…Χτύπησε το κουδούνι… Στο διαμέρισμα, χωρίς καν να πει μια “καλησπέρα” και σπρώχνοντας το γιο της στην άκρη, εισέβαλε η πεθερά: «Για πες μας, καλή μου νύφη, τι μυστικά έχεις από τον άντρα σου;»—«Μαμά; Τι συμβαίνει, μαμά;…» Όταν ο Φώτης γύρισε σπίτι, επικρατούσε ησυχία. Η γυναίκα του, η Σοφία, τον είχε προειδοποιήσει πρωί πρωί πως σήμερα θα καθυστερούσε στη δουλειά—η διεύθυνση θα έκανε αιφνίδιο έλεγχο. Μπήκε στην κουζίνα, είδε το ψυγείο—τίποτα για βραδινό. Σούφρωσε, έβαλε νερό για τσάι, έφτιαξε μερικά τοστ και κάθισε μπροστά στην τηλεόραση. Μετά από λίγα λεπτά ζάπινγκ, βρήκε επιτέλους αθλητικό κανάλι, όμως δεν πρόλαβε να απολαύσει το παιχνίδι. Χτύπησε το κουδούνι κι στην πόρτα εμφανίστηκε η μητέρα του, η κυρία Αντωνία. Μπήκε σαν σίφουνας, χωρίς χαιρετισμό και σπρώχνοντας το γιο της στην άκρη. —«Άκου να δεις, Φώτη μου, τι έμαθα! Η Βαλεντίνα μου το είπε.» —«Τι έγινε, μαμά;» —«Η γυναίκα σου έχει κι άλλο διαμέρισμα στην Κυψέλη, το νοικιάζει και χαλάει μόνη της τα λεφτά!» —«Μαμά, γιατί ακούς αυτή τη Βαλεντίνα; Όλο κουτσομπολιά μαζεύει.» —«Μπορεί να υπερβάλλει, αλλά αυτή την αλήθεια σου λέω: Τώρα μένει εκεί η ανιψιά της Βαλεντίνας, 650 ευρώ το μήνα κι ευχαριστημένη.» —«Ε, αυτό κι αν είναι ανατροπή», μουρμούρισε ο Φώτης. «Γιατί δε μου είπε τίποτα;» —«Σαν έρθει η Σοφία, να τη ρωτήσεις! Η γυναίκα σου μαζεύει λεφτά για να σε παρατήσει. Κι άμα μπορέσει, θα σε ξεζουμίσει μέχρι το τέλος!» δήλωσε η Αντωνία. … Η Σοφία γύρισε μιάμιση ώρα μετά και στο τραπέζι την περίμεναν άντρας και πεθερά. Η Αντωνία δεν έφυγε γιατί ήθελε να δει τι θα απολογηθεί η νύφη. Στο μεταξύ, μαγείρεψε και τάισε το γιο της. Όταν μπήκε η Σοφία στο σαλόνι, δύο αυστηρά βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Η πεθερά ξεκίνησε: —«Για πες μας, καλή μου νύφη, ποια μυστικά έχεις από τον άντρα σου;» … (Η ιστορία συνεχίζεται με έντονες συγκρούσεις για τη διαχείριση της κληρονομιάς του διαμερίσματος, τον ρόλο της οικογένειας, τα δικαιώματα και τα όρια, τη θέση της γυναίκας στις νέες οικογενειακές ισορροπίες, και φυσικά το αέναο ελληνικό ερώτημα: 'Σε ποιον ανήκει τελικά το σπίτι;’ Τελικά, παρά τις επιμονές της Αντωνίας, η Σοφία δεν υπέκυψε! Όπως λέμε κι εμείς, «όπου πατάει, εκεί στέκεται!»)
Ήχησε το κουδούνι Στο διαμέρισμα, χωρίς να χαιρετήσει και σπρώχνοντας το γιο της από τη διαδρομή, εισέβαλε η πεθερά.
– Δεν σας αρέσει που θέλω να φτιάξω τη δική μου οικογένεια; Έφυγα από κοντά σας, ξεκίνησα τη ζωή μου απ’ την αρχή, κι εσείς ήρθατε και πάλι τα ίδια… – Ζήνα, μην αγχώνεσαι τόσο! Καταλαβαίνω πως στην επαρχία, για μια κοπέλα της πόλης σαν εσένα, θα είναι δύσκολα. Αλλά θα σε βοηθήσω! – την καθησύχαζε ο Δημήτρης. – Ξέρω τι κάνω. Θα τα καταφέρω μόνος μου. Αρκεί να είσαι δίπλα μου! Η Ζήνα ήταν σε δίλημμα. Γιατί να ερωτευτώ αγρότη; Και μάλιστα έτσι; Μέχρι που να τρέμω στα πόδια μου! Είχε ήδη κλείσει τα εικοσιοκτώ και πέτυχε στη δουλειά της, ενώ ο τριαντάρης Δημήτρης είχε μεγάλη οικογένεια και το δικό του σπίτι στο χωριό, κοντά στην πόλη. Γνωρίστηκαν σε ένα λούνα παρκ όπου ο Δημήτρης βρέθηκε τυχαία ενώ η μαμά του ψώνιζε κι εκείνη την είχαν πάρει παρέα οι φίλες της. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, άρχισαν να μιλούν, και ο Δημήτρης προσπαθούσε διαρκώς να την εντυπωσιάζει: πήγαινε στην πόλη να τη βλέπει, ήταν ευγενικός και καλός, γι’ αυτό και η Ζήνα τον ερωτεύτηκε. Κι επιπλέον, σε αντίθεση με άλλους που είχε γνωρίσει, ήταν ειλικρινής, ανοιχτός κι αληθινός! Έπειτα της έκανε πρόταση γάμου κι εκείνη δέχτηκε. – Λοιπόν, κόρη μου, δοκίμασέ το. Ο Δημήτρης είναι αγροτόπαιδο, δουλευταράς και καλό παιδί – συμφώνησε η μαμά. – Άμα δεν πετύχει, γυρνάς πίσω, στην πόλη. Η Ζήνα δεν είχε τίποτα να χάσει. Δούλευε εξ αποστάσεως, πλέον επιτρεπόταν στον χώρο της. Και εξάλλου, δεν είναι καμιά δεκαοχτάρα, και λένε πως το χωριό έχει και καθαρό αέρα! Μόνο που… – Δημήτρη, και σε τι ακριβώς θα πάω εκεί; – ρώτησε η Ζήνα. – Ως αρραβωνιαστικιά μου. Και του χρόνου κάνουμε γάμο και πάμε διακοπές, μόλις μαζέψω λεφτά να μην ανησυχούμε γι’ αυτά – είπε, λίγο ντροπαλά, ο Δημήτρης. – Ξέρω ότι έχεις μάθει στα καλύτερα. Όλα έμοιαζαν σωστά, αλλά κάτι την άγχωσε. Δεν ήξερε τι ακριβώς, και αποφάσισε να το ζήσει! Έτσι, παίρνοντας μια βδομάδα άδεια και ετοιμάζοντας βαλίτσες, κλείδωσε το διαμερισμάκι της – το οποίο είχε δουλέψει τόσα χρόνια για να αποκτήσει – και έφυγε με το αυτοκίνητό της για το χωριό, όπου την περίμενε ο Δημήτρης. Το πρώτο βράδυ στο χωριό της άρεσε. Καλοκαιρινή ζέστη, πότισαν μαζί τον μικρό κήπο, ετοίμασαν δείπνο, γενικώς όλα γίνονταν γρήγορα, παρέα. – Αγάπη μου, έρχονται οι γονείς μου! – της λέει ενθουσιασμένος ο Δημήτρης, γυρνώντας νωρίτερα από τη δουλειά Παρασκευή απόγευμα. – Γιατί; – σαστισμένη η Ζήνα. – Να σε γνωρίσουν και να μας βοηθήσουν. Και θα έρθει και ο αδερφός μου με τη γυναίκα του – δήλωνε ταραγμένος ο Δημήτρης. – Για πολύ; – ρώτησε φοβισμένη η Ζήνα. – Ελπίζω πως όχι! – της χαμογέλασε καθησυχαστικά ο Δημήτρης. – Αλλά μη φοβάσαι, θα τα καταφέρουμε. Αυτά τα λόγια την άγχωσαν περισσότερο. – Μην αγχώνεσαι, κορίτσι μου. Σκέψου το σαν δοκιμασία – αστειευόταν η μαμά της στην άλλη άκρη της γραμμής. – Ό,τι κι αν γίνει, πάντα θα έχεις κάπου να γυρίσεις! Να κάνεις ό,τι σε βολεύει εσένα. Αυτοί θα συνηθίσουν, ή όχι – πρόβλημα του Δημήτρη. “Καλά! Εξάλλου, δεν είμαι ούτε καν παντρεμένη ακόμα!” – ηρέμησε η Ζήνα. Δεν θα με φάνε, δηλαδή! Όταν όλα ήταν έτοιμα για το τραπέζι, άκουσε το αυτοκίνητο να φτάνει στο σπίτι. – Ήρθαν! – φώναξε ο Δημήτρης. Βγήκαν να υποδεχτούν τους συγγενείς. – Καλώς την καινούρια νύφη! – είπε η μαμά του, μια μεγαλόσωμη γυναίκα με κοντά, σκούρα μαλλιά και πυκνές βλεφαρίδες, αγκάλιασε το γιο και χαμογέλασε αμήχανα στη Ζήνα. Ένα εξίσου μεγαλόσωμο άντρας τους χαιρέτησε, ενώ ο αδερφός με χιούμορ τη σύστησε στη γυναίκα του, την Ολγα, μια ξανθιά κοπέλα, που κοίταξε με ζήλεια τη νέα, εντυπωσιακή Ζήνα. Στο τραπέζι η ατμόσφαιρα δεν άργησε να γίνει τεταμένη, με ειρωνικά σχόλια και παρεξηγήσεις∙ η Ολγα δε δίστασε να σχολιάσει το όνομά της Ζήνας («Όπως και η αγελάδα μας!») και να την προσβάλει. Όμως η Ζήνα δε μάσησε, και το χιούμορ της μπέρδεψε τους πάντες – εκτός από την Ολγα, που φούντωσε. Ο Δημήτρης υπερασπίστηκε ανοιχτά την αγαπημένη του. Στο τέλος της βραδιάς και μετά από πολλά καβγαδάκια, ο Δημήτρης μάζεψε το θάρρος: – Δεν σας αρέσει που προσπαθώ να χτίσω τη δική μου οικογένεια; Έχασα το μυαλό μου ε; Αλλά εγώ γι’ αυτό αγωνίζομαι! Εσείς, αν θέλετε να με αγαπάτε, να μάθετε να σέβεστε τις επιλογές μου! Η μαμά του, πληγωμένη, σηκώθηκε να φύγει. Ο πατέρας και ο αδερφός του στάθηκαν στο πλευρό του. Τελικά, η Ζήνα κι ο Δημήτρης έμειναν μαζί, συνεχίζοντας να παλεύουν ο ένας για τον άλλον. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι η μαμά του και η Ολγα την αγάπησαν, αλλά οι ισορροπίες άλλαξαν και κανείς πια δεν τολμούσε να την προσβάλει. Κι έτσι, ζώντας στο χωριό και αγαπώντας ο ένας τον άλλον κάθε μέρα, δεν φοβούνταν πια ούτε τις απρόσκλητες επισκέψεις, ούτε τη γκρίνια! – Δεν σας αρέσει που θέλω τη δική μου οικογένεια; Έφυγα για να φτιάξω τη ζωή μου, κι ήρθατε και πάλι τα παλιά: Η ιστορία μιας γυναίκας της πόλης στη σύγχρονη ελληνική επαρχία και το πείσμα να βρει την ευτυχία, παρά τις οικογενειακές συγκρούσεις και τις παραδοσιακές πιέσεις.
Δεν σου αρέσει που θέλω τη δική μου οικογένεια; Έφυγα απ το σπίτι σας, άρχισα να φτιάχνω τη ζωή μου
«Ε, κι όπου να πάει; Κατάλαβέ το, Βαγγέλη, η γυναίκα είναι σαν το νοικιασμένο αμάξι: όσο βάζεις βενζίνη και πληρώνεις το σέρβις, πηγαίνει όπου θες. Εγώ την Ελένη μου την “αγόρασα” ολόκληρη πριν δώδεκα χρόνια. Εγώ πληρώνω, εγώ διαλέγω τη μουσική. Βολικό, έτσι; Καμιά άποψη, κανένας πονοκέφαλος. Μεταξένια μου είναι». Ο Σταύρος μιλούσε δυνατά, κρατώντας το σουβλάκι πάνω από τα κάρβουνα που τσιτσίριζαν. Ήταν σίγουρος πως έχει δίκιο, όπως είναι σίγουρος ότι αύριο είναι Δευτέρα. Ο Βαγγέλης, παλιός του συμφοιτητής, μόνο γκρίνιαζε σιωπηλά. Η Ελένη στεκόταν στο ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας με το μαχαίρι στο χέρι, κόβοντας ντομάτες για τη σαλάτα. Ο χυμός έτρεχε, και στ’ αυτιά της αντηχούσε η αυτάρεσκη φράση: «Εγώ πληρώνω, εγώ διαλέγω τη μουσική». Δώδεκα χρόνια. Δώδεκα χρόνια δεν ήταν απλώς γυναίκα του — ήταν η σκιά του, το πρόχειρό του, το μαξιλαράκι ασφαλείας. Ο Σταύρος θεωρούσε τον εαυτό του αστέρα της νομικής και άσο στο δικηγορικό γραφείο. Έφερνε παχυλούς φακέλους στο σπίτι και τους πέταγε στο τραπεζάκι σαν νικητής. Όταν όμως ο Σταύρος αποκοιμιόταν κουρασμένος, η Ελένη έβγαζε αθόρυβα τα χαρτιά από τη τσάντα του και τα διόρθωνε — διόρθωνε χοντρές γκάφες, ξανάγραφε στραβά νομικά, έβρισκε καινούργιες διατάξεις που εκείνος, από την αλαζονεία του, είχε αγνοήσει. Το πρωί του έλεγε δήθεν τυχαία: «Σταύρο, μόνο ρίξε μια ματιά στον αστικό κώδικα, άφησα σημείωση». Συνήθως την αγνοούσε. «Πάλι με τις γυναικείες συμβουλές σου… Εντάξει, θα δω». Το βράδυ όμως γύριζε ήρωας, και ποτέ, ούτε μια φορά, δεν είπε: «Ευχαριστώ, Ελένη. Χωρίς εσένα θα είχα χαθεί». Πίστευε πως όλα ήταν δικές του ιδέες. Και η Ελένη; Αυτή σπιτικό — μαγείρευε φασολάκια. Το βράδυ στο εξοχικό δε μάλωσε, δε βγήκε τρέχοντας στη βεράντα, δε γύρισε τα κάρβουνα ανάποδα. Τελείωσε τη σαλάτα, έβαλε ξινή κρέμα και τη σέρβιρε. «Τη μουσική διαλέγεις, ε;» σκέφτηκε, βλέποντάς τον να τρώει μηχανικά το κρέας, χωρίς να νιώθει καν τη γεύση του. «Ε, λοιπόν, ας ακούσουμε λίγη σιωπή». Δευτέρα πρωί, ο Σταύρος έψαχνε δε ties του βαριανασαίνοντας: «Ελένη, ο τυχερός μου μπλε πού είναι, έχω ραντεβού με τον εργολάβο!» «Στη ντουλάπα, δεύτερο ράφι», απάντησε ατάραχα από το μπάνιο. Η φωνή της ομοιόμορφη, ήρεμη, επικίνδυνα ήρεμη. Μόλις έφυγε εκείνος, η Ελένη δε γύρισε πίσω για καφέ και πρωινές εκπομπές. Άνοιξε το παλιό σημειωματάριό της και κάλεσε τον κύριο Θωμά, τον πάλαι ποτέ διευθυντή τους. «Καλημέρα, κύριε Θωμά; Ελένη είμαι, η γυναίκα του Σταύρου. Εκείνος δεν ξέρει τίποτα. Χρειάζεστε άτομο στο αρχείο ή κάποιον να βάλει τάξη στο χάος;» Ακολούθησε σιωπή — ο κύριος Θωμά θυμόταν την Ελένη: τα δυναμικά της εργασίες, την ικανότητά της να βρίσκει την ουσία στα άχρηστα λόγια. «Έλα, έχω δουλειά που κανείς δε θέλει. Θα τα καταφέρεις; Σε προσλαμβάνω». Το βράδυ ο Σταύρος γύρισε κακόκεφος. Ο εργολάβος σκληρός, η υπόθεση κολλούσε. Πέταξε το σακάκι, φώναξε: «Έχει φαΐ; Θα έτρωγα και γάιδαρο. Κι ετοιμάζεις και το άσπρο πουκάμισο για αύριο». Σιωπή. Στην κουζίνα τίποτα — άδεια εστία, τα πάντα λαμπίκο. Μόνο ένα σημείωμα: «Βραδινό στο ψυγείο, κατεψυγμένα πιροσκί, κουράστηκα». «Τι;» είπε, λες και το σημείωμα ήταν στα κινέζικα. Στις εισόδους, άνοιξε η πόρτα. Ελένη μπήκε με ντοσιέ και ένδυμα που είχε να φορέσει από την αποφοίτηση του γιου. Ψηλοτάκουνη, αυστηρή. «Πού ήσουν; Και τι μασκάρεμα είναι αυτό;» «Στη δουλειά, Σταύρο. Στη δική σου εταιρεία, στο αρχείο. Ο κύριος Θωμάς με πήρε βοηθό». Γέλασε νευρικά. «Δουλειά; Ελένη, σοβαρά; Δώδεκα χρόνια δεν σήκωσες τίποτα βαρύτερο από κουτάλα. Στο αρχείο θα σκάσεις στο τρίμερο». «Θα δούμε». Έβαλε νερό. «Δηλαδή, εγώ τώρα πιροσκί; Εγώ φέρνω τα λεφτά, εγώ στηρίζω το σπίτι». «Ε, τώρα φέρνω κι εγώ κάτι. Για πιροσκί φτάνει. Και το πουκάμισο σιδέρωσέ το μόνος σου. Το σίδερο εκεί που είναι δέκα χρόνια». Ήταν το πρώτο καμπανάκι. Ο Σταύρος σκέφτηκε πως είναι κρίση μέσης ηλικίας — ορμόνες! «Θα το ξεπεράσει. Άντε, ας το δοκιμάσει». Πέρασε βδομάδα, δεύτερη. Το σπίτι άλλαξε: οι κάλτσες δεν εμφανίζονταν πλέον ζευγάρι, σκόνη παντού. Τα πουκάμισα τα σιδέρωνε μόνος του — και διαπίστωσε ότι είναι βασανιστήριο. Μα το χειρότερο, τα βράδια πια η Ελένη δε γινόταν «το μαξιλάρι» του. Δεν άκουγε γκρίνια, δεν έδινε συμβουλές που μετά ο ίδιος περνούσε για δικές του. Τώρα, όταν την ενοχλούσε: «Ελένη, μπορείς να φανταστείς; Ο Πετρόπουλος πάλι το απέσυρε!» Εκείνη, σκυμμένη στο λάπτοπ της: «Σταύρο, ήσυχα. Αύριο έχω έλεγχο σε παλιά υπόθεση πτώχευσης. Μόνο μην ενοχλείς». «Και ποιον νοιάζει η πτώχευσή σου; Εγώ τρέχω για δουλειές!» «Με νοιάζει, με κάνει να με σέβομαι». Έχασε το βηματισμό του. Χωρίς τις νυχτερινές συμβουλές της, έκανε λάθη. Το αφεντικό στραβοκοιτούσε. Μόνο που τώρα ο κύριος Θωμάς εγκωμίαζε ανοιχτά την Ελένη — η οποία, παρεμπιπτόντως, έσωσε το αρχείο σε τρεις μέρες, κι από το υπόγειο τη μετέφεραν στο γραφείο απέναντι απ’ τον καινούριο συνεργάτη. Τη βλέπει κάθε μέρα, καμαρωτή. Η καταιγίδα ήρθε με τη μεγάλη πελάτισσα: την Κα Μαρκέλλα Βασιλείου, ιδιοκτήτρια κλινικών. Δυνατή γυναίκα, απροκάλυπτη, μη ανεκτική σε χαζομάρες. Εμπιστεύτηκαν στον Σταύρο την υπόθεση και ήταν ευκαιρία του. «Θα τη σκίσω», καυχιόταν στο σπίτι, κόβοντας σαλάμι πάνω στον πάγκο, χωρίς πια καθαρή σανίδα. «Όλα στο χέρι, θα πάρω μπόνους, θα σου πάρω γούνα. Ίσως ξαναγυρίσεις στην κανονική ζωή!» Η Ελένη σήκωσε τα μάτια, ήσυχη. «Δεν θέλω γούνα, Σταύρο. Θέλω να σταματήσεις να φέρεσαι σαν παγώνι. Η Βασιλείου δεν αντέχει πίεση. Με τέτοια δεν συζητάς. Μιλάς μαζί της». «Ε, καλά. Τι ξέρεις εσύ;» Τη μέρα των διαπραγματεύσεων, η ατμόσφαιρα κοβόταν με μαχαίρι. Η Βασιλείου στην κορυφή, μικροκαμωμένη με διεισδυτικά μάτια. Ο Σταύρος επίδειξη — απειλές, γραφήματα. «Θα τους εξοντώσουμε. Θα γονατίσουν». «Δεν θέλω φυλακές και μάχες. Ο αντίδικός μου είναι βαφτισιμιός μου. Θέλω τη δουλειά μου πίσω και να φύγει ήσυχα απ’ τη ζωή μου, χωρίς διασυρμό. Κι εσείς τι μου προτείνετε;» Μάταια. «Κυρία Μαρκελλα, διαφορετικά δε γίνεται…» «Είστε απολυμένος από την υπόθεση», είπε ήσυχα. Σηκώθηκε. «Κύριε Θωμά, απογοητεύτηκα». Ο Σταύρος κατακόκκινος. Εκείνη την ώρα μπήκε η Ελένη, με δίσκο τσάι στη χέρι — η γραμματέας ήταν άρρωστη, βοηθούσε όπως μπορούσε. Είδε τη σκηνή — τη Βασιλείου να φεύγει, το πανικόβλητο βλέμμα του άντρα της. Κάποια άλλη θα χαιρόταν. Η Ελένη όμως ήταν επαγγελματίας, ξύπνησε για τα καλά μετά από δώδεκα χρόνια. «Κυρία Μαρκελλα…» Η φωνή χαμηλή, αλλά σίγουρη. «Συγγνώμη, έφερα τσάι με θυμάρι, όπως προτιμάτε. Έχετε δίκιο για τον βαφτισιμιό. Το 1998, παρόμοια υπόθεση λύθηκε εξωδικαστικά, με συμφωνία και όρους μη δημοσιοποίησης. Εσείς θα κρατήσετε το πρόσωπό σας και τη δουλειά σας». Η Βασιλείου γύρισε αργά, καρφώνοντας τη ματιά της στην Ελένη. «Πώς το ξέρετε; Αυτή η υπόθεση ήταν κλειστή». «Έκανα έρευνα στα αρχεία». Κι αν μου επιτρέπετε, υπάρχει λεπτομέρεια: τα γραμμάτια όχι για πλαστογραφία, αλλά για λανθασμένη διατύπωση μπορούν να ακυρωθούν. Δεν χρειάζεται ποινικοποίηση. Εκείνος απλά έκανε λάθος. Εσείς κρατάτε την κλινική και ησυχία». Σιωπή. Ο Σταύρος κοίταζε τη γυναίκα του λες και της φύτρωσε δεύτερο κεφάλι. Εκείνος ήξερε αυτό το ψεγάδι; Ούτε που είχε κοιτάξει τα χαρτιά. Η Βασιλείου κάθεται ξανά. «Τσάι με θυμάρι, λοιπόν; Ρίξε μου λίγο, κορίτσι μου, και εξήγησέ μου το θέμα». Και στον Σταύρο: «Κάτσε, άκου και μάθε». Δυο ώρες η Ελένη είχε το λόγο. Εκείνος άκουγε, σιωπηλός, πια νευρικός. Ήξερε πια: η σύζυγος που είχε τόσο καιρό κατάφωρα υποτιμήσει, ήταν το μυαλό που τον έσωζε πάντα. Στο τέλος, η Βασιλείου υπέγραψε το συμβόλαιο. Ο κύριος Θωμάς έσφιξε το χέρι της: «Αύριο στο γραφείο μου. Καιρός για προαγωγή. Τέλος το αρχείο». Στο αυτοκίνητο, μουγγαμάρα. Το ραδιόφωνο έπαιζε οποιαδήποτε ποπ, αλλά ο Σταύρος δεν τόλμησε να αλλάξει. Ο κόσμος του — που εκείνος ήταν ο “βασιλιάς” κι η γυναίκα υπηρέτρια — είχε γκρεμιστεί. Στα ερείπια στεκόταν μια ξένη γυναίκα, δυνατή, έξυπνη, και όμορφη — κι αυτό τον τρόμαζε πιο πολύ. Ήταν πάντα έτσι, απλώς δεν το είχε δει ποτέ. Στο σπίτι σκοτεινιά. Ο γιος έξω. Στην κουζίνα σταύρωσε τα χέρια στο τραπέζι. Η Ελένη μπήκε σε άνετα ρούχα, φρεσκαρισμένη — πρόσωπο κουρασμένο, αλλά μάτια ζωντανά. Άνοιξε το ψυγείο, έβγαλε αυγά, έβαλε τηγάνι στη φωτιά. «Ελένη…» Η φωνή του έσπασε. Εκείνη χωρίς να κοιτάξει, έσπασε το αυγό. «Θα το κάνω εγώ». Σηκώθηκε, έσπευσε να πάρει τη σπάτουλα. «Άσε, κάθισε, κουράστηκες». Η Ελένη τού έδωσε τη σπάτουλα κι έκατσε. Τον κοιτούσε καθώς πάλευε να γυρίσει το αυγό, να μη σπάσει ο κρόκος, να μη καεί — και να βρίζει χαμηλόφωνα. Το έβαλε μπροστά της, κατάμαυρο, μισοκαμένο. «Συγγνώμη…» είπε κοιτάζοντας το τραπέζι. Η Ελένη πήρε πιρούνι. «Τρώγεται, πάντως». «Σήμερα κατάλαβα… Εσύ με έσωζες πάντα. Το ξέρω ότι μου διόρθωνες τα χαρτιά τα βράδια. Απλώς το είχα για δεδομένο. Καβάλησα καλάμι». Σήκωσε τα μάτια — φόβος. Μπορεί τώρα να φύγει. Έχει δουλειά, λεφτά, σεβασμό. «Δε φεύγω, Σταύρο. Ακόμη όχι. Έχουμε να μοιραστούμε πράγματα, εκτός απ’ τα περιουσιακά. Είκοσι χρόνια είναι αυτά. Αλλά οι κανόνες αλλάζουν». «Πώς; Τι πρέπει να κάνω;» «Σεβασμό». Δάγκωσε μια μπουκιά ψωμί. «Απλά σεβασμό. Δεν είμαι μεταξένια, είμαι άνθρωπος. Και είμαι συνέταιρός σου. Στο σπίτι και στη δουλειά. Τα μοιραζόμαστε στα ίσια. Όχι “βοηθώ τη γυναίκα”, κάνω το μερίδιό μου. Κατάλαβες;» «Κατάλαβα», κούνησε το κεφάλι. Και ήταν αλήθεια. «Λέω να φάω;» Ο Σταύρος χαμογέλασε και πήρε το πιρούνι. Η ομελέτα ήταν άνοστη, καμμένη, αλλά τίποτα δεν είχε φάει πιο νόστιμο εδώ και χρόνια — γιατί αυτό το δείπνο δεν ήταν υπηρεσία. Ήταν δείπνο ίσων.
Πού να πάει, βρε Σταύρο; Να σου πω, φίλε, η γυναίκα είναι σαν ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο. Όσο της βάζεις
Η Νοσοκόμα του Χήρου: Ένα μήνα πριν, η Ζήνα προσλήφθηκε για να φροντίσει τη Ρεγγίνα Βοϊτσιούκ – μια γυναίκα καθηλωμένη στο κρεβάτι μετά από εγκεφαλικό. Ένα μήνα την γύριζε κάθε δύο ώρες, άλλαζε σεντόνια, πρόσεχε τις ορούς. Τρεις μέρες πριν, η Ρεγγίνα έφυγε ήσυχα, στον ύπνο της. Οι γιατροί αποφάνθηκαν: επαναληπτικό επεισόδιο. Κανείς δεν έφταιγε. Κανείς – εκτός από τη νοσοκόμα. Αυτό τουλάχιστον πίστευε η κόρη της εκλιπούσας. Η Ζήνα χάιδεψε μια παλιά ουλή στον καρπό της – λευκό σημάδι από έγκαυμα στην πρώτη της δουλειά σε πολυκλινική, δεκαπέντε χρόνια πριν. Τώρα κοντά στα σαράντα, διαζευγμένη, με το παιδί να μένει με τον πρώην άντρα της. Και με μια φήμη που απειλείται να καταστραφεί. – Εσύ κι εδώ; Η Χριστίνα εμφανίστηκε ξαφνικά – σφιχτά μαζεμένα μαλλιά, κόκκινα μάτια από την αϋπνία. Πρώτη φορά φαινόταν μεγαλύτερη από τα εικοσιπέντε της. – Ήρθα να αποχαιρετήσω, – απάντησε ήσυχα η Ζήνα. – Να αποχαιρετήσεις; – η φωνή της Χριστίνας έγινε ψιθυριστή. – Ξέρω τι έκανες. Όλοι θα το μάθουν. Κι έφυγε – προς το φέρετρο, προς τον πατέρα της με το ανέκφραστο πρόσωπο και το χέρι στην τσέπη του σακακιού. Η Ζήνα δεν προσπάθησε να εξηγήσει. Κατάλαβε ήδη: ό,τι κι αν έχει συμβεί, θα τη βγάλουν ένοχη. …Η ανάρτηση της Χριστίνας κυκλοφόρησε σε δύο μέρες. – Η μητέρα μου έφυγε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Η νοσοκόμα ίσως επίσπευσε το τέλος της. Η αστυνομία δεν ασχολείται. Εγώ όμως θα βρω την αλήθεια. Τρεις χιλιάδες κοινοποιήσεις. Σχόλια, κυρίως συμπαράστασης. Μερικά – με εκκλήσεις να „βρεθεί αυτή η τέρας”. Η Ζήνα το διάβασε στο λεωφορείο, επιστρέφοντας από το κέντρο υγείας – ή, καλύτερα, επιστρέφοντας από το μέρος όπου εργαζόταν μέχρι πρόσφατα. – Καταλαβαίνετε, κυρία Ζηνοβία – ο διευθυντής απέφευγε τα μάτια της – τέτοια δημοσιότητα… Οι ασθενείς ανησυχούν. Το προσωπικό είναι αναστατωμένο. Προσωρινά. Μέχρι να καταλαγιάσει η υπόθεση. Προσωρινά. Η Ζήνα ήξερε τι σημαίνει αυτό. Ποτέ. Γύρισε στο δυάρι της – είκοσι οχτώ τετραγωνικά στο τρίτο χωρίς ασανσέρ. Αρκετό για να επιβιώσει. Όχι για να ζήσει. Το τηλέφωνο χτύπησε την ώρα που έβαζε το βραστήρα. – Κυρία Ζηνοβία; Εδώ Ιλιάς Βοϊτσιούκ. Παραλίγο να της πέσει το βραστήρας. Τον θυμόταν – η χροιά της φωνής του, το διακριτικό παρουσιαστικό του. Είχαν μιλήσει ελάχιστα τον μήνα που πρόσεχε τη γυναίκα του, όμως κάθε λέξη τη θυμόταν. – Σας ακούω. – Χρειάζομαι τη βοήθειά σας. Τα πράγματα της Ρεγγίνας… Δεν μπορώ να τα μαζέψω. Ούτε και η Χριστίνα. Μόνο εσείς ξέρετε που βρίσκεται το καθετί. Η Ζήνα το σκέφτηκε λίγο. Έπειτα είπε: – Η κόρη σας με κατηγορεί ότι τη σκότωσα. Το ξέρετε; Μακρόσυρτη σιωπή. – Το ξέρω. – Και παρ’ όλα αυτά, με καλείτε; – Και πάλι σας καλώ. Έπρεπε να αρνηθεί. Αν ήταν λογική, θα έλεγε όχι. Όμως στη φωνή του – όχι απλώς παράκληση, αλλά ικεσία. – Αύριο στις δύο. Το σπίτι των Βοϊτσιούκ ήταν έξω από την πόλη – διώροφο, ευρύχωρο, άδειο. Η Ζήνα το θυμόταν γεμάτο ήχους μηχανημάτων, με τηλεόραση στο δωμάτιο της Ρεγγίνας. Τώρα, μόνο ησυχία. Ο Ιλιάς άνοιξε μόνος. Πενήντα ετών, με γκρίζα μαλλιά στους κροτάφους, φαρδιές πλάτες – μα σκυφτός. Το δεξί του χέρι στην τσέπη. Κάτι μεταλλικό – κλειδί; – Ευχαριστώ που ήρθατε. – Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείτε. Δεν το κάνω για εσάς. – Για ποιον το κάνετε; «Για μένα», σκέφτηκε. «Για να καταλάβω τι γίνεται. Γιατί δεν μιλάτε; Γιατί δεν με υπερασπίζεστε ενώ ξέρετε πως είμαι αθώα;» Φωναχτά είπε: – Για τη σειρά. Πού είναι τα κλειδιά της κάμαρας; Το δωμάτιο μύριζε κρίνα της κοιλάδας – βαρύ γλυκό άρωμα· τα αρώματα της Ρεγγίνας. Η μυρωδιά είχε ποτίσει τους τοίχους. Η Ζήνα λειτούργησε μηχανικά: δίπλωσε ρούχα, τακτοποίησε χαρτιά. Ο Ιλιάς δεν ανέβηκε. Μόνο περπάτημα, ηχώ στα δωμάτια. Στο κομοδίνο, μια φωτογραφία – ο Ιλιάς νέος, με μια ξανθιά κοπέλα, χαμογελαστοί και οι δύο. Όχι η Ρεγγίνα. Στην πίσω πλευρά: «Ιλιάς και Λάρα, 1998». Παράξενο. Γιατί η Ρεγγίνα κρατούσε φωτογραφία του άντρα της με άλλη γυναίκα δίπλα στο κρεβάτι της; Η Ζήνα την έβαλε στην τσάντα και συνέχισε. Κάτω από το κρεβάτι, βρήκε ξύλινο κουτί χωρίς κλειδί. Το άνοιξε: δεκάδες φάκελοι, όλα με τον ίδιο γυναικείο γραφικό χαρακτήρα, ανοιγμένοι και ξανασφραγισμένοι. Το πρώτο γράμμα – αποστολέας, Λ.Β. Μελνίκοβα, Χάρκοβο. Νοέμβριος 2024. Ένα μήνα πριν. Το παλιότερο, 2004. Είκοσι χρόνια γράμματα προς τον Ιλιά – και η Ρεγγίνα τα άνοιγε και τα έκρυβε. Γιατί; Η Ζήνα οσμίστηκε τον φάκελο. Η ίδια μυρωδιά – κρίνα της κοιλάδας. Η Ρεγγίνα τα κρατούσε· τα διάβαζε, ξανά και ξανά. Άφησε το κουτί στο κρεβάτι και κάθισε δίπλα. Τα χέρια της έτρεμαν. Όλα είχαν αλλάξει. – Κύριε Ιλιά; Εκείνος σήκωσε το κεφάλι, στο τραπέζι της κουζίνας. – Ολοκληρώσατε; – Όχι. – Του άφησε τον φάκελο. – Ποια είναι η Λάρισα Μελνίκοβα; Το πρόσωπό του έσκληρινε. Το χέρι του σφίχτηκε στην τσέπη. – Πού το βρήκατε; – Στο κουτί κάτω από το κρεβάτι. Γράμματα είκοσι χρόνων, όλα ανοιγμένα και ξανασφραγισμένα. Κρυμμένα από τη γυναίκα σας. Εκείνος σιώπησε. Μετά πλησίασε το παράθυρο, γύρισε πλάτη. – Το ξέρατε; ρώτησε η Ζήνα. – Το κατάλαβα πριν τρεις μέρες. Μετά την κηδεία. Μόνος τα βρήκα. Ήθελα να τακτοποιήσω τα υπάρχοντα… – Και δεν είπατε τίποτα; – Τι να πω; – Ξέσπασε. – Η γυναίκα μου είκοσι χρόνια έκλεβε τα γράμματα μιας γυναίκας που αγαπούσα πριν από αυτήν. – Τα φύλαγε – σαν τρόπαια ή τιμωρία για τον εαυτό της, δεν ξέρω. Να το πω στην κόρη μου, που θεοποίησε τη μάνα της; Η Ζήνα σηκώθηκε. – Η κόρη σας με κατηγορεί για τον θάνατο της γυναίκας σας. Έχασα τη δουλειά μου. Το όνομά μου διασύρεται στο ίντερνετ. Κι εσείς σιωπάτε από φόβο; Το βλέμμα του σκοτείνιασε. – Σιωπώ γιατί δεν ξέρω πώς να ζήσω μ’ αυτό. Είκοσι χρόνια, Ζήνα. Είκοσι χρόνια η Λάρισα έστελνε γράμματα, κι εγώ νόμιζα ότι με είχε ξεχάσει… Κι εκείνη– Έπνιξε τα λόγια του. Η Ζήνα ύψωσε τον φάκελο. – Διεύθυνση απάντησης: Χάρκοβο. Θα πάω εκεί. – Γιατί; – Γιατί κάποιος πρέπει να μάθει την αλήθεια. Αν όχι εσείς – εγώ. Η Λάρισα ζούσε σε πενταόροφη στη Χάρκοβο. Παράθυρα με γεράνια, γάτα στο περβάζι. Η Ζήνα χτύπησε την πόρτα χωρίς να ξέρει τι να πει. Άνοιξε μια γυναίκα συνομήλικη του Ιλιά – ξανθά, πιασμένα πρόχειρα. Ρυτίδες στα μάτια. Βλέμμα επιφυλακτικό, όχι εχθρικό. – Είστε η Λάρισα Βλαντιμίροβνα; – Ναι. Εσείς; Η Ζήνα της έδωσε τον φάκελο. – Βρήκα τα γράμματά σας. Όλα. Ανοιγμένα, διαβασμένα – αλλά κρυμμένα. Η Λάρισα κοίταξε τον φάκελο σαν δηλητήριο. Έπειτα ανέβασε το βλέμμα. – Ελάτε μέσα. Ήπιαν τσάι σε μικρή κουζίνα, όπως της Ζήνας. – Είκοσι χρόνια του έγραφα, – χαμήλωσε τη φωνή η Λάρισα. – Καμία απάντηση. Νόμιζα πως με μισεί. Πως με είχε ξεχάσει. – Χώρισαμε νέα παιδιά. Εκείνος ήθελε να παντρευτούμε. Εγώ φοβήθηκα. Του ζήτησα να περιμένει. Μισό χρόνο μετά, βρέθηκε η Ρεγγίνα στη ζωή του. Ήταν όμορφη και σίγουρη. Εγώ… έχασα. – Όταν παντρεύτηκαν, έφυγα για τη Χάρκοβο. Σκέφτηκα ότι θα ξεχάσω. Δεν ξέχασα. Πέντε χρόνια αργότερα άρχισα να γράφω. Όχι για να τον κερδίσω πίσω· ήθελα να ξέρει ότι τον σκέφτομαι. – Δεν μου απάντησε ποτέ. – Καταλαβαίνω τώρα γιατί. Η Ζήνα έδωσε τη φωτογραφία. – Τη φύλαγε δίπλα στο κρεβάτι της. Σιωπή. – Ξέρετε – είπα πάντα ότι τη μισούσα, αυτή που μου πήρε τον έρωτα. Τώρα… τη λυπάμαι. Εικοσιπέντε χρόνια με τον φόβο ότι θα θυμηθεί εκείνην, διαβάζοντας τα γράμματα. Αυτό είναι κόλαση. Η Ζήνα σηκώθηκε. – Σας ευχαριστώ που μου τα είπατε. – Γιατί όλα αυτά; Δεν είστε συγγενής, ούτε φίλη. Η Ζήνα σκέφτηκε λίγο. – Με κατηγορούν για τον θάνατό της. Η κόρη του Ιλιά. Πιστεύει ότι έκανα φόνο για να τους πάρω τη θέση. – Θέλετε να αποδείξετε την αθωότητά σας; – Θέλω να βρω την αλήθεια. Τα άλλα δεν έχουν σημασία. Στην επιστροφή πήρε το τηλέφωνο και κάλεσε τον Ιλιά. – Είχατε δίκιο – του είπε. – Η Λάρισα σας έγραφε είκοσι χρόνια. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Περίμενε. Εκείνος δεν μίλησε. Μόνο το χέρι στην τσέπη σφίχτηκε και χαλάρωσε. – Έχετε κάτι στο χρηματοκιβώτιο. Το πιάνετε διαρκώς – φοβάστε μην το χάσετε. Πήγαν μαζί στο γραφείο. Εκείνος άνοιξε το παλιό θησαυροφυλάκιο. Ένα γράμμα από τη Ρεγγίνα, γραμμένο δυο μέρες πριν το τέλος της: «Ιλιά, Αν το διαβάζεις, δεν είμαι πια εδώ και έχεις βρει το κουτί. Ήξερα πως θα το βρεις – και πάλι δεν σταμάτησα. Άρχισα να κλέβω τα γράμματα της Λάρισας το 2004. Είχε περάσει πέντε χρόνια ο γάμος μας, είχες αλλάξει. Βρήκα το πρώτο της γράμμα στο γραμματοκιβώτιο – και κατάλαβα. Εκείνη δεν σε άφησε ποτέ. Έπρεπε να σου το δείξω αυτό το γράμμα, να σε ρωτήσω. Φοβήθηκα όμως – μήπως τη διαλέξεις. Το έκρυψα. Και μετά κι άλλα, όλα. Είκοσι χρόνια έκλεβα την αλληλογραφία σου. Διάβαζα την αγάπη της άλλης γυναίκας και μισούσα τον εαυτό μου κάθε μέρα. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Σε αγαπούσα τόσο, που κατέστρεψα ό,τι υπήρχε γύρω μου. Την επιλογή σου. Τη δική της ελπίδα. Τη δική μου συνείδηση. Συγχώρεσέ με αν μπορείς. Ξέρω ότι δεν το αξίζω. Κι όμως ζητώ συγχώρεση. Ρεγγίνα» Η Ζήνα ακούμπησε το γράμμα. – Η Χριστίνα το ξέρει; – Όχι. – Πρέπει να το μάθει. Το ξέρετε. Ο Ιλιάς έστρεψε το πρόσωπο. – Τη λάτρευε τη μάνα της. Θα τη διαλύσει. – Ήδη διαλυμένη είναι, – απάντησε ήσυχα η Ζήνα. – Έχασε τη μάνα της και φοβάται μη χάσει και τον πατέρα της. Γι’ αυτό ψάχνει να κατηγορήσει άλλον. – Εσείς γιατρευτείτε μαζί – σήμερα. Η Χριστίνα ήρθε μετά από ώρα. Μίλησαν πολλή ώρα. Η Ζήνα δεν άκουγε λέξεις, μόνο φωνές – πρώτα φωνές, δάκρυα, και ύστερα σιωπή. Στο τέλος η Χριστίνα βγήκε με το γράμμα της Ρεγγίνας στα χέρια. Τα μάτια κόκκινα, το πρόσωπο αλλοιωμένο, αλλά πια όχι θυμωμένο. – Διέγραψα το ποστ – είπε στη Ζήνα. – Έγραψα διάψευση… και… Συγγνώμη. Έκανα λάθος. Η Ζήνα έγνεψε. – Το πένθος σε κάνει σκληρό. Η Χριστίνα κούνησε το κεφάλι: – Όχι το πένθος. Ο φόβος. Φοβόμουν να μείνω μόνη. Η μαμά έφυγε, ο μπαμπάς άλλαξε… εσείς είχατε μείνει, ξέρατε τα τελευταία της μέρες. Νόμιζα πως θέλατε να πάρετε τη θέση της. Να μου πάρετε τον πατέρα. – Δεν ήθελα να πάρω τίποτα. – Τώρα το ξέρω. Άπλωσε αδέξια το χέρι. Η Ζήνα το έσφιξε. – Η μαμά… ήταν δυστυχισμένη, έτσι; – ρώτησε η Χριστίνα. – Όλη της τη ζωή; Η Ζήνα σκέφτηκε το γράμμα, τον φόβο, τη ζήλεια, την αγάπη που έγινε φυλακή. – Αγαπούσε τον πατέρα σας. Με τον δικό της τρόπο. Ίσως λάθος – αλλά αγάπησε. Η Χριστίνα έγνεψε. Κάθισε στα σκαλιά και ξέσπασε σε ήσυχα δάκρυα. Η Ζήνα κάθισε μαζί της. Δεν την αγκάλιασε – μόνο έμεινε δίπλα της. Πέρασαν δυο βδομάδες. Η Ζήνα επέστρεψε στη δουλειά – η Χριστίνα πήρε τηλέφωνο προσωπικά τον διευθυντή. Η φήμη καταστρέφεται εύκολα, αλλά κάποτε ξανακολλάει. Ο Ιλιάς κάλεσε το βράδυ – όπως τότε, πρώτη φορά. – Κυρία Ζηνοβία, ήθελα να σας ευχαριστήσω. – Για τι; – Για την αλήθεια. Γιατί δεν με αφήσατε να κρυφτώ. – Φεύγω αύριο για Χάρκοβο. Στη Λάρισα. Δεν ξέρω τι θα της πω. Δεν ξέρω αν θα με δεχτεί. Αλλά… πρέπει να το προσπαθήσω. Είκοσι χρόνια είναι πολύ μεγάλος χρόνος σιωπής. Η Ζήνα χαμογέλασε – δεν την έβλεπε, μα ίσως το κατάλαβε. – Καλή τύχη, κύριε Ιλιά. – Απλά Ιλιάς. Ένα μήνα μετά, γύρισε – όχι μόνος. Η Ζήνα το έμαθε τυχαία: τους είδε στη λαϊκή. Ο Ιλιάς με σακούλες, η Λάρισα διαλέγει ντομάτες. Σαν απλό ζευγάρι – μα οι κινήσεις τους μιλούσαν για περισσότερα. Ο Ιλιάς την πρόσεξε. Χαιρέτησε σηκώνοντας το χέρι. Το δεξί – ελεύθερο. Η Ζήνα ανταπέδωσε κι έφυγε. Εκείνη τη νύχτα άνοιξε το παράθυρο. Ο Μάιος μύριζε πασχαλιά και κίνηση. Η ατμόσφαιρα της καθημερινότητας. Σκέφτηκε τη Ρεγγίνα – τα κρίνα της, το κουτί, τον έρωτα–φυλακή. Σκέφτηκε τη Λάρισα – είκοσι χρόνια αναμονή και ελπίδα. Σκέφτηκε τον Ιλιά – τη σιωπή και το κλειδί. Κι ύστερα έπαψε να σκέφτεται. Απλώς καθόταν δίπλα στο παράθυρο και άκουγε την πόλη. Το τηλέφωνο χτύπησε. – Κυρία Ζηνοβία; Εδώ ο Ιλιάς. Μόνο Ιλιάς. Τρώμε όλοι μαζί, η Λάρισα φτιάχνει πίτα. Θέλετε να έρθετε; Η Ζήνα κοίταξε το μικρό της σπίτι. Και το ανοιχτό παράθυρο. – Σε μια ώρα είμαι εκεί. Άφησε το ακουστικό, πήρε τα κλειδιά και βγήκε. Η πόρτα έκλεισε ήσυχα πίσω της. Πάνω από την πόλη, το ηλιοβασίλεμα υποσχόταν μια γαλήνια αυριανή μέρα…
Η φροντίστρια του χήρου Πριν ένα μήνα, τη προσέλαβαν για να φροντίσει τη Ρεγγίνα Βρανά. Ένα εγκεφαλικό
«Καλή γυναίκα, ε; Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν; – Και της δίνεις μόνο δύο χιλιάδες το μήνα. – Ελένη, της περάσαμε το διαμέρισμα στο όνομά της» Ο Νικόλας σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και πήγε στη διπλανή κρεβατοκάμαρα, όπου το νυχτερινό φως φώτιζε απαλά το πρόσωπο της γυναίκας του, της Ελένης. Έσκυψε κοντά της, αφουγκράστηκε – όλα καλά φαίνονται. Σηκώθηκε και σύρθηκε αργά στην κουζίνα, άνοιξε το κεφίρ, έκανε μια βόλτα στο μπάνιο, και επέστρεψε στη δική του κάμαρα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, όμως ο ύπνος δεν ερχόταν: «Εμείς με την Ελένη, στα ενενήντα μας πια. Πόσα χρόνια περάσαν; Σε λίγο θα πάμε κι εμείς στον Θεό, και κοντά μας κανείς… Οι κόρες μας έφυγαν νωρίς, η Νανά δεν πρόλαβε ούτε τα εξήντα, ο Μάξιμος δεν υπάρχει πια – παρασύρθηκε στη ζωή… έχουμε εγγονή, την Κωνσταντίνα, που ζει χρόνια στην Πολωνία. Ούτε που μας θυμάται. Θα ’χει κι εκείνη μεγάλα παιδιά πια…» Δεν κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος. Ξύπνησε από το άγγιγμα του χεριού της: «Νικόλα, όλα καλά;» ακούστηκε η τρεμάμενη φωνή της Ελένης. Άνοιξε τα μάτια και είδε τη γυναίκα του σκυμμένη από πάνω του. «Τι είναι, Ελένη;» «Κοίτα ξανά, απλά ξάπλωσες και δεν ακουγόσουν…» «Ζωντανός ακόμη! Πήγαινε να κοιμηθείς!» Ακούστηκαν τα σέρνοντας βήματά της μέχρι την κουζίνα, ο διακόπτης κλικ, λίγο νερό, μια στάση στο μπάνιο. Η Ελένη πηγαίνει στη δική της κάμαρα, ξαπλώνει: «Έτσι είναι, μια μέρα θα ξυπνήσω και δεν θα είναι πια εδώ. Τι θα κάμω τότε; Ή μήπως θα φύγω εγώ πρώτη… Ο Νικόλας ήδη κανόνισε τα μνημόσυνα μας. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως μπορείς να τα οργανώσεις από πριν… Από την άλλη, καλύτερα, γιατί ποιος να τα κανονίσει για μας; Η εγγονή μας δεν μας θυμάται καν. Η γειτόνισσα, η Ιωάννα, είναι η μόνη που μας φέρνει κάτι – έχει μάλιστα και κλειδί. Της δίνει ο παππούς μας κάθε μήνα από τη σύνταξή μας. Αυτή αγοράζει, φέρνει ό,τι χρειαζόμαστε. Πού πάμε τα λεφτά; Κι από τον τέταρτο δεν μπορούμε πια να βγαίνουμε μόνοι…» Ο Νικόλας άνοιξε τα μάτια του. Ο ήλιος φώτιζε γελαστός το παράθυρο. Πήγε στο μπαλκόνι κι είδε τις φουντωτές δάφνες. Η χαρά του ζωγράφισε ένα χαμόγελο: «Να που τα καταφέραμε και φτάσαμε και φέτος ως το καλοκαίρι!» Πήγε να δει την Ελένη, που καθόταν σκεφτική στο κρεβάτι. «Ελένη, αρκετά με τη μελαγχολία! Έλα, έχω να σου δείξω κάτι…» «Δεν έχω δυνάμεις, Νικόλα… τι σκέφτηκες πάλι;» «Έλα, έλα!» Με στηρίγματα στα ώμους της, τη βοήθησε να φτάσουν μαζί ως το μπαλκόνι. «Κοίτα, οι δάφνες είναι πράσινες! Κι εσύ έλεγες πως δεν θα φτάσουμε ως το καλοκαίρι. Να που φτάσαμε!» «Αλήθεια, πόσο όμορφα… και ο ήλιος λάμπει». Κάθισαν στο παγκάκι στο μπαλκόνι. «Θυμάσαι που σε πήρα πρώτη φορά σινεμά; Ακόμη στο σχολείο… Η δάφνη τότε πρώτη φορά πρασίνιζε». «Πώς να το ξεχάσω; Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε;» «Εβδομήντα… εβδομήντα πέντε.» Με τις ώρες καθόταν και θυμόταν τα νιάτα. Πολλά ξεχνιούνται στα γεράματα, κι όμως τα νιάτα ποτέ. «Φτάνει φιλοσοφία, πάω να φτιάξω πρωινό!» είπε η Ελένη και σηκώθηκε. Και πάει η μέρα τους… Γείτονες, κουβέντες, ρουφηχτοί καφέδες και χλιαρά τσάγια. Οι στιγμές περνούν, αλλά κι η Ιωάννα, η καλή γειτόνισσα, πάντα εκεί: ψώνια, μαγείρεμα, βοήθεια. «Καλή γυναίκα, δε λέω! Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν;» «Κι εσύ της δίνεις μόνο δύο χιλιάδες το μήνα.» «Ελένη, της περάσαμε το διαμέρισμα. Δεν το ξέρει ακόμα…» Και με ταλόγια αυτά περνάει ο καιρός, κι έρχεται ο αποχαιρετισμός – γιατί η αγάπη στα γεράματα μοιάζει με τα παιδιά: καθαρή, αληθινή, ζεστή, και γλυκιά όπως η ανάμνηση της νιότης. Το τέλος τους βρήκε μαζί, χέρι με χέρι, γεμάτοι χαμόγελο κι ευγνωμοσύνη για όσα έζησαν, με την Ιωάννα βουρκωμένη να διαβάζει στη διαθήκη το όνομά της… Πατήστε like και μοιραστείτε τις σκέψεις σας στα σχόλια!
Καλή γυναίκα η Μαρίνα. Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν; Και της δίνεις μόνο εξακόσια ευρώ τον μήνα.
Στο Κατώφλι Στεκόταν Ένας Ξένος Ο Βασίλης ήταν ερωτευμένος με τη Γιάννα από το σχολείο. Της έγραφε σημειώματα, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή της με κάθε τρόπο. Όμως στη Γιάννα άρεσε ο Δημήτρης, ο ψηλός ξανθός του βόλεϊ που έπαιζε μαζί της στην ομάδα. Τον αδέξιο Βασιλάκη, που είχε και δυσκολία με τα μαθήματα, δεν τον πρόσεχε καθόλου. Γρήγορα ο Δημήτρης τα έφτιαξε με την Ελένη, συμμαθήτρια από άλλο τμήμα. Μετά το λύκειο, ο Βασίλης προσπάθησε ξανά να κερδίσει τη Γιάννα – μάλιστα της έκανε πρόταση γάμου στη γιορτή αποφοίτησης… Εκείνη όμως απάντησε απότομα: «Όχι!». Ούτε που ήθελε να τον σκέφτεται. Μετά το πανεπιστήμιο, η Γιάννα δούλεψε ως λογίστρια. Το αφεντικό της ήταν γοητευτικός μελαχρινός, δέκα χρόνια μεγαλύτερός της. Η Γιάννα θαύμαζε το επαγγελματισμό του, την εμφάνιση, το μυαλό του. Ανάμεσά τους γεννήθηκαν συναισθήματα. Δεν την ενοχλούσε που εκείνος ήταν παντρεμένος με ένα μικρό παιδί. Ο Βαλέριος έταζε πως θα χωρίσει και πως αγαπά μόνο τη Γιάννα. Πέρασαν χρόνια κι εκείνη συνήθισε να περνάει μόνη σαββατοκύριακα και γιορτές. Περίμενε ακόμη ότι θα χωρίσει και θα ήταν μαζί. Μια μέρα, όμως, είδε τον Βαλέριο με τη γυναίκα του στο σούπερ μάρκετ. Η γυναίκα έγκυος, κι εκείνος τρυφερός της κρατούσε το χέρι. Πήραν τις σακούλες κι έφυγαν για το αυτοκίνητο. Η Γιάννα, με δάκρυα στα μάτια, παρατηρούσε αυτή την ειδυλλιακή σκηνή. Την επόμενη μέρα παραιτήθηκε… Έφτανε Πρωτοχρονιά. Η διάθεσή της ανύπαρκτη. Ούτε για ψώνια, ούτε να στολίσει το σπίτι, ούτε για γιορτή. Μια μέρα, όμως, γυρνώντας σπίτι το βρήκε κρύο – ο λέβητας χάλασε. Η Γιάννα έμενε σε μονοκατοικία. Προσπάθησε να καλέσει τεχνικό. Όλοι όμως ζήταγαν υπέρογκα λεφτά, ειδικά μόλις μάθαιναν πως θα έπρεπε να πάνε έξω, στα προάστια. Απελπισμένη, πήρε τη φίλη της. Ο άντρας της δούλευε σε αυτή τη δουλειά και ίσως να βοηθούσε. Η Λάρισα υποσχέθηκε να του τηλεφωνήσει αμέσως. Δυο ώρες μετά, κάποιος χτύπησε το κουδούνι. Στο κατώφλι στεκόταν ένας ξένος – αλλά προσέχοντας καλύτερα, η Γιάννα αναγνώρισε τον Βασίλη, τον παλιό της συμμαθητή. –Γεια σου, Γιάννα, τι συνέβη εδώ; –Ααα… Πώς το έμαθες; –Το αφεντικό μου είπε να έρθω εδώ, λέει ότι κρυώνεις. Άδειασες το νερό απ’ τα καλοριφέρ για να μην παγώσουν; –Όχι… δεν ξέρω πώς. –Ε, αν είναι δυνατόν, έτσι μπορείς να μείνεις χωρίς θέρμανση. Ευτυχώς δεν έχει πολύ κρύο έξω. Ο Βασίλης άδειασε το νερό, έπαιξε λίγο με τον λέβητα και μετά έφυγε. Σε μια ώρα επέστρεψε με τα απαραίτητα ανταλλακτικά. Γρήγορα, το σπίτι της Γιάννας γέμισε ζεστασιά. Ο Βασίλης έπλυνε τα χέρια του και μετά ρώτησε: –Γιάννα, ο νεροχύτης σου χάνει και το φως τρεμοπαίζει… Τι κάνει ο άντρας σου; –Δεν έχω άντρα… –Αλήθεια; Ακόμα τον ιδανικό περιμένεις; –Ποιος ιδανικός… Δεν έχω κανέναν, – παραδέχτηκε εκείνη. –Και τότε γιατί μου είχες πει όχι; – χαμογέλασε ο Βασίλης. Δεν απάντησε. Αφού έφτιαξε τη βρύση και άλλαξε τη λάμπα, έφυγε. Κι η Γιάννα θυμήθηκε την παιδική της ηλικία, τη νιότη, τον παχουλό συμμαθητή που ήταν πάντα ερωτευμένος μαζί της. Ο Βασίλης είχε αλλάξει πολύ: είχε γίνει ένας ψηλός, γοητευτικός άντρας με καστανά μάτια. Μόνο το χαμόγελό του έμεινε ίδιο. Δεν πρόλαβε καν να τον ρωτήσει αν είναι παντρεμένος. Στις 31 Δεκεμβρίου, κάποιος ξαναχτύπησε το κουδούνι. Η Γιάννα, έκπληκτη, άνοιξε – δεν περίμενε επισκέπτες. Στο κατώφλι στεκόταν ο Βασίλης. Φορούσε καινούριο κοστούμι και κρατούσε ανθοδέσμη. –Γιάννα! Σε ρωτάω ακόμα μια φορά. Θα με παντρευτείς, ή θα περιμένεις το πριγκιπόπουλο μέχρι τα γεράματα; Η Γιάννα ξέσπασε σε δάκρυα και έγνεψε χαρούμενα. Με τη δεύτερη προσπάθεια, η πρόταση έγινε δεκτή…
Στην πόρτα στεκόταν ένας άγνωστος. Ο Βασίλης ήταν ερωτευμένος με τη Μαρίνα από το σχολείο. Της έγραφε
Ντρέπομαι να σε πάρω μαζί μου στη δεξίωση, – ο Ντένις ούτε που σήκωσε τα μάτια του από το κινητό. – Θα είναι εκεί άνθρωποι. Κανονικοί άνθρωποι. Η Νατάσα στεκόταν δίπλα στο ψυγείο, κρατώντας ένα μπουκάλι γάλα. Δώδεκα χρόνια γάμου, δύο παιδιά. Και τώρα, ντροπή. – Θα βάλω το μαύρο φόρεμα. – Αυτό που εσύ μου είχες αγοράσει. – Δεν είναι το φόρεμα το θέμα, – είπε τελικά εκείνος. – Το θέμα είσαι εσύ. Έχεις εγκαταλείψει τον εαυτό σου. Τα μαλλιά, το πρόσωπο… Είσαι αγνώριστη. Θα είναι εκεί ο Βαγγέλης με τη γυναίκα του. Αυτή είναι στυλίστρια. Κι εσύ… καταλαβαίνεις. – Δηλαδή, να μη φύγω; – Μπράβο. Θα πω ότι έχεις πυρετό. Κανείς δεν θα πει λέξη. Πήγε για ντους και η Νατάσα έμεινε στην κουζίνα. Στο διπλανό δωμάτιο κοιμόντουσαν τα παιδιά. Ο Κωνσταντίνος δέκα χρονών, η Σοφία – οκτώ. Δάνειο, λογαριασμοί, σχολικά ζητήματα. Εκείνη είχε χαθεί μέσα στο σπίτι αυτό κι ο άντρας της ένιωσε ντροπή γι’ αυτήν. – Μα καλά, τι λέει αυτός; – Η Ελένη, φίλη και κομμώτρια, την κοίταζε λες κι έπεσε ο ουρανός. – Ντρέπεται να πάρει τη γυναίκα του στη δεξίωση; Και ποιος νομίζει ότι είναι; – Υπεύθυνος αποθήκης. Πήρε προαγωγή. – Και τώρα η γυναίκα του δεν του κάνει; – Η Ελένη έβαλε βραστό νερό. – Θυμάσαι τη ζωή πριν τα παιδιά; – Δούλευα δασκάλα. – Όχι για τη δουλειά. Έφτιαχνες κοσμήματα. Απ’ αυτές τις χάντρες. Το μπλε κολιέ, το έχω ακόμα. Όλοι με ρωτούν από πού το πήρα. Η Νατάσα το θυμήθηκε. Έφτιαχνε τέτοια κοσμήματα τις νύχτες όταν ο Ντένις τη θαύμαζε ακόμη. – Ήταν παλιά. – Άρα μπορείς να το ξανακάνεις, – είπε η Ελένη. – Πότε είναι η δεξίωση; – Το Σάββατο. – Τέλεια. Αύριο έρχεσαι σε μένα. Σου κάνω μαλλιά και μακιγιάζ. Παίρνουμε την Όλγα για φόρεμα. Κοσμήματα, θα τα βρεις μόνη σου. – Ελένη, αυτός είπε… – Σιγά τον… Εσύ θα πας στη δεξίωση. Και θα τρομάξει. Η Όλγα έφερε μια δαμασκηνί μακριά τουαλέτα. Τη δοκίμασαν, τη ρύθμισαν. – Θέλει ιδιαίτερα κοσμήματα, – σχολίασε η Όλγα. – Ούτε ασήμι, ούτε χρυσό. Η Νατάσα άνοιξε το παλιό κουτί της. Στον πάτο βρήκε το κολιέ και τα σκουλαρίκια. Μπλε αβεντουρίνη, χειροποίητα. Τα είχε φτιάξει πριν οκτώ χρόνια, για μια ιδιαίτερη περίσταση που δεν ήρθε ποτέ. – Θεέ μου, αριστούργημα! – είπε η Όλγα. – Δικό σου έργο; – Ναι. Η Ελένη της έκανε μαλλί και μακιγιάζ διακριτικό. Η Νατάσα φόρεσε τη τουαλέτα, το κόσμημα κρύωνε στο λαιμό της. – Πήγαινε, κοίταξέ σου στον καθρέφτη. Η Νατάσα είδε τον εαυτό της. Όχι εκείνη που σφουγγάριζε δώδεκα χρόνια, αλλά τη γυναίκα που ήταν κάποτε. Ρεστοράν στο Μικρολίμανο. Ανοιχτή σάλα γεμάτη κοστούμια, βραδινές εμφανίσεις, μουσική. Μπήκε αργά, όπως ήθελε. Για μια στιγμή όλοι σώπασαν. Ο Ντένις γελούσε στο μπαρ. Τη βλέπει – κοκαλώνει. Εκείνη περνά δίπλα του και κάθεται μακριά. – Είναι ελεύθερη η θέση; – Ρώτησε ένας άντρας, γύρω στα σαράντα πέντε. – Ελεύθερη. – Ορέστης. Συνεργάτης του Βαγγέλη σε άλλο χώρο. Φούρνοι. Εσείς; – Νατάσα. Γυναίκα του υπευθύνου αποθήκης. Κοίταξε τα κοσμήματα. – Αβεντουρίνη; Χειροποίητο, σωστά; Ξέρω, η μητέρα μου μάζευε πέτρες. Σπάνιο. – Το έφτιαξα μόνη μου. – Αλήθεια; – Κοίταξε πιο κοντά. – Επίπεδο εξαιρετικό. Πουλάτε; – Όχι. Είμαι νοικοκυρά. – Παράξενο. Με τέτοια χέρια… Όλο το βράδυ ήταν δίπλα της. Μίλαγαν για δημιουργίες, για το πώς ξεχνάμε τον εαυτό μας στην καθημερινότητα. Ο Ορέστης την κάλεσε για χορό, της έφερε σαμπάνια, γελούσε μαζί της. Η Νατάσα έβλεπε τον άντρα της να μαυρίζει. Όταν έφευγε, ο Ορέστης την πήγε στο αυτοκίνητο. – Αν θελήσεις να ξανασχοληθείς με κοσμήματα, πάρε με, – και της έδωσε κάρτα. – Έχω γνωστούς που το εκτιμούν πραγματικά. Την πήρε. Στο σπίτι, ο Ντένις δεν άντεξε ούτε πέντε λεπτά. – Τι ξεφτίλα ήταν αυτή; Όλο με τον Ορέστη ήσουν! Είδε όλος ο κόσμος πως η γυναίκα μου τριγυρνά μ’ άλλον! – Δεν τριγύρισα με κανέναν. Μίλαγα. – Μίλαγες! Χόρεψες μαζί του τρεις φορές! Τρεις! Ο Βαγγέλης με ρώτησε τι συμβαίνει. Ντράπηκα! – Πάντα ντρέπεσαι, – είπε ήσυχα η Νατάσα. – Ντρέπεσαι να με πάρεις μαζί, ντρέπεσαι όταν με κοιτάνε. Τίποτα δεν σε αφήνει αδιάφορο; – Σκάσε. Νομίζεις, επειδή φόρεσες ένα πανί, άλλαξες; Είσαι τίποτα. Νοικοκυρά. Τρως τα λεφτά μου κι παριστάνεις και βασίλισσα. Κάποτε θα έκλαιγε. Θα έπεφτε στο κρεβάτι. Μα τώρα μέσα της κάτι άλλαξε. – Αδύναμοι άντρες φοβούνται δυνατές γυναίκες, – είπε ήρεμα. – Είσαι γεμάτος κόμπλεξ, Ντένις. Φοβάσαι να δεις πόσο μικρός είσαι. – Σήκω φύγε. – Θα ζητήσω διαζύγιο. Αυτός σιώπησε. Δεν οργίστηκε, μόνο χάθηκε. – Τι θα κάνεις με δύο παιδιά; Με χάντρες δεν θα ζήσεις. – Θα ζήσω. Το πρωί κάλεσε τον Ορέστη. Εκείνος πρότεινε να συναντηθούν σε καφέ για δουλειές. Μίλησε για γνωστή του γκαλερίστα χειροτεχνίας, την αξία της χειροποίητης τέχνης. – Έχεις μεγάλο ταλέντο, Νατάσα. Και γούστο. Ξεκίνησε να φτιάχνει ξανά. Ο Ορέστης τα πήγαινε στη γκαλερί. Μέσα σε εβδομάδα εξαντλήθηκαν. Άρχισαν παραγγελίες. – Ο Ντένις ξέρει; – Δεν μου μιλά καν. – Το διαζύγιο; – Βρήκα δικηγόρο. Ξεκινάμε. Ο Ορέστης πρόσφερε βοήθεια διακριτικά. Έδωσε επαφές, τη βοήθησε να βρει σπίτι. Όταν μάζεψε τις βαλίτσες της, ο Ντένις γέλασε. – Σε βδομάδα θα γυρίσεις. Έκλεισε τη βαλίτσα και έφυγε. Έξι μήνες μετά. Δυάρι στη Νέα Σμύρνη, τα παιδιά της, δουλειά. Παραγγελίες πολλές. Η γκαλερί πρότεινε έκθεση. Προφίλ στα social media, φωτογραφίες, ακόλουθοι. Ο Ορέστης βοηθούσε διακριτικά. – Μαμά, σου αρέσει ο Ορέστης; – ρώτησε η Σοφία μια μέρα. – Μου αρέσει. – Και σε εμάς αρέσει. Δεν φωνάζει ποτέ. Ένα χρόνο μετά, ο Ορέστης της έκανε πρόταση. Απλά, πάνω στο φαγητό: – Θέλω να είστε μαζί μου. Όλοι σας. Η Νατάσα ήταν έτοιμη. Πέρασαν δύο χρόνια. Ο Ντένις περπατούσε στο Mall. Δουλεύει πια φορτοεκφορτωτής – ο Βαγγέλης είχε μάθει για τη συμπεριφορά του και τον απέλυσε. Νοίκιαζε ένα δωμάτιο, χρέη, μοναξιά. Τους είδε έξω από κοσμηματοπωλείο. Η Νατάσα με ανοιχτόχρωμο παλτό, μαλλιά φτιαγμένα, στο λαιμό η ίδια αβεντουρίνη. Ο Ορέστης της κρατούσε το χέρι. Ο Κωνσταντίνος και η Σοφία γελούσαν. Ο Ντένις στάθηκε στη βιτρίνα. Τους είδε να μπαίνουν στ’ αυτοκίνητο. Ο Ορέστης άνοιξε την πόρτα στη Νατάσα. Εκείνη χαμογέλασε. Κοίταξε τον εαυτό του στο τζάμι. Φθαρμένο μπουφάν, γκρι πρόσωπο, κενά μάτια. Είχε χάσει τη βασίλισσά του. Κι εκείνη έμαθε να ζει χωρίς αυτόν. Κι αυτή ήταν η χειρότερη τιμωρία του – να καταλάβει πολύ αργά τι είχε… Σας ευχαριστώ θερμά, αγαπητοί αναγνώστες, για τα όμορφα σχόλια και τα like σας!
Ντρέπομαι να σε πάρω μαζί μου στη δεξίωση, ο Δημήτρης ούτε που σήκωσε το βλέμμα απ το κινητό του.
Το πιο δύσκολο στο να ζεις με ένα κουτάβι δεν είναι αυτό που νομίζουν οι περισσότεροι: Δεν είναι οι βόλτες στη βροχή, το κρύο, οι άυπνες νύχτες ή οι στιγμές που η καρδιά σου είναι ταραγμένη. Δεν είναι το να ακυρώνεις ταξίδια ή προσκλήσεις επειδή σου λένε «έλα, αλλά χωρίς αυτό». Δεν είναι οι τρίχες στα σεντόνια, στα ρούχα ή ακόμα και στο φαγητό. Ούτε το να σφουγγαρίζεις το πάτωμα ξανά και ξανά, ξέροντας πως σε μισή ώρα θα είναι το ίδιο. Δεν είναι οι λογαριασμοί στον κτηνίατρο, ούτε ο φόβος μην κάτι σου ξεφύγει. Δεν είναι η απώλεια λίγης ελευθερίας – γιατί πλέον η ελευθερία είναι «εμείς». Και δεν είναι ότι η καρδιά σου δεν είναι πια μόνο δική σου… Όλα αυτά είναι αγάπη, όλα αυτά είναι ζωή, όλα αυτά τα διάλεξες εσύ. Το πιο δύσκολο έρχεται αργά – σαν εκείνον τον πόνο στα κόκαλα που νιώθεις με την αλλαγή του καιρού. Σαν τον αθηναϊκό χειμωνιάτικο αέρα, που στην αρχή τον αντέχεις, αλλά σιγά σιγά σε διαπερνά. Κι έρχεται η στιγμή που απλά καταλαβαίνεις: δεν μπορεί πια όπως πριν. Προσπαθεί… αλλά δεν μπορεί. Έρχεται τρέχοντας, όπως παλιά… αλλά δεν είναι το ίδιο. Τα μάτια του ακόμα ψάχνουν εσένα, όμως βαθιά μέσα τους λάμπει μια κουρασμένη φλόγα που σου ψιθυρίζει: «Είμαι εδώ, αλλά κάθε μέρα μου είναι λίγο πιο δύσκολη». Και θυμάσαι πώς ήταν. Και τον βλέπεις όπως είναι τώρα – δικός σου, απόλυτα παραδομένος στην εμπιστοσύνη του. Σε πίστεψε πάντα: πως θα ήσαι εκεί, πως θα τον βοηθήσεις, πως θα τον σώσεις. Και το έκανες. Μα τώρα δεν μπορείς να τον σώσεις από το γήρας. Το πιο οδυνηρό είναι να ξέρεις πως για εσένα ήταν απλώς παρηγοριά… ενώ για εκείνον ήσουν τα πάντα: όλη του η ζωή, όλος του ο ουρανός, όλη του η ελπίδα. Κι εσύ δεν είσαι έτοιμος. Δεν είσαι έτοιμος να τον αφήσεις. Δεν είσαι έτοιμος να βλέπεις να σβήνει αυτός που σου έμαθε να αγαπάς χωρίς μέτρο. Κι ύστερα έρχεται η σιωπή. Η βαριά σιωπή. Το άδειο σημείο στο μαξιλάρι. Το μπολ που δεν θα γλείψει πια κανείς. Και η καρδιά σου – κομμάτια. Κι όμως, ξαναβγαίνεις έξω. Αλλά αυτή τη φορά χωρίς εκείνον. Και πιάνεις τον εαυτό σου να ψιθυρίζει στον άδειο αέρα της Αθήνας: «Έλα, αγόρι μου…» Αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω… θα τον διάλεγα ξανά. Θα διάλεγα τα πάντα: την κούραση, τη στεναχώρια, την αφοσίωση. Γιατί αυτή η αγάπη είναι αληθινή. Να έχεις σκύλο σημαίνει να βάλεις φωτιά στη ζωή σου. Φωτιά που θα σε ζεσταίνει για πάντα, ακόμα κι όταν αυτός λείπει… Γιατί ο σκύλος έχει μόνο μία αποστολή σε αυτόν τον κόσμο: να σου χαρίσει την καρδιά του.
Το πιο δύσκολο στο να ζεις με ένα κουτάβι δεν είναι αυτό που φαντάζονται οι περισσότεροι. Δεν είναι να
Δεν το περίμενα από τον άντρα μου — Άννα, κάτι πρέπει να κάνουμε… — είπε με έναν βαθύ αναστεναγμό η Ειρήνη στο τηλέφωνο. — Τι έγινε πάλι; — απάντησε ανήσυχα η μικρή της αδελφή. Αυτό το τηλεφώνημα την είχε ήδη αγχώσει. Συνήθως επικοινωνούσαν με σύντομα μηνύματα στο viber, αλλά σήμερα η Ειρήνη είχε επιμείνει για τηλεφωνική συνομιλία. — Η μαμά δεν αντέχει πια να μένει μόνη. Αν μιλούσες μαζί της πιο συχνά, θα το ήξερες — σχολίασε με μια δόση επίπληξης η Ειρήνη. — Άντε καλά! Μη μου αρχίζεις πάλι! Πες κατευθείαν τι θες. Τι συμβαίνει; Η Ειρήνη ξαναναστέναξε — ήταν τυπικό της μικρής να τσιτώνει για κάθε παρατήρηση, ειδικά τώρα που για χρόνια έδειχνε πόσο ανεξάρτητη νιώθει. — Να σου θυμίσω ότι η μαμά έφτασε τα 73. Η πίεσή της όλη την ώρα χτυπάει κόκκινο, όλο αδυναμία έχει. Με το ζόρι φτιάχνει φαγητό και κρατάει καθαρό το σπίτι — είπε υπομονετικά η μεγάλη αδελφή. — Για να μη μιλήσω πως δεν μπορεί να πάει ούτε μέχρι το φούρνο για ψωμί. Ευτυχώς που η γειτόνισσα, η κυρία Νίνα, της φέρνει κάτι τις. — Θες να πεις ότι η μαμά πεινάει; — ανησύχησε η Άννα. — Όχι, βέβαια! Κάθε δύο βδομάδες πάω και της φέρνω ό,τι χρειάζεται. Δεν είναι αυτό το θέμα. Πλέον, η μαμά δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς βοήθεια. Κι αν πέσει και χτυπήσει; Πώς θα την φροντίσουμε μετά με τα κιλά που έχει; Οι αδελφές σώπασαν. Η Ελένη ήταν πάντα στρουμπουλή και τώρα είχε βάλει κι άλλα κιλά. Παρότι είχε θέματα υγείας, της άρεσε να τρώει και στενοχωριόταν αν της έλεγαν τίποτα για δίαιτες. — Κι από μοναξιά πάει να βάλει τα κλάματα μόλις φεύγω. Παραπονιέται πως όλοι την άφησαν — συνέχισε η Ειρήνη. — Όλο αυτό δεν αντέχεται πια. — Δηλαδή, τι προτείνεις;— ρώτησε η Άννα. Η Ειρήνη πήρε βαθιά ανάσα — όλο και πιο δύσκολη γινόταν η συζήτηση με τα χρόνια. — Προτείνω να μετακομίσεις εσύ σε αυτήν. — Χα! Γιατί δεν πας εσύ μαμάς; Να μαντέψω; Έχεις τον Φωτάκη σου, τον άντρα σου, και τον θετό σου γιο που τον έχεις σαν μωρό-ενήλικα, ε; Έτσι είναι; — Άννα, πάλι τα ίδια λες; — Τα λέω γιατί εσύ πάντα αποφασίζεις για όλους! Εγώ δεν σε νοιάζω καθόλου!— άρχισε να φωνάζει η Άννα. Η Ειρήνη εκνευρίστηκε επίσης: — Όταν η μαμά έτρεχε για σένα και τη Μάγδα, ή όταν σε βοηθούσε στη δύσκολη εποχή σου, τότε σου φαινόταν μια χαρά;! Δεν παραπονιόσουν! Η Άννα σώπασε. Ήξερε ότι η αδελφή της έλεγε αλήθεια — όλα η μαμά τα είχε κάνει, όταν ο γάμος της διαλύθηκε και με ένα παιδί έπρεπε να βγάζει πέρα μόνη. Όλη η βοήθεια τότε ήταν βάλσαμο, αλλά τώρα δεν άντεχε να της το χτυπούν συνέχεια στη μούρη. Η πεθερά κράτησε το λόγο της και δεν τις ενόχλησε ως την ενηλικίωση της εγγονής. Μετά τις ζήτησε να φύγουν. Τότε η Μάγδα σπούδαζε Θεσσαλονίκη και η Άννα αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή της, να πάει για δουλειά στην Αθήνα. Τώρα ζούσε σε νοικιασμένο διαμέρισμα στα Μεσόγεια, έπιανε δουλειές όπου έβρισκε — μετά τα 40 δεν είναι εύκολο… Αλλά δεν ήθελε με τίποτα να γυρίσει στο χωριό. — Εσύ δεν ξέρεις τι θα πει να μεγαλώνεις μόνη παιδί! — απάντησε δηκτικά. — Κάτσε να το ζήσεις κι εσύ, και μετά κρίνε! Η μεγάλη σώπασε. Η δική της ζωή είχε πάει καλύτερα — καλές σπουδές, σταθερή δουλειά λογίστρια στην περιφέρεια, προσδοκίες για „σωστό” γάμο. Μα οι άντρες που γνώριζε όλο και κάτι τους έλειπε — χρήματα, μυαλό, σοβαρότητα. Μόνο στα 39 της γνώρισε τον Φώτη — τρία χρόνια μεγαλύτερος, χήρος με γιο δεκάχρονο. Ο Φώτης, μάστορας για τα πάντα, δεν έπινε, ήταν σκληροτράχηλος, αλλά καλόκαρδος. Η Ειρήνη, τον αγάπησε τρελά. Δεκατέσσερα χρόνια γάμου, πάντα τους είχε στην προτεραιότητα, κι ο θετός γιος την αγάπησε. Ήθελε και δικό της παιδί, αλλά δεν έτυχε. — Εγώ ήθελα να πάρω τη μαμά να μείνει μαζί μας, — είπε τελικά η Ειρήνη, με φωνή βραχνή, — αλλά ούτε να το ακούει. — Και ο αντρούλης σου, ο Φωτάκης, δεν έχει πρόβλημα να φιλοξενήσετε την πεθερά στο διαμέρισμα των δύο δωματίων; — ειρωνεύτηκε η Άννα. — Ή πάλι δεν τον ρώτησες, ε; Ήξερες ότι η μαμά θα αρνιόταν; — Άννα! Σταμάτα! Μιλάμε σοβαρά τώρα! — Δεν έχει νόημα, — είπε η μικρή και το έκλεισε. Η Ειρήνη έμεινε να κοιτά το κινητό. Το καλύτερο θα ήταν να πάει η Άννα στην μαμά. Θα βοηθούσε κι εκείνη όπου μπορούσε — με τρόφιμα, χρήματα. Κι η Άννα θα 'βρισκε και τηλε-εργασία, αφού στο χωριό έχει καλό ίντερνετ. Αλλά η Άννα δεν ήθελε να της κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Πάντα το καλομαθημένο παιδί έμενε καλομαθημένο. Μια μέρα μετά, η Άννα της έστειλε: «Μίλησα με τη μαμά. Μου είπε είναι καλά, δεν χρειάζεται βοηθό. Σταμάτα να κάνεις δράμα». Η Ειρήνη ούτε απάντησε. Τι να αποδείξεις; Η Άννα μιλά στη μαμά μία φορά τον μήνα, κι αυτή δεν παραπονιέται για να μη την πικράνει. Η Ειρήνη τα ακούει όλα, χάνει τον ύπνο της. Ακόμα κι ο Φώτης, που δεν πολυδίνει σημασία, τη ρώτησε αν της συνέβη κάτι. Σκεφτόταν «Τι να πω στον άντρα μου; Δεν χρειάζεται να τον φορτώσω κι αυτόν». Να προσλάβει γυναίκα για τη μαμά; Πού να βρει τόσα λεφτά; — Έλεος τώρα! — Ο Φώτης ακούμπησε δυνατά το ποτήρι τσάι. — Εδώ τρεις μήνες δεν είσαι καλά. Πες μου, τι συμβαίνει; Η Ειρήνη λύγισε, συγκρατήθηκε και του εξήγησε. — Γιατί δεν μου είπες ότι η μαμά σου δεν είναι καλά; — την κοίταξε στα μάτια. — Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω… — ψέλλισε με σκυμμένο κεφάλι. Μάλλον τζάμπα του τα είπε όλα. Ούτε που τα χρειάζεται αυτά ένας άντρας… — Κατάλαβα, — σηκώθηκε. — Σε ευχαριστώ για το φαγητό. Θα κοιμηθώ. Ούτε ειδήσεις δεν είδε. Τώρα τι θα γίνει; Η Ειρήνη δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, και το πρωί άργησε να ξυπνήσει. Το Σάββατο δεν δουλεύει, αλλά στον Φώτη φροντίζει να έχει πάντα έτοιμο πρωινό. Όμως ο άντρας της την περίμενε ήρεμος στην κουζίνα. — Ξύπνησες; — της είπε ήρεμα, κι ας ήταν σοβαρός. — Ναι, Φώτη! Σε λίγο σου φτιάχνω πρωινό! — είπε τρέχοντας. — Κάτσε, πρέπει να μιλήσουμε. Η Ειρήνη κάθισε προσεκτικά. — Το σκέφτηκα. Πρέπει να βοηθήσουμε τη μάνα σου. Δεν αφήνεις έτσι τους γέρους. Εγώ τη δική μου δεν την πρόλαβα… Αποφάσισα: πάμε να μείνουμε στο χωριό μαζί της. Βρήκα ήδη δουλειά σ’ έναν ντόπιο αγρότη, και για σένα θα βρούμε σίγουρα κάτι. Η Ειρήνη έμεινε άφωνη. — Φώτη… Είσαι σίγουρος; — Παντελώς. Ή μήπως ξέχασες πώς η κυρά-Ελένη αγκάλιασε τον Βασίλη, τον γιο μου, κάθε καλοκαίρι και μ’ έβαζε σπίτι της σαν βασιλιά; Δεν ξεχνάω τίποτα, Ειρήνη. Και μεταξύ μας, χρόνια το ήθελα να μείνω στην επαρχία. Αν, φυσικά, δεν έχει αντίρρηση κι η κυρά-Ελένη. Η Ειρήνη κοίταζε τον άντρα της με μάτια γουρλωμένα. Αυτό πραγματικά δεν το περίμενε απ’ τον Φωτάκη της. Μήπως ονειρευόταν; — Κι ο Βασίλης; — ρώτησε. — Ο Βασίλης; — απόρησε ο Φώτης. — Στέκων άντρας, δουλειά έχει, μόρφωση έχει. Μάλλον χαρούμενος θα είναι να του αφήσουμε το διαμέρισμα! — Φωτάκη! — Τον αγκάλιασε χωρίς να την νοιάζει αν του αρέσουν οι αγκαλιές. Κι εκείνος αυτή τη φορά δεν την έσπρωξε. Μόνο της χάιδεψε τους ώμους: — Έλα τώρα… Όλα θα πάνε καλά. Κι εκείνη το ήλπιζε πραγματικά…
Δεν το περίμενα από τον άντρα μου Μαρία μου, κάτι πρέπει να κάνουμε αναστέναξε η Ελευθερία μιλώντας στο κινητό.
Οι συγγενείς του άντρα μου ξέχασαν να με συγχαρούν για τα 40ά μου γενέθλια – κι εγώ απάντησα όπως έπρεπε: Η δεκαετία που άλλαξε τις οικογενειακές μας ισορροπίες, ένα ανεκπλήρωτο τραπέζι και ένα ημερολόγιο-έκπληξη στη θέση της… ομελέτας!
Πώς και το τηλέφωνο δεν χτυπάει όλο το βράδυ; Λες να έχει πρόβλημα η γραμμή ή μήπως μπέρδεψαν τις μέρες;