταφέρει σε καταπίστευμα άπιαστα για κανέναν.
Έβγαλε ένα USB από την τσάντα. Φώναξε τον DJ.
«Έχω μια συγκινητική φωνητική έκπληξη για τον Νίκο από τη γιαγιά του. Μόλις ο παπάς ρωτήσει ει τις έχει να αντιτάξει, παίζει αυτό. Σημάδι, το λαιμαργιώ μου.»
Ο DJ μπερδεμένος, αλλά με τα λεφτά στο χέρι, συμφώνησε.
Η Ελευθερία περπάτησε στον διάδρομο, η αίθουσα γεμάτη Αθηναϊκή ελίτ και συγγενείς του Νίκου.
«Είσαι πανέμορφη», της ψιθύρισε. «Τα λεφτά;»
«Τώρα είμαστε εμείς», απάντησε εκείνη.
Η τελετή ξεκίνησε. Ο παπάς μίλησε για τιμή, εμπιστοσύνη, αγάπη. Η κυρία Καλαμαρά μπροστά, δάκρυζε ψεύτικα.
«Ει τις έχει να αντιτάξει»
Ησυχία.
Η Ελευθερία άγγιξε το κολιέ της.
Ακούστηκε ηχογράφηση:
Κυρία Καλαμαρά: «Τη σιχαίνομαι. Είδες πώς κοίταξε το τραπεζομάντιλό μου; Μια κακομαθημένη πριγκίπισσα!»
Σοκ. Θαμπό το βλέμμα όλων.
Νίκος: «Μάνα, δεν είναι άνθρωπος. Είναι ATM πλούσιο ATM.»
Ψίθυροι στην αίθουσα. Ο πατέρας της σηκώθηκε, κατακόκκινος.
Ο Νίκος προσπάθησε να πιάσει το μικρόφωνο. Ο DJ φοβισμένος τίποτα δε σταματούσε το ακουστικό υλικό.
Νίκος: «Σκηνοθετούμε breakdown ψυχιατρείο Ελβετίας δε θα δει ποτέ ξανά τον ήλιο.»
Οι παρευρισκόμενοι έμειναν άναυδοι. Ούτε κουτσομπολιό απόλυτη ομολογία.
Η Ελευθερία ατάραχη, το βλέμμα της ήρεμο και ψυχρά εκδικητικό.
Ο Νίκος: «Είναι deepfake! Μας χάκαραν!»
Η Ελευθερία πήρε το μικρόφωνο. «Δεν είναι ψεύτικο, Νίκο. Είναι από τα Χριστούγεννα. Κάτω από το κρεβάτι.»
Τον πλησίασε. «Θα με έκλεινες για τρελή;» Στράφηκε στους καλεσμένους: «Μπορεί να με λένε πριγκίπισσα. Αλλά εγώ δεν πάω σε κελί.»
Ο Νίκος την έπιασε από το μπράτσο. «Με έστησες παλιο…!»
«Αφήστε την!», φώναξε ο πατέρας της. Τρεις σωματοφύλακες δικοί της συνέλαβαν τον Νίκο.
Η κυρία Καλαμαρά προσπάθησε να φύγει, μα οι παρανύμφες τη σταμάτησαν.
Η Ελευθερία τον κοίταξε, καρφωμένο στο πάτωμα.
«Δεν είπα „σ αγαπώ”. Είπα „τα ξέρω όλα”.»
Το μικρόφωνο έπεσε κάτω.
Σήκωσε τη μακριά ουρά της και προχώρησε προς την έξοδο.
Στην είσοδο, ο υπεύθυνος του χώρου, ο ζαχαροπλάστης και η ανθοπώλισσα.
«Κυρία Αγγελοπούλου! Τα έξοδα! Πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ!»
Η Ελευθερία χαμογέλασε. Έδειξε το βάθος, τον Νίκο.
«Εγώ δεν υπέγραψα τίποτα. Δείτε τα συμβόλαια.»
«Μα μας είπε ότι τα στέλνετε εσείς!»
«Ψέματα, όπως όλα του. Τώρα προλάβετε πριν τον μαζέψει η Αστυνομία. Τα λεφτά για τη Ferrari ίσως καλύψουν κάτι.»
Πέρασε ήρεμα την πόρτα κι άνοιξε το κινητό. Έστειλε μήνυμα στον Νίκο: „Δεν σου πήρα τα λεφτά: τα δώρισα στο Ίδρυμα Ψυχικής Υγείας Άγιος Στυλιανός, στο όνομά σου. Είσαι πια φιλάνθρωπος. Παρακαλώ.”
Απ έξω, σειρήνες. Ο πατέρας της την περίμενε στη λιμουζίνα.
«Δυο μήνες ήξερες;»
«Έπρεπε να σιγουρευτεί το κατηγορητήριο, πατέρα. Ήθελα να τους αφήσω εντελώς ρέστους.»
Ο πατέρας της κούνησε το κεφάλι με μίγμα περηφάνιας και τρόμου. «Μη σε πειράξω ποτέ.»
«Σοφή κουβέντα», είπε και μπήκε στο αμάξι.
Μέρος 6: Το Τελικό Γέλιο
Τρεις ώρες αργότερα
Το αεροσκάφος πέταγε πάνω από τα σύννεφα. Στη VIP καμπίνα, άρωμα δέρματος και σαμπάνιας.
Η Ελευθερία μόνη της, με φόρμα κασμίρ. Καμία πεθερά, κανένας γαμπρός. Μόνο ησυχία.
Το εισιτήριο για τους Μαλδίβες που είχε κλείσει ο Νίκος τώρα ήταν για διακοπές της ίδιας, όχι για „νευρικό κλονισμό”.
Άνοιξε το βελούδινο κουτί. Το ρολόι λαμποκοπούσε κάτω από τον ήλιο.
«Είχες δίκιο κυρία Καλαμαρά», ψιθύρισε. «Είμαι κακομαθημένη.»
Το φόρεσε. Λίγο μεγάλο, λίγο αντρικό αλλά επιβλητικό.
«Και τα πλουσιόπαιδα», συνέχισε, «έχουν τους καλύτερους δικηγόρους. Εσείς, όχι Ελβετία Κορυδαλλός.»
Ήπιε μια γουλιά σαμπάνια.
Πήρε το κινητό. Άνοιξε επαφές.
Νίκος Καλαμαράς.
Κυρία Καλαμαρά.
Επιλογή Όλων. Διαγραφή.
Άνοιξε τη συλλογή φωτογραφιών. Τα παλιά τους τις σβήνει.
Η οθόνη σκοτεινιάζει.
Ελευθερία κοιτά έξω τα σύννεφα λευκά, σα μαξιλάρι. Δυο μήνες κάτω από το κρεβάτι, παγιδευμένη, έπαιξε το ρόλο της, κρατούσε την ανάσα της.
Τώρα, ανέπνεε.
Άκουσε το βουητό των κινητήρων ο ήχος μιας νέας αρχής.
Δεν ήταν θύμα. Ούτε πριγκίπισσα πια. Ήταν βασίλισσα του παιχνιδιού και το χτύπημα της νίκης ήταν γλυκύτερο από ποτέ.






