– Δεν σας αρέσει που θέλω να φτιάξω τη δική μου οικογένεια; Έφυγα από κοντά σας, ξεκίνησα τη ζωή μου απ’ την αρχή, κι εσείς ήρθατε και πάλι τα ίδια… – Ζήνα, μην αγχώνεσαι τόσο! Καταλαβαίνω πως στην επαρχία, για μια κοπέλα της πόλης σαν εσένα, θα είναι δύσκολα. Αλλά θα σε βοηθήσω! – την καθησύχαζε ο Δημήτρης. – Ξέρω τι κάνω. Θα τα καταφέρω μόνος μου. Αρκεί να είσαι δίπλα μου! Η Ζήνα ήταν σε δίλημμα. Γιατί να ερωτευτώ αγρότη; Και μάλιστα έτσι; Μέχρι που να τρέμω στα πόδια μου! Είχε ήδη κλείσει τα εικοσιοκτώ και πέτυχε στη δουλειά της, ενώ ο τριαντάρης Δημήτρης είχε μεγάλη οικογένεια και το δικό του σπίτι στο χωριό, κοντά στην πόλη. Γνωρίστηκαν σε ένα λούνα παρκ όπου ο Δημήτρης βρέθηκε τυχαία ενώ η μαμά του ψώνιζε κι εκείνη την είχαν πάρει παρέα οι φίλες της. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, άρχισαν να μιλούν, και ο Δημήτρης προσπαθούσε διαρκώς να την εντυπωσιάζει: πήγαινε στην πόλη να τη βλέπει, ήταν ευγενικός και καλός, γι’ αυτό και η Ζήνα τον ερωτεύτηκε. Κι επιπλέον, σε αντίθεση με άλλους που είχε γνωρίσει, ήταν ειλικρινής, ανοιχτός κι αληθινός! Έπειτα της έκανε πρόταση γάμου κι εκείνη δέχτηκε. – Λοιπόν, κόρη μου, δοκίμασέ το. Ο Δημήτρης είναι αγροτόπαιδο, δουλευταράς και καλό παιδί – συμφώνησε η μαμά. – Άμα δεν πετύχει, γυρνάς πίσω, στην πόλη. Η Ζήνα δεν είχε τίποτα να χάσει. Δούλευε εξ αποστάσεως, πλέον επιτρεπόταν στον χώρο της. Και εξάλλου, δεν είναι καμιά δεκαοχτάρα, και λένε πως το χωριό έχει και καθαρό αέρα! Μόνο που… – Δημήτρη, και σε τι ακριβώς θα πάω εκεί; – ρώτησε η Ζήνα. – Ως αρραβωνιαστικιά μου. Και του χρόνου κάνουμε γάμο και πάμε διακοπές, μόλις μαζέψω λεφτά να μην ανησυχούμε γι’ αυτά – είπε, λίγο ντροπαλά, ο Δημήτρης. – Ξέρω ότι έχεις μάθει στα καλύτερα. Όλα έμοιαζαν σωστά, αλλά κάτι την άγχωσε. Δεν ήξερε τι ακριβώς, και αποφάσισε να το ζήσει! Έτσι, παίρνοντας μια βδομάδα άδεια και ετοιμάζοντας βαλίτσες, κλείδωσε το διαμερισμάκι της – το οποίο είχε δουλέψει τόσα χρόνια για να αποκτήσει – και έφυγε με το αυτοκίνητό της για το χωριό, όπου την περίμενε ο Δημήτρης. Το πρώτο βράδυ στο χωριό της άρεσε. Καλοκαιρινή ζέστη, πότισαν μαζί τον μικρό κήπο, ετοίμασαν δείπνο, γενικώς όλα γίνονταν γρήγορα, παρέα. – Αγάπη μου, έρχονται οι γονείς μου! – της λέει ενθουσιασμένος ο Δημήτρης, γυρνώντας νωρίτερα από τη δουλειά Παρασκευή απόγευμα. – Γιατί; – σαστισμένη η Ζήνα. – Να σε γνωρίσουν και να μας βοηθήσουν. Και θα έρθει και ο αδερφός μου με τη γυναίκα του – δήλωνε ταραγμένος ο Δημήτρης. – Για πολύ; – ρώτησε φοβισμένη η Ζήνα. – Ελπίζω πως όχι! – της χαμογέλασε καθησυχαστικά ο Δημήτρης. – Αλλά μη φοβάσαι, θα τα καταφέρουμε. Αυτά τα λόγια την άγχωσαν περισσότερο. – Μην αγχώνεσαι, κορίτσι μου. Σκέψου το σαν δοκιμασία – αστειευόταν η μαμά της στην άλλη άκρη της γραμμής. – Ό,τι κι αν γίνει, πάντα θα έχεις κάπου να γυρίσεις! Να κάνεις ό,τι σε βολεύει εσένα. Αυτοί θα συνηθίσουν, ή όχι – πρόβλημα του Δημήτρη. “Καλά! Εξάλλου, δεν είμαι ούτε καν παντρεμένη ακόμα!” – ηρέμησε η Ζήνα. Δεν θα με φάνε, δηλαδή! Όταν όλα ήταν έτοιμα για το τραπέζι, άκουσε το αυτοκίνητο να φτάνει στο σπίτι. – Ήρθαν! – φώναξε ο Δημήτρης. Βγήκαν να υποδεχτούν τους συγγενείς. – Καλώς την καινούρια νύφη! – είπε η μαμά του, μια μεγαλόσωμη γυναίκα με κοντά, σκούρα μαλλιά και πυκνές βλεφαρίδες, αγκάλιασε το γιο και χαμογέλασε αμήχανα στη Ζήνα. Ένα εξίσου μεγαλόσωμο άντρας τους χαιρέτησε, ενώ ο αδερφός με χιούμορ τη σύστησε στη γυναίκα του, την Ολγα, μια ξανθιά κοπέλα, που κοίταξε με ζήλεια τη νέα, εντυπωσιακή Ζήνα. Στο τραπέζι η ατμόσφαιρα δεν άργησε να γίνει τεταμένη, με ειρωνικά σχόλια και παρεξηγήσεις∙ η Ολγα δε δίστασε να σχολιάσει το όνομά της Ζήνας («Όπως και η αγελάδα μας!») και να την προσβάλει. Όμως η Ζήνα δε μάσησε, και το χιούμορ της μπέρδεψε τους πάντες – εκτός από την Ολγα, που φούντωσε. Ο Δημήτρης υπερασπίστηκε ανοιχτά την αγαπημένη του. Στο τέλος της βραδιάς και μετά από πολλά καβγαδάκια, ο Δημήτρης μάζεψε το θάρρος: – Δεν σας αρέσει που προσπαθώ να χτίσω τη δική μου οικογένεια; Έχασα το μυαλό μου ε; Αλλά εγώ γι’ αυτό αγωνίζομαι! Εσείς, αν θέλετε να με αγαπάτε, να μάθετε να σέβεστε τις επιλογές μου! Η μαμά του, πληγωμένη, σηκώθηκε να φύγει. Ο πατέρας και ο αδερφός του στάθηκαν στο πλευρό του. Τελικά, η Ζήνα κι ο Δημήτρης έμειναν μαζί, συνεχίζοντας να παλεύουν ο ένας για τον άλλον. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι η μαμά του και η Ολγα την αγάπησαν, αλλά οι ισορροπίες άλλαξαν και κανείς πια δεν τολμούσε να την προσβάλει. Κι έτσι, ζώντας στο χωριό και αγαπώντας ο ένας τον άλλον κάθε μέρα, δεν φοβούνταν πια ούτε τις απρόσκλητες επισκέψεις, ούτε τη γκρίνια! – Δεν σας αρέσει που θέλω τη δική μου οικογένεια; Έφυγα για να φτιάξω τη ζωή μου, κι ήρθατε και πάλι τα παλιά: Η ιστορία μιας γυναίκας της πόλης στη σύγχρονη ελληνική επαρχία και το πείσμα να βρει την ευτυχία, παρά τις οικογενειακές συγκρούσεις και τις παραδοσιακές πιέσεις.

Δεν σου αρέσει που θέλω τη δική μου οικογένεια; Έφυγα απ το σπίτι σας, άρχισα να φτιάχνω τη ζωή μου, κι εσείς ήρθατε και πάλι τα ίδια!
Αλεξάνδρα, μην αγχώνεσαι τόσο! Καταλαβαίνω ότι, σαν κορίτσι της Αθήνας, το χωριό θα σου φανεί βουνό. Μα θα βοηθήσω εγώ! επέμενε ο Πέτρος. Ξέρω τι κάνω. Θα τα καταφέρω μόνος μου. Μονάχα να σαι δίπλα μου!

Η Αλεξάνδρα, μπερδεμένη.
Γιατί ερωτεύτηκες, κορίτσι μου, έναν χωριάτη έτσι βαθιά; Ώσπου να τρέμουν τα γόνατά σου!

Είκοσι οκτώ πια, καριέρα στα καλύτερά της, κι ο Πέτρος, τριάντα, με μπόλικους συγγενείς και δικό του σπίτι σε χωριό, λίγο έξω απ την Καλαμάτα.

Γνωρίστηκαν τυχαία στο λούνα παρκ της Παραλίας, όταν ο Πέτρος είχε χαθεί στους πάγκους ώσπου η μάνα του ψώνιζε, κι οι φίλες της Αλεξάνδρας την τράβηξαν σχεδόν με το ζόρι για διασκέδαση.

Γνωρίστηκαν, αντάλλαξαν νούμερα, κι έτσι ξεκίνησε η ιστορία. Ο Πέτρος της έκανε όλο εκπλήξεις, ανέβαινε μέχρι Αθήνα να τη δει, πάντα προσεκτικός και δοτικός. Κι η Αλεξάνδρα τα χασε: πού να το βρεις αυτό στην εποχή μας; Ειλικρίνεια, ανοιχτή καρδιά, καλοσύνη.

Και τότε της ζήτησε να παντρευτούν. Κι εκείνη, μετά από σκέψη, είπε το ναι.

Λοιπόν, κόρη μου; Δοκίμασέ το. Ο Πέτρος παιδί του χωριού, εργατικός, καλός. η μάνα της είχε καταλάβει. Δεν πετυχαίνει; Γυρίζεις Αθήνα.

Τί είχε να χάσει η Αλεξάνδρα; Δουλειά εξ αποστάσεως μπορούσε ούτως ή άλλως πια, και δεν ήταν καμιά πιτσιρίκα. Στο χωριό έχεις και καθαρό αέρα, λέγανε. Μόνο που

Πέτρο, σαν τι θα έρθω εκεί; ρώτησε σιγουρεύοντας.

Αρραβωνιαστικιά μου. Μετά έναν χρόνο, γάμος και μέλι-γάλα! Θα έχω μαζέψει ευρώ για να τα χαρείς, να μην αγχωθούμε για λεφτά. κοκκίνισε.

Ξέρω, έχεις μάθει στα καλύτερα.

Όλα σωστά, όμορφα, αλλά κάτι την έκαιγε μέσα της. Τι; Δεν ήξερε, κι είπε να τα παρατήσει όλα και να δοκιμάσει!

Έτσι λοιπόν, μάζεψε βαλίτσα και πήρε άδεια μίας εβδομάδας, κλείδωσε το διαμέρισμά της στου Παπάγου, για το οποίο είχε ματώσει, και κατηφόρισε με το αυτοκίνητό της προς το χωριό, όπου την περίμενε ήδη ο Πέτρος.

Η πρώτη βραδιά στο χωριό της άρεσε.
Μέσα στην κάψα του Ιουλίου, πότισαν γελώντας τον μικρό κήπο, μαγείρεψαν, τα έκαναν όλα μαζί και ταχτοποιήθηκαν γρήγορα.

Αγάπη μου, έρχονται οι γονείς μου! Παρασκευή βράδυ, ήρθε νωρίτερα από συνήθως ο Πέτρος απ τη δουλειά.

Γιατί; ταράχτηκε η Αλεξάνδρα.

Να σε γνωρίσουν, να μας βοηθήσουν. Έρχεται κι ο αδερφός μου με τη γυναίκα του. πήγαινε πάνω-κάτω ανήσυχος.

Για πόσο; ρώτησε διστακτικά.

Ελπίζω λίγο! της είπε και την κοίταξε στοργικά. Θα τα καταφέρουμε, μη σου πέφτει βαρύ.

Τώρα πια η Αλεξάνδρα είχε άγχος.

Μη φοβάσαι, κορίτσι μου. Σκέψου το σαν δοκιμασία λέω εγώ. Άμα δεν σ αρέσει, γυρνάς. Σπίτι έχεις. της είπε η μαμά της στο τηλέφωνο. Κάνε ό,τι σε βολεύει. Ας συνηθίσουν εκείνοι. Αλλιώς, πρόβλημά τους. Του Πέτρου, βασικά.

«Σωστά. Και τι δηλαδή; Ούτε που παντρευτήκαμε ακόμη!», αναθάρρησε λίγο η Αλεξάνδρα. Δεν θα τη φάνε, δηλαδή.

Ετοίμαζε το τραπέζι όταν άκουσε αυτοκίνητο να σταματάει μπροστά στην αυλή.

Ήρθανε! μπήκε ο Πέτρος στην κουζίνα.
Βγήκαν να τους υποδεχθούν.

Καλώς τη νύφη! μια μεγαλόσωμη γυναίκα με κοντά σκούρα μαλλιά, έντονα φυσικά φρύδια και βλεφαρίδες, χαμογέλασε στραβά και αγκάλιασε τον γιο της.

Δίπλα της, ένας γεροδεμένος κύριος με κοιλίτσα, χαιρέτησε απλά την Αλεξάνδρα.

Ο αδερφός, ψηλός και γελαστός, την καλωσόρισε, ενώ η σύζυγός του, νέα ξανθιά με πρόσωπο φωτεινό, κοίταξε την Αλεξάνδρα με σχετική ζήλια και γύρισε να μιλήσει στον άντρα της:

Έλα να βοηθήσεις! του φώναξε και πήγε προς το αυτοκίνητο.

Η Αλεξάνδρα προσκάλεσε όλους στο τραπέζι, ελπίζοντας να σπάσει ο πάγος. Στη μαγειρική το χε άλλωστε!

Ω, χρυσαυγή μου, έκανες κόπο, μπράβο, είπε η Θάλεια, η πεθερά της.

Ο πατέρας, ο κύριος Μανώλης, έγνεψε καταφατικά.

Τι είναι αυτό; Κοτόπουλο; Ποιος το μαγειρεύει έτσι; αγανακτούσε η Έλενα, η νύφη-ξαδέλφη. Ό,τι να ναι φτιάχνεις κι από τ άλλο εσύ!

Δε λες καλά, βρε; Πολύ νόστιμο, μπράβο, αντέδρασε ο Βασίλης.

Εσένα να γεμίσει το στομάχι σου, τί σε νοιάζει, ανταπάντησε ειρωνικά η Έλενα και πέταξε επιδεικτικά το πιρούνι.

Ο Πέτρος κοίταξε στενοχωρημένος την Αλεξάνδρα.
Έλενα, λίγος σεβασμός! Και μη ζηλεύεις τόσο φανερά! Η Αλεξάνδρα κουράστηκε, είπε αυστηρά.

Και ποιος διάλεξε αυτό το όνομα; Σαν την αγελάδα μας, κι αυτή Αλεξάνδρα είναι! είπε δηκτικά η Έλενα.
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε αμήχανα.

Τι έπαθες; ρώτησε ήσυχα ο Πέτρος.

Της φίλης μου το ινδικό χοιρίδιο το λένε Έλενα, απάντησε χαμηλόφωνα η Αλεξάνδρα.
Όμως το άκουσαν όλοι.

Η Θάλεια την κοιτούσε άγρια, οι άντρες προσπαθούσαν να μη γελάσουν, ενώ η Έλενα αναψοκοκκίνισε.

Ποια νομίζεις ότι είσαι; έχασε την ψυχραιμία της.

Ε, μα εσύ το κάνεις. Είπα να μιλήσω με τον τρόπο που επικοινωνείς, απάντησε ψύχραιμα η Αλεξάνδρα.

Ο Βασίλης κοιτούσε γοητευμένος την αρραβωνιαστικιά του αδερφού του.

Εγώ είμαι η γυναίκα του Βασίλη, παντρεμένη! Εσύ; Συγκατοικείς! πέταξε η Έλενα, όσο η Θάλεια την επικροτούσε με το βλέμμα.

Τουλάχιστον έχω τρόπους, και σαν πάω κάπου, προσέχω είπε η Αλεξάνδρα.

Δεν ήρθα σ εσένα! νίκησε η ξανθιά με κρύο χαμόγελο.

Ούτε εγώ σε κάλεσα, αποκρίθηκε ο Πέτρος μ αγανάκτηση. Πόσο θα μείνετε τελικά;

Απόλυτη σιγή. Όλοι κοίταξαν αποσβολωμένοι τον οικοδεσπότη.

Μόλις μάθουμε στη δεσποινίδα τα μυστικά της ζωής στο χωριό, φεύγουμε, είπε η Θάλεια σαρκαστικά.

Μη σας απασχολεί, μαμά. Και μόνοι μας τα καταφέρναμε μια χαρά, είπε ο Πέτρος.

Ναι, κρέμασες τη τεμπέλα στο λαιμό και κάθεσαι πάνω της, συνέχισε η Έλενα.

Για τεμπελιά, ρωτήστε αλλού. απάντησε ο Πέτρος. Τώρα, αγαπητοί επισκέπτες, ευχαριστώ για το δείπνο, πηγαίνετε να ξεκουραστείτε.

Ο Πέτρος έπιασε το χέρι της Αλεξάνδρας κι άρχισαν να μαζεύουν παρέα το τραπέζι, κάτω από τα παράξενα βλέμματα.

Η Αλεξάνδρα σκέφτηκε πόσο σημαντικό είναι να χεις έναν άντρα δίπλα σου που σε στηρίζει. Κι ότι, ό,τι κι αν γίνει, πάντα θα έχει πού να πάει πίσω.

Το Σαββατιάτικο πρωινό δεν ξεκίνησε ιδανικά.

Τι κοιμόμαστε έτσι; Εδώ στο χωριό μετά τις οχτώ ούτε γάτα δεν κοιμάται! Κι ο καφές πού είναι; όρμησε αγριεμένη η Θάλεια.

Η Αλεξάνδρα κοίταξε το κινητό, ήταν οκτώ το πρωί.

Θάλεια, όλα τα υλικά είναι στο ψυγείο ψιθύρισε κάτω απ την κουβέρτα η Αλεξάνδρα. Να ντυθώ πρώτα;

Α, τι νάζια είναι αυτά κυρά μου; Να το φτιάξεις πρέπει, πάμε! φώναξε η Θάλεια και βγήκε χτυπώντας δυνατά την πόρτα.

Η Αλεξάνδρα ετοιμάστηκε και κατέβηκε.

Ξύπνησες, χαρά μου; Για πρωινό το φτιάχνω εγώ την καλοδέχτηκε ο Πέτρος.

Άμα δεν ξυπνούσα εγώ, ακόμα θα κοιμόταν, πετάχτηκε η Θάλεια.

Μαμά, γιατί ήρθες στο δωμάτιό μας; απόρησε ο Πέτρος.

Μια μας έλειπε αδέξια, τώρα έχουμε και τεμπέλα! είπε η Έλενα.

Εσένα ρώτησε κανείς; απάντησε κοφτά η Αλεξάνδρα.

Ε, έτσι είναι στο χωριό! Άμα φέρεις αγελάδα, έξι το πρωί άρμεγμα! συνέχισε η ξανθιά.

Δεν σκοπεύουμε για αγελάδα, απάντησε ο Πέτρος.

Ξέρω, γιατί η Αλεξάνδρα δεν ξέρει να αρμέγει! Και ούτε σηκώνεται νωρίς! Εμ, τι να σου κάνει; γέλασε η Έλενα.

Εσύ ξέρεις δηλαδή; γέλασε κι ο Πέτρος.

Από τότε που μπήκε η Αλεξάνδρα στη ζωή σου έγιναν όλα χάλια! προσπαθούσε να πει η Θάλεια.

Πάψε, μαμά! φώναξε ο Πέτρος.

Δεν μπορείς να δεχτείς ότι θέλω δική μου οικογένεια; Έφυγα, έφτιαξα ζωή, κι ήρθατε πάλι να με πνίξετε! άστραψε ο Πέτρος.

Παιδί μου, σ έχει τυλίξει! Όλα τα λεφτά σου τρώει! θρηνούσε η Θάλεια.

Μαμά, η Αλεξάνδρα δουλεύει και βγάζει τα δικά της! Εγώ μαζεύω για το γάμο! Θέλετε το καλό μου; Τότε γυρίστε σπίτια σας! Κι εδώ μόνο με πρόσκληση! Ειδικά η Έλενα.

Όσο προσπαθούσαν να χωνέψουν το σοκ της επίθεσης, ο Πέτρος πήγε την Αλεξάνδρα στο δωμάτιο κι επέστρεψε στους γονείς και τον αδερφό, που ετοίμαζαν τα πράγματά τους.

Ή εγώ, ή αυτή! ούρλιαξε η Θάλεια.

Την Έλενα όμως την κρατάτε, είπε πικρά ο Πέτρος.

Σιγά μη συγκριθώ εγώ με μια τέτοια! ειρωνεύτηκε η Έλενα.

Ο πατέρας και ο Βασίλης έβλεπαν σιωπηλά.

Λοιπόν; πίεσε η Θάλεια.

Εγώ διαλέγω την ευτυχία μου! απάντησε με σιγουριά ο Πέτρος.

Δεν έχεις πια γιο! βρόντηξε η Θάλεια και έφυγε μαζί με την Έλενα.

Ο κύριος Μανώλης έγνεψε στην Αλεξάνδρα εμψυχωτικά: «Εμείς είμαστε μαζί σας! Τη μαμά αφήστε τη σ εμένα.»

Ο Βασίλης αγκάλιασε τον Πέτρο, «Κράτα την ευτυχία σου! Κι εμείς θα τα βρούμε μόνοι μας!»

Έφυγαν όλοι.

Η Αλεξάνδρα ένιωσε άβολα, αλλά κατάλαβε επιτέλους ότι ο Πέτρος δεν αστειεύεται. Τα έκαναν όλα μαζί, στάθηκαν δίπλα ο ένας στον άλλο.

Όμως, τι γίνεται πίσω, στην πατρική τους οικογένεια;

Μαμά, Έλενα! Σας φέραμε αγελάδα! αστειεύτηκε μια μέρα ο Βασίλης.

Μας δουλεύεις; απόρησε η Θάλεια.

Κάθε πρωί να αρμέγεις, Έλενα. Έτσι δεν μάθαινες τα άλλα κορίτσια; την πείραξε.

Όχι και τέτοια αστεία! φώναξε η Έλενα.

Α, και κάθε μέρα πρωινό στις επτά, μάλιστα ό,τι φτιάχνει ένας νοικοκύρης στο χωριό, συμπλήρωσε ο Μανώλης πανηγυρικά.

Κι έτσι, ό,τι ακούει ο κόσμος, το περνάει και ο ίδιος κάποια μέρα.

Η Θάλεια κατάλαβε ότι είχε φερθεί κάπως άδικα στην Αλεξάνδρα και τελικά, τα βρήκε με τον Πέτρο, αν και ακόμη απέφευγε να τους επισκέπτεται.

Όμως ο Πέτρος επιτέλους έκανε επίσημη πρόταση στην Αλεξάνδρα κι ο γάμος στήθηκε με όλη την Καλαμάτα να γλεντάει.

Δεν μπορώ να πω πως η Θάλεια κι η Έλενα αγάπησαν ξαφνικά τη νέα νύφη, αλλά τουλάχιστον το βουλώνουν πια. Είναι πιο ασφαλές.

Η Αλεξάνδρα είναι ευτυχισμένη. Ό,τι και να ρθει, ξέρει ότι μαζί μ αυτόν τον άνθρωπο, όλα μπορούν να τα νικήσουν. Και καμιά ξαφνική εισβολή δεν τους τρομάζει πια.

Σήμερα, τελειώνοντας αυτό το ημερολόγιο, κατάλαβα πόσο πολύ αξίζει να παλεύεις για την ευτυχία σου κι ότι μονάχα όταν μένεις ο εαυτός σου και βάζεις τα όριά σου, μπορείς να έχεις τη δική σου ζωή. Στο τέλος της μέρας, αυτή είναι η δική μας πατρίδα: η οικογένεια και η αγάπη που διαλέγουμε.

Oceń artykuł
– Δεν σας αρέσει που θέλω να φτιάξω τη δική μου οικογένεια; Έφυγα από κοντά σας, ξεκίνησα τη ζωή μου απ’ την αρχή, κι εσείς ήρθατε και πάλι τα ίδια… – Ζήνα, μην αγχώνεσαι τόσο! Καταλαβαίνω πως στην επαρχία, για μια κοπέλα της πόλης σαν εσένα, θα είναι δύσκολα. Αλλά θα σε βοηθήσω! – την καθησύχαζε ο Δημήτρης. – Ξέρω τι κάνω. Θα τα καταφέρω μόνος μου. Αρκεί να είσαι δίπλα μου! Η Ζήνα ήταν σε δίλημμα. Γιατί να ερωτευτώ αγρότη; Και μάλιστα έτσι; Μέχρι που να τρέμω στα πόδια μου! Είχε ήδη κλείσει τα εικοσιοκτώ και πέτυχε στη δουλειά της, ενώ ο τριαντάρης Δημήτρης είχε μεγάλη οικογένεια και το δικό του σπίτι στο χωριό, κοντά στην πόλη. Γνωρίστηκαν σε ένα λούνα παρκ όπου ο Δημήτρης βρέθηκε τυχαία ενώ η μαμά του ψώνιζε κι εκείνη την είχαν πάρει παρέα οι φίλες της. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, άρχισαν να μιλούν, και ο Δημήτρης προσπαθούσε διαρκώς να την εντυπωσιάζει: πήγαινε στην πόλη να τη βλέπει, ήταν ευγενικός και καλός, γι’ αυτό και η Ζήνα τον ερωτεύτηκε. Κι επιπλέον, σε αντίθεση με άλλους που είχε γνωρίσει, ήταν ειλικρινής, ανοιχτός κι αληθινός! Έπειτα της έκανε πρόταση γάμου κι εκείνη δέχτηκε. – Λοιπόν, κόρη μου, δοκίμασέ το. Ο Δημήτρης είναι αγροτόπαιδο, δουλευταράς και καλό παιδί – συμφώνησε η μαμά. – Άμα δεν πετύχει, γυρνάς πίσω, στην πόλη. Η Ζήνα δεν είχε τίποτα να χάσει. Δούλευε εξ αποστάσεως, πλέον επιτρεπόταν στον χώρο της. Και εξάλλου, δεν είναι καμιά δεκαοχτάρα, και λένε πως το χωριό έχει και καθαρό αέρα! Μόνο που… – Δημήτρη, και σε τι ακριβώς θα πάω εκεί; – ρώτησε η Ζήνα. – Ως αρραβωνιαστικιά μου. Και του χρόνου κάνουμε γάμο και πάμε διακοπές, μόλις μαζέψω λεφτά να μην ανησυχούμε γι’ αυτά – είπε, λίγο ντροπαλά, ο Δημήτρης. – Ξέρω ότι έχεις μάθει στα καλύτερα. Όλα έμοιαζαν σωστά, αλλά κάτι την άγχωσε. Δεν ήξερε τι ακριβώς, και αποφάσισε να το ζήσει! Έτσι, παίρνοντας μια βδομάδα άδεια και ετοιμάζοντας βαλίτσες, κλείδωσε το διαμερισμάκι της – το οποίο είχε δουλέψει τόσα χρόνια για να αποκτήσει – και έφυγε με το αυτοκίνητό της για το χωριό, όπου την περίμενε ο Δημήτρης. Το πρώτο βράδυ στο χωριό της άρεσε. Καλοκαιρινή ζέστη, πότισαν μαζί τον μικρό κήπο, ετοίμασαν δείπνο, γενικώς όλα γίνονταν γρήγορα, παρέα. – Αγάπη μου, έρχονται οι γονείς μου! – της λέει ενθουσιασμένος ο Δημήτρης, γυρνώντας νωρίτερα από τη δουλειά Παρασκευή απόγευμα. – Γιατί; – σαστισμένη η Ζήνα. – Να σε γνωρίσουν και να μας βοηθήσουν. Και θα έρθει και ο αδερφός μου με τη γυναίκα του – δήλωνε ταραγμένος ο Δημήτρης. – Για πολύ; – ρώτησε φοβισμένη η Ζήνα. – Ελπίζω πως όχι! – της χαμογέλασε καθησυχαστικά ο Δημήτρης. – Αλλά μη φοβάσαι, θα τα καταφέρουμε. Αυτά τα λόγια την άγχωσαν περισσότερο. – Μην αγχώνεσαι, κορίτσι μου. Σκέψου το σαν δοκιμασία – αστειευόταν η μαμά της στην άλλη άκρη της γραμμής. – Ό,τι κι αν γίνει, πάντα θα έχεις κάπου να γυρίσεις! Να κάνεις ό,τι σε βολεύει εσένα. Αυτοί θα συνηθίσουν, ή όχι – πρόβλημα του Δημήτρη. “Καλά! Εξάλλου, δεν είμαι ούτε καν παντρεμένη ακόμα!” – ηρέμησε η Ζήνα. Δεν θα με φάνε, δηλαδή! Όταν όλα ήταν έτοιμα για το τραπέζι, άκουσε το αυτοκίνητο να φτάνει στο σπίτι. – Ήρθαν! – φώναξε ο Δημήτρης. Βγήκαν να υποδεχτούν τους συγγενείς. – Καλώς την καινούρια νύφη! – είπε η μαμά του, μια μεγαλόσωμη γυναίκα με κοντά, σκούρα μαλλιά και πυκνές βλεφαρίδες, αγκάλιασε το γιο και χαμογέλασε αμήχανα στη Ζήνα. Ένα εξίσου μεγαλόσωμο άντρας τους χαιρέτησε, ενώ ο αδερφός με χιούμορ τη σύστησε στη γυναίκα του, την Ολγα, μια ξανθιά κοπέλα, που κοίταξε με ζήλεια τη νέα, εντυπωσιακή Ζήνα. Στο τραπέζι η ατμόσφαιρα δεν άργησε να γίνει τεταμένη, με ειρωνικά σχόλια και παρεξηγήσεις∙ η Ολγα δε δίστασε να σχολιάσει το όνομά της Ζήνας («Όπως και η αγελάδα μας!») και να την προσβάλει. Όμως η Ζήνα δε μάσησε, και το χιούμορ της μπέρδεψε τους πάντες – εκτός από την Ολγα, που φούντωσε. Ο Δημήτρης υπερασπίστηκε ανοιχτά την αγαπημένη του. Στο τέλος της βραδιάς και μετά από πολλά καβγαδάκια, ο Δημήτρης μάζεψε το θάρρος: – Δεν σας αρέσει που προσπαθώ να χτίσω τη δική μου οικογένεια; Έχασα το μυαλό μου ε; Αλλά εγώ γι’ αυτό αγωνίζομαι! Εσείς, αν θέλετε να με αγαπάτε, να μάθετε να σέβεστε τις επιλογές μου! Η μαμά του, πληγωμένη, σηκώθηκε να φύγει. Ο πατέρας και ο αδερφός του στάθηκαν στο πλευρό του. Τελικά, η Ζήνα κι ο Δημήτρης έμειναν μαζί, συνεχίζοντας να παλεύουν ο ένας για τον άλλον. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι η μαμά του και η Ολγα την αγάπησαν, αλλά οι ισορροπίες άλλαξαν και κανείς πια δεν τολμούσε να την προσβάλει. Κι έτσι, ζώντας στο χωριό και αγαπώντας ο ένας τον άλλον κάθε μέρα, δεν φοβούνταν πια ούτε τις απρόσκλητες επισκέψεις, ούτε τη γκρίνια! – Δεν σας αρέσει που θέλω τη δική μου οικογένεια; Έφυγα για να φτιάξω τη ζωή μου, κι ήρθατε και πάλι τα παλιά: Η ιστορία μιας γυναίκας της πόλης στη σύγχρονη ελληνική επαρχία και το πείσμα να βρει την ευτυχία, παρά τις οικογενειακές συγκρούσεις και τις παραδοσιακές πιέσεις.