Όταν γύρισα, η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Πρώτη μου σκέψη κάποιος μπήκε στο σπίτι. «Μάλλον περίμεναν να βρουν λεφτά ή χρυσαφικά», συλλογίστηκα με ταραχή.
Το όνομά μου είναι Αργυρώ Παπαδοπούλου και είμαι εξήντα δύο χρονών. Πέντε χρόνια τώρα ζούσα μόνη μου. Ο άντρας μου είχε φύγει από τη ζωή, τα παιδιά μου έχουν δικές τους οικογένειες και μένουν αλλού. Όσο κρατάνε οι καλές μέρες του φθινοπώρου, μένω στο εξοχικό μου κοντά στο Λουτράκι μόλις πιάσουν τα κρύα, επιστρέφω στο διαμέρισμά μου στην Αθήνα. Μόλις όμως μυρίσει άνοιξη και ζεστάνει λιγάκι, μαζεύω τα πράγματά μου και ξαναφεύγω για το σπιτάκι μου στο χωριό.
Μου αρέσει αυτή η ήσυχη ζωή. Παίρνω δύναμη από τον καθαρό αέρα, προσέχω τον κήπο και τα λουλούδια μου. Λίγο πιο πέρα αρχίζει ένα μικρό πευκοδάσος το καλοκαίρι γεμίζει μανιτάρια και μούρα.
Τύχαινε να πρέπει να λείψω μια ολόκληρη εβδομάδα απ το χωριό. Όταν γύρισα εκείνο το βράδυ, βρήκα την πόρτα ανοιχτή. Πρώτη μου σκέψη μπήκαν να με κλέψουν. «Μάλλον πίστευαν πως περίμενα κάπου ευρώ ή τιμαλφή», μονολόγησα. Αλλά δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης και όλα μέσα ήταν τακτοποιημένα. Μόνο μία λεπτομέρεια: στο τραπέζι είχε μείνει ένα πιάτο. Εγώ δεν αφήνω ποτέ άπλυτα πιάτα, πόσο μάλλον όταν λείπω τόσο καιρό.
Κατάλαβα πως κάποιος είχε μείνει εδώ όσο έλειπα. Αυτό με εκνεύρισε απέραντα. Μπαίνοντας στο σαλόνι, είδα ένα αγοράκι να κοιμάται βαθιά στον καναπέ μου. Τώρα όλα έβγαιναν στο φως!
Το παιδί ξύπνησε και με κοίταξε με μάτια θολωμένα από τη νύστα. Δεν τρόμαξε, δεν έδειξε διάθεση να φύγει. Κάθισε με αξιοπρέπεια και μου είπε:
Συγγνώμη, κυρία που μπήκα έτσι στο σπίτι σας.
Διέκρινα στη συμπεριφορά του μια ευγένεια κι ένα είδος συστολής που με έκανε να τον λυπηθώ.
Πόσο καιρό μένεις εδώ; τον ρώτησα.
Δύο μέρες, μου είπε.
Πεινάς; Πώς έζησες τόσο;
Είχα λίγες τυρόπιτες μαζί μου. Μου έχουν μείνει δυο, θέλετε;
Μου έτεινε μια χάρτινη σακούλα με ξεραμένες πια τυρόπιτες.
Πώς σε λένε;
Νίκο.
Εγώ είμαι η Αργυρώ. Γιατί είσαι μόνος σου; Πού είναι οι γονείς σου;
Η μαμά μου με άφηνε συχνά μόνο. Όποτε γύριζε, ήταν πάντα εκνευρισμένη και ξεσπούσε πάνω μου. Έλεγε συνέχεια ότι είμαι βάρος στη ζωή της, πως αν δεν ήμουν εγώ θα ήταν ευτυχισμένη. Πρόσφατα άρχισε πάλι να φωνάζει. Δεν άντεξα άλλο και το σκαγα.
Ίσως σε ψάχνει τώρα, της λέω.
Αποκλείεται. Δεν είναι η πρώτη φορά που φεύγω. Μερικές φορές λείπω και βδομάδες, ούτε που το καταλαβαίνει. Χωρίς εμένα ζει πιο ήσυχα. Κι όταν γυρίζω, ποτέ δεν δείχνει χαρά.
Έμαθα από τα λίγα του λόγια πως η μάνα του γύριζε με διαφορετικούς συντρόφους και συχνά έλειπε από το σπίτι, αναγκάζοντας το αγόρι να φροντίζει μόνος τον εαυτό του.
Τον λυπήθηκα βαθιά. Αλλά δεν μπορούσα να κάνω πολλά. Είμαι πια συνταξιούχος, η Πρόνοια δύσκολα δίνει άδεια για προσωρινή φροντίδα, κι ο ίδιος ο Νίκος αρνιόταν να πάει σε ίδρυμα. Τον τάισα καλά και του πρότεινα να μείνει εκείνο το βράδυ μαζί μου εδώ ήταν πιο ασφαλής απ ό,τι με μια τέτοια μάνα.
Όλο το βράδυ στριφογύριζα με τις σκέψεις για το παιδί. Το πρωί θυμήθηκα τη φίλη μου, την Κατερίνα Μανωλάκου, που δουλεύει στην Κοινωνική Υπηρεσία. Την πήρα αμέσως τηλέφωνο να της ζητήσω συμβουλή.
Η Κατερίνα συμφώνησε να βοηθήσει, αλλά ζήτησε λίγη υπομονή. Σε τρεις εβδομάδες, με τη βοήθειά της, υιοθέτησα επίσημα τον Νίκο. Ο μικρός πετούσε από χαρά και με ευχαριστούσε συνεχώς. Κι η μητέρα του, μόλις έμαθε πως κάποιος ήθελε να τον φροντίσει, υπέγραψε άμεσα τα χαρτιά για να του αφαιρεθούν τα γονικά δικαιώματα.
Τώρα ζούμε οι δυο μας. Ο Νίκος λέει σε όλους πως είμαι η γιαγιά του. Εγώ νιώθω ευλογημένη που η μοίρα μου χάρισε έναν εγγονό.
Ο μικρός είναι πανέξυπνος και χαρισματικός. Αυτό το φθινόπωρο πήγε πρώτη Δημοτικού. Χαίρομαι κάθε φορά που ακούω τα καλά λόγια της δασκάλας του. Ο Νίκος έμαθε γρήγορα να διαβάζει και στους αριθμούς δεν του ξεφεύγει τίποτα.
Η ζωή άλλαξε και το σπίτι γέμισε και πάλι φωνές.





