Η κουνιάδα του άντρα μου με παρακάλεσε να προσέχω τα ανίψια – και εξαφανίστηκε για τρεις μέρες!
Παρασκευή 22 Μαρτίου Σήμερα συνέβη κάτι που με άφησε άφωνη και αμήχανη μέχρι το κόκαλο. Καθάριζα το σπίτι
Η νύφη ξεκαθάρισε ότι στο εξοχικό δεν πρόκειται να δουλέψει, αλλά τον καρπό της σοδειάς ήρθε να τον μαζέψει
Μα, Χρυσάνθη, σε παρακαλώ, πάλι τα ίδια; Τα χουμε πει: το εξοχικό είναι για ξεκούραση, για να γεμίσει
Η νύφη άντεχε την πεθερά της – Δείτε πού οδήγησε τελικά αυτή η υπομονή — Δίδυμα;! — ξέφυγε από τα χείλη της κυρίας Ειρήνης Αλεξάνδρου. Η γυναίκα προσπαθούσε πολύ να κρύψει την αγανάκτησή της, αλλά δεν τα κατάφερνε καθόλου καλά. Η Άννα ήξερε πολύ καλά πως από την πεθερά της δεν μπορούσε να περιμένει ούτε μια σταγόνα ειλικρίνειας. Ποτέ δεν τη συμπάθησε, πάντα θεωρούσε ότι δεν ήταν κατάλληλη για το γιο της. Αν και ο περίγυρος πίστευε το αντίθετο – ότι δηλαδή ο Βαγγέλης ήταν υπερβολικά απλός για μια κοπέλα σαν την Άννα. Η Άννα ήταν γλυκιά και μορφωμένη· στα είκοσί τρία της είχε τελειώσει το οικονομικό και είχε μια καλή δουλειά σε γνωστή αλυσίδα ιδιωτικών κλινικών. Ναι, καταγόταν από μια μικρή επαρχιακή πόλη, αλλά ο πατέρας της ήταν διευθυντής εργοστασίου και η μητέρα της καθηγήτρια στο τοπικό πανεπιστήμιο. Δεν μπορούσες, λοιπόν, να πεις ότι ήταν αμόρφωτη ή αγροίκισσα. Παρ’ όλα αυτά, η κυρία Ειρήνη συνέχιζε να τη θεωρεί «χωριατοπούλα». — Να σας ζήσουν! Τέτοια ευτυχία, διπλή χαρά! — μουρμούρισε δήθεν συγκινημένη. Μόνο που στην ευτυχία αυτή, η κυρία Ειρήνη ουδόλως εμπλεκόταν. Η εγκυμοσύνη της Άννας ήταν δύσκολη: στην αρχή της είπαν ότι υπάρχει κίνδυνος αποβολής, αργότερα κινδύνευε με πρόωρο τοκετό. Συχνά νοσηλευόταν. Αν και ο Βαγγέλης την επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά, η μητέρα του που έμενε μόλις δυο στάσεις μακριά, ούτε που την είχε δει έστω και μια φορά. Ούτε στη γιορτή της γέννησης των εγγονών της εμφανίστηκε η Ειρήνη Αλεξάνδρου. Όσο κι αν τη φώναζε ο Βαγγέλης, δεν ήρθε ούτε τις πρώτες σαράντα μέρες. — Δεν κάνει να έρθω! Κι αν τους φέρω καμιά ίωση; Θα δυναμώσουν και μετά γνωρίζονται με τη γιαγιά. Τα κορίτσια ήταν τριών μηνών όταν η Άννα συνάντησε ξαφνικά την πεθερά της σε ένα κατάστημα. Η κυρία Ειρήνη τέντωσε ένα ψεύτικο χαμόγελο και ρώτησε μέσα από τα δόντια: — Πώς πάτε, κορίτσια; Η Άννα χαμογέλασε ειλικρινά: — Βολτάρουμε! Το καρότσι μεγάλο βέβαια, αλλά τι να κάνω; Χρειάζονται τα παιδιά καθαρό αέρα! Η κυρία Ειρήνη κούνησε το κεφάλι και ετοιμάστηκε να φύγει, μα τότε είδε μια παλιά της γνωστή. Εκείνη χαιρετούσε και ερχόταν προς το μέρος τους. — Ιρινούλα! Τι κάνεις; Αυτά τα εγγονάκια σου είναι; — Ναι, Γαλάτεια μου… Ο θησαυρός μου! Η Άννα θυμόταν καλά την κυρία Γαλάτεια. Την καλημέρισε διστακτικά. — Κατευθείαν δυο! Άννα, πώς τα κατάφερες με τέτοια αδυναμία; — Η Αννούλα μας είναι ηρωίδα! — συμπλήρωσε η κυρία Ειρήνη Αλεξάνδρου. Η νεαρή μητέρα κοίταξε απορημένη την πεθερά της. Πριν λίγο έτοιμη ήταν να φύγει τρέχοντας και τώρα φορούσε προσωπείο στοργικής γιαγιάς. Η Γαλάτεια και η Ειρήνη άρχισαν να κουβεντιάζουν… Η Άννα άκουγε κομμάτια από τις φράσεις τους, περί ευτυχίας με δίδυμα, περί βοήθειας που δήθεν δίνει η πεθερά… Έμαθε για τη ζωή της, όσα ούτε καν φανταζόταν. Τέλος πάντων, όταν η παλιά φίλη θυμήθηκε δουλειές της, αποχώρησε. Η Ειρήνη περίμενε μισό λεπτό, αρνήθηκε το χαμόγελο, χαιρέτησε ξερά και έφυγε. Το βράδυ, η Άννα διηγήθηκε τα γεγονότα στον Βαγγέλη. Έβαλε τους ώμους ψηλά. — Άννα, αυτή είναι η μάνα μου. Τι άλλο περίμενες; Ούτε εμάς ασχολιόταν, μόνο ιστορίες έλεγε… Τα μαθήματά μου εγώ τα ‘κανα, εκείνη σειρές έβλεπε! Τι να λέμε… Μην το παίρνεις κατάκαρδα! Τα είχε ακούσει όλα αυτά χίλιες φορές, αλλά δε σταματούσε ποτέ να εκπλήσσεται όταν τα ζούσε η ίδια. *** Περνούσαν τα χρόνια και τίποτα στην συμπεριφορά της Ειρήνης ως προς παιδιά και εγγόνια δεν άλλαζε. Ώσπου μια μέρα, καθώς έβγαινε από το ταξί, στραβοπάτησε και έσπασε το πόδι της. Τότε της ήρθε καταπληκτική ιδέα. — Θα μείνω σπίτι σας! — ανακοινώνει σε Άννα και Βαγγέλη. Οι δυο τους κοιτάχτηκαν — καταλάβαιναν πού θα κατέληγε αυτό. Αλλά δεν μπορούσαν να αρνηθούν. Ακολούθησαν δύσκολοι καιροί στο σπίτι. Μετακόμισαν στο παιδικό δωμάτιο, και η τραυματισμένη Ειρήνη κατέλαβε τη μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Έγινε, ουσιαστικά, τρίτο παιδί: έπρεπε να της μαγειρεύουν, να της καθαρίζουν, να τη βοηθούν ακόμη και στο πλύσιμο, να της φέρνουν ψώνια. Τα δίδυμα ήταν δυόμισι και η Άννα προσπάθησε να ξαναπιάσει δουλειά, μισή μέρα έστω. Τα κορίτσια πήγαν παιδικό σταθμό. Τα πρωινά πάλευαν να τα ξυπνήσουν — κλάματα και παρακάλια να μην τις ξυπνάνε απ’ τη ζεστασιά και τα κρεβατάκια. Μια μέρα, ενώ έφευγαν, χτύπησε το τηλέφωνο του Βαγγέλη: — Μαμά; Γιατί τηλεφωνείς; Είσαι στο διπλανό δωμάτιο! — Δεν μπορώ να σηκωθώ, έχω το πόδι σπασμένο… — Έχεις πατερίτσα, μαμά… — Βαγγέλη, σκάσε! Να σου πω αυτό που πρέπει, δε χρειάζεται να σηκωθώ! — Μίλα μαμά, γρήγορα… — Δεν αντέχω το πρωινό σας θόρυβο! Δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε λεπτό με εσάς να τρέχετε, να χτυπάτε πόρτες, και τα παιδιά σας κάνουν φασαρία! Ο Βαγγέλης έγινε έξαλλος. Άνοιξε την πόρτα και φώναξε: — Θέλεις ήσυχα; Να αφήσουμε τα παιδιά σε σένα καλύτερα; Η Ειρήνη σώπασε σαστισμένη. Έφυγε νωρίτερα από το σπίτι τους. Ούτε περίμενε να βγάλει το γύψο. Ο Βαγγέλης δεν στεναχωρέθηκε, αλλά η Άννα ένιωθε ενοχές. Δεν ήθελε να μαλώνει ο άντρας με τη μητέρα του, αλλά τι να κάνει; *** Τις Παρασκευές η Άννα δούλευε μισή μέρα. Έπαιρνε τα κορίτσια, έτρωγαν λιχουδιές και έβλεπαν παιδική ταινία. Εκείνο το απόγευμα χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξε – η Ειρήνη Αλεξάνδρου στο κατώφλι, κρατώντας τον Πέτρο, τον εγγονό της από την κόρη της. — Ειρήνη Αλεξάνδρου, τι συμβαίνει; — Η Λένα μού τον άφησε μέχρι το βράδυ, αλλά έχω δουλειές! Κράτα τον για μιάμιση ώρα, σε παρακαλώ! Η Άννα τα ‘χασε. Ο Πέτρος ήταν μισό χρόνο μικρότερος απ’ τα κορίτσια και ήσυχος γενικά, οπότε τον καλωσόρισε. — Όλα εντάξει, Πέτρο; Θα μείνεις μαζί μου; Έγνεψε ναι. Σήκωσε τα μάτια — η πεθερά ήδη έμπαινε στο ασανσέρ. — Πότε να σας περιμένω; — Δυο ώρες το πολύ! Δεν καληνύχτισε καν. *** Ο Βαγγέλης ήρθε στις επτά και βλέπει τον ανιψιό του στο τραπέζι να τρώει κεφτέδες. — Γεια σου λεβέντη! Ήρθες για επίσκεψη; Η Λένα πού είναι; Το αγόρι του χαμογέλασε. Η Άννα πήρε μια βαθειά ανάσα. — Η μαμά σου τον έφερε… „Για λίγο”, πήγε… δουλειές. — Πότε άρχισε αυτό το „λίγο”; — Πέντε ώρες κοντά… Τον κοίταξε ανήσυχη. — Και η Λένα; — Δεν της έγραψα… Δεν ήθελα να τα βάλω με την πεθερά, εκείνη της τον ανέθεσε. Ο Βαγγέλης αγρίεψε. — Άννα, πολύ καλή είσαι… Αυτό δεν είναι φυσιολογικό! Η μάνα πού πήγε; Η Άννα σήκωσε τους ώμους. Ο Βαγγέλης πήρε τηλέφωνο τη Λένα, της τα εξήγησε όλα. Του είπε θα ερχόταν το συντομότερο. *** Ήταν εννιά παρά. Τα παιδιά έπαιζαν, οι τρεις τους κουβέντιαζαν στην κουζίνα. — Ρε παιδιά, θα την περιμένουμε όντως; Τα παιδάκια πρέπει να κοιμηθούν… — Ένα βράδυ ας κοιμηθούμε πιο αργά. Αλλά πρέπει να το λύσουμε με τη μαμά. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Η Άννα πήγε ν’ ανοίξει. — Εντάξει! Πάω να πάρω τον Πέτρο! — δήλωσε η Ειρήνη. Η Άννα κατάπιε. Από πίσω εμφανίστηκαν η Λένα και ο Βαγγέλης. — Μάνα, σοβαρά τώρα, δεν έχεις τύψεις; — Έτσι μιλάς στη μάνα σου; — Μη διαστρέφεις, μάνα! Τον Πέτρο σου άφησα! Και όχι στην Άννα… Τι κάνεις; Η Ειρήνη γέλασε. — Έλα βρε Λένα, μικρή διαφορά. Δυο δικά της έχει, μια χαρά τα καταφέρνει με παιδιά. Εγώ όμως έχω δουλειές! Ο Βαγγέλης αγρίεψε. — Μάνα! Τι δουλειές; Πόση αναίδεια! Τη ρώτησες καν αν μπορεί; — Έλεος, τι να ρωτήσω! Ο Βαγγέλης ξαναρώτησε: — Πού γύρναγες δηλαδή; Η Λένα ξεκαρδίστηκε από τα νεύρα: — Πρώτα κατευθείαν κομμωτήριο, το πρωί τα μαλλιά σου ήταν αλλιώς. Μετά σίγουρα για μανικιούρ, αλλάξαμε και βερνίκι! Πιο πριν κόκκινο, τώρα ροζ… Η Ειρήνη κοκκίνισε, αλλά έμεινε άφωνη. — Καθόλου δεν ντρέπεσαι; — επανέλαβε ο Βαγγέλης. Δεν αποκρίθηκε. Απλά τους κοίταζε. — Σπάνια σου ζητούν βοήθεια, και φορτώνεις τον εγγονό στη γυναίκα μου! Μήπως κι εκείνη θέλει νυχάκια; Μήπως κομμωτήριο; Και τότε η Ειρήνη αναψοκοκκίνισε, αγρίεψε. Μηδενική ντροπή, ήθελε να βάλει στη θέση τους γιο, κόρη και νύφη. — Έλα τώρα, Βαγγέλη! Ποιο κομμωτήριο; Ποια νυχάκια; Αυτή σου η Άννα είναι μια φτωχούλα απ’ το πουθενά! Ήταν και θα είναι πάντα! Έπεσε απόλυτη σιγή. Μετά ακούστηκε μια φωνή: — Έξω τώρα! Ο Βαγγέλης την έπιασε και την έβγαλε έξω. Έκλεισε την πόρτα και πήρε βαθιά ανάσα. Σήκωσε τα μάτια, είδε την Άννα να κλαίει. Έτρεξαν να την παρηγορήσουν. Η Άννα πονούσε. Ταυτόχρονα, όμως, έβλεπε ότι ούτε τα δικά της ούτε και τα ξένα εγγόνια εκτιμούσε η κυρία Ειρήνη — και αυτό την έκανε να νιώθει πως δεν ήταν δικό της το πρόβλημα. Ήθελε να είναι καλή, αλλά με κάποιον που δεν είναι καλός ίσως να μην τα καταφέρεις ποτέ. Από τότε η επικοινωνία με την πεθερά σχεδόν έσβησε. Ο Βαγγέλης και η Λένα βοηθούσαν που και που, αλλά δεν συμμετείχε στη ζωή της οικογένειας. Έμεινε για καιρό μαλωμένη, όμως το να είναι „κοντά στα παιδιά” την έκανε να προσπαθεί να τα ξαναβρεί. Με τα εγγόνια όμως, δεν ξαναασχολήθηκε. Μόνο μια φορά, ξεφυλλίζοντας τα social, η Άννα είδε status της πεθεράς με φωτογραφίες και των τριών εγγονιών και τη φράση: «Χρόνια Πολλά γιαγιάδες! Σε όλες που μεγαλώνουν εγγόνια!» Η Άννα χαμογέλασε με πίκρα, αλλά το βράδυ ο Βαγγέλης με τη Λένα σχολίασαν τη μάνα τους απίστευτα καυστικά. Η Άννα ήθελε να κρατηθεί, αλλά τελικά λύγισε από τα γέλια.
Δίδυμα;! της ξέφυγε της κυρίας Ειρήνης. Η γυναίκα προσπαθούσε να μαζέψει τη δυσαρέσκειά της, αλλά της
Ο άντρας μου αποφάσισε πως πρέπει να φροντίζω τη μητέρα του, αλλά εγώ είχα άλλα σχέδια – Πώς η απόφαση του Στέφανου να φέρει τη θεια Ζωή στο σπίτι μας για να την περιποιούμαι άλλαξε τη ζωή μας, τι συνέβη όταν αρνήθηκα να γίνω η „βοηθός” της, και πώς το επαγγελματικό ταξίδι που ανέλαβα έγινε η αφορμή να μάθει όλη η οικογένεια τι σημαίνει πραγματική ισότητα και σεβασμός στην Ελλάδα της σύγχρονης εποχής
Η μαμά μετακομίζει αύριο το πρωί σπίτι μας. Έχω ήδη συνεννοηθεί με τον θείο Κώστα, θα βοηθήσει με τα πράγματα.
Κατάλαβα ότι ο πρώην άντρας μου με απατούσε όταν άρχισε να σκουπίζει τον δρόμο. Ακούγεται παράλογο, αλλά ακριβώς έτσι έγινε. Ήταν ηλεκτρολόγος, δούλευε από το σπίτι στο γκαράζ με καλώδια, εργαλεία και πελάτες. Ποτέ δεν ήταν ο άνθρωπος της νοικοκυροσύνης – όχι επειδή υπήρχε άλλος λόγος, απλώς δεν του άρεσε. Στον ελεύθερο χρόνο του προτιμούσε χαλάρωση: τηλεόραση, μπίρα με φίλους, ψησταριά. Ήταν ήρεμος, ποτέ φασαριόζος, ούτε ύποπτος. Ο δρόμος μας ήταν χωματόδρομος – πλατύς, με μεγάλα δέντρα κι αιώνια γεμάτος φύλλα, σκόνη, λάσπη· το σκούπισμα ήταν σχεδόν καθημερινό – συνήθως εγώ, το πρωί, πριν το πρωινό. Ώσπου μια μέρα, στην απέναντι μονοκατοικία μετακόμισε μία νέα γειτόνισσα – τίποτα ασυνήθιστο, εκείνο το σπίτι πάντα νοικιαζόταν. Λίγους μήνες αργότερα, ο άντρας μου άρχισε να λέει: «Άσ’ το, θα το σκουπίσω εγώ σήμερα». Στην αρχή μου φάνηκε γλυκό, εκμεταλλεύτηκα τον χρόνο. Αλλά το επαναλάμβανε – κάθε μέρα, 7 το πρωί, πάντα ίδιος ρυθμός, ενώ ποτέ δεν είχε σταθερό ωράριο για τίποτα. Από περιέργεια κοίταξα απ’ το παράθυρο – τον είδα με τη σκούπα, όχι να σκουπίζει, αλλά να μιλάει και να χαμογελάει στη γειτόνισσα. Την επόμενη και τη μεθεπόμενη και κάθε μέρα – πάντα μαζί, σαν κανονισμένο. Έγινα πιο παρατηρητική: κάποια Σάββατα, αντί για φίλους και μπίρα ή ποδόσφαιρο που ποτέ δεν έπαιζε, κάθε φορά η γειτόνισσα συμπτωματικά έβγαινε και αυτή και έφευγαν μαζί. Δεν είχα αποδείξεις, τίποτα απτό – μόνο μοτίβα, ώρες, συμπτώσεις που δεν ήταν πια συμπτώσεις. Μια μέρα τον αντιμετώπισα: «Ξέρω ότι είσαι με τη γειτόνισσα». Στην αρχή αρνήθηκε, αλλά επέμενα κι ομολόγησε. Τον έδιωξα· δεν είχαμε παιδιά, δεν υπήρχε διαπραγμάτευση. Το πιο ειρωνικό: μετακόμισε στο απέναντι σπίτι μαζί της. Δεν έμειναν πολύ, μόλις δυο μήνες, έφυγαν από τη γειτονιά και δεν ξανάκουσα τίποτα. Οι γείτονες μιλούσαν, συγγενείς το ίδιο, αλλά εγώ δεν ήθελα να ξέρω άλλο.
Κατάλαβα ότι ο πρώην άντρας μου με απατούσε, όταν άρχισε να σκουπίζει τον δρόμο μπροστά στο σπίτι.
— Κουμπί; Εγώ τη φώναξα Έλατο. Όλο το πρωί τριγύριζε εδώ. Από την αρχή φαινόταν ότι είχε χαθεί. Μετά ήρθε και κουλουριάστηκε στα πόδια μου. Τη σήκωσα λοιπόν και την έβαλα στο αυτοκίνητο, μην κρυώσει το καημένο το πλάσμα, — χαμογέλασε ο άντρας… — Τόμα, γίνεται να είσαι τόσο άτυχη; Πόσες φορές σου είπα ότι ο Βίκτωρας δεν κάνει για σένα! — μάλωνε τη Θωμαΐς η μητέρα της. Η γυναίκα στέκονταν με κατεβασμένο βλέμμα. Αν και μόλις είχε κλείσει τα τριάντα επτά, ένιωθε σαν μαθήτρια που γύρισε σπίτι με αποτυχία. Κι όμως, η Θωμαΐς πικραινόταν — για τον εαυτό της, για τον γάμο που δεν πέτυχε και για τη μικρούλα της κόρη. Γιατί τώρα, λίγο πριν τη μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων, έμειναν χωρίς άντρα στο σπιτικό. — Φεύγω από ‘σένα, — πέταξε ξερά ο Βίκτωρας το βραδάκι. Η Θωμαΐς δεν κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε ο άντρας της. — Πού πας να φύγεις; — ρώτησε αυτόματα, ενώ του σέρβιρε πιάτο αχνιστή φασολάδα. — Αλήθεια τώρα, Θωμά, εσύ στον δικό σου κόσμο ζεις. Τίποτα σοβαρό δεν καταλαβαίνεις! Κι εγώ πώς άντεξα τόσα χρόνια μαζί σου; — αναστέναξε θεατρικά ο Βίκτωρας. Πριν προλάβει να ρωτήσει, εκείνος άρχισε να της εξηγεί με λεπτομέρειες: — Δεν μπορώ άλλο! Και η σκυλίτσα σου συνέχεια γαβγίζει. Το παιδί μονίμως άρρωστο. Καμία ρομαντζάδα, Θώμα. Κοίτα τον εαυτό σου, με τι μοιάζεις; — ξέσπασε επιτέλους ο Βίκτωρας. Η Θωμαΐς προσπάθησε να δει το τρομαγμένο της είδωλο στο ερμάριο, αλλά δεν τα κατάφερε. Τα δάκρυα κυλούσαν μόνα τους, και έμεινε μόνη στη μέση της κουζίνας. Ο Βίκτωρας δεν άντεχε τα δάκρυα. Κοιτάζοντας λυπημένος τη φασολάδα, σηκώθηκε και πήγε να μαζέψει τα πράγματά του… Η σκυλίτσα Κουμπί, διαισθανόμενη ότι κάτι κακό συμβαίνει, τριγυρνούσε στα πόδια της κυράς της, γκρίνιαζε προσπαθώντας να την παρηγορήσει. — Τουλάχιστον τώρα θα ξεκουραστώ απ’ αυτό το ατέλειωτο γκρίνιασμα, — είπε ψυχρά ο Βίκτωρας, περνώντας φορτωμένος από την πόρτα. — Βίκτωρα, μα τι θα γίνει με τη μικρή μας, την Εύα; — ψιθύρισε η Θωμαΐς, φανταζόμενη τη στενοχώρια της πεντάχρονης κόρης τους που κοιμόταν ήσυχα στο δωμάτιό της. — Ε, βρες κάτι να της πεις! Εσύ είσαι η μάνα, στο κάτω-κάτω, — της πέταξε ο άντρας κι έφυγε με το γκρινιάρισμα της Κουμπί να τον συνοδεύει… Η Θωμαΐς ξενύχτησε στην κουζίνα, αγκαλιά με τη σκυλίτσα. Η Κουμπί, γλείφοντάς της διακριτικά το χέρι, προσπαθούσε να της δείξει πως καταλαβαίνει τη θλίψη της. Για μέρες, η Θωμαΐς δεν ήξερε πως να πει τα νέα στη μάνα της. Εκείνη τηλεφωνούσε συχνά, αλλά η Θωμαΐς απαντούσε σύντομα και έκλεινε το τηλέφωνο. — Και με τη δουλειά; Βρήκες τίποτε δηλαδή; Δε βλέπεις ότι αν σ’ αφήσει ο Βίκτωρας, τι θα τρώτε; — επέμενε η μάνα της, όταν την επισκέφτηκε. Δεν άντεξε άλλο και της τα είπε όλα, για τα προβλήματα και για το ότι ο Βίκτωρας έφυγε. Η ηλικιωμένη κοπάνησε το μέτωπό της. — Όλα φαινόταν με την πρώτη ματιά. Πέντε χρόνια μαζί, παιδί κάνατε, και ο λεγάμενος ούτε σκέφτηκε να παντρευτεί, — αγανακτούσε η μάνα της Θωμαΐδας. Λυπόταν βέβαια την ανεπρόκοπη κόρη και τη μικρή της εγγονή. — Τι θα κάνεις τώρα; — αναρωτήθηκε τελικά. Η Θωμαΐς ανασήκωσε τους ώμους: — Θα βρω κάτι, ίσως δουλέψω ως παιδαγωγός στον ίδιο παιδικό σταθμό με την Εύα, — είπε χαμηλόφωνα. — Με τη δική σου δουλειά δε θα φτάνουν ούτε για το φαΐ της σκύλας… — συμπέρανε η μάνα, που και τα ζώα καθόλου δεν συμπαθούσε. Την Κουμπί, ειδικά, που η κόρη της μάζεψε από τον δρόμο, δεν την άντεχε ούτε λεπτό. Ήθελε να ξαναμιλήσει, μα σταμάτησε όταν είδε τα δάκρυα στα μάτια της Θωμαΐδας. — Εντάξει, μην κλαις άλλο. Θα βοηθήσω όσο μπορώ. Αν χρειαστεί, θα κρατάω κι εγώ την Εύα, — προσπάθησε να την ηρεμήσει… Έτσι πέρασε άλλη μια εβδομάδα. Η Θωμαΐς Αλεξάνδρου βρήκε τελικά δουλειά και μαζί με την κόρη της πήγαιναν κάθε πρωί στον παιδικό σταθμό. Η μικρή ήταν ευχαριστημένη. — Μαμά, να πάρουμε και την Κουμπί στην δουλειά, να μας βοηθάει; Η γιαγιά όλο παραπονιέται ότι ζαλίστηκε με τις βόλτες. Και η Κουμπί θα σου πλένει τα πιάτα και θα μας φυλάει στον ύπνο! — έλεγε γελαστά το παιδί. Η Θωμαΐς γελούσε και την αγκάλιαζε, μα κάθε φορά που άκουγε το αγαπημένο ερώτημά της, ράγιζε η καρδιά της. — Μαμά, ο μπαμπάς θα γυρίσει πριν τις γιορτές; Θα προλάβει για τα Χριστούγεννα; Δεν τόλμησε να πει την αλήθεια στην Εύα. Εφευρίσκει πως τάχα είναι σε ταξίδι για δουλειές. Πήρε τον Βίκτωρα τηλέφωνο πολλές φορές, να κανονίσουν κάτι. Εκείνος όμως πάντα κάποια άλλη δικαιολογία. — Θώμα, άσε με να χτίσω καινούρια ζωή. Πες στην Εύα πως είμαι υπερκατάσκοπος και έχω μυστική αποστολή. Δεν θα γυρίσω σύντομα — της είπε μία φορά, και ρώτησε αν βρήκε το γιορτινό του φουλάρι. — Τι θα φορέσω στις γιορτές, δηλαδή; — παραπονέθηκε πριν κλείσει το τηλέφωνο. Η Θωμαΐς έμεινε για ώρα χαμένη στη σκέψη: πώς θα περάσουν τον φετινό χειμώνα μόνες; Πώς να το εξηγήσει και στην Εύα; Και τότε ήρθε η ανατροπή. Η γιαγιά πήγαινε τη μικρή στο γιατρό γιατί αρρώστησε μετά την τελευταία τους τυχαία συνάντηση με τον μπαμπά της. Ο Βίκτωρας ήρθε κατά τύχη, αλλά είπε στη μικρή τα μαντάτα: δεν θα ζούμε πια μαζί με τη μαμά. Έφυγε βιαστικά. — Θα ξαναπεράσω κάποια στιγμή, άμα μπορέσω — είπε πριν χαθεί. Η μικρή Εύα στάθηκε ασάλευτη και ψιθύρισε: — Μη ξανάρθεις σ’ εμάς, δε χρειάζεται. Το βράδυ ανέβασε πυρετό, έκλεισε στον εαυτό της και δεν ήθελε κουβέντα, ούτε και να γίνει καλά. — Ίσως είναι από το σοκ, — αναστέναξε ο γιατρός, καθώς άκουσε τα βάσανά τους. Η Θωμαΐς το μετάνιωσε πικρά που δεν είχε εξηγήσει νωρίτερα τα πράγματα, μα η μαμά της απλά κουνούσε το κεφάλι… Μετά δύο μέρες, άλλη μια καταστροφή: η γιαγιά βιάστηκε στη βόλτα, πήρε την Κουμπί χωρίς λουρί και η σκυλίτσα, πειραγμένη από το αυστηρό ύφος της, το ‘βαλε στα πόδια και χάθηκε. — Πάγωνε έξω κι ας μάθει! Εμ, έτσι κάνουν τα κακομαθημένα; — ψιθύρισε η γιαγιά, τσαντισμένη. Όταν όμως το άκουσε η μικρή, αρνήθηκε και να φάει και να πιει. Μάταια υποσχόταν η Θωμαΐς πως θα βρουν τη σκυλίτσα τους. — Μόνο αν βρεθεί η Κουμπί, τότε θα φάω, — γύρισε την πλάτη η μικρή, πεπεισμένη. — Αυτό είναι από το κακό σου μεγάλωμα, Θώμα. Την παράκανες, την άφησες να γίνει κακομαθημένη. Στο ‘λεγα εγώ… — ξεκίνησε η μητέρα. — Καλύτερα να πρόσεχες την Κουμπί πριν μου κάνεις παρατηρήσεις, μαμά, — απάντησε για πρώτη φορά θυμωμένη η πάντα ήσυχη Θωμαΐς. — Μα προσπαθώ για εσάς, — προσβλήθηκε η μάνα της και έφυγε απ’ το σπίτι… Η Θωμαΐς έμεινε ξανά μόνη. Όλο το βράδυ έψαχνε στη γειτονιά να βρει τη σκυλίτσα της, ξεπαγιασμένη στον αέρα και στο χιόνι. Γύρισε σπίτι αποκαμωμένη και έπεσε για ύπνο χωρίς ελπίδα… Η Εύα ξύπνησε νωρίς: — Μαμά, είδα όνειρο πως στολίσαμε μεγάλο έλατο και βρήκαμε την Κουμπί! — είπε χαρούμενη. Η Θωμαΐς χαμογέλασε αμυδρά. Στο τραπέζι υπήρχε ήδη ένα μικρό, ψεύτικο δεντράκι. Γιορτές πλησίαζαν· ελάχιστη χαρά, μα ήταν το μόνο που μπορούσαν. Η Εύα όμως ήθελε αληθινό και μεγάλο. Αν είχαμε μεγάλο, αληθινό έλατο, θα γύριζε και η Κουμπί, όπως στο όνειρο —έκλαψε. Μα λεφτά για ζωντανό έλατο δεν είχε η Θωμαΐς. Η μητέρα της αρνήθηκε και να τους επισκεφθεί: — Έβαλες μια σκυλίτσα πάνω από τη μάνα σου; Σκέψου το, — έκλεισε πεισμωμένη το τηλέφωνο. Η Θωμαΐς το πήρε απόφαση ότι στη μητέρα της δεν μπορούσε να ελπίζει. Μόνη της θα τα κατάφερνε. Η Εύα χειροτέρευε, κι αφού το βράδυ δεν είχαν ούτε έλατο, ούτε την Κουμπί, ξέσπασε: — Δε θα ξανάρθει η Κουμπί… ούτε και ο μπαμπάς – δεν ήρθε ούτε η χριστουγεννιάτικη χαρά… Η Θωμαΐς έσφιξε το παιδί στην αγκαλιά της, έπνιξε τα δάκρυά της, ζήτησε από μια γειτόνισσα να προσέξει την μικρή και βγήκε ξανά έξω… Ο χειμωνιάτικος αέρας χτύπησε το πρόσωπό της, νιφάδες χόρευαν γύρω. Ο κόσμος πήγαινε στις δουλειές του, μα η Θωμαΐς δεν έβλεπε κανέναν. Έψαχνε να βρει την Κουμπί. — Πού χάθηκες, καλή μου; — μουρμούριζε, περπατώντας στους παγωμένους δρόμους. Ξαφνικά φτάνει σε μια μικρή αγορά με έλατα. Ένας αυστηρός άντρας με χοντρό παλτό στεκόταν μπροστά στα τελευταία δέντρα. — Δεντράκι, το θέλετε; Μου 'μειναν μονάχα δύο, μεγάλη έκπτωση, — είπε ο πωλητής βιαστικός. (Τον περιμένει οικογένεια, σκεφτόταν η Θωμαΐς…) Εκείνη την ώρα, ένα χαρούμενο ζευγαράκι πήρε το ένα από τα δυο έλατα. — Εσείς; Θα το πάρετε; Μένει μόνο το τελευταίο. Να σας το πάω και σπίτι, — πρότεινε. Η Θωμαΐς τον κοίταξε απελπισμένη — δεν είχε χρήματα μαζί της. Ό,τι της είχε απομείνει, δεν έφτανε για τέτοιο δέντρο. Το βλέμμα της έπεσε πάνω σε μερικά σπασμένα κλαδιά στο φορτηγάκι. — Μπορώ να πάρω λίγα κλαδάκια, αν δεν χρειάζονται; — ρώτησε ντροπαλά. Ο άντρας κοίταξε τη στενοχωρημένη γυναίκα, τα κλαδιά, και ξεφύσηξε: — Πάρε, φυσικά… Να σε βοηθήσω — της είπε ζεστά. Η Θωμαΐς πήρε ευγνώμονη την αγκαλιά κλαδιά και άρχισε γεμάτη τύψεις να εξηγεί: — Καταλαβαίνετε, η κόρη μου αρρώστησε… ο σκύλος χάθηκε… δύσκολες μέρες, καθόλου γιορτινές… Ο άντρας την άκουσε με προσοχή. Κι εκείνος μόνος τις γιορτές, πληγωμένος από μια προδοσία που δε ξεχνούσε. Ξαφνικά εμφανίστηκε άλλος άντρας: — Πόσο το έλατο; — ρώτησε. — Πουλήθηκε. Δοκίμασε στον διπλανό, ίσως βρεις εκεί, — του απάντησε ο πωλητής. Η Θωμαΐς τον κοίταξε απορημένη. — Πάμε, να σας βοηθήσω με το έλατο. Εγώ θα το κουβαλήσω μαζί σας μέχρι το σπίτι, — είπε γελώντας ο άντρας. Η Θωμαΐς τον κοίταξε, αμηχανούσα: — Δεν έχω λεφτά, σας το είπα. — Το θυμάμαι, μην ανησυχείς, — της χαμογέλασε ζεστά. Και τότε συνέβη το απίστευτο: κάτι τέτοιο μονάχα όταν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα θα μπορούσε να συμβεί. Ο άντρας άνοιξε το φορτηγάκι και η Θωμαΐς είδε μέσα στο κάθισμα, τυλιγμένη σε ένα μάλλινο πουλόβερ, να κοιμάται η Κουμπί! — Πώς βρέθηκε εδώ η Κουμπί; — ψιθύρισε με σπασμένη φωνή. — Κουμπί τη λες; Εγώ, Έλατο την φώναζα από το πρωί που τριγυρνούσε χαμένη εδώ γύρω. Μετά ήρθε στα πόδια μου, τη λυπήθηκα και την έβαλα στο φορτηγάκι. Μη μου παγώσει το καημένο το σώμα της, — χαμογέλασε ο άντρας. Τον έλεγαν Παύλο. Αγαπούσε τα ζώα και έπιανε πάντα φιλία με τα παιδιά. Γρήγορα το σπιτικό της Θωμαΐδας γέμισε θαλπωρή και αγάπη. Ίσως έφταιγε η μαγεία των γιορτών, ίσως ήταν απλά γραφτό τους… Όπως και να 'χει, τώρα καινούρια οικογένεια σε τούτο το σπίτι γνώρισε την ευτυχία. Κι η σκυλίτσα Κουμπί — πού και πού, την αποκαλούν κι Έλατο.
Φιορούλα; Εγώ την ονόμασα Έλατα. Όλο το πρωί έτρεχε εδώ γύρω σήμερα. Μπαίνει κανείς κατευθείαν στο μάτι
Είπε πως είναι ορφανή για να παντρευτεί πλούσια οικογένεια και με προσέλαβε για νταντά του ίδιου μου του εγγονού. Υπάρχει άραγε μεγαλύτερος πόνος απ’ το να σου δίνει μισθό η ίδια σου η κόρη για να αγκαλιάζεις το εγγονάκι σου; Έγινα υπηρέτρια στο σπίτι της, μπήκα στη στολή, έσκυβα το κεφάλι, μόνο και μόνο για να είμαι κοντά στο παιδί της. Στον άντρα της είπε ότι είμαι «κυρία από γραφείο ευρέσεως εργασίας». Μα όταν χτες το παιδί με φώναξε «γιαγιά» κατά λάθος, με απέλυσε, σαν να ‘μουν περιττό αντικείμενο – μόνο και μόνο για να προστατέψει το ψέμα της.
Тя каза, че е сираче, за да се омъжи за богато семейство, и ме нае за бавачка на собствения ми внук.
Μπαμπά, θυμάσαι τη Ναταλία Αλεξανδρίβνα Μαρτινένκο; Σήμερα είναι αργά, αλλά αύριο έλα σπίτι μου. Θα σε γνωρίσω με τον μικρότερο αδερφό μου και τον γιο σου – Όλα. Αντίο. Το αγόρι κοιμόταν έξω από την πόρτα της. Η Ειρήνη παραξενεύτηκε – γιατί ένα παιδί να κοιμάται τόσο πρωί σε ξένη πολυκατοικία; Ήταν δασκάλα με δεκαετή εμπειρία και δεν μπορούσε απλά να το προσπεράσει. Έσκυψε πάνω του και τον κούνησε προσεκτικά από τον αδύνατο ώμο: – Έι, νεαρέ μου, ξύπνα! – Τι; – Ο μικρός σηκώθηκε αδέξια. – Ποιος είσαι; Γιατί κοιμάσαι εδώ; – Δεν κοιμάμαι. Απλά… το χαλάκι σας είναι μαλακό. Καθόμουν και με πήρε ο ύπνος άθελά μου, – απάντησε. Η Ειρήνη έμενε σε αυτή την πολυκατοικία μόλις μισό χρόνο, μετά το διαζύγιό της. Δεν ήξερε καλά τους γείτονες, όμως κατάλαβε πως το παιδί δεν ήταν από το σπίτι. Ο μικρός ήταν γύρω στα 10–11, καθαρά αλλά φθαρμένα ρούχα, άλλαζε βάρος από πόδι σε πόδι υπαινισσόμενος ότι του χρειαζόταν τουαλέτα: – Πήγαινε γρήγορα. Καθυστερώ για δουλειά, – του άνοιξε. Της έκλεψαν το βλέμμα τα περίεργα γαλανά μάτια του – σπάνιο χρώμα σκέφτηκε. Όσο ο επισκέπτης της έπλενε τα χέρια, του έφτιαξε ένα τοστ με σαλάμι. – Πάρε, δυνάμωσε. – Ευχαριστώ! – ήδη στεκόταν στην πόρτα. – Με σώσατε. Τώρα περιμένω ήσυχος. – Ποιον περιμένεις; – ρώτησε η Ειρήνη. – Τη γιαγιά Αντωνία Πετρίβνα. Μένει δίπλα. Μήπως τη γνωρίζετε; – Λίγο μόνο, αλλά χθες προχθές τη μετέφεραν στο νοσοκομείο με το ΕΚΑΒ. Επέστρεφα όταν τη βγάζαν με φορείο. – Σε ποιο νοσοκομείο; – ανησύχησε. – Χθες εφημέρευε το 20ό αστικό. Πιθανότατα εκεί. – Κατάλαβα. Πώς σας λένε; – αποφάσισε να συστηθεί με τη σωτήρα του. – Ειρήνη Θεοδώρου, – του απάντησε βιαστικά. Στη δουλειά, το μυαλό της έτρεχε στο παιδί. «Μάλλον βγήκε στη φόρα το ανεκπλήρωτο μητρικό ένστικτο» σκέφτηκε λυπημένη. Δεν είχε παιδιά – εξ ου και ο χωρισμός. Το είχε αποδεχτεί. Ο πρώην της ήδη είχε προχωρήσει. Στο διάλειμμα τηλεφώνησε στο νοσοκομείο. Εγκεφαλικό η γιαγιά, άσχημη πρόγνωση, 78 ετών. Μετά τη δουλειά ξαναβρήκε το αγόρι στο κλιμακοστάσιο να την περιμένει – η γιαγιά θα μείνει καιρό, δεν τον αφήνουν να τη δει. – Πώς σε λένε; – Φώτης. Φώτης και όχι Φώτακος. Στον πλυμένο κιΐ χορτασμένο επισκέπτη έκανε «ανάκριση»: – Το ’σκασες από το σπίτι; Οι γονείς σου θα ανησυχούν! – Δεν έχω γονείς. Ζω με τη θεία. – Άρα η θεία ανησυχεί. – Όχι. Είπα πως θα πήγαινα στη γιαγιά. Δεν ξέρει πως είναι στο νοσοκομείο. Δεν θέλω να μένω εκεί, κι ας είναι καλή και σχεδόν δεν πίνει. Αλλά ο θείος καθημερινά πίνει κι αγριεύει. Τέσσερα δικά τους παιδιά και πάλι άλλο ένα εγώ. Είπαν θα με στείλουν στο ίδρυμα. Δεν θέλω να πάω. Δεν σας ενοχλώ πολύ; Η μαμά μου έλεγε ότι είμαι υπερκινητικό παιδί, όλο τον πατέρα… Έχω μάτια σαν τα δικά του. Η μαμά δεν ζει πια, δυο χρόνια. – Πώς τη λέγαν; – Ναταλία Αλεξανδρίβνα Μαρτινένκο. Καλή και όμορφη γυναίκα. Δούλευε γραμματέας σε διευθυντή χημικού εργοστασίου – δεν θυμάμαι το όνομα. – Ο πατέρας σου; – Δεν είχα ποτέ πατέρα, – αποκρίθηκε μελαγχολικά. Της Ειρήνης, οι γαλανές ματιές της φάνηκαν οικείες… Μόνο σε έναν άνθρωπο τις είχε δει: τον πατέρα της. Ο οποίος ήταν διευθυντής εργοστασίου. Στενάζοντας, έδιωξε το Φώτη να φέρει ψωμί απ’ το παντοπωλείο απέναντι κι άρπαξε τηλέφωνο: – Μπαμπά, θυμάσαι τη Ναταλία Αλεξανδρίβνα Μαρτινένκο; Σήμερα είναι αργά, αλλά αύριο έλα σπίτι μου. Θα σου γνωρίσω τον μικρό αδερφό μου – και γιο σου. Αυτά. Τα λέμε αύριο! – Έστρωσα στον καναπέ. Πλύσου και κοιμήσου, – είπε στο παιδί. Δεν ήξερε τι θ’ ακολουθούσε, ήξερε όμως ότι δεν θα άφηνε τον αδερφό της στους συγγενείς – και, κυρίως, όχι σε ίδρυμα! Ο πατέρας εμφανίστηκε νωρίς πρωί Κυριακής. Πάντα στηρίγμα της από μικρή, ο λογικός άνθρωπος του σπιτιού. Της στάθηκε σε κάθε της βήμα. Έτσι και τώρα, μαζί στο τραπέζι, του τα εξήγησε όλα. – Είναι αλλόκοτο όλο αυτό! Ναι, είχα γραμματέα Ναταλία Μαρτινένκο, νέα, όμορφη, ερωτευμένη. Δεν ήμουν αδιάφορος σ’ αυτό… Υπέκυψα, το ομολογώ. Λίγο μετά με ρώτησε αν θέλω γιο. Της είπα, έχω κόρη, γιο τώρα πια αργά. Έφυγε σε χωριό για τη μάνα της. Επέστρεψε μετά από έναν χρόνο, παντρεμένη λέει και με αγοράκι. Μα ποτέ δεν έμαθα κάτι άλλο. Τρία χρόνια πριν, η Ναταλία πέθανε νέη. Τότε το έμαθα. – Δεν σε κοροϊδεύω μπαμπά. Δεν παντρεύτηκε. Γύρισε, γέννησε κρυφά. Είπε ψέματα για να μην έχεις τύψεις. Ο Φώτης λέει πως πατέρα δεν είχε ποτέ. Καταλαβαίνεις; – Κι η θεία, γιαγιά; Η Ναταλία ήταν μοναχοπαίδι. Ο μικρός άκουγε απ’ την πόρτα: – Η θεία Βάσω δεν είναι αληθινή θεία μου. Είναι μακρινή συγγενής. Ήρθαν όταν η μαμά δεν μπορούσε πια να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Η γιαγιά Τόνια η μάνα της θείας. Με πήραν μετά. Παίρνουν και χρήματα για μένα. Ο θείος φωνάζει πως είναι λίγα. – Το πρόσωπό σας, Φώτη Μιχαήλ! Μου θύμισε κάποιον. Σκέφτηκα πως είστε διάσημος ηθοποιός! Ρωτούσα τη μαμά και μου έλεγε θα μου πει όταν μεγαλώσω… Η Ειρήνη φρόντισε για το πρωινό και έστειλε το Φώτη στον πρωινό κινηματογράφο, να σκεφτούν οι μεγάλοι. – Λοιπόν, σαφείς οι αμφιβολίες; – ρώτησε μετά. – Μάλλον όχι. Αλλά θα χρειαστεί τεστ DNA, δικαστική αναγνώριση, – αποκρίθηκε ο πατέρας. Ακολούθησαν: κρίσεις, υποτιθέμενο έμφραγμα από τη γυναίκα του, και ταξίδι για την ηρεμία της. Τον Φώτη ανεχόταν για λίγες επισκέψεις αλλά όχι στο σπίτι της. Ο Φώτης συνδέθηκε με τον πατέρα του και βρήκαν ίδια γούστα (π.χ. μίσησαν το σιμιγδάλι, λάτρεψαν τις γάτες) και ίδια ελαφριά ψευδοστομία. Όταν όλα τα διαδικαστικά τέλειωσαν – μήνες μετά– ο Φώτης Μιχαήλ πήρε τα χαρτιά και άκουσε: – Από σήμερα, σύμφωνα με το νόμο, είσαι γιος μου. Αυτό ήσουν πάντα, απλώς δεν το ήξερα. Συγγνώμη αν μπορείς. Δεν σε πιέζω να με λες μπαμπά. Απλά να θυμάσαι – δεν είσαι μόνος στον κόσμο. Έχεις στήριγμα – εμένα και την αδερφή σου, την Ειρήνη. – Εγώ αμέσως κατάλαβα πως είσαι εσύ ο πατέρας, – χαμογέλασε ο μικρός. – Με το που σε είδα… Έμεινε με τη μεγάλη αδερφή του, επισκέπτεται τη μητριά του σπάνια, ο πατέρας τους καθημερινά. Και μαζί βρήκαν γατάκι – τον Μούργο. PS: O πατέρας έστησε λευκό μαρμάρινο μνήμα στη Ναταλία. Με τον Φώτη, συχνά πάνε με λουλούδια. Μια μέρα, ο Φώτης αποκάλυψε: – Ξέρεις, μπαμπά, τη μέρα πριν η μαμά φύγει… Μου είπε να μη λυπάμαι πολύ, θα συνεχίσει να με προσέχει από αλλού, και ακόμα θα με βοηθάει. Και τώρα καταλαβαίνω πως αυτή φρόντισε να με βρει η Ειρήνη – μετά κι εσύ! Το ξέρω σίγουρα! Με πιστεύεις; – Φυσικά, σε πιστεύω, – απάντησε ο πατέρας.
Μπαμπά, θυμάσαι τη Νάντια Αλεξάνδρου Μαρτίνου; Είναι αργά απόψε, αύριο έλα σπίτι μου. Θα σε γνωρίσω με
Όταν γύρισα, η πόρτα ήταν ανοιχτή. Πρώτη μου σκέψη – κάποιος μπήκε στο σπίτι. «Μάλλον νόμιζαν ότι κρατάω εδώ λεφτά ή κοσμήματα», σκέφτηκα. Με λένε Λαρισα Δημητρίου και είμαι εξήντα δύο χρονών. Εδώ και πέντε χρόνια μένω μόνη. Ο σύζυγός μου έφυγε από τη ζωή, ενώ τα παιδιά μου έχουν δικές τους οικογένειες και ζουν αλλού. Όσο κρατά ο καλός καιρός, μένω στο μικρό εξοχικό μου έξω από την Αθήνα κι όταν πιάσουν τα κρύα γυρίζω στο διαμέρισμα με τα δύο δωμάτια στην πόλη. Μόλις όμως ζεστάνει πάλι, μετακομίζω στης εξοχής το σπιτάκι μου. Λατρεύω την ήσυχη ζωή στο χωριό. Παίρνω δύναμη από τον καθαρό αέρα, αγαπώ να φροντίζω τον κήπο μου. Κοντά υπάρχει κι ένα μικρό πευκοδάσος γεμάτο μανιτάρια και βατόμουρα το καλοκαίρι. Έτυχε να πρέπει να λείψω μια ολόκληρη εβδομάδα. Όταν επέστρεψα, βρήκα την πόρτα ανοιχτή. Σκέφτηκα αμέσως πως κάποιος είχε μπει. Μάλλον περίμεναν να βρουν μετρητά ή κοσμήματα, σκέφτηκα. Κανένα σημάδι διάρρηξης όμως – όλα στη θέση τους. Μόνο μια πιατέλα στο τραπέζι, κάτι που δεν συνηθίζω να αφήνω πίσω μου – και ήξερα πως θα αργήσω να γυρίσω. Κατάλαβα ότι κάποιος έμενε εδώ όσο έλειπα. Αυτό με θύμωσε απίστευτα. Κι όταν μπήκα στο σαλόνι, είδα ένα αγόρι να κοιμάται γλυκά στον καναπέ μου. Τώρα όλα βγάζουν νόημα! Το αγοράκι ξύπνησε, με κοίταξε νυσταγμένο και χωρίς να προσπαθήσει να φύγει, μου είπε: – Συγγνώμη, που μπήκα έτσι… Φαινόταν ευγενικό και ντροπαλό. Μου έγινε συμπαθές. – Πόσο καιρό μένεις εδώ; – ρώτησα. – Δύο μέρες. – Πεινάς; Τι έφαγες; – Είχα κάτι τυρόπιτες… Θέλετε κι εσείς λίγη; Μου έδωσε μια σακούλα με μερικά κομματάκια, όχι πια φρέσκα. – Πώς σε λένε; – Ιάσωνα. – Εμένα με λένε Λαρισα Δημητρίου. Γιατί είσαι μόνος; Έχασες τους γονείς σου; – Η μαμά συχνά μ’ άφηνε μόνο. Κι όταν γύριζε πάντα ήταν νευριασμένη. Και πάντα έλεγε πως της είμαι βάρος, πως χωρίς εμένα θα ήταν ευτυχισμένη. Πριν δυο μέρες πάλι μου φώναζε. Δεν άντεξα άλλο κι έφυγα. – Λες να σε ψάχνει τώρα; – Αποκλείεται, δεν είναι η πρώτη φορά. Άλλες φορές λείπω βδομάδες και ούτε που το καταλαβαίνει. Της είναι πιο εύκολο χωρίς εμένα. Κι όταν γυρίζω, ποτέ δεν φαίνεται χαρούμενη. Έμαθα πως ο Ιάσωνας ζούσε με μια μάνα που προτιμούσε να κυνηγάει άντρες αντί να φροντίζει το παιδί της – πολλές φορές τον άφηνε μόνο κι αυτός έπρεπε να τα βγάζει πέρα όπως μπορούσε. Μου ράγισε την καρδιά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω πολλά. Συνταξιούχος γυναίκα ήμουν, καμία κοινωνική υπηρεσία δεν θα μου έδινε κηδεμονία. Σε ορφανοτροφείο ο Ιάσωνας δεν ήθελε με τίποτα να πάει. Τον φίλεψα, του είπα να μείνει ακόμα μια νύχτα – εδώ ήταν πιο ασφαλής απ’ ό,τι με τη μητέρα του. Όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Στο μυαλό μου μόνο η μοίρα του Ιάσωνα. Ύστερα θυμήθηκα μια παλιά μου γνωστή, τη Ναταλία Παπασημακοπούλου, που δουλεύει στην Πρόνοια. Το πρωί, πρώτα απ’ όλα, της τηλεφώνησα για να τη ρωτήσω τι να κάνω. Η Ναταλία δέχτηκε να βοηθήσει. Σε τρεις εβδομάδες κατάφερα να υιοθετήσω τον Ιάσωνα. Τόσο χαρούμενο και ευγνώμον παιδί δεν ξαναείδα. Κι η μητέρα του υπέγραψε αμέσως παραιτώντας τα δικαιώματα, μόλις έμαθε πως κάποιος θέλει να φροντίσει τον γιο της. Τώρα ζούμε οι δυο μας. Ο Ιάσωνας λέει σε όλους ότι είμαι η γιαγιά του. Εγώ νιώθω ευτυχισμένη: η ζωή μού χάρισε ένα εγγόνι. Είναι πολύ έξυπνο και ικανό παιδί. Φέτος το φθινόπωρο πήγε Α’ Δημοτικού. Ακούω τα καλύτερα λόγια από τη δασκάλα του – ο Ιάσωνας έμαθε γρήγορα να διαβάζει και να λύνει μαθηματικά προβλήματα.
Όταν γύρισα, η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Πρώτη μου σκέψη κάποιος μπήκε στο σπίτι. «Μάλλον περίμεναν να βρουν
Γάτα ανακαλύπτει «μαγικό» κινητό της Ρίτας κάτω από το δέντρο: Μια τυχαία συνάντηση, ένας χαμένος smartphone που μιλάει και πολλά… χαδιάρικα «μιάου» – Η Ρίτα ψάχνει το πανάκριβο κινητό της στην Αθήνα, μα βρίσκει έναν μοναχικό, πορτοκαλί γάτο και μια τρυφερή έκπληξη με άρωμα βαλεριάνας!
Ο γάτος έπεσε τυχαία πάνω σε ένα τηλέφωνο Το αντικείμενο μύριζε άνθρωπο και ήταν ζεστό, σχεδόν ζωντανό.