Στο Κατώφλι Στεκόταν Ένας Ξένος Ο Βασίλης ήταν ερωτευμένος με τη Γιάννα από το σχολείο. Της έγραφε σημειώματα, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή της με κάθε τρόπο. Όμως στη Γιάννα άρεσε ο Δημήτρης, ο ψηλός ξανθός του βόλεϊ που έπαιζε μαζί της στην ομάδα. Τον αδέξιο Βασιλάκη, που είχε και δυσκολία με τα μαθήματα, δεν τον πρόσεχε καθόλου. Γρήγορα ο Δημήτρης τα έφτιαξε με την Ελένη, συμμαθήτρια από άλλο τμήμα. Μετά το λύκειο, ο Βασίλης προσπάθησε ξανά να κερδίσει τη Γιάννα – μάλιστα της έκανε πρόταση γάμου στη γιορτή αποφοίτησης… Εκείνη όμως απάντησε απότομα: «Όχι!». Ούτε που ήθελε να τον σκέφτεται. Μετά το πανεπιστήμιο, η Γιάννα δούλεψε ως λογίστρια. Το αφεντικό της ήταν γοητευτικός μελαχρινός, δέκα χρόνια μεγαλύτερός της. Η Γιάννα θαύμαζε το επαγγελματισμό του, την εμφάνιση, το μυαλό του. Ανάμεσά τους γεννήθηκαν συναισθήματα. Δεν την ενοχλούσε που εκείνος ήταν παντρεμένος με ένα μικρό παιδί. Ο Βαλέριος έταζε πως θα χωρίσει και πως αγαπά μόνο τη Γιάννα. Πέρασαν χρόνια κι εκείνη συνήθισε να περνάει μόνη σαββατοκύριακα και γιορτές. Περίμενε ακόμη ότι θα χωρίσει και θα ήταν μαζί. Μια μέρα, όμως, είδε τον Βαλέριο με τη γυναίκα του στο σούπερ μάρκετ. Η γυναίκα έγκυος, κι εκείνος τρυφερός της κρατούσε το χέρι. Πήραν τις σακούλες κι έφυγαν για το αυτοκίνητο. Η Γιάννα, με δάκρυα στα μάτια, παρατηρούσε αυτή την ειδυλλιακή σκηνή. Την επόμενη μέρα παραιτήθηκε… Έφτανε Πρωτοχρονιά. Η διάθεσή της ανύπαρκτη. Ούτε για ψώνια, ούτε να στολίσει το σπίτι, ούτε για γιορτή. Μια μέρα, όμως, γυρνώντας σπίτι το βρήκε κρύο – ο λέβητας χάλασε. Η Γιάννα έμενε σε μονοκατοικία. Προσπάθησε να καλέσει τεχνικό. Όλοι όμως ζήταγαν υπέρογκα λεφτά, ειδικά μόλις μάθαιναν πως θα έπρεπε να πάνε έξω, στα προάστια. Απελπισμένη, πήρε τη φίλη της. Ο άντρας της δούλευε σε αυτή τη δουλειά και ίσως να βοηθούσε. Η Λάρισα υποσχέθηκε να του τηλεφωνήσει αμέσως. Δυο ώρες μετά, κάποιος χτύπησε το κουδούνι. Στο κατώφλι στεκόταν ένας ξένος – αλλά προσέχοντας καλύτερα, η Γιάννα αναγνώρισε τον Βασίλη, τον παλιό της συμμαθητή. –Γεια σου, Γιάννα, τι συνέβη εδώ; –Ααα… Πώς το έμαθες; –Το αφεντικό μου είπε να έρθω εδώ, λέει ότι κρυώνεις. Άδειασες το νερό απ’ τα καλοριφέρ για να μην παγώσουν; –Όχι… δεν ξέρω πώς. –Ε, αν είναι δυνατόν, έτσι μπορείς να μείνεις χωρίς θέρμανση. Ευτυχώς δεν έχει πολύ κρύο έξω. Ο Βασίλης άδειασε το νερό, έπαιξε λίγο με τον λέβητα και μετά έφυγε. Σε μια ώρα επέστρεψε με τα απαραίτητα ανταλλακτικά. Γρήγορα, το σπίτι της Γιάννας γέμισε ζεστασιά. Ο Βασίλης έπλυνε τα χέρια του και μετά ρώτησε: –Γιάννα, ο νεροχύτης σου χάνει και το φως τρεμοπαίζει… Τι κάνει ο άντρας σου; –Δεν έχω άντρα… –Αλήθεια; Ακόμα τον ιδανικό περιμένεις; –Ποιος ιδανικός… Δεν έχω κανέναν, – παραδέχτηκε εκείνη. –Και τότε γιατί μου είχες πει όχι; – χαμογέλασε ο Βασίλης. Δεν απάντησε. Αφού έφτιαξε τη βρύση και άλλαξε τη λάμπα, έφυγε. Κι η Γιάννα θυμήθηκε την παιδική της ηλικία, τη νιότη, τον παχουλό συμμαθητή που ήταν πάντα ερωτευμένος μαζί της. Ο Βασίλης είχε αλλάξει πολύ: είχε γίνει ένας ψηλός, γοητευτικός άντρας με καστανά μάτια. Μόνο το χαμόγελό του έμεινε ίδιο. Δεν πρόλαβε καν να τον ρωτήσει αν είναι παντρεμένος. Στις 31 Δεκεμβρίου, κάποιος ξαναχτύπησε το κουδούνι. Η Γιάννα, έκπληκτη, άνοιξε – δεν περίμενε επισκέπτες. Στο κατώφλι στεκόταν ο Βασίλης. Φορούσε καινούριο κοστούμι και κρατούσε ανθοδέσμη. –Γιάννα! Σε ρωτάω ακόμα μια φορά. Θα με παντρευτείς, ή θα περιμένεις το πριγκιπόπουλο μέχρι τα γεράματα; Η Γιάννα ξέσπασε σε δάκρυα και έγνεψε χαρούμενα. Με τη δεύτερη προσπάθεια, η πρόταση έγινε δεκτή…

Στην πόρτα στεκόταν ένας άγνωστος.

Ο Βασίλης ήταν ερωτευμένος με τη Μαρίνα από το σχολείο. Της έγραφε σημειώματα, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να της τραβήξει την προσοχή.

Όμως της Μαρίνας της άρεσε ο Νίκος, ο ψηλός ξανθός που έπαιζε μαζί της βόλεϊ στην ομάδα.

Τον ατσούμπαλο Βασίλη, που επιπλέον δεν τα πήγαινε καλά στα μαθήματα, δεν τον πρόσεχε καθόλου.

Λίγο αργότερα, ο Νίκος άρχισε να βγαίνει με την Ελένη, ένα κορίτσι από το διπλανό τμήμα.

Μετά το σχολείο, ο Βασίλης ξαναπροσπάθησε να κερδίσει την προσοχή της Μαρίνας.

Μάλιστα, της έκανε πρόταση γάμου στο χορό της αποφοίτησης…

Η απάντησή της ήρθε απότομα «Όχι!». Ούτε που ήθελε να σκεφτεί για τον Βασίλη.

Μετά το Πανεπιστήμιο, η Μαρίνα δούλεψε ως λογίστρια ο διευθυντής της ήταν ένας γοητευτικός μελαχρινός, δέκα χρόνια μεγαλύτερός της.

Η Μαρίνα θαύμαζε την επαγγελματικότητά του, την εξυπνάδα και την εντυπωσιακή του εμφάνιση.

Τα αισθήματα δεν άργησαν να έρθουν, και η ίδια δεν ταραζόταν καθόλου που ο εκλεκτός της καρδιάς της ήταν παντρεμένος και είχε έναν μικρό γιο.

Ο Βαγγέλης Μπουρνάζος της υποσχόταν πως θα χωρίσει, πως αγαπά μόνο τη Μαρίνα.

Πέρασαν μερικά χρόνια, η Μαρίνα είχε μάθει να περνάει τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές μόνη της. Περίμενε ακόμα την υπόσχεση ότι θα είναι μαζί.

Μια μέρα, όμως, είδε τον Βαγγέλη με τη σύζυγό του στο σούπερ μάρκετ.

Η γυναίκα ήταν έγκυος και εκείνος της κρατούσε τρυφερά το χέρι. Μετά πήρε τις σακούλες και έφυγαν για το αυτοκίνητο.

Η Μαρίνα, με δάκρυα στα μάτια, παρακολούθησε αυτή την εικόνα ευτυχίας.

Την επόμενη μέρα, παραιτήθηκε από τη δουλειά της

Οι γιορτές πλησίαζαν, δεν είχε διάθεση ούτε για ψώνια, ούτε να στολίσει το σπίτι, ούτε να γιορτάσει.

Μια μέρα επέστρεψε σπίτι και διαπίστωσε πως έκανε κρύο. Ηταν ο καυστήρας δεν λειτουργούσε. Η Μαρίνα έμενε σε μονοκατοικία.

Προσπάθησε να βρει τεχνικό, αλλά όλες τις μέρες πριν τις γιορτές ζητούσαν τεράστια ποσά, ειδικά μόλις μάθαιναν ότι το σπίτι βρισκόταν στα προάστια της Αθήνας.

Απελπισμένη, πήρε τη φίλη της τη Λάουρα. Ο άντρας της δούλευε σε τέτοια δουλειά, ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει.

Η Λάουρα της υποσχέθηκε πως θα ρωτούσε αμέσως τον άντρα της.

Δυο ώρες αργότερα, η Μαρίνα άκουσε το κουδούνι να χτυπάει.

Στην πόρτα στεκόταν ένας άγνωστος, αλλά μόλις τον κοίταξε καλύτερα, αναγνώρισε τον Βασίλη, το συμμαθητή της.

-Γεια σου Μαρίνα, τι συνέβη εδώ;

-Ε; Πώς το έμαθες;

-Το αφεντικό με έστειλε, μου είπε να έρθω σ αυτή τη διεύθυνση, γιατί λέει κρυώνεις εδώ πέρα. Έβγαλες το νερό από τα σώματα για να μην παγώσουν;

-Όχι, δεν ξέρω πώς γίνεται.

-Καλά, τέτοια λάθη και μπορεί να μείνεις χωρίς θέρμανση! Τουλάχιστον δεν έχει βαρύ κρύο έξω.

Ο Βασίλης άδειασε στα γρήγορα το σύστημα, έφτιαξε κάτι στον καυστήρα κι έφυγε.

Μια ώρα μετά, έφερε τα απαραίτητα ανταλλακτικά.

Σύντομα το σπίτι της Μαρίνας ζεστάθηκε. Ο Βασίλης έπλυνε τα χέρια του, και τη ρώτησε:

-Μαρίνα, τρέχει και η βρύση σου και η λάμπα τρεμοπαίζει Ο άντρας σου δεν τα φτιάχνει αυτά;

-Δεν έχω άντρα

-Α, γιατί; Ψάχνεις ακόμα το ιδανικό;

-Ποιο ιδανικό Κανείς δεν υπάρχει, ξέσπασε η Μαρίνα.

-Και τότε γιατί μου είπες όχι; γέλασε ο Βασίλης.

Δεν απάντησε.

Έφτιαξε τη βρύση κι άλλαξε και τη λάμπα και μετά πήγε σπίτι του.

Κι η Μαρίνα θυμήθηκε τα παλιά, τα σχολικά χρόνια, το παχουλό παιδί που τόσο την αγαπούσε.

Ο Βασίλης είχε αλλάξει πολύ· είχε γίνει ψηλός, γυμνασμένος, μελί μάτια. Το χαμόγελό του, όμως, έμεινε το ίδιο.

Δεν πρόλαβε καν να τον ρωτήσει αν είναι παντρεμένος.

Στις 31 Δεκεμβρίου, κάποιος χτύπησε πάλι την πόρτα.

Η Μαρίνα, παραξενεμένη, πήγε να ανοίξει δεν περίμενε καθόλου επισκέπτες.

Στο κατώφλι, στάθηκε ο Βασίλης. Με καινούριο κοστούμι, κρατώντας ένα μπουκέτο λουλούδια.

-Μαρίνα! Ήρθα να ρωτήσω ξανά. Θα με παντρευτείς, ή θα περιμένεις τον πρίγκιπα μέχρι τα βαθιά γεράματα;

Η γυναίκα ξέσπασε σε δάκρυα, μα έγνεψε με χαρά καταφατικά.

Τελικά, τη δεύτερη φορά, η πρόταση έγινε δεκτή.

Στη ζωή, η πραγματική αγάπη συχνά έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις, και καμιά φορά, το να αφήσεις πίσω τα όνειρα για το τέλειο, σε οδηγεί στην αληθινή ευτυχία.

Oceń artykuł
Στο Κατώφλι Στεκόταν Ένας Ξένος Ο Βασίλης ήταν ερωτευμένος με τη Γιάννα από το σχολείο. Της έγραφε σημειώματα, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή της με κάθε τρόπο. Όμως στη Γιάννα άρεσε ο Δημήτρης, ο ψηλός ξανθός του βόλεϊ που έπαιζε μαζί της στην ομάδα. Τον αδέξιο Βασιλάκη, που είχε και δυσκολία με τα μαθήματα, δεν τον πρόσεχε καθόλου. Γρήγορα ο Δημήτρης τα έφτιαξε με την Ελένη, συμμαθήτρια από άλλο τμήμα. Μετά το λύκειο, ο Βασίλης προσπάθησε ξανά να κερδίσει τη Γιάννα – μάλιστα της έκανε πρόταση γάμου στη γιορτή αποφοίτησης… Εκείνη όμως απάντησε απότομα: «Όχι!». Ούτε που ήθελε να τον σκέφτεται. Μετά το πανεπιστήμιο, η Γιάννα δούλεψε ως λογίστρια. Το αφεντικό της ήταν γοητευτικός μελαχρινός, δέκα χρόνια μεγαλύτερός της. Η Γιάννα θαύμαζε το επαγγελματισμό του, την εμφάνιση, το μυαλό του. Ανάμεσά τους γεννήθηκαν συναισθήματα. Δεν την ενοχλούσε που εκείνος ήταν παντρεμένος με ένα μικρό παιδί. Ο Βαλέριος έταζε πως θα χωρίσει και πως αγαπά μόνο τη Γιάννα. Πέρασαν χρόνια κι εκείνη συνήθισε να περνάει μόνη σαββατοκύριακα και γιορτές. Περίμενε ακόμη ότι θα χωρίσει και θα ήταν μαζί. Μια μέρα, όμως, είδε τον Βαλέριο με τη γυναίκα του στο σούπερ μάρκετ. Η γυναίκα έγκυος, κι εκείνος τρυφερός της κρατούσε το χέρι. Πήραν τις σακούλες κι έφυγαν για το αυτοκίνητο. Η Γιάννα, με δάκρυα στα μάτια, παρατηρούσε αυτή την ειδυλλιακή σκηνή. Την επόμενη μέρα παραιτήθηκε… Έφτανε Πρωτοχρονιά. Η διάθεσή της ανύπαρκτη. Ούτε για ψώνια, ούτε να στολίσει το σπίτι, ούτε για γιορτή. Μια μέρα, όμως, γυρνώντας σπίτι το βρήκε κρύο – ο λέβητας χάλασε. Η Γιάννα έμενε σε μονοκατοικία. Προσπάθησε να καλέσει τεχνικό. Όλοι όμως ζήταγαν υπέρογκα λεφτά, ειδικά μόλις μάθαιναν πως θα έπρεπε να πάνε έξω, στα προάστια. Απελπισμένη, πήρε τη φίλη της. Ο άντρας της δούλευε σε αυτή τη δουλειά και ίσως να βοηθούσε. Η Λάρισα υποσχέθηκε να του τηλεφωνήσει αμέσως. Δυο ώρες μετά, κάποιος χτύπησε το κουδούνι. Στο κατώφλι στεκόταν ένας ξένος – αλλά προσέχοντας καλύτερα, η Γιάννα αναγνώρισε τον Βασίλη, τον παλιό της συμμαθητή. –Γεια σου, Γιάννα, τι συνέβη εδώ; –Ααα… Πώς το έμαθες; –Το αφεντικό μου είπε να έρθω εδώ, λέει ότι κρυώνεις. Άδειασες το νερό απ’ τα καλοριφέρ για να μην παγώσουν; –Όχι… δεν ξέρω πώς. –Ε, αν είναι δυνατόν, έτσι μπορείς να μείνεις χωρίς θέρμανση. Ευτυχώς δεν έχει πολύ κρύο έξω. Ο Βασίλης άδειασε το νερό, έπαιξε λίγο με τον λέβητα και μετά έφυγε. Σε μια ώρα επέστρεψε με τα απαραίτητα ανταλλακτικά. Γρήγορα, το σπίτι της Γιάννας γέμισε ζεστασιά. Ο Βασίλης έπλυνε τα χέρια του και μετά ρώτησε: –Γιάννα, ο νεροχύτης σου χάνει και το φως τρεμοπαίζει… Τι κάνει ο άντρας σου; –Δεν έχω άντρα… –Αλήθεια; Ακόμα τον ιδανικό περιμένεις; –Ποιος ιδανικός… Δεν έχω κανέναν, – παραδέχτηκε εκείνη. –Και τότε γιατί μου είχες πει όχι; – χαμογέλασε ο Βασίλης. Δεν απάντησε. Αφού έφτιαξε τη βρύση και άλλαξε τη λάμπα, έφυγε. Κι η Γιάννα θυμήθηκε την παιδική της ηλικία, τη νιότη, τον παχουλό συμμαθητή που ήταν πάντα ερωτευμένος μαζί της. Ο Βασίλης είχε αλλάξει πολύ: είχε γίνει ένας ψηλός, γοητευτικός άντρας με καστανά μάτια. Μόνο το χαμόγελό του έμεινε ίδιο. Δεν πρόλαβε καν να τον ρωτήσει αν είναι παντρεμένος. Στις 31 Δεκεμβρίου, κάποιος ξαναχτύπησε το κουδούνι. Η Γιάννα, έκπληκτη, άνοιξε – δεν περίμενε επισκέπτες. Στο κατώφλι στεκόταν ο Βασίλης. Φορούσε καινούριο κοστούμι και κρατούσε ανθοδέσμη. –Γιάννα! Σε ρωτάω ακόμα μια φορά. Θα με παντρευτείς, ή θα περιμένεις το πριγκιπόπουλο μέχρι τα γεράματα; Η Γιάννα ξέσπασε σε δάκρυα και έγνεψε χαρούμενα. Με τη δεύτερη προσπάθεια, η πρόταση έγινε δεκτή…