Η νύφη άντεχε την πεθερά της – Δείτε πού οδήγησε τελικά αυτή η υπομονή — Δίδυμα;! — ξέφυγε από τα χείλη της κυρίας Ειρήνης Αλεξάνδρου. Η γυναίκα προσπαθούσε πολύ να κρύψει την αγανάκτησή της, αλλά δεν τα κατάφερνε καθόλου καλά. Η Άννα ήξερε πολύ καλά πως από την πεθερά της δεν μπορούσε να περιμένει ούτε μια σταγόνα ειλικρίνειας. Ποτέ δεν τη συμπάθησε, πάντα θεωρούσε ότι δεν ήταν κατάλληλη για το γιο της. Αν και ο περίγυρος πίστευε το αντίθετο – ότι δηλαδή ο Βαγγέλης ήταν υπερβολικά απλός για μια κοπέλα σαν την Άννα. Η Άννα ήταν γλυκιά και μορφωμένη· στα είκοσί τρία της είχε τελειώσει το οικονομικό και είχε μια καλή δουλειά σε γνωστή αλυσίδα ιδιωτικών κλινικών. Ναι, καταγόταν από μια μικρή επαρχιακή πόλη, αλλά ο πατέρας της ήταν διευθυντής εργοστασίου και η μητέρα της καθηγήτρια στο τοπικό πανεπιστήμιο. Δεν μπορούσες, λοιπόν, να πεις ότι ήταν αμόρφωτη ή αγροίκισσα. Παρ’ όλα αυτά, η κυρία Ειρήνη συνέχιζε να τη θεωρεί «χωριατοπούλα». — Να σας ζήσουν! Τέτοια ευτυχία, διπλή χαρά! — μουρμούρισε δήθεν συγκινημένη. Μόνο που στην ευτυχία αυτή, η κυρία Ειρήνη ουδόλως εμπλεκόταν. Η εγκυμοσύνη της Άννας ήταν δύσκολη: στην αρχή της είπαν ότι υπάρχει κίνδυνος αποβολής, αργότερα κινδύνευε με πρόωρο τοκετό. Συχνά νοσηλευόταν. Αν και ο Βαγγέλης την επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά, η μητέρα του που έμενε μόλις δυο στάσεις μακριά, ούτε που την είχε δει έστω και μια φορά. Ούτε στη γιορτή της γέννησης των εγγονών της εμφανίστηκε η Ειρήνη Αλεξάνδρου. Όσο κι αν τη φώναζε ο Βαγγέλης, δεν ήρθε ούτε τις πρώτες σαράντα μέρες. — Δεν κάνει να έρθω! Κι αν τους φέρω καμιά ίωση; Θα δυναμώσουν και μετά γνωρίζονται με τη γιαγιά. Τα κορίτσια ήταν τριών μηνών όταν η Άννα συνάντησε ξαφνικά την πεθερά της σε ένα κατάστημα. Η κυρία Ειρήνη τέντωσε ένα ψεύτικο χαμόγελο και ρώτησε μέσα από τα δόντια: — Πώς πάτε, κορίτσια; Η Άννα χαμογέλασε ειλικρινά: — Βολτάρουμε! Το καρότσι μεγάλο βέβαια, αλλά τι να κάνω; Χρειάζονται τα παιδιά καθαρό αέρα! Η κυρία Ειρήνη κούνησε το κεφάλι και ετοιμάστηκε να φύγει, μα τότε είδε μια παλιά της γνωστή. Εκείνη χαιρετούσε και ερχόταν προς το μέρος τους. — Ιρινούλα! Τι κάνεις; Αυτά τα εγγονάκια σου είναι; — Ναι, Γαλάτεια μου… Ο θησαυρός μου! Η Άννα θυμόταν καλά την κυρία Γαλάτεια. Την καλημέρισε διστακτικά. — Κατευθείαν δυο! Άννα, πώς τα κατάφερες με τέτοια αδυναμία; — Η Αννούλα μας είναι ηρωίδα! — συμπλήρωσε η κυρία Ειρήνη Αλεξάνδρου. Η νεαρή μητέρα κοίταξε απορημένη την πεθερά της. Πριν λίγο έτοιμη ήταν να φύγει τρέχοντας και τώρα φορούσε προσωπείο στοργικής γιαγιάς. Η Γαλάτεια και η Ειρήνη άρχισαν να κουβεντιάζουν… Η Άννα άκουγε κομμάτια από τις φράσεις τους, περί ευτυχίας με δίδυμα, περί βοήθειας που δήθεν δίνει η πεθερά… Έμαθε για τη ζωή της, όσα ούτε καν φανταζόταν. Τέλος πάντων, όταν η παλιά φίλη θυμήθηκε δουλειές της, αποχώρησε. Η Ειρήνη περίμενε μισό λεπτό, αρνήθηκε το χαμόγελο, χαιρέτησε ξερά και έφυγε. Το βράδυ, η Άννα διηγήθηκε τα γεγονότα στον Βαγγέλη. Έβαλε τους ώμους ψηλά. — Άννα, αυτή είναι η μάνα μου. Τι άλλο περίμενες; Ούτε εμάς ασχολιόταν, μόνο ιστορίες έλεγε… Τα μαθήματά μου εγώ τα ‘κανα, εκείνη σειρές έβλεπε! Τι να λέμε… Μην το παίρνεις κατάκαρδα! Τα είχε ακούσει όλα αυτά χίλιες φορές, αλλά δε σταματούσε ποτέ να εκπλήσσεται όταν τα ζούσε η ίδια. *** Περνούσαν τα χρόνια και τίποτα στην συμπεριφορά της Ειρήνης ως προς παιδιά και εγγόνια δεν άλλαζε. Ώσπου μια μέρα, καθώς έβγαινε από το ταξί, στραβοπάτησε και έσπασε το πόδι της. Τότε της ήρθε καταπληκτική ιδέα. — Θα μείνω σπίτι σας! — ανακοινώνει σε Άννα και Βαγγέλη. Οι δυο τους κοιτάχτηκαν — καταλάβαιναν πού θα κατέληγε αυτό. Αλλά δεν μπορούσαν να αρνηθούν. Ακολούθησαν δύσκολοι καιροί στο σπίτι. Μετακόμισαν στο παιδικό δωμάτιο, και η τραυματισμένη Ειρήνη κατέλαβε τη μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Έγινε, ουσιαστικά, τρίτο παιδί: έπρεπε να της μαγειρεύουν, να της καθαρίζουν, να τη βοηθούν ακόμη και στο πλύσιμο, να της φέρνουν ψώνια. Τα δίδυμα ήταν δυόμισι και η Άννα προσπάθησε να ξαναπιάσει δουλειά, μισή μέρα έστω. Τα κορίτσια πήγαν παιδικό σταθμό. Τα πρωινά πάλευαν να τα ξυπνήσουν — κλάματα και παρακάλια να μην τις ξυπνάνε απ’ τη ζεστασιά και τα κρεβατάκια. Μια μέρα, ενώ έφευγαν, χτύπησε το τηλέφωνο του Βαγγέλη: — Μαμά; Γιατί τηλεφωνείς; Είσαι στο διπλανό δωμάτιο! — Δεν μπορώ να σηκωθώ, έχω το πόδι σπασμένο… — Έχεις πατερίτσα, μαμά… — Βαγγέλη, σκάσε! Να σου πω αυτό που πρέπει, δε χρειάζεται να σηκωθώ! — Μίλα μαμά, γρήγορα… — Δεν αντέχω το πρωινό σας θόρυβο! Δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε λεπτό με εσάς να τρέχετε, να χτυπάτε πόρτες, και τα παιδιά σας κάνουν φασαρία! Ο Βαγγέλης έγινε έξαλλος. Άνοιξε την πόρτα και φώναξε: — Θέλεις ήσυχα; Να αφήσουμε τα παιδιά σε σένα καλύτερα; Η Ειρήνη σώπασε σαστισμένη. Έφυγε νωρίτερα από το σπίτι τους. Ούτε περίμενε να βγάλει το γύψο. Ο Βαγγέλης δεν στεναχωρέθηκε, αλλά η Άννα ένιωθε ενοχές. Δεν ήθελε να μαλώνει ο άντρας με τη μητέρα του, αλλά τι να κάνει; *** Τις Παρασκευές η Άννα δούλευε μισή μέρα. Έπαιρνε τα κορίτσια, έτρωγαν λιχουδιές και έβλεπαν παιδική ταινία. Εκείνο το απόγευμα χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξε – η Ειρήνη Αλεξάνδρου στο κατώφλι, κρατώντας τον Πέτρο, τον εγγονό της από την κόρη της. — Ειρήνη Αλεξάνδρου, τι συμβαίνει; — Η Λένα μού τον άφησε μέχρι το βράδυ, αλλά έχω δουλειές! Κράτα τον για μιάμιση ώρα, σε παρακαλώ! Η Άννα τα ‘χασε. Ο Πέτρος ήταν μισό χρόνο μικρότερος απ’ τα κορίτσια και ήσυχος γενικά, οπότε τον καλωσόρισε. — Όλα εντάξει, Πέτρο; Θα μείνεις μαζί μου; Έγνεψε ναι. Σήκωσε τα μάτια — η πεθερά ήδη έμπαινε στο ασανσέρ. — Πότε να σας περιμένω; — Δυο ώρες το πολύ! Δεν καληνύχτισε καν. *** Ο Βαγγέλης ήρθε στις επτά και βλέπει τον ανιψιό του στο τραπέζι να τρώει κεφτέδες. — Γεια σου λεβέντη! Ήρθες για επίσκεψη; Η Λένα πού είναι; Το αγόρι του χαμογέλασε. Η Άννα πήρε μια βαθειά ανάσα. — Η μαμά σου τον έφερε… „Για λίγο”, πήγε… δουλειές. — Πότε άρχισε αυτό το „λίγο”; — Πέντε ώρες κοντά… Τον κοίταξε ανήσυχη. — Και η Λένα; — Δεν της έγραψα… Δεν ήθελα να τα βάλω με την πεθερά, εκείνη της τον ανέθεσε. Ο Βαγγέλης αγρίεψε. — Άννα, πολύ καλή είσαι… Αυτό δεν είναι φυσιολογικό! Η μάνα πού πήγε; Η Άννα σήκωσε τους ώμους. Ο Βαγγέλης πήρε τηλέφωνο τη Λένα, της τα εξήγησε όλα. Του είπε θα ερχόταν το συντομότερο. *** Ήταν εννιά παρά. Τα παιδιά έπαιζαν, οι τρεις τους κουβέντιαζαν στην κουζίνα. — Ρε παιδιά, θα την περιμένουμε όντως; Τα παιδάκια πρέπει να κοιμηθούν… — Ένα βράδυ ας κοιμηθούμε πιο αργά. Αλλά πρέπει να το λύσουμε με τη μαμά. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Η Άννα πήγε ν’ ανοίξει. — Εντάξει! Πάω να πάρω τον Πέτρο! — δήλωσε η Ειρήνη. Η Άννα κατάπιε. Από πίσω εμφανίστηκαν η Λένα και ο Βαγγέλης. — Μάνα, σοβαρά τώρα, δεν έχεις τύψεις; — Έτσι μιλάς στη μάνα σου; — Μη διαστρέφεις, μάνα! Τον Πέτρο σου άφησα! Και όχι στην Άννα… Τι κάνεις; Η Ειρήνη γέλασε. — Έλα βρε Λένα, μικρή διαφορά. Δυο δικά της έχει, μια χαρά τα καταφέρνει με παιδιά. Εγώ όμως έχω δουλειές! Ο Βαγγέλης αγρίεψε. — Μάνα! Τι δουλειές; Πόση αναίδεια! Τη ρώτησες καν αν μπορεί; — Έλεος, τι να ρωτήσω! Ο Βαγγέλης ξαναρώτησε: — Πού γύρναγες δηλαδή; Η Λένα ξεκαρδίστηκε από τα νεύρα: — Πρώτα κατευθείαν κομμωτήριο, το πρωί τα μαλλιά σου ήταν αλλιώς. Μετά σίγουρα για μανικιούρ, αλλάξαμε και βερνίκι! Πιο πριν κόκκινο, τώρα ροζ… Η Ειρήνη κοκκίνισε, αλλά έμεινε άφωνη. — Καθόλου δεν ντρέπεσαι; — επανέλαβε ο Βαγγέλης. Δεν αποκρίθηκε. Απλά τους κοίταζε. — Σπάνια σου ζητούν βοήθεια, και φορτώνεις τον εγγονό στη γυναίκα μου! Μήπως κι εκείνη θέλει νυχάκια; Μήπως κομμωτήριο; Και τότε η Ειρήνη αναψοκοκκίνισε, αγρίεψε. Μηδενική ντροπή, ήθελε να βάλει στη θέση τους γιο, κόρη και νύφη. — Έλα τώρα, Βαγγέλη! Ποιο κομμωτήριο; Ποια νυχάκια; Αυτή σου η Άννα είναι μια φτωχούλα απ’ το πουθενά! Ήταν και θα είναι πάντα! Έπεσε απόλυτη σιγή. Μετά ακούστηκε μια φωνή: — Έξω τώρα! Ο Βαγγέλης την έπιασε και την έβγαλε έξω. Έκλεισε την πόρτα και πήρε βαθιά ανάσα. Σήκωσε τα μάτια, είδε την Άννα να κλαίει. Έτρεξαν να την παρηγορήσουν. Η Άννα πονούσε. Ταυτόχρονα, όμως, έβλεπε ότι ούτε τα δικά της ούτε και τα ξένα εγγόνια εκτιμούσε η κυρία Ειρήνη — και αυτό την έκανε να νιώθει πως δεν ήταν δικό της το πρόβλημα. Ήθελε να είναι καλή, αλλά με κάποιον που δεν είναι καλός ίσως να μην τα καταφέρεις ποτέ. Από τότε η επικοινωνία με την πεθερά σχεδόν έσβησε. Ο Βαγγέλης και η Λένα βοηθούσαν που και που, αλλά δεν συμμετείχε στη ζωή της οικογένειας. Έμεινε για καιρό μαλωμένη, όμως το να είναι „κοντά στα παιδιά” την έκανε να προσπαθεί να τα ξαναβρεί. Με τα εγγόνια όμως, δεν ξαναασχολήθηκε. Μόνο μια φορά, ξεφυλλίζοντας τα social, η Άννα είδε status της πεθεράς με φωτογραφίες και των τριών εγγονιών και τη φράση: «Χρόνια Πολλά γιαγιάδες! Σε όλες που μεγαλώνουν εγγόνια!» Η Άννα χαμογέλασε με πίκρα, αλλά το βράδυ ο Βαγγέλης με τη Λένα σχολίασαν τη μάνα τους απίστευτα καυστικά. Η Άννα ήθελε να κρατηθεί, αλλά τελικά λύγισε από τα γέλια.

Δίδυμα;! της ξέφυγε της κυρίας Ειρήνης.

Η γυναίκα προσπαθούσε να μαζέψει τη δυσαρέσκειά της, αλλά της βγήκε πολύ άσχημα. Η Αναστασία, όμως, πολύ καλά ήξερε ότι από την πεθερά της δεν έπρεπε να περιμένει σταγόνα ειλικρίνειας. Δεν την είχε συμπαθήσει ποτέ. Πάντα έλεγε ότι δεν ήταν αρκετά καλή για τον γιο της, τον Μάνο. Οι φίλοι του ζευγαριού, βέβαια, λέγανε πως ο Μάνος ήταν ο απλός της υπόθεσης, όχι η Αναστασία.

Η Αναστασία ήταν χαριτωμένη, με παιδεία και τρόπους, είχε τελειώσει οικονομικά, μόλις στα είκοσι τρία της, και βρήκε καλή δουλειά σε γνωστή αλυσίδα ιδιωτικών κλινικών στην Αθήνα. Πέρα απ’ αυτό, ναι, ήταν από επαρχιακή πόλη – ο πατέρας της διευθυντής σε τοπική εταιρεία, η μητέρα της καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο. Οπότε δεν μπορούσες να πεις με τίποτα ότι της έλειπαν τα γράμματα ή οι τρόποι. Όμως η κυρία Ειρήνη την έβλεπε σαν τη φτωχούλα του χωριού.

Να σας ζήσουν! Τι ευτυχία! Διπλή χαρά! μουρμούρισε η γυναίκα.

Βέβαια, στο να την χαρεί, δεν είχε καμία διάθεση να βοηθήσει ή να στηρίξει. Η εγκυμοσύνη της Αναστασίας ήταν πολύ δύσκολη, έφτασε κοντά στην αποβολή, μετά φοβούνταν πρόωρο τοκετό. Βρισκόταν όλη την ώρα στο νοσοκομείο για παρακολούθηση. Ο Μάνος πήγαινε κοντά της κάθε σχεδόν μέρα, αλλά η μάνα του που έμενε δυο στάσεις απόσταση, ούτε μια φορά δεν πέρασε να την δει.

Ούτε όταν βγήκαν από το μαιευτήριο η κυρία Ειρήνη εμφανίστηκε. Ό,τι κι αν της είπε ο Μάνος, στους σαράντα πρώτους μέρες, ούτε κλήση, ούτε μήνυμα.

Δεν κάνει! Άσε που μπορεί να τους κολλήσω τίποτα! Θα δυναμώσουν πρώτα, μετά να δουν και τη γιαγιά.

Τα κοριτσάκια είχαν γίνει τριών μηνών όταν η Αναστασία πέτυχε την πεθερά της στο σούπερ μάρκετ. Η κυρία Ειρήνη φόρεσε ένα κάπως τραβηγμένο χαμόγελο και ψέλλισε:

Πώς είσαστε, κορίτσια;

Η Αναστασία χαμογέλασε πραγματικά.

Βόλτα κάνουμε! Η καρότσα μεγάλη, τι να κάνουμε; Ο αέρας για τα παιδιά είναι όλα τα λεφτά!

Η κυρία Ειρήνη έκανε νόημα πως ετοιμάζεται να φύγει, μέχρι που την πρόλαβε μια γνωστή της. Η κυρία Κατερίνα ήρθε φουριόζα.

Ειρηνάκι μου! Πού είσαι; Να τα τα εγγονούλια σου;

Βέβαια, Κατερινούλα ο θησαυρός μου!

Η Αναστασία την ήξερε, και της είπε καλημέρα διακριτικά.

Και τα δύο μαζί! Αναστασάκι, πώς τα κατάφερες, κοριτσάκι μου; Είσαι τόσο λεπτεπίλεπτη!

Η Αναστασία είναι ηρωίδα μας! δήλωσε περήφανα η κυρία Ειρήνη.

Η Αναστασία κοιτούσε απορημένη την πεθερά της. Πριν λίγο ετοιμαζόταν να εξαφανιστεί και τώρα το έπαιζε σούπερ-γιαγιά για τα μάτια της φίλης της.

Η κυρία Ειρήνη και η Κατερίνα χαζογελούσαν κι έλεγαν για τη χαρά των διδύμων, πόσο δυνατή η Αναστασία και πως δήθεν η Ειρήνη βοηθάει… Άκουγε και δεν πίστευε στ’ αυτά της. Τελικά η Κατερίνα θυμήθηκε τη δουλειά της, χαιρέτισε και έφυγε.

Η κυρία Ειρήνη κοντοστάθηκε λίγα δευτερόλεπτα, ύστερα κατσούφιασε και έφυγε κι αυτή.

Το βράδυ, η Αναστασία τα είπε στον Μάνο. Εκείνος ξεφύσηξε:

Ναστάζα, μάνα μου είναι, τι περιμένεις; Ούτε μαζί μας ασχολιόταν μύθους έλεγε Ότι μου διάβαζε μέχρι τα χαράματα, κι όλο έβλεπε σαπουνόπερες και το σχολείο μου το ξεχνούσε Έλεγε πως έβγαζε βόλτα τη Λενιώ τρεις ώρες και την έβαζε στον καθρέφτη να χτενίζεται, ενώ εγώ έσπρωχνα το καρότσι Μη σκάς! Σε παρακαλώ!

Τα είχε ξανακούσει αυτά η Αναστασία, αλλά πάντα έμενε έκπληκτη με την πεθερά της.

***

Περνούσαν τα χρόνια, αλλά τίποτα δεν άλλαζε στη στάση της κυρίας Ειρήνης προς παιδιά και εγγόνια. Μέχρι που έγινε το απρόοπτο: βγαίνοντας από ταξί, έπεσε κι έσπασε το πόδι της. Της ήρθε φαεινή ιδέα.

Να μείνω μαζί σας λίγο! τους είπε.

Η Αναστασία και ο Μάνος αντάλλαξαν βλέμματα, ξέραν τι έχει να γίνει, όμως δεν ήξεραν πώς να αρνηθούν.

Ζήσανε την απόλυτη κόλαση. Αναγκάστηκαν να μετακομίσουν με τα κορίτσια στο παιδικό, τη μεγάλη κρεβατοκάμαρα την πήρε η Ειρήνη λόγω του τραυματισμού. Χρειαζόταν φροντίδα για φαγητό, για μπάνιο, να της πάρουν ψώνια μάλλον τρίτο παιδί είχαν στο σπίτι.

Τα δίδυμα δυόμισι ετών, η Αναστασία προσπαθούσε να γυρίσει στη δουλειά, έστω και part time, οπότε τις πήγαν στον παιδικό σταθμό. Κάθε πρωί γινόταν μάχη: τα κορίτσια να κλαίνε που τα τραβούσε η μαμά και ο μπαμπάς από το ζεστό κρεβατάκι τους.

Μια μέρα, πριν φύγουν καν από το σπίτι, χτύπησε το τηλέφωνο του Μάνου:

Μαμά; Τι θέλεις; Είσαι στο διπλανό δωμάτιο!

Δεν μπορώ να σηκωθώ, έχω σπασμένο πόδι

Μαμά, έχεις πατερίτσα.

Κάτσε βρε Μάνο! Αυτά που θέλω να σου πω δεν θέλουν να σηκωθώ!

Μαμά, εντάξει, λέγε

Είμαι δυσαρεστημένη με το πρωινό πανηγύρι σας. Δεν αντέχω τόση φασαρία, δεν μπορώ να κοιμηθώ, και τα κορίτσια σας δεν κλείνουν το στόμα τους ούτε λεπτό!

Ο Μάνος είχε γίνει κατακόκκινος. Πήγε μπροστά στην πόρτα κι απάντησε βροντερά:

Άμα θες ύπνο, να σου αφήσουμε τα κορίτσια εδώ να ξεκουραστείς καλύτερα;;;

Η κυρία Ειρήνη σώπασε με τρόμο. Σύντομα έφυγε από το σπίτι ούτε περίμενε καν να βγάλει τον γύψο της. Ο Μάνος δεν στενοχωρήθηκε, αλλά η Αναστασία ένιωσε τύψεις. Δεν ήθελε πάντως να μαλώσει ο άντρας της με τη μάνα του, αλλά τι να έκανε;

***

Τις Παρασκευές η Αναστασία δούλευε μόνο το πρωί. Έπαιρνε τα δίδυμα το μεσημέρι, τρώγανε, παίρναν κάτι γλυκά και βλέπανε ταινία παιδική όλοι μαζί στο σαλόνι με τα μαξιλάρια κάτω από τον προτζέκτορα. Όλα κυλούσαν όμορφα, μέχρι που χτύπησε το κουδούνι.

Ανοίγει και τι να δει η κυρία Ειρήνη στην πόρτα, κρατώντας από το χέρι τον Παναγιωτάκη, τον γιο της κόρης της.

Κυρία Ειρήνη, τι συμβαίνει;

Η Λένα μού άφησε τον μικρό για λίγο, αλλά πρέπει να φύγω επειγόντως! Μπορείς να τον κρατήσεις μιάμιση ωρίτσα; Σε παρακαλώ!

Η Αναστασία πάγωσε. Ο μικρός Παναγιωτάκης ήταν μισό χρόνο πιο μικρός από τα δίδυμα και ήρεμο παιδί, οπότε ούτε που διαμαρτυρήθηκε. Κάθισε στα γόνατά της και του χαμογέλασε.

Θα κάτσεις με μένα λίγο;

Ο μικρός έκανε ντροπαλά ένα ναι, και μέχρι να σηκώσει το κεφάλι της, η πεθερά της είχε ήδη εξαφανιστεί για το ασανσέρ.

Τι ώρα να σας περιμένω;

Δυο ωρίτσες το πολύ!

Ούτε χαιρέτησε νύφη ή εγγόνι, μπήκε στο ασανσέρ και έφυγε.

***

Ο Μάνος γύρισε κατά τις επτά. Βλέπει τον ανηψιό του στην κουζίνα να τρώει κεφτεδάκια και στραβώνει:

Γεια σου, λεβέντη! Ήρθες επίσκεψη; Η Λένα πού είναι;

Ο μικρός χαμογέλασε στον θείο του, η Αναστασία από τον καναπέ αναστέναξε βαριά. Δεν ήθελε πάλι να ξεκινήσουν τα οικογενειακά μπινελίκια, αλλά πώς να το κρύψει;

Η μαμά σου τον έφερε… Για „δυο ωρίτσες”. Έφυγε για δουλειές…

Και πότε άρχισαν αυτές οι δυο ώρες;

Έχουν περάσει σχεδόν πέντε

Η Αναστασία τον κοίταξε με αγωνία.

Καλά! Η Λένα πού είναι;

Η Αναστασία κατάπιε και είπε:

Δεν της έστειλα μήνυμα… Δεν ήθελα να τη φέρω σε δύσκολη θέση. Η μητέρα σου της ανέθεσε το παιδί.

Ο Μάνος θύμωσε.

Καλή μου, είσαι πολύ καλή… Μα αυτό δεν είναι φυσιολογικό! Η μάνα δεν είπε πού πήγε;

Η Αναστασία κούνησε το κεφάλι. Ο Μάνος πήρε τηλέφωνο τη Λένα και της τα είπε όλα. Εκείνη υποσχέθηκε πως θα ερχόταν αμέσως.

***

Ήταν οκτώμισι πια. Τα παιδιά παίζανε στο δωμάτιο. Στην κουζίνα κάθονταν η Αναστασία, ο Μάνος και η Λένα.

Παιδιά, τι τη βάζουμε να τη περιμένουμε; Τα μικρά πρέπουν να κοιμηθούν

Καλά, σήμερα ας αργήσουν να κοιμηθούν μία φορά. Με τη μαμά πρέπει να μιλήσουμε στα ίσα.

Με το που τελείωσε τη φράση ο Μάνος, χτύπησε το κουδούνι. Η Αναστασία άνοιξε.

Ωραία! Να πάρω τον Παναγιωτάκη λοιπόν; είπε με βιασύνη η κυρία Ειρήνη.

Η Αναστασία πάγωσε. Πίσω της εμφανίστηκαν η Λένα με τον Μάνο.

Μαμά, έχεις καθόλου συνείδηση;

Τι τρόπος είναι αυτός με τη μάνα σας;

Μαμά! Μην αλλάζεις θέμα! Σε σένα άφησα τον Παναγιωτάκη! Εσένα, όχι στην Αναστασία Τι γίνεται;

Η κυρία Ειρήνη γέλασε.

Έλα, βρε Λένα! Τι διαφορά να κάνει; Αφού έχει ήδη δύο, μια χαρά τα καταφέρνει! Κι εγώ είχα δουλειές!

Ο Μάνος πιο κοντά της:

Μαμά! Ποιες δουλειές; Τι θράσος και τι απαιτήσεις; Τη ρώτησες αν μπορεί;

Θεέ μου… τι να τη ρωτήσω!

Ο Μάνος επανέλαβε:

Πού ήσουν τελικά;

Εκείνη την ώρα ξέσπασε η Λένα:

Λοιπόν, εγώ το πρωί την είδα, τα μαλλιά της ήταν αλλιώς, πήγε κομμωτήριο, σίγουρα! Και μετά, σαλόνι για νύχια, το βερνίκι είχε αλλάξει! Από κόκκινο ροζ…

Η κυρία Ειρήνη κοκκίνισε και δεν βρήκε τι να πει.

Δεν ντρέπεσαι καθόλου; ξαναείπε ο Μάνος.

Σιωπή. Κοιτούσε τα παιδιά της.

Μια φορά στα χίλια χρόνια σου ζητάμε χάρη και παρκάρεις το παιδί στην Αναστασία; Ίσως εκείνη να ήθελε να πάει για νύχια! Να πάει κομμωτήριο!

Τότε η κυρία Ειρήνη γύρισε και, πνιγμένη στην ντροπή, αλλά και τον εγωισμό, ξεστόμισε:

Πλάκα μας κάνετε; Τι να τα κάνει τραβηγμένα ή νύχια; Μια κοπελίτσα από το χωριό πάντα ήταν, πάντα θα είναι.

Για μια στιγμή σιωπή στη σάλα. Κι ύστερα ακούστηκε ένα δυνατό:

Έξω τώρα!

Ο Μάνος έπιασε τη μάνα του απαλά αλλά αποφασιστικά και την έβγαλε έξω, έκλεισε την πόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα και όταν κοίταξε τη γυναίκα του, τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα. Τόσο ο Μάνος όσο και η Λένα έκαναν ό,τι μπορούσαν να την ηρεμήσουν.

Η Αναστασία πληγώθηκε πολύ, της κακοφάνηκε, όμως κατάλαβε ότι ούτε τα ίδια της τα παιδιά δεν σεβόταν η κυρία Ειρήνη δεν της φταίει η Αναστασία γενικά, αλλά κανείς. Κάποιοι άνθρωποι δεν αλλάζουν και δε σε κάνουν ποτέ να νιώθεις αρκετός.

Από εκείνη τη μέρα, ουσιαστικά δεν είχαν πια σχέσεις μαζί της. Ο Μάνος και η Λένα έδιναν τυπικά μια χείρα βοηθείας αν χρειαζόταν, αλλά ως εκεί. Η κυρία Ειρήνη παρεξηγήθηκε πολύ, όμως το να νιώθει «μέσα στα παιδιά της» τελικά νίκησε και έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. Στα εγγόνια της όμως, καμία βοήθεια ποτέ.

Και μια μέρα η Αναστασία βλέπει στο Viber της πεθεράς της φωτογραφίες και των τριών εγγονιών με λεζάντα: «Χρόνια πολλά σε όλες τις γιαγιάδες που σήκωσαν εγγόνια!» Η Αναστασία πικρά χαμογέλασε, και το βράδυ ο Μάνος με τη Λένα έκαναν το γλέντι τους. Ένιωθε κάπως άσχημα που γελούσε, αλλά δεν άντεξε να κρατηθεί…

Oceń artykuł
Η νύφη άντεχε την πεθερά της – Δείτε πού οδήγησε τελικά αυτή η υπομονή — Δίδυμα;! — ξέφυγε από τα χείλη της κυρίας Ειρήνης Αλεξάνδρου. Η γυναίκα προσπαθούσε πολύ να κρύψει την αγανάκτησή της, αλλά δεν τα κατάφερνε καθόλου καλά. Η Άννα ήξερε πολύ καλά πως από την πεθερά της δεν μπορούσε να περιμένει ούτε μια σταγόνα ειλικρίνειας. Ποτέ δεν τη συμπάθησε, πάντα θεωρούσε ότι δεν ήταν κατάλληλη για το γιο της. Αν και ο περίγυρος πίστευε το αντίθετο – ότι δηλαδή ο Βαγγέλης ήταν υπερβολικά απλός για μια κοπέλα σαν την Άννα. Η Άννα ήταν γλυκιά και μορφωμένη· στα είκοσί τρία της είχε τελειώσει το οικονομικό και είχε μια καλή δουλειά σε γνωστή αλυσίδα ιδιωτικών κλινικών. Ναι, καταγόταν από μια μικρή επαρχιακή πόλη, αλλά ο πατέρας της ήταν διευθυντής εργοστασίου και η μητέρα της καθηγήτρια στο τοπικό πανεπιστήμιο. Δεν μπορούσες, λοιπόν, να πεις ότι ήταν αμόρφωτη ή αγροίκισσα. Παρ’ όλα αυτά, η κυρία Ειρήνη συνέχιζε να τη θεωρεί «χωριατοπούλα». — Να σας ζήσουν! Τέτοια ευτυχία, διπλή χαρά! — μουρμούρισε δήθεν συγκινημένη. Μόνο που στην ευτυχία αυτή, η κυρία Ειρήνη ουδόλως εμπλεκόταν. Η εγκυμοσύνη της Άννας ήταν δύσκολη: στην αρχή της είπαν ότι υπάρχει κίνδυνος αποβολής, αργότερα κινδύνευε με πρόωρο τοκετό. Συχνά νοσηλευόταν. Αν και ο Βαγγέλης την επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά, η μητέρα του που έμενε μόλις δυο στάσεις μακριά, ούτε που την είχε δει έστω και μια φορά. Ούτε στη γιορτή της γέννησης των εγγονών της εμφανίστηκε η Ειρήνη Αλεξάνδρου. Όσο κι αν τη φώναζε ο Βαγγέλης, δεν ήρθε ούτε τις πρώτες σαράντα μέρες. — Δεν κάνει να έρθω! Κι αν τους φέρω καμιά ίωση; Θα δυναμώσουν και μετά γνωρίζονται με τη γιαγιά. Τα κορίτσια ήταν τριών μηνών όταν η Άννα συνάντησε ξαφνικά την πεθερά της σε ένα κατάστημα. Η κυρία Ειρήνη τέντωσε ένα ψεύτικο χαμόγελο και ρώτησε μέσα από τα δόντια: — Πώς πάτε, κορίτσια; Η Άννα χαμογέλασε ειλικρινά: — Βολτάρουμε! Το καρότσι μεγάλο βέβαια, αλλά τι να κάνω; Χρειάζονται τα παιδιά καθαρό αέρα! Η κυρία Ειρήνη κούνησε το κεφάλι και ετοιμάστηκε να φύγει, μα τότε είδε μια παλιά της γνωστή. Εκείνη χαιρετούσε και ερχόταν προς το μέρος τους. — Ιρινούλα! Τι κάνεις; Αυτά τα εγγονάκια σου είναι; — Ναι, Γαλάτεια μου… Ο θησαυρός μου! Η Άννα θυμόταν καλά την κυρία Γαλάτεια. Την καλημέρισε διστακτικά. — Κατευθείαν δυο! Άννα, πώς τα κατάφερες με τέτοια αδυναμία; — Η Αννούλα μας είναι ηρωίδα! — συμπλήρωσε η κυρία Ειρήνη Αλεξάνδρου. Η νεαρή μητέρα κοίταξε απορημένη την πεθερά της. Πριν λίγο έτοιμη ήταν να φύγει τρέχοντας και τώρα φορούσε προσωπείο στοργικής γιαγιάς. Η Γαλάτεια και η Ειρήνη άρχισαν να κουβεντιάζουν… Η Άννα άκουγε κομμάτια από τις φράσεις τους, περί ευτυχίας με δίδυμα, περί βοήθειας που δήθεν δίνει η πεθερά… Έμαθε για τη ζωή της, όσα ούτε καν φανταζόταν. Τέλος πάντων, όταν η παλιά φίλη θυμήθηκε δουλειές της, αποχώρησε. Η Ειρήνη περίμενε μισό λεπτό, αρνήθηκε το χαμόγελο, χαιρέτησε ξερά και έφυγε. Το βράδυ, η Άννα διηγήθηκε τα γεγονότα στον Βαγγέλη. Έβαλε τους ώμους ψηλά. — Άννα, αυτή είναι η μάνα μου. Τι άλλο περίμενες; Ούτε εμάς ασχολιόταν, μόνο ιστορίες έλεγε… Τα μαθήματά μου εγώ τα ‘κανα, εκείνη σειρές έβλεπε! Τι να λέμε… Μην το παίρνεις κατάκαρδα! Τα είχε ακούσει όλα αυτά χίλιες φορές, αλλά δε σταματούσε ποτέ να εκπλήσσεται όταν τα ζούσε η ίδια. *** Περνούσαν τα χρόνια και τίποτα στην συμπεριφορά της Ειρήνης ως προς παιδιά και εγγόνια δεν άλλαζε. Ώσπου μια μέρα, καθώς έβγαινε από το ταξί, στραβοπάτησε και έσπασε το πόδι της. Τότε της ήρθε καταπληκτική ιδέα. — Θα μείνω σπίτι σας! — ανακοινώνει σε Άννα και Βαγγέλη. Οι δυο τους κοιτάχτηκαν — καταλάβαιναν πού θα κατέληγε αυτό. Αλλά δεν μπορούσαν να αρνηθούν. Ακολούθησαν δύσκολοι καιροί στο σπίτι. Μετακόμισαν στο παιδικό δωμάτιο, και η τραυματισμένη Ειρήνη κατέλαβε τη μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Έγινε, ουσιαστικά, τρίτο παιδί: έπρεπε να της μαγειρεύουν, να της καθαρίζουν, να τη βοηθούν ακόμη και στο πλύσιμο, να της φέρνουν ψώνια. Τα δίδυμα ήταν δυόμισι και η Άννα προσπάθησε να ξαναπιάσει δουλειά, μισή μέρα έστω. Τα κορίτσια πήγαν παιδικό σταθμό. Τα πρωινά πάλευαν να τα ξυπνήσουν — κλάματα και παρακάλια να μην τις ξυπνάνε απ’ τη ζεστασιά και τα κρεβατάκια. Μια μέρα, ενώ έφευγαν, χτύπησε το τηλέφωνο του Βαγγέλη: — Μαμά; Γιατί τηλεφωνείς; Είσαι στο διπλανό δωμάτιο! — Δεν μπορώ να σηκωθώ, έχω το πόδι σπασμένο… — Έχεις πατερίτσα, μαμά… — Βαγγέλη, σκάσε! Να σου πω αυτό που πρέπει, δε χρειάζεται να σηκωθώ! — Μίλα μαμά, γρήγορα… — Δεν αντέχω το πρωινό σας θόρυβο! Δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε λεπτό με εσάς να τρέχετε, να χτυπάτε πόρτες, και τα παιδιά σας κάνουν φασαρία! Ο Βαγγέλης έγινε έξαλλος. Άνοιξε την πόρτα και φώναξε: — Θέλεις ήσυχα; Να αφήσουμε τα παιδιά σε σένα καλύτερα; Η Ειρήνη σώπασε σαστισμένη. Έφυγε νωρίτερα από το σπίτι τους. Ούτε περίμενε να βγάλει το γύψο. Ο Βαγγέλης δεν στεναχωρέθηκε, αλλά η Άννα ένιωθε ενοχές. Δεν ήθελε να μαλώνει ο άντρας με τη μητέρα του, αλλά τι να κάνει; *** Τις Παρασκευές η Άννα δούλευε μισή μέρα. Έπαιρνε τα κορίτσια, έτρωγαν λιχουδιές και έβλεπαν παιδική ταινία. Εκείνο το απόγευμα χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξε – η Ειρήνη Αλεξάνδρου στο κατώφλι, κρατώντας τον Πέτρο, τον εγγονό της από την κόρη της. — Ειρήνη Αλεξάνδρου, τι συμβαίνει; — Η Λένα μού τον άφησε μέχρι το βράδυ, αλλά έχω δουλειές! Κράτα τον για μιάμιση ώρα, σε παρακαλώ! Η Άννα τα ‘χασε. Ο Πέτρος ήταν μισό χρόνο μικρότερος απ’ τα κορίτσια και ήσυχος γενικά, οπότε τον καλωσόρισε. — Όλα εντάξει, Πέτρο; Θα μείνεις μαζί μου; Έγνεψε ναι. Σήκωσε τα μάτια — η πεθερά ήδη έμπαινε στο ασανσέρ. — Πότε να σας περιμένω; — Δυο ώρες το πολύ! Δεν καληνύχτισε καν. *** Ο Βαγγέλης ήρθε στις επτά και βλέπει τον ανιψιό του στο τραπέζι να τρώει κεφτέδες. — Γεια σου λεβέντη! Ήρθες για επίσκεψη; Η Λένα πού είναι; Το αγόρι του χαμογέλασε. Η Άννα πήρε μια βαθειά ανάσα. — Η μαμά σου τον έφερε… „Για λίγο”, πήγε… δουλειές. — Πότε άρχισε αυτό το „λίγο”; — Πέντε ώρες κοντά… Τον κοίταξε ανήσυχη. — Και η Λένα; — Δεν της έγραψα… Δεν ήθελα να τα βάλω με την πεθερά, εκείνη της τον ανέθεσε. Ο Βαγγέλης αγρίεψε. — Άννα, πολύ καλή είσαι… Αυτό δεν είναι φυσιολογικό! Η μάνα πού πήγε; Η Άννα σήκωσε τους ώμους. Ο Βαγγέλης πήρε τηλέφωνο τη Λένα, της τα εξήγησε όλα. Του είπε θα ερχόταν το συντομότερο. *** Ήταν εννιά παρά. Τα παιδιά έπαιζαν, οι τρεις τους κουβέντιαζαν στην κουζίνα. — Ρε παιδιά, θα την περιμένουμε όντως; Τα παιδάκια πρέπει να κοιμηθούν… — Ένα βράδυ ας κοιμηθούμε πιο αργά. Αλλά πρέπει να το λύσουμε με τη μαμά. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Η Άννα πήγε ν’ ανοίξει. — Εντάξει! Πάω να πάρω τον Πέτρο! — δήλωσε η Ειρήνη. Η Άννα κατάπιε. Από πίσω εμφανίστηκαν η Λένα και ο Βαγγέλης. — Μάνα, σοβαρά τώρα, δεν έχεις τύψεις; — Έτσι μιλάς στη μάνα σου; — Μη διαστρέφεις, μάνα! Τον Πέτρο σου άφησα! Και όχι στην Άννα… Τι κάνεις; Η Ειρήνη γέλασε. — Έλα βρε Λένα, μικρή διαφορά. Δυο δικά της έχει, μια χαρά τα καταφέρνει με παιδιά. Εγώ όμως έχω δουλειές! Ο Βαγγέλης αγρίεψε. — Μάνα! Τι δουλειές; Πόση αναίδεια! Τη ρώτησες καν αν μπορεί; — Έλεος, τι να ρωτήσω! Ο Βαγγέλης ξαναρώτησε: — Πού γύρναγες δηλαδή; Η Λένα ξεκαρδίστηκε από τα νεύρα: — Πρώτα κατευθείαν κομμωτήριο, το πρωί τα μαλλιά σου ήταν αλλιώς. Μετά σίγουρα για μανικιούρ, αλλάξαμε και βερνίκι! Πιο πριν κόκκινο, τώρα ροζ… Η Ειρήνη κοκκίνισε, αλλά έμεινε άφωνη. — Καθόλου δεν ντρέπεσαι; — επανέλαβε ο Βαγγέλης. Δεν αποκρίθηκε. Απλά τους κοίταζε. — Σπάνια σου ζητούν βοήθεια, και φορτώνεις τον εγγονό στη γυναίκα μου! Μήπως κι εκείνη θέλει νυχάκια; Μήπως κομμωτήριο; Και τότε η Ειρήνη αναψοκοκκίνισε, αγρίεψε. Μηδενική ντροπή, ήθελε να βάλει στη θέση τους γιο, κόρη και νύφη. — Έλα τώρα, Βαγγέλη! Ποιο κομμωτήριο; Ποια νυχάκια; Αυτή σου η Άννα είναι μια φτωχούλα απ’ το πουθενά! Ήταν και θα είναι πάντα! Έπεσε απόλυτη σιγή. Μετά ακούστηκε μια φωνή: — Έξω τώρα! Ο Βαγγέλης την έπιασε και την έβγαλε έξω. Έκλεισε την πόρτα και πήρε βαθιά ανάσα. Σήκωσε τα μάτια, είδε την Άννα να κλαίει. Έτρεξαν να την παρηγορήσουν. Η Άννα πονούσε. Ταυτόχρονα, όμως, έβλεπε ότι ούτε τα δικά της ούτε και τα ξένα εγγόνια εκτιμούσε η κυρία Ειρήνη — και αυτό την έκανε να νιώθει πως δεν ήταν δικό της το πρόβλημα. Ήθελε να είναι καλή, αλλά με κάποιον που δεν είναι καλός ίσως να μην τα καταφέρεις ποτέ. Από τότε η επικοινωνία με την πεθερά σχεδόν έσβησε. Ο Βαγγέλης και η Λένα βοηθούσαν που και που, αλλά δεν συμμετείχε στη ζωή της οικογένειας. Έμεινε για καιρό μαλωμένη, όμως το να είναι „κοντά στα παιδιά” την έκανε να προσπαθεί να τα ξαναβρεί. Με τα εγγόνια όμως, δεν ξαναασχολήθηκε. Μόνο μια φορά, ξεφυλλίζοντας τα social, η Άννα είδε status της πεθεράς με φωτογραφίες και των τριών εγγονιών και τη φράση: «Χρόνια Πολλά γιαγιάδες! Σε όλες που μεγαλώνουν εγγόνια!» Η Άννα χαμογέλασε με πίκρα, αλλά το βράδυ ο Βαγγέλης με τη Λένα σχολίασαν τη μάνα τους απίστευτα καυστικά. Η Άννα ήθελε να κρατηθεί, αλλά τελικά λύγισε από τα γέλια.