Η Νατάσα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που της συνέβαινε. Ο άντρας της, ο δικός της, ο μοναδικός, αυτός που θεωρούσε στήριγμα και αποκούμπι, της είπε σήμερα: «Δεν σ’ αγαπάω». Η αναστάτωση ήταν τόσο μεγάλη που έμεινε ακίνητη σε μια αστείρευτα άβολη στάση, ενώ εκείνος γύριζε το σπίτι, μάζευε πράγματα και κουδούνιζε τα κλειδιά του. Αυτό μόνο της έλειπε τώρα. Πριν λίγο καιρό έχασε ξαφνικά τον πατέρα της και, παρ’ τον δικό της πόνο, έπρεπε να φροντίσει τη μανούλα της και την αδελφή της – εκείνη έγινε ανάπηρη στα 18 της μετά από σοβαρό τραύμα στο κεφάλι. Οι δικοί της ζούσαν σε κοντινή κωμόπολη. Ο γιος της μόλις μπήκε στην πρώτη Δημοτικού. Τον Ιούνιο έκλεισε και η δουλειά της. Έμεινε άνεργη. Και τώρα, και ο άντρας της… Η Νατάσα έπιασε το κεφάλι της, κάθισε στο τραπέζι και ξέσπασε σε πικρά κλάματα. – Θεέ μου, τι να κάνω; Πώς να ζήσω; Αχ, Αλέξανδρέ μου! Πρέπει να τρέξω να τον πάρω από το σχολείο! Η καθημερινότητα δεν της άφηνε περιθώρια για να λυγίσει τελείως. – Μανούλα, έκλαψες; – Όχι, Αλεξάκι, όχι. – Κλαις για τον παππού; Μαμά, μου λείπει τόσο πολύ! – Κι εμένα, γιέ μου. Αλλά πρέπει να είμαστε δυνατοί. Ο παππούλης ήταν πάντα δυνατός. Τώρα είναι καλά κοντά στον Θεό, μην στεναχωριέσαι! Ήταν η ώρα του να ξεκουραστεί. – Πού είναι ο μπαμπάς; – Ο μπαμπάς; Μάλλον πάλι πήγε σε δουλειά εκτός. Εσύ όμως, πώς τα πας στο σχολείο; Η ζωή συνεχίζεται. Δεν σε αγαπάει; Τι να κάνεις… Δεν γίνεται με το ζόρι αγάπη. Κάτι έχασε μέσα στη φούρια της. Όσο ο Αλέξανδρος έτρωγε και έπαιζε με τα στρατιωτάκια του, η Νατάσα μπήκε στο email του άντρα της. Δεν το είχε κάνει ποτέ. Η πρόσβαση ήταν απλή. Δεν πρόλαβε ο Βασίλης να σβήσει την τελευταία συνομιλία. Έρωτας με τα όλα του. Και αυτή τώρα η «μη αγαπημένη». Δέκα χρόνια ήταν το «λαμπερό ήλιο» του, μετά από οκτώ χρόνια δύσκολης μάχης για να αποκτήσουν παιδί έγινε και «μανούλα μας». Τώρα όλα αλλάζουν. Και πρέπει να το συνηθίσει. Κι πρώτα πρώτα πρέπει να βρει δουλειά. Δεν νοιάζεται κανείς για το πτυχίο της. Το επίδομα ανεργίας δεν φτάνει ούτε για τα βασικά. Τι συνέβη; Γιατί ο υπεύθυνος, αξιόλογος άντρας της έγινε ξαφνικά ξένος; Μόνο μία εξήγηση έβρισκε: τα έπαιξε. Το κοινό τους σπίτι, χτισμένο λιθαράκι λιθαράκι, έμεινε στη μέση. Ευτυχώς είχαν μια στέγη, ένα δωμάτιο που μπορούσαν να μείνουν. – Δουλίτσα, πώς σε χρειάζομαι! – Πάλι ήρθε το κλάμα, μα δεν υπήρχε χρόνος γι’ αυτό. Τόσο πολύ χρειαζόταν δουλειά! Ψάχνει μέρες, μάταια. Ο Αλέξανδρος στην πρώτη Δημοτικού και εκείνη μόνη, ήταν ένα τεράστιο μειονέκτημα. Ένα βράδυ, τηλεφώνησε ο κουμπάρος, ο Ρωμανός: – Νατάσα, δεν γύρισε ο δικός σου ακόμη; – Όχι. – Θέλεις να έρθεις για αποθήκη; – Σοβαρά μιλάς; – Ναι, και με διακοπή. Μπορείς να πηγαίνεις να παίρνεις τον βαφτισιμιό ή να γραφτεί στο ολοήμερο. 25.000 μισθός, λίγα αλλά κάτι είναι. Αύριο θα σας φέρω πατάτες, κρεμμύδια και ένα κοτόπουλο. – Ρωμανούλη, έχω τις κοτούλες μου, μας ταΐζουν, μας δίνουν αυγά. – Άσε τες, οι κότες για κρέας δεν είναι! – Σ’ ευχαριστώ. Πώς είναι η Γαλήνη σου; – Αντέχει. Είναι παλικάρι. Έτσι πάντα ο Ρώμανος: ποτέ δεν παραπονιόταν, αν και όλα τα κουβαλούσε! Η Γαλήνη έκανε δύσκολη επέμβαση, παίρνει ακόμα χημειοθεραπεία κι όμως τα βγάζουν πέρα. Η Νατάσα αναστέναξε: υπάρχει ελπίδα. Θεέ μου, Εσύ είσαι ο πιο πιστός συνοδοιπόρος. Σ’ ευχαριστώ για τον κουμπάρο! Η δουλειά γνωστή, βρήκε και μικρά διαλείμματα να μείνει μόνη με τις σκέψεις – και να δακρύσει, να σκεφτεί – τι έγινε; Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες. Έναν χρόνο μετά, ένιωσε πως πεινούσε, κοιμόταν, γελούσε, χαιρόταν με τις επιτυχίες του Αλέξανδρου. Ο πόνος για την προδοσία του άντρα ξυπνούσε μόνο όταν ερχόταν να πάρει τον μικρό τα Σαββατοκύριακα. Δεν του στέρησε το παιδί. Δεν ήθελε το παιδί της δυστυχισμένο. Τόσο πολύ ήθελε να ρωτήσει «τι έκανα λάθος;», μα ήξερε πια: ήταν το ξαφνικό πάθος του Βασίλη για μια άλλη. Της ήρθαν στο μυαλό λόγια από μια ταινία: «Η αγάπη διαρκεί ως τη στροφή, μετά ξεκινά η ζωή». Για τη Νατάσα, αγάπη και ζωή ήταν ένα. Για εκείνον; Το φθινόπωρο έμοιαζε με παρατεταμένο καλοκαίρι: ζέστη, πράσινα δέντρα, χαρούμενες παιδικές φωνές, χρώματα στον κήπο. Εκείνην τη μέρα, το επίμονο βλέμμα του Μιχάλη έκανε τη διαφορά. Ίσως το φως του ήλιου την τύφλωνε λίγο παραπάνω, ίσως η μουσική ακούγονταν πιο δυνατά από το ανοιχτό παράθυρο του γείτονα, ή ίσως έπρεπε επιτέλους να συναντηθούν αυτοί οι δυο μοναχικοί άνθρωποι, όπως το θέλησε η μοίρα. – Κοπέλα μου, να βοηθήσω; Δεν είναι δουλειά αυτά για σένα! – Το έχω συνηθίσει… – Κακό του κεφαλιού σου. Τόση ομορφιά να κουβαλά τέτοια βάρη! – Όλες τις όμορφες βοηθάς; Ή στήνεις «καρτέρι» έξω από το σούπερ; – Όλο εδώ κάθομαι, όλοι μου φαίνονται πιπεριές – εσύ βγήκες μπουμπούκι όμως! Τα γέλια ήρθαν αβίαστα. – Μιχάλης. – Της έδωσε το χέρι του, τα γέλια ακόμη έπαιζαν στα μάτια του. – Νατάσα. – «Νατασάκι, Νατασάκι, ξένη γυναίκα…» το τραγούδι το ξέρεις; – Όχι. Άλλωστε, δεν είμαι σύζυγος πια. – Μπράβο! Να που τελικά βρήκα το κορίτσι που όλοι ονειρευόμαστε και είναι ελεύθερη! Όλοι τυφλοί γύρω μου ή τρελοί! – Το χιούμορ καλό το έχεις. Το σοβαρό το ‘χεις; – Κι απ’ αυτό, μην ανησυχείς. Νατασάκι, πάμε σινεμά σήμερα να τα πούμε; – Δυστυχώς πρέπει να πάρω τον γιο μου από το ολοήμερο. – Μπα, δεν το πιστεύω! Έχεις γιο; Εσύ είσαι είκοσι χρονών, για ολοήμερο τώρα; – Είμαι 35. – Κι εγώ, τι σύμπτωση! Αλλά, ειλικρινά, σε περνούσα για πολύ νεότερη. – Και τώρα; – Τώρα το σκέφτομαι! Όλοι οι άντρες ονειρεύονται γιο. Κι εσύ μου λες ότι είσαι μόνη! Πού είναι ο πατέρας του γιου σου; – Δεν θέλω να το συζητήσω αυτό. – Το σέβομαι. Τότε το Σαββατοκύριακο; Πάμε όλοι μαζί σε παιδική παράσταση. – Τα σαββατοκύριακα ο γιος μου βλέπει τον πατέρα του. – Νατάσα, δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Αν βρεις χρόνο, πάρ’ με. Να η κάρτα μου, γράφει και το επάγγελμά μου: παιδίατρος-αιματολόγος. – Πολύ σοβαρή δουλειά. – Μου λείπει χρόνος για ομορφιές. – Καλά, Μιχάλη. Θα σου τηλεφωνήσω. – Σε περιμένω. Αυτό το φθινόπωρο ήταν σκέτη γιορτή. Ήταν το δώρο τους. Ήλιος, πανδαισία χρωμάτων στα φύλλα, φωνές παιδιών, μυρωδιές από τον κήπο. Και η τρυφερότητά τους, που έλυνε τον πόνο του χτες. Με τρόπο τρυφερό, πλησίασαν ο ένας τον άλλο και η Νατάσα ένιωσε ξανά να γεννιέται η ανάγκη να αφεθεί σε αυτόν τον αξιαγάπητο άντρα. Έναμιση μήνα μετά, του πρότεινε να έρθει για τσάι – διστακτικά, όπως πρώτη φορά. – Νατασούλα, θα παρεξηγηθείς αν δεν έρθω; Για μένα έχει σημασία να γίνει σωστά αυτό που πάμε να ζήσουμε. Μπορείς να με εμπιστευτείς; Το ΣΚ πήγαν στο πάρκο-καταφύγιο όπου ο Μιχάλης είχε νοικιάσει ένα σπιτάκι σαν μικρό κάστρο. Μέσα, μόνο τα μεγάλα καστανά του μάτια είδε, κι ώσπου να το καταλάβει, βούλιαζε στην αγκαλιά του, ευτυχισμένη όπως ποτέ. Δεν ήξερε πως η πιο μύχια ένωση με έναν άντρα μπορεί να είναι τόσο γλυκιά. – Μιχαλάκη, πού είμαι, τι μου συμβαίνει; Νιώθω σαν να πεθαίνω. Σε αγαπάω τόσο πολύ! Πώς ζούσα πριν σε γνωρίσω; – Τι ευτυχισμένος είμαι! Οι αποχωρισμοί γίνονταν όλο και πιο δύσκολοι. – Νατασάκι, θέλεις να παντρευτούμε; – Μιχαλάκη, χωρίζω στο τέλος του μήνα. – Και αμέσως μετά, παντρεύομαι εσένα. Μη μου πάρει κανείς το κορίτσι μου! – Το κορίτσι είναι αφεντικό του εαυτού του, όχι για τον καθένα. Έχει διαλέξει αγαπημένο. Μιχαλάκη μου, να το κάνουμε απλά: παντρευόμαστε πολιτικά και μετά με πας σ’ εκείνο το κάστρο, να γίνω για πάντα γυναίκα σου. – Ό,τι πεις, αγάπη μου. Μόνο ο Ρώμανος κι η Γαλήνη ήταν μάρτυρες στο γάμο τους. Η μαμά και η αδερφή έστειλαν ευχητήρια τηλεγράφημα. Μετά μετακόμισαν στο δυάρι που βρήκε ο Μιχάλης, όπου έστησαν το καινούργιο, ζεστό σπιτικό τους. Ιδιαίτερη έγνοια έκανε ο Μιχάλης για το δωμάτιο του Αλέξανδρου, που είχαν ήδη γνωριστεί αλλά ο μικρός ήταν διστακτικός μαζί του. – Νατασούλα, μην τρομάξεις, πρέπει να ελέγξουμε το αίμα του Αλεξάνδρου. Δεν μου φαίνεται καλά, είναι πολύ χλωμός. – Μιχάλη μου, απλώς στεναχωριέται. Του ήταν δύσκολο να δεχτεί το διαζύγιο, δεν το περίμενε. Διάβασα κάπου πως για το παιδί ο χωρισμός είναι χειρότερος και απ’ τον θάνατο του γονιού. – Το ίδιο έπαθα κι εγώ όταν ήμουν παιδί. Μα, το αίμα θα το τσεκάρουμε, έτσι Αλέξανδρε; Όταν τηλεφώνησε ο πρώην και απαίτησε να απογραφεί από το μισοτελειωμένο σπίτι: – Θα προσέχω μόνος μου το παιδί, θα ‘ρχεται σε μένα. – Πήγαινε καλύτερα να το δεις. – Δεν μπορώ τώρα, φεύγω ταξίδι. Ο Μιχάλης, ακούγοντάς τη συντετριμμένη, την αγκάλιασε: – Νατασούλα, θα τα βγάλουμε πέρα. Μην κοιτάς πίσω. – Κι όμως, πονάει. Δούλεψα, επένδυσα στο σπίτι αυτό… Μιχάλη μου, λογαριάζονται τώρα αυτά; – Όχι, σκέψου μόνο τον Αλέξανδρο. Εγώ αναλαμβάνω τα υπόλοιπα. Την οικογένεια πάντα την ονειρευόμουν. Ο Θεός το ξέρει. Δεν θα μας στερήσει… – Μιχάλη μου, τι νέα από τις εξετάσεις; – Ό,τι πρέπει κάνουμε. Μα όχι καλά τα πράγματα ακόμα. Η Νατάσα έκλαιγε σιωπηλά. Μην το καταλάβει ο Αλέξανδρος… – Μπαμπά Μιχάλη, τι έχω με το αίμα μου; – Ξέρεις, στο αίμα έχουμε κόκκινα και άσπρα καραβάκια. Τα δικά σου κάνουν μάχη. – Ποιος κερδίζει; – Τα άσπρα προς το παρόν. – Και μετά; – Βοήθα τα κόκκινα! – Μαμά, πάμε κάπου αλλού; Κουράστηκα πολύ. – Νατασάκι, να πάρουμε τον Αλέξανδρο στο κάστρο. Είναι ωραία εποχή, ας ξεκουραστεί. Η άνοιξη έντυσε το καταφύγιο τους με λουλούδια. Περπατούσαν οι τρεις τους στο δάσος, κοιτούσαν τη φύση. Ο Αλέξανδρος παρατηρούσε προσηλωμένος. – Τι έχεις, παιδί μου; – Μη με διακόπτεις, μαμά. Παίζω ναυμαχία! Κι όταν γύρισαν στην κλινική, η προϊσταμένη ήρθε μόνη της: – Κύριε Μιχάλη, πού πήγατε το παιδί; – Κοντά, στο δάσος. Γιατί; – Τα αποτελέσματα είναι πολύ καλά. Έχει ύφεση. Το αίμα του είναι μια χαρά. Ο Μιχάλης μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο. – Αλεξάκι, τι έκανες; Είσαι καλύτερα! Να μη στεναχωριέσαι, Νατάσα. Γίνεται καλά το παιδί. Τι έκανες, παιδί μου; – Μπαμπά, θυμάσαι που μου είπες για τα καραβάκια; Κέρδιζα πάντα με τα κόκκινα σε κάθε ναυμαχία!
15 Οκτωβρίου Σήμερα ήταν σα να έπεσε όλος ο κόσμος πάνω μου. Ο άντρας μου, ο Ανδρέας, το στήριγμα της
Σαγανάκι για Κρέπες Όλοι οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν καθυστέρηση για τη Γαλήνη, που κινδύνευε με νέο χρηματικό πρόστιμο και έναν ακόμα δυσάρεστο διάλογο με τον αυστηρά συνεπή διευθυντή της. Όλα έμοιαζαν να συνωμοτούν αυτό το πρωινό. Ο μαθητής της Β΄ Δημοτικού, ο Γιαννάκης, αρνήθηκε να φάει το σιμιγδάλι του και με δάκρυα προσποιούνταν πόνο στον λαιμό. Η Γαλήνη, οπλισμένη με τα γυαλιά της, έψαχνε για κάποιο ίχνος κοκκινίλας στον λάρυγγα. Διαπιστώνοντας ότι την κορόιδευε, του υποσχέθηκε παραδειγματική τιμωρία και βοήθησε τον μικρό ταραξία να φορέσει την τσάντα του. Εκείνη τη στιγμή, ο μεγάλος γιος, ο Βασίλης, αναστάτωνε όλο το σπίτι ψάχνοντας το τετράδιό του. Η ενεργητικότητά του έκανε το κεφάλι της Γαλήνης να γυρίζει. Αφού φώναξε στον αφηρημένο γιο, άρπαξε από το χέρι τον μικρό ψεύτη και βγήκαν τρέχοντας στην αυλή. Αλλά δεν μπήκαν αμέσως στο αμάξι, γιατί ο άντρας της είχε καθυστερήσει με το πλύσιμο. Όταν τελικά ολοκληρώθηκαν οι προετοιμασίες και η οικογένεια έστριψε στη λεωφόρο, μια ατελείωτη μποτιλιαρισμένη ουρά κατέστρεψε το όνειρο της Γαλήνης για έγκαιρη άφιξη στη δουλειά. Τρέχοντας προς το γραφείο της στο Κεντρικό Κατάστημα Προπώλησης Εισιτηρίων ΟΣΕ, η Γαλήνη παραλίγο να γλιστρήσει στον βρεγμένο πεζόδρομο. Από μια μικρή θαυματουργή σύμπτωση, την έσωσε μια τεράστια βαλίτσα στην οποία γράπωσε, καταφέρνοντας να ισορροπήσει. Αφού ξεπέρασε το σοκ, ζήτησε συγγνώμη και κύλησε τη βαλίτσα δίπλα στη μεγάλη ηλικιωμένη κυρία που την κουβαλούσε. Έμαθε από τους συναδέλφους της ότι ο προϊστάμενος δεν είχε ακόμα φανεί, πράγμα που της έδωσε μεγάλη ανακούφιση· ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι νερό και κάθισε στη θέση της. Δεν πέρασε μισή ώρα και η εργασία την έκανε να ξεχάσει τα πρωινά προβλήματα. Στο διάλειμμα για φαγητό, η Γαλήνη κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η όψη της ηλικιωμένης κυρίας με τη γιγάντια βαλίτσα της τράβηξε το βλέμμα της. Κάτι μοιραίο απέπνεε απ’ αυτή, με μάτια γεμάτα παραίτηση και ένα εισιτήριο σφιγμένο στο χέρι, έτοιμο να απελευθερωθεί απ’ τον άνεμο σαν ξερό φύλλο που προσπαθεί να φύγει από το γυμνό κλαδί. Μα τα ξεθωριασμένα μάτια της κυρίας δεν έβλεπαν τη λαχτάρα του εισιτηρίου για ελευθερία. Καθόταν ακίνητη σαν άγαλμα, αδιάφορη στη βροχή και το κρύο. – Πόση ώρα κάθεται εδώ; ρώτησε η Γαλήνη τη συνάδελφό της. – Δεύτερη μέρα, άκουσα. – Πού πάει με το εισιτήριο; Ξέρεις; – Στη Σπάρτη. – Περίεργο, για τη Σπάρτη έχει αρκετά τρένα κάθε μέρα. Γιατί δεν έφυγε; – Η Γαλήνη γέμισε ένα ποτήρι τσάι από το θερμός, πήρε λίγο σπιτικό γλυκό και βγήκε έξω. Κάθισε δίπλα στη μοναχική κυρία, προσφέροντάς της το τσάι και το φαγητό: – Με σώσατε σήμερα το πρωί από πτώση! Πού ταξιδεύετε; – Στη Σπάρτη, απάντησε αδιάφορα. Βλέποντας το εισιτήριο, η Γαλήνη παρατήρησε: – Το τρένο σας έχει φύγει εδώ και δύο ημέρες. Γιατί δεν ταξιδέψατε; Η κυρία αναστέναξε, διόρθωσε το φθαρμένο καπέλο της και είπε βραχνά: – Εδώ μάλλον ενοχλώ και πάλι όλους… Μη νοιάζεσαι, κορίτσι μου, θα μετακινηθώ… (και τα υπόλοιπα λόγια ταιριασμένα στη ροή της αυθεντικής ιστορίας με έμφαση στην ελληνικότητα· ονόματα, τόποι, καταστάσεις και φαγητά, όπως: „η Φωτεινή” αντί για „Тося”, ή „φασολάδα” ως comfort food κι ελληνική οικογενειακή ατμόσφαιρα.) Την επόμενη μέρα, ξημέρωνε αργία. Η Γαλήνη ξύπνησε από μεθυστικές μυρωδιές που έρχονταν από τον ξενώνα της αυλής. Στο τραπέζι περίμενε ένας λόφος από λεπτεπίλεπτες ελληνικές κρέπες. Η γιαγιά Φωτεινή έπιανε με τέχνη το σαγανάκι, γυρίζοντας τους λουκουμάδες, σερβίροντας τους άντρες του σπιτιού. – Μην έχετε παράπονο, κορίτσι μου, βρήκα στο ντουλάπι μια σαγανάκι που δεν κολλούν οι κρέπες – είπε η γιαγιά Φωτεινή. – Έλα να δοκιμάσεις τις δικές μου. Το σπιτικό γέμισε ζεστασιά. Η Γαλήνη ένιωσε, ίσως για πρώτη φορά, το αληθινό μητρικό χάδι, και λίγο πριν φύγουν βιαστικά το πρωί, άκουσε τη Φωτεινή: – Κοριτσάκι μου, πάρε και μια δεύτερη σαγανάκι. Διπλή δουλειά, διπλή χαρά, στις κρέπες δεν χορταίνεις ποτέ! Γυρνώντας προς τη Φωτεινή, η Γαλήνη ψιθύρισε μόλις ακουστά: – Ό,τι πεις, μαμά Φωτεινή… Σαγανάκι για Κρέπες – Η ξεχασμένη γιαγιά, η ευγνωμοσύνη μιας μητέρας και το σπιτικό που ξαναφτιάχνεται από την αρχή με αγάπη, στην Ελλάδα της καθημερινότητας.
Τηγάνι για Κρέπες Όλα έδειχναν ότι η Ειρήνη θα αργούσε πάλι στη δουλειά σήμερα. Το τελευταίο που χρειαζόταν
Εννέα κόκκινα τριαντάφυλλα… Η πεθερά ήρθε για λίγες ώρες και ο γαμπρός κατάλαβε πως δεν αντέχει άλλο. Είπε ότι πάει στο χαμάμ. Ετοιμάστηκε και έφυγε. Αλλά τον περίμενε άλλη μια αναποδιά: το χαμάμ ήταν κλειστό για ανακαίνιση και η διάθεσή του χάλασε τελείως. Πού να πάει τώρα, στο σπίτι δεν ήθελε να γυρίσει! Άρχισε να περιφέρεται στους δρόμους· στα μαγαζιά δεν ήθελε να μπει – αντρικά πράγματα δεν ήταν αυτά. Κάθισε στεναχωρημένος σε ένα παγκάκι. Ξαφνικά βλέπει ένα ζευγάρι, γύρω στα εξήντα. Καλοντυμένοι, περπατούν αργά – ξεκάθαρα κάνουν βόλτα. Εκείνη τον κρατά αγκαζέ, κάτι λένε μεταξύ τους. Κι ο άντρας παρατηρεί: «Έχουν ακόμα να πουν ο ένας στον άλλον. Εγώ με τη γυναίκα μου δεκαπέντε χρόνια μαζί, έχουμε πια τα πάντα πει. Συνήθως σωπαίνουμε». Ξαφνικά το ζευγάρι σταματά, κι ο άντρας της ισιώνει απαλά το φουλάρι. Συνεχίζουν. Κι ο δικός μας σκέφτεται: «Κοίτα να δεις, κρατήσαν την αγάπη τους. Εμείς έχουμε καιρό να προσέξουμε ο ένας τον άλλον». Η δική του γυναίκα, μικροκαμωμένη, από εκείνες τις πάντα κουρασμένες, παραιτημένες γυναίκες – της αρκεί το ελάχιστο. Εργάζεται σε βιοτεχνία, έχουν δύο παιδιά, παντού τρέχει. Όλο σπίτι και φροντίσματα, δεν κάθεται ποτέ. Με μια παλιά ρόμπα, μαλλιά ανακατεμένα. Όλο με μια σφουγγαρίστρα ή ένα πανί στο χέρι τρέχει στο διαμέρισμα. Έχει ξεχάσει πώς να χαμογελά. Το πρόσωπο πάντα σοβαρό, ανέκφραστο. Στο κομμωτήριο πάει σπάνια – μόνο όταν ντρέπεται να βγει έξω. Κάθεται ο άντρας, σκέφτεται: «Αγαπηθήκαμε πολύ. Πού πήγε όλο αυτό;» Προσπάθησε να ξυπνήσει εκείνο το παλιό, ξεχασμένο συναίσθημα. Και το κατάφερε: ένιωσε μια γλυκιά τρυφερότητα. Ένα κύμα ζεστασιάς τον πλημμύρισε, του άφησε σημάδια στην καρδιά. Τον πήρε το παράπονο για τη γυναίκα του, ήθελε να κάνει κάτι καλό γι’ αυτήν. Δεν μπορούσε να μείνει καθιστός – έπρεπε να κάνει κάτι αμέσως. Χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να βαδίζει γρήγορα – αλλά πού να πάει; Και ξαφνικά, μπροστά του ένα ανθοπωλείο: «Να της πάρω λουλούδια; Θα με περάσει για ανόητο, θα πει ότι πέταξα λεφτά τζάμπα. Έπρεπε να πάρω στην Μαρίσκα αθλητικά για τη γυμναστική». Στάθηκε αναποφάσιστος. Η τρυφερότητα όμως μέσα του τον έσπρωχνε. «Άντε, ας είναι». Μπαίνει μέσα, η πωλήτρια τον χαιρετά πρώτη, τον κοιτάει περίεργα. Είχε να αγοράσει λουλούδια δεκαπέντε χρόνια. Λέει να πάρει ένα τριαντάφυλλο. Κάτι μέσα του λέει: Ένα δεν είναι τίποτα, μη ρεζιλευτείς. Ξαναπαίρνει κουράγιο: «Δώστε μου εννέα». Του φάνηκε τρελό! Μα ο λόγος του βγήκε. Βγαίνει έξω, του φαίνεται ότι όλοι τον κοιτούν επικριτικά. Παίρνει τηλέφωνο να δει αν έφυγε η πεθερά. Ανεβαίνει τις σκάλες, αγχωμένος – πρωτόγνωρα όλα αυτά: «Θα με διώξει μαζί με τα λουλούδια. Αν φωνάξει, θα τα πετάξω στα σκουπίδια». Η γυναίκα του μόλις είχε ακουμπήσει το αλεύρι στο τραπέζι και τα χέρια της ήταν ακόμα καθαρά. Πλησιάζει, εκείνη δεν καταλαβαίνει τίποτα. Σταματάει, δεν μιλά, αγκομαχεί από την αγωνία. Γυρίζει η γυναίκα, βλέπει τα λουλούδια, παγώνει. – Μάσα, για σένα είναι. Έτσι μου ήρθε. Δε θα θυμώσεις; Δε τα παίρνει αμέσως, τον κοιτάζει σαν να βλέπει όραμα. – Για σένα, Μάσα, για σένα. Τα παίρνει, τα φέρνει στο πρόσωπο, χαμογελάει λίγο. Και ξαφνικά δεν υπάρχει βιοτεχνία, ούτε σκοτούρες, ούτε δεκαπέντε χρόνια πέρασαν! Ψιθυρίζει σχεδόν «Ευχαριστώ». Το βάζο στη μέση του τραπεζιού, εννέα κόκκινα τριαντάφυλλα που φωτίζουν το δωμάτιο. Η γυναίκα χαϊδεύει τα λουλούδια, στέκεται σκεφτική μπροστά στον καθρέφτη, φτιάχνει τα μαλλιά της. Τα χαρακτηριστικά της γίνονται πιο απαλά, η έγνοια δίνει τη θέση της σε μια γλυκιά ονειροπόληση. Ο άντρας την αγκαλιάζει στη μέση. Μένουν σιωπηλοί. Για μια στιγμή έμεινε και η γυναίκα ακίνητη – μόνο για μια στιγμή.
Εννέα κόκκινα τριαντάφυλλα Εκείνη την παλιά μέρα, ήρθε η πεθερά για λίγες ώρες, και ο Δημήτρης κατάλαβε
Η νύφη μου πέταξε το δώρο μου στα σκουπίδια – κι έτσι άλλαξα τη διαθήκη μου και έδωσα το σπίτι όχι στον γιο μου, αλλά στην ανιψιά μου
Μα πού να το βάλουμε, Νίκο; Μόλις τελειώσαμε την ανακαίνιση, όλα σε ανοιχτά χρώματα, φως, χώρος, αυτός
Η Αναπάντεχη Απάντηση Η Κατερίνα δεν άντεχε καθόλου τον Σταύρο. Όλα τα εφτά χρόνια που ήταν παντρεμένη με τον καλύτερό του φίλο, τον Μάξιμο. Της τη «έσπαγε» το τρανταχτό γέλιο του, το απαίσιο δερμάτινο μπουφάν του, και εκείνη η συνήθειά του να χτυπάει τον Μαξίμο φιλικά στην πλάτη και να λέει φωναχτά: «Έλα ρε, άσε να μαντέψω, η γυναίκα σου πάλι τα πήρε;», κάτι που εκνεύριζε την Κατερίνα απίστευτα. Ο Μαξίμος απαντούσε απλά: «Είναι περίεργος, αλλά έχει χρυσή καρδιά». Και τότε η Κατερίνα θύμωνε με τον άντρα της, θεωρώντας πως μια χρυσή καρδιά δεν είναι δικαιολογία να της χαλάει το βράδυ. Όταν ο Μάξιμος σκοτώθηκε –λίσθησε, έπεσε– ο Σταύρος, με το γελοίο του μπουφάν, στεκόταν μακριά στην κηδεία, αθόρυβος και αδέξιος. Έμοιαζε να κοιτάζει κάπου μακριά, λες και έβλεπε πράγματα που οι άλλοι δεν έβλεπαν. Η Κατερίνα τότε σκέφτηκε: «Να ‘ναι καλά, τουλάχιστον τώρα θα με αφήσει ήσυχη». Αλλά δεν την άφησε. Ήρθε μετά από μια βδομάδα. Χτύπησε την πόρτα του άδειου, ορφανού σπιτιού της. – Κάτια*, – της πρότεινε ντροπαλά, – θες να ξεφλουδίσω τις πατάτες; Ή να κάνω κάτι άλλο; – Δεν χρειάζεται, – απάντησε εκείνη αδιάφορη πίσω από την μισάνοιχτη πόρτα. – Χρειάζεται, – είπε επίμονα ο Σταύρος και μπήκε στο σπίτι σαν ρεύμα. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Ο Σταύρος επισκεύαζε ό,τι χάλαγε. Η Κατερίνα καμιά φορά πίστευε πως τα πράγματα χαλούσαν επίτηδες, για να βρει εκείνος δικαιολογία να έρθει. Έφερνε τα ψώνια με βαριές σακούλες, λες και προετοιμαζόταν για πολιορκία. Έπαιρνε τον γιο της, τον Τίμο, βόλτα στο πάρκο κι εκείνος γύριζε πάντα κόκκινος και χαρούμενος – κάτι που την πονούσε: με τον Μάξιμο ο μικρός ήταν πάντα σιωπηλός και σοβαρός. Ο πόνος έγινε μόνιμος σύντροφός της. Οξύς όταν έβρισκε παλιές κάλτσες του Μαξίμου· βουβός όταν έφτιαχνε τσάι για δύο, κι εκείνος δεν ήταν πια εκεί. Και παράξενος, γλυκόπικρος, όταν έβλεπε τον εκνευριστικό Σταύρο να βάζει τα πιάτα στα… λάθος σημεία στο τραπέζι. https://clck.ru/3RbLte Ήταν το ζωντανό της υπενθύμιση για τον Μαξίμο, το στραβό του καθρέφτη. Υπέφερε από την παρουσία του, αλλά γρήγορα κατάλαβε πως φοβόταν περισσότερο την απουσία του. Γιατί τότε θα απόμενε μονάχα η άδειασμα… Οι φίλες της της ψιθύριζαν: «Κατερίνα, αυτός καιρό σε γουστάρει! Εκμεταλλεύσου το!» Η μητέρα της έλεγε: «Καλό παιδί, πρόσεχε να μην τον χάσεις». Αλλά η Κατερίνα θύμωνε—της φαινόταν πως ο Σταύρος της έκλεβε το πένθος, το αντικαθιστούσε με τη φροντίδα του. Μια μέρα, όταν έφερε ακόμα μια σακούλα πατάτες («ήταν σε προσφορά!»), δεν άντεξε: – Σταύρο, φτάνει! Τα καταφέρνουμε. Ξέρω ότι όλα αυτά… προσπαθείς να μου σταθείς… Αλλά δεν μπορώ. Και δεν θα μπορέσω. Είσαι φίλος του Μαξίμου – και αυτό να μείνεις. Περίμενε να τον δει να προσβάλλεται, να της εξηγήσει. Ο Σταύρος, όμως, απλά κοκκίνισε σαν παιδί που έσπασε κάτι και χαμήλωσε τα μάτια: – Κατάλαβα. Συγγνώμη. Και έφυγε. Η απουσία του ήταν πιο δυνατή από την παρουσία του. Ο Τίμος ρωτούσε: «Πού πήγε ο θείος Σταύρος; Γιατί δεν έρχεται;» Και η Κατερίνα, αγκαλιάζοντάς τον, σκεφτόταν: «Γιατί δεν έχω μυαλό. Έδιωξα τον μόνο άνθρωπο που ερχόταν όχι για να πάρει κάτι, αλλά για να δώσει». Ο Σταύρος γύρισε σε δυο βδομάδες. Χτύπησε αργά το βράδυ. Μύριζε βροχή και… τσίπουρο. Τα μάτια του ήταν θολά αλλά πεισματάρικα: – Να μπω; Μόνο για ένα λεπτό. Να πω κάτι και φεύγω. Τον άφησε να μπει. Ο Σταύρος κάθισε στο σκαμπό της εισόδου, χωρίς να βγάλει το βρεγμένο μπουφάν. – Δεν θα έπρεπε, – άρχισε με τρεμάμενη φωνή, – αλλά δεν μπορώ άλλο να το κρατάω μέσα μου. Έχεις δίκιο, φέρθηκα άσχημα… αλλά… αλλά είχα δώσει λόγο. Η Κατερίνα παγωμένη στον τοίχο. – Τι λόγο; – ψέλλισε. Ο Σταύρος σήκωσε το βλέμμα του, γεμάτο πόνο, και ένιωσε να την τρυπάει σωματικά. – Ήξερε, Κατερίνα. Ίσως όχι σίγουρα… αλλά το υποψιαζόταν. Είχε ανεύρυσμα στον εγκέφαλο. Οι γιατροί είπαν μπορεί να σπάσει οποιαδήποτε στιγμή. Τον είχαν προειδοποιήσει: είχε έναν, το πολύ, δύο χρόνια. Ο Μαξίμος δεν στο είπε, για να μην σε τρομάξει. Σε μένα το εκμυστηρεύτηκε, ένα μήνα πριν το ατύχημα. Ο κόσμος της Κατερίνας, ήδη ραγισμένος, γκρεμίστηκε τελείως. Γλίστρησε στο πάτωμα, ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει στο λαιμό της. – Και τι… σου είπε; – ρώτησε ψιθυριστά. – Είπε: «Σταύρο, εσύ μόνο σε εμπιστεύομαι τυφλά. Αν κάτι… πρόσεχε τους δικούς μου. Ο Τίμος είναι μικρός, κι η Κατερίνα… απ’ έξω φαίνεται δυνατή, αλλά μέσα μπορεί να λυγίσει. Μην την αφήσεις να σπάσει, Σταύρο!» Κι εγώ του είπα: «Έλα τώρα, μια χαρά θα ζήσεις!». Κι εκείνος… – έσπασε η φωνή του – με κοίταξε ήρεμος και είπε: «Προσπάθησε να κάνεις την Κατερίνα να σε αγαπήσει. Δεν πρέπει να μείνει μόνη. Κι εσύ… πάντα της φερόσουν καλά. Έτσι… πρέπει…» Ο Σταύρος σιώπησε. – Αυτό ήταν; – είπε η Κατερίνα, με την ανάσα κομμένη. – Είπε κιόλας, – συνέχισε ο Σταύρος, σκουπίζοντας το πρόσωπό του, – ότι θα με μισήσεις στην αρχή. Γιατί θα της θυμίζω πάντα εκείνον. Αλλά να αντέξεις, μου λέει… Δώσε της χρόνο. Θα συνηθίσει… Κι από κει και πέρα, ό,τι θέλει ο Θεός. Σηκώθηκε βαρύς. – Αυτό ήταν. Προσπάθησα… Όπως μπορούσα. Νόμιζα, ίσως… Μα όταν με κοίταξες έτσι, κατάλαβα. Δεν γίνεται… Πάντα θα είμαι για σένα ο „Σταύρος, φίλος του Μαξίμου”. Άρα… απογοήτευσα τον Μαξίμο. Δεν τήρησα τον λόγο μου. Συγγνώμη. Έπιασε το χερούλι της πόρτας. Εκείνη τη στιγμή, η Κατερίνα αποδέχτηκε επιτέλους τη φρικτή, αβάσταχτη αλήθεια. Δέχτηκε εκείνη τη φοβερή αγάπη του Μαξίμου, που σκέφτηκε για εκείνους ακόμη και στη σκιά του θανάτου. Δέχτηκε την χαζή, πεισματάρα, αγνή ιπποσύνη του Σταύρου, που κουβαλούσε το σταυρό του χρόνια, χωρίς ποτέ να ελπίζει σε ευχαριστώ. – Σταύρο, – τον φώναξε σιγανά. Γύρισε. Τα μάτια του δεν είχαν ελπίδα πια. Μόνο εξάντληση. – Εσύ επιδιόρθωσες την βρύση, που δυο χρόνια ο Μαξίμος το ανέβαλλε. – Ναι. – Πήγες τον Τίμο εκδρομή, τη μέρα που εγώ δεν άντεχα άλλο και έκλαιγα στην μπανιέρα. – Ναι… – Θυμήθηκες τα γενέθλια της μαμάς μου, ενώ εγώ τα ξέχασα. Έγνεψε σιωπηλός. – Όλα αυτά τα έκανες μόνο επειδή στο ζήτησε εκείνος; Ο Σταύρος αναστέναξε. – Στην αρχή, ναι… Μετά, γιατί το ένιωθα ανάγκη. Δεν μπορούσα αλλιώς. Η Κατερίνα σηκώθηκε. Πλησίασε. Κοίταξε τη γνώριμη αστεία του ζακέτα. Το κουρασμένο του, όχι πια νέο, πρόσωπο. Και πρώτη φορά μετά από δυο χρόνια, δεν είδε σκιά του Μαξίμου – είδε τον Σταύρο. Έναν άνθρωπο που ήταν φίλος του άντρα της, και τώρα πήρε το βάρος να στηρίξει την οικογένειά του. – Μείνε, – είπε σίγουρη, – να πιεις ένα τσάι. Έχεις ξεπαγιάσει… Την κοίταξε, μην πιστεύοντας στ’ αυτιά του. – Σαν φίλος, – συμπλήρωσε η Κατερίνα, κι αυτή τη φορά στη φωνή της υπήρχε κάτι ζεστό. – Σαν ο καλύτερος φίλος του Μαξίμου. Όσο… όσο θες. Ο Σταύρος χαμογέλασε στραβά, με εκείνο το παλιό χαμόγελο που της έσπαγε τα νεύρα. – Τσάι; Μήπως έχεις και καμιά μπύρα; Η Κατερίνα γέλασε. Πρώτη φορά μετά από καιρό. Και ένιωσε –ή μάλλον κατάλαβε– πως δεν θα ξαναδιώξει ποτέ το χέρι που, ακόμη και τρέμοντας, απλώνεται για να τη στηρίξει. Ακόμα κι αν το χέρι φοράει τρελή δερμάτινη γάντα. (*Για το ελληνικό κοινό το «Κάτια» μετατράπηκε σε «Κατερίνα» για φυσικότητα, αλλά κρατήθηκαν όλα τα βασικά στοιχεία και τα ονόματα με „άρωμα” σύγχρονης Ελλάδας.)
Απρόσμενη απάντηση Η Ειρήνη δεν άντεχε τον Στέφανο. Ούτε λεπτό, ούτε στιγμή, κι αυτό σε όλα τα επτά χρόνια
Η φτωχή προβατίνα – Γεια σας, γονείς, – μπαίνει φουριόζα η Ντάσα στο σπίτι ένα σαββατιάτικο πρωινό, – παντρεύομαι! Ο Ρόμκος μου έκανε πρόταση κι εγώ αμέσως είπα το ναι, χωρίς δεύτερη σκέψη. – Παναγία μου, Ντάσα μας, μεγάλωσες πια, – αναφώνησε η Λυδία και κοίταξε τον άντρα της, τον Στέφανο, που καθόταν αγέρωχος, σοβαρός, μασουλώντας ακόμα τα νέα της κόρης. – Ε βέβαια, τι νόμιζες δηλαδή; Τελείωσα τη σχολή, δουλεύω στην πόλη, ο Ρομάνος μου κι αυτός δουλεύει, είπαμε να νοικοκυρευτούμε. Τον Ρομάνο, γέννημα-θρέμμα της πόλης, οι γονείς τον ήξεραν: ζούσε με τη μάνα του στη γειτονική κωμόπολη, ήσυχος και ευγενής νεαρός, γνωρίζονταν καιρό, κανείς δεν είχε αντίρρηση για γαμπρό. Το γλέντι της χαράς το ανέλαβαν η Λυδία κι ο Στέφανος – το χωριό είχε τις παραδόσεις του, το νοικοκυριό δεν τους έλειπε. Ο Ρομάνος είχε βάλει λίγα στην άκρη, αλλά ο Στέφανος ήταν ξεκάθαρος: – Ρομάνο, κράτησέ τα αυτά για το σπίτι όταν με το καλό φτιάξετε, εμείς θα κάνουμε το γάμο με την μάνα σου, κι άμα μπορεί βοηθάει κι αυτή. Η μάνα του Ρομάνου, η Μαία, ξεκαθάρισε γρήγορα: – Δεν υπάρχει ευρώ στην άκρη, μόνη μου τον μεγάλωσα με έναν μισθό, άντε να πάρω κάτι συμβολικό για το γάμο. Οι γονείς της Ντάσας δεν έκριναν σκληρά την συμπεθέρα, όμως η Λυδία, αλήθεια, δεν της εμπιστεύτηκε ποτέ και πολύ. Τον γάμο αξιοπρεπώς τον έκαναν σε καφέ της πόλης, σεμνά κι απέριττα, όμως τον χάρηκαν όλοι. Μετά τον γάμο τα παιδιά πήραν σπίτι με δάνειο, η προίκα ήρθε από τους γονείς της Ντάσας, η συμπεθέρα πάλι δεν μπόρεσε, «τα φανάρια γεμάτα δόσεις» είπε. Η Ντάσα με τον Ρομάνο τούς έκατσε και το εγγόνι – η μικρή Μαρία. Η Λυδία με τον άντρα της με κάθε σύνταξη όλο και κάτι αγοράζανε για το μωρό, προϊόντα από το χωριό, φρούτα, γάλατα, λαχανικά. Καμιά φορά έπαιρνε η Λυδία τη Μαία: – Έλα, να μαζευτείτε οι γιαγιάδες να κάνουμε ένα σωστό δώρο στο παιδί, μεγαλώνει βλέπεις! – Αχ, Λυδία, δεν έχω καθόλου χρήματα, μόνη τα έβγαζα πάντα πέρα… – κι άρχιζε τα δάκρυα… Στα γενέθλια της Ντάσας, οι γονείς ήρθαν φορτωμένοι από το χωριό, η Μαία χάρισε χίλια ευρώ, δεν άρεσε της Λυδίας, αυτή με τον Στέφανο έβαλαν άλλα πέντε χιλιάρικα από πάνω. Ποτέ δεν λυπήθηκε η Λυδία για το παιδί. Όμως την έτρωγε που η συμπεθέρα τίποτα. – Στέφανε, γιατί εμείς δεν λυπόμαστε κόπο και χρήμα για τα παιδιά μας κι εκείνη τίποτα, μόνιμα γκρίνια και κλάψα; Όλοι δύσκολα περνάμε, αλλά δουλεύουμε! Τι είναι δηλαδή, να καθόμουν κι εγώ στην πλάτη σου όλη μέρα; Δε με ξέρεις φαίνεται – δουλεύω δίπλα σου χρόνια τώρα! – Ο Στέφανος άκουγε χωρίς πολλές αντιδράσεις. Η Λυδία έβλεπε ότι η Μαία μια χαρά περιποιημένη, κομμωτήριο, νυχάκια, όλα λαμπερά. Από πού τα βρίσκει τα λεφτά αφού παραπονιέται συνέχεια; Όμως ο Στέφανος την άφησε άφωνη: – Έτσι πρέπει, μια γυναίκα να περιποιείται τον εαυτό της, μπράβο στη συμπεθέρα μας. Γι’ αυτό και φαίνεται νεότερη! Άρπαξαν τα νεύρα τη Λυδία. – Ε, βέβαια, έχει όλη μέρα μπροστά της… Ζει στην πόλη, ούτε κοτέτσι ούτε κήπο, μονάχα ομορφιές. Ενώ εγώ από το χάραμα ως το βράδυ δεν σηκώνω κεφάλι! Θα φτίαξω κι εγώ τον εαυτό μου κι εσύ να τα βγάλεις πέρα μόνος σου – για να σε δω! Ο Στέφανος δεν ήταν για καυγάδες, καλύτερα ησυχία. Όμως, από τις κουβέντες δεν άλλαξε τίποτα. Οι δουλειές στο σπίτι πάνω στη Λυδία, ο Στέφανος οδηγός στο χωριό. Η γιαγιά Μαρία έφτασε τριών, πήγε παιδικό σταθμό αλλά συχνά άρρωστη. Αποφάσισαν να μείνει σπίτι με τη Μαία για λίγο. – Θα κάτσω, τι να κάνω, συνταξιούχα είμαι, – είπε η Μαία. Η Λυδία χάρηκε. – Επιτέλους βοηθάει κι αυτή με τα παιδιά. Πέρασε λίγος καιρός. Η Λυδία πρόσεξε πως ο Στέφανος όλο συχνότερα ταξίδευε στην κωμόπολη: – Λυδία, μάζεψε αυγά, πατάτες, γάλα, τα πάω στα παιδιά, και έχω και δουλειές στη πόλη, για ανταλλακτικό με στέλνουν! Και να δω και το εγγόνι. Η Λυδία ετοίμαζε χαρούμενη – γιατί τα παιδιά στην πόλη δεν έχουν τα δικά τους, όλα ακριβά. Αλλά ο Στέφανος καθυστερούσε όλο και πιο πολύ στην πόλη. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, αλλά όσο συχνότερα αργούσε, μπήκε το «σαράκι» στο μυαλό της. – Παναγία μου, ο άντρας μου μάλλον έχει βάλει στόχο τη συμπεθέρα… Κάτι γίνεται εκεί… Για να δω! Την άλλη φορά, που ετοιμαζόταν ο Στέφανος, η Λυδία είπε: – Στέφανε, έρχομαι κι εγώ, μου έλειψε το εγγονάκι και θέλω να πάω και στο μαγαζί – τον κοίταξε στα μάτια, μπερδεύτηκε κι αυτός, αλλά δεν είπε τίποτα. Στον δρόμο η διάθεση του Στέφανου δεν ήταν καλή. – Τι τρέχει; Του λέει. – Τίποτα, λίγο πονοκέφαλο έχω… Όταν έφτασαν, άνοιξε η Μαία με τη ρόμπα ανοιχτή, βαμμένη και χαμογελαστή· με το που είδε και τη Λυδία, σαν να της έσβησε το χαμόγελο στη στιγμή. – Α, δεν σας περίμενα… Περάστε, – λέει κλείνοντας βιαστικά τη ρόμπα. Έπαιξαν με τη μικρή, της έφεραν δώρα, έδειξε τα παιχνίδια της, μετά κοιμήθηκε κι η Μαία είπε: – Να πιούμε κι ένα τσάι! Στο τραπέζι η Λυδία πρόσεξε κάτι ύποπτες ματιές ανάμεσα στη συμπεθέρα και τον Στέφανο. – Α, μάλιστα, κάνουν πως δεν τρέχει τίποτα – μπροστά στα μάτια μου! – σκέφτεται η Λυδία, αλλά κρατήθηκε. Ο Στέφανος κάποια στιγμή σηκώθηκε δήθεν για τσιγάρο. Η Λυδία εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία: – Άσε τις αθωότητες, δεν είμαι χαζή να μη βλέπω τι γίνεται. Κατάλαβα πού πηγαίνει ο άντρας μου και δεν είναι για το εγγόνι. Σταμάτα να του κάνεις γλυκόλογα – αν θες άντρα, παντρέψου ξανά, αλλά όχι τον δικό μου! Κατάλαβες; Αν συνεχίσεις, εγώ θα έρθω να κάθομαι με το εγγόνι. Μην αναστατώνεις το σπίτι του παιδιού σου, φτάνει οι χαριτωμενιές. Ντροπή και μόνο ντροπή! Η Μαία κοκκίνισε, δεν το περίμενε τόσο ντόμπρα από χωριατιά. Πίστευε πως η Λυδία χαμένη μέσα στα χωράφια της δεν θα πάρει χαμπάρι ποτέ. Βγαίνοντας, η Λυδία απάντησε στη συμπεθέρα, με τον άνδρα μπροστά: – Μη με περνάς για χαζή… Στον δρόμο έβαλε τον άντρα της προ των ευθυνών του: – Ξέχνα το, δεν πας μόνος σου πια, τώρα κατάλαβα. Κι αυτή η φτωχή προβατίνα, δεν θα τολμήσει ξανά να σου κάνει παιχνίδια. Της είπα ένα χεράκι εγώ! – Τι είναι αυτά που λες, Λυδία, δεν συμβαίνει τίποτα! – προσπαθούσε να δικαιολογηθεί ο Στέφανος. – Καλά, όπως θες. Αλλά δεν θα πατήσεις πόδι σε ξένο σπίτι, όταν λείπουν τα παιδιά. Αν χρειαστεί, εγώ θα πάω να κρατάω τη μικρή, εσύ κάτσε να σπαρταράς με το νοικοκυριό! Με ξέρεις, μια φορά τα λέω! Το βράδυ τηλεφωνεί η Ντάσα με παράπονα. – Μαμά, γιατί στεναχώρησες τη Μαία; Μας βοηθάει με την μικρή και την αγαπώ πολύ. Εσύ ζηλεύεις τον μπαμπά με τη γιαγιά! Τι πειράζει που ο πατέρας μου βλέπει το εγγονάκι; Η Λυδία νευρίασε – η συμπεθέρα ανακατεύει και την κόρη! – Κόρη μου, μικρή είσαι ακόμα και δεν έχεις ζήσει. Θα σου άρεσε αν ο άντρας σου κρεμόταν με τις ώρες σε σπίτι κάποιας φίλης; Η συμπεθέρα ξέρει τι κάνει – δεν είναι σωστό να γλυκοκοιτάζει ξένο άντρα! Και κράτα το καλά: μάνα έχεις μία και ό,τι κάνουμε με τον πατέρα σου για σας, είναι δικό μου κατόρθωμα, όχι του μπαμπά. Αυτός είναι άντρας… Κι εάν η Μαία σταματήσει να φυλάει τη μικρή, εγώ θα έρθω. – Μαμά, κατάλαβα, συγγνώμη… Η γιαγιά τα είπε αλλιώς – σε έκανε να φαίνεσαι η κακιά! – Ας πρόσεχε! Τα είπα κι εγώ ένα χεράκι. Με πέρασε για χαζή – αλλά εγώ τα πιάνω όλα… Κοκκίνισε σαν παντζάρι! Από τότε ο Στέφανος κάθε φορά που έπαιρνε τον δρόμο για την πόλη, ρωτούσε αν θα πήγαινε κι η Λυδία. Και η Λυδία ευχάριστα, για να δει τη μικρή της. Ενώ ο Στέφανος, τώρα, βοηθάει περισσότερο στο νοικοκυριό, της προτείνει ακόμα και διαλείμματα. – Ο άντρας πρέπει να ασχολείται με κάτι, αλλιώς κάνει ανοησίες, και να ξέρει να εκτιμά τη γυναίκα του, – συλλογιζόταν πια χαμογελώντας η Λυδία. – Κι εγώ τώρα έχω χρόνο και για εμένα, να φροντίζω τον εαυτό μου. Τι, χειρότερη από τη συμπεθέρα είμαι;
Γεια σας, γονείς πετάγεται στο σπίτι η Ειρήνη ένα κυριακάτικο πρωινό παντρεύομαι, ο Νίκος μου έκανε πρόταση
Γιατί της έλαχε τέτοια μοίρα; Χρόνο με τον χρόνο, όσο μεγάλωνε, η Λυμπη καταλάβαινε ότι δεν ήθελε και δεν θα ζούσε όπως η μητέρα της, η Βαρβάρα. Η Βαρβάρα, αν και νέα γυναίκα, είχε φαίνονταν πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία της – φταίχτης ο μόνιμα μεθυσμένος άντρας της, ο Σωτήρης. Η Λυμπη, στα δεκαεπτά της, δεν συνέχισε σπουδές μετά το σχολείο. Φοβόταν να αφήσει τη μητέρα της μόνη, θα είχε φύγει εδώ και καιρό αν δεν τη λυπόταν τόσο. Όταν ο πατέρας της θύμωνε, ήταν απρόβλεπτος – ποιος θα φρόντιζε τότε τη μάνα, ποιος θα της έβαζε πάγο στις μελανιές ή θα της έφερνε ένα ποτήρι νερό; Εκείνη τη μέρα, ο Σωτήρης γύρισε πάλι μεθυσμένος, κάθεται στην κουζίνα και η Βαρβάρα του φέρνει σούπα, αλλά εκείνος πετάει το πιάτο κάτω από τα νεύρα του. Η Λυμπη βοηθάει τη μητέρα να μαζέψει τα κομμάτια, ο πατέρας σηκώνεται αδέξια και σπρώχνει τη μητέρα καθώς περνάει. – Αύριο πρωί για ψάρεμα, θα φέρουμε ψάρια στη γριά σου, να φτιάξει καμιά ψαρόσουπα. Η Λυμπη ελπίζει ότι θα ξεχάσει το ψάρεμα, μα ξημερώματα ο πατέρας τη σκουντάει να σηκωθεί. Ενώ ετοιμάζεται, εμφανίζεται η Βαρβάρα με το κουβά με το γάλα από την αγελάδα. – Δεν βλέπεις έξω; Θα ξεσπάσει καταιγίδα, πού θα πάτε με τέτοιον καιρό στον ποταμό; Η Βαρβάρα βάζει τον κουβά και στέκεται μπροστά στη Λυμπη να μη φύγει, αλλά ο Σωτήρης τη σμπρώχνει βίαια και το γάλα χύνεται. Πιάνει τη Λυμπη και τη βγάζει έξω στο σκοτεινό ουρανό και τον αέρα που δυναμώνει. Κωπηλατούν όλο και πιο βαθειά, εκεί που „πιάνει καλά”. Ο καιρός χειροτερεύει· ο Σωτήρης χάνει την ισορροπία του και πέφτει στη φουρτουνιασμένη λίμνη. Η Λυμπη προσπαθεί να τον βοηθήσει, αλλά και η ίδια γκρεμίζεται στο νερό όταν η βάρκα αναποδογυρίζει. Ανοίγει τα μάτια της σε ένα άγνωστο, υγρό δωμάτιο. Ένας άντρας με γενειάδα, ο Κλήμης, την περιθάλπει, της δίνει τσάι από βότανα. Μα εκείνη δεν θυμάται τίποτα – ούτε το όνομά της. – Είσαι η γυναίκα μου, η Βαλεντίνα, της λέει με επιμονή ο Κλήμης. Η Λυμπη τρομαγμένη, ανυπεράσπιστη, αναγκάζεται να ανεχτεί την κακοποίηση και την αιχμαλωσία του. Ο καιρός περνά, με τη Λυμπη άρρωστη, βασανισμένη και απομονωμένη στο ξύλινο σπίτι βαθιά στο βουνό, να αναρωτιέται διαρκώς: «Θεέ μου, γιατί να μου έλαχε τέτοια μοίρα;» Ο Κλήμης ελέγχει κάθε βήμα της. Όταν μαθαίνει ότι είναι έγκυος, σταματά τη βία μα ο εγκλεισμός παραμένει. Μέχρι που μια μέρα, βγαίνοντας για λίγο έξω, συναντά τυχαία τον γείτονα της παλιάς γειτονιάς, τον θείο Νίκο. Εκείνος τη θυμάται, εκείνη αρχίζει να θυμάται. Βρίσκει τη δύναμη να του μιλήσει – θα τη βοηθήσει να γυρίσει στη μητέρα της, στη Βαρβάρα, που τόσα χρόνια την νόμιζε νεκρή. Μετά από μία αγωνιώδη διαφυγή, μάνα και κόρη επανενώνονται. Με τη βοήθεια της γειτόνισσας, φεύγουν για το χωριό, προσπαθώντας να ανασάνουν ξανά. Ο Κλήμης ψάχνει, αλλά βρίσκει το σπίτι άδειο. Ο θείος Νίκος βοηθάει τη Βαρβάρα και τη Λυμπη να φτιάξουν μια νέα αρχή. Η Λυμπη κρατά στην αγκαλιά τον μικρό της γιο, καρπό της κακοτυχίας της, αλλά του χαρίζει όλη της την αγάπη και αποφασίζει να ζήσει για εκείνον. Δίπλα της είναι επιτέλους άνθρωποι που τη νοιάζονται. Και μπροστά της ανοίγεται η ελπίδα για μια νέα, φωτεινή ζωή, με τον Γρηγόρη, τον νεαρό από το διπλανό χωριό που θέλει να της δώσει την αγάπη και την ασφάλεια που της αρμόζει. Γιατί άραγε καμιά ψυχή να κουβαλάει τόσο βαρύ σταυρό; – Το συγκλονιστικό ταξίδι της Λυμπης, από τη σκιά της βίας στην ελπίδα της λύτρωσης, σε μια μοντέρνα ελληνική ιστορία γεμάτη πόνο, θάρρος και αναγέννηση.
Για ποιο λόγο της έλαχε τέτοια μοίρα Με κάθε χρονο που περνούσε κι η Λήδα μεγάλωνε, καταλάβαινε πως δεν
Εγώ το δικό μου το μεγάλωσα: Όταν η Ελληνίδα πεθερά επιμένει πως ξέρει καλύτερα για το παιδί – και τι συμβαίνει όταν τελικά αναλαμβάνει να κρατήσει τον εγγονό της και καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα στη θεωρία και στην πραγματικότητα.
Μπορείτε να τον στέλνατε και για φιλοξενία, σαν γατάκι. Γιατί όχι; Πληρώνετε και βγαίνετε έξω, να χαρείτε
Όλα Πρέπει να Είναι Μισά-Μισά: Όταν ο Κώστας Αρχίζει να Μετράει τα Έξοδα μου και η Ντάρια Αποφασίζει να του Δείξει Τι Σημαίνει Δίκαιη Μοιρασιά στην Πράξη – Μια Μάχη για το Οικογενειακό Πορτοφόλι στην Σύγχρονη Ελληνική Καθημερινότητα
Όλα να είναι μισά Ελένη, πρέπει να μιλήσουμε για τα έξοδα. Τα δικά σου έξοδα, για να είμαι ακριβής, και
Θυσίασα την ευτυχία μου για να ευχαριστώ τους δικούς μου – στο τέλος όμως αυτοί ήταν οι πρώτοι που μου γύρισαν την πλάτη. Όταν έκλεισα την πόρτα του διαμερίσματός μου, ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Στο διάδρομο φώτιζε μόνο το μικρό φωτάκι πάνω από τον καθρέφτη – εκείνο που η μαμά μου με παρακαλούσε να μην αλλάξω γιατί «ακόμα κρατάει». Έβγαλα αργά τα παπούτσια μου και ένιωσα εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο στήθος που με συνόδευε κάθε βράδυ. Στο τραπέζι της κουζίνας με περίμενε ένα σημείωμα: «Πάρε με τηλέφωνο. Είναι επείγον.» Υπογραφή: μαμά. Ούτε καν αναστέναξα. Απλώς κάθισα και κάλεσα τον αριθμό. Έτσι ήταν πάντα – η δική μου ζωή μπορούσε να περιμένει. – Πού ήσουν πάλι τόσο αργά; – ρώτησε χωρίς να νοιαστεί αν είμαι καλά. – Στη δουλειά. – Ξέρεις ότι αύριο πρέπει να έρθεις σε μας. Ο πατέρας σου δεν αισθάνεται καλά. Και η αδερφή σου πάλι δεν μπορεί. Φυσικά και δεν μπορούσε. Η αδερφή μου ποτέ «δεν μπορούσε». Κι εγώ πάντα μπορούσα. Πριν χρόνια είχα πρόταση για δουλειά σε άλλη πόλη. Καλή αμοιβή, νέα αρχή, ευκαιρία να είμαι κάτι παραπάνω από «η κόρη στην οποία βασίζονται». Τότε η μαμά μου έκλαιγε. Ο πατέρας μου σιωπούσε. Η αδερφή μου είπε μόνο: – Δεν μπορείς να σκεφτείς λίγο κι εμάς; Το σκέφτηκα. Και αρνήθηκα. Μετά παντρεύτηκα. Όχι γιατί ήμουν ερωτευμένη, αλλά επειδή όλοι έλεγαν πως ήρθε η ώρα. Ο άντρας μου ήταν «κατάλληλος» – ακριβώς όπως το έλεγαν οι δικοί μου. Κατάλληλος, αλλά απόμακρος. Με τον καιρό γίναμε συγκάτοικοι που μιλούσαν μόνο για λογαριασμούς και υποχρεώσεις. Όταν χώρισα, κανείς δεν με υπερασπίστηκε. – Δική σου η ευθύνη, είπε η μαμά μου. – Έπρεπε να αντέξεις, συμπλήρωσε ο πατέρας μου. Πάλι κατάπια τα λόγια μου. Το πραγματικό χτύπημα ήρθε όταν αρρώστησα. Τίποτα φοβερό φαινομενικά – λιποθυμίες, εξάντληση, πόνοι που δεν περνούσαν. Ο γιατρός μου είπε να χαμηλώσω ρυθμούς, να προσέχω, να μην τα αναλαμβάνω όλα μόνη μου. Το βράδυ το είπα στο σπίτι. – Δηλαδή αύριο δεν θα έρθεις; ρώτησε η μαμά μου. – Δεν μπορώ. Δεν αισθάνομαι καλά. Έπεσε σιωπή. Μετά η φωνή της έγινε ψυχρή. – Α, δηλαδή κι εσύ τώρα άρχισες να σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου… Μετά δεν μου τηλεφώνησαν για μέρες. Μετά για βδομάδες. Όταν τελικά πήγα, την πόρτα άνοιξε η αδερφή μου. Χαμογέλασε αμήχανα. – Δεν ξέραμε αν θα ερχόσουν καν. Μπήκα και κατάλαβα ότι ήμουν πια απλά φιλοξενούμενη. Όχι μέλος της οικογένειας, όχι στήριγμα – απλά κάποια που τόλμησε να μη βολεύει τους άλλους. Τότε κατάλαβα την αλήθεια. Όσο αρνιόμουν τον εαυτό μου, ήμουν χρήσιμη. Τη στιγμή που ζήτησα φροντίδα, έγινα βάρος. Έφυγα από το σπίτι αυτό χωρίς φασαρία. Χωρίς δάκρυα. Αλλά με απόφαση. Δεν θα ξαναζήσω ζωή που δεν είναι δική μου, μόνο και μόνο για να βολεύονται οι άλλοι. Καμιά φορά, το να χάνεις αυτούς για τους οποίους θυσιάστηκες, δεν είναι τραγωδία. Καμιά φορά, είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσεις.
Θυσίαζα πάντα την ευτυχία μου για να ευχαριστήσω τους δικούς μου και τελικά, αυτοί ήταν οι πρώτοι που