Καλησπέρα, είμαι η ερωμένη του άντρα σας. Άφησα στην άκρη το περιοδικό που ξεφύλλιζα και κοίταξα την εντυπωσιακή ξανθιά που στεκόταν στο κατώφλι του γραφείου μου. Χαμογέλασε με ένα ειρωνικό ύφος και πρόσθεσε: – Έχω άσχημα νέα για εσάς – είμαι έγκυος. Φυσικά, από τον άντρα σας. Με επαγγελματικό ύφος τη ρώτησα: – Έχετε χαρτί γυναικολόγου; – Χαμογέλασε θριαμβευτικά, έβγαλε από την ακριβή δερμάτινη τσάντα της το χαρτί με τη σφραγίδα. Είχε έρθει καλά προετοιμασμένη. Έλεγξα προσεκτικά το έγγραφο – ήταν αυθεντικό, όχι πλαστό, πράγμα που δεν με ξάφνιασε. Όταν εμφανίζεσαι στη σύζυγο του εραστή σου με τέτοιες ειδήσεις, τα ψεύτικα δεν περνούν. – Εντάξει, λοιπόν, φαίνεται πως όντως είστε έγκυος. Μας μένει τώρα το τεστ πατρότητας για να επιβεβαιώσουμε ότι το παιδί είναι του άντρα μου και όλα θα τακτοποιηθούν. Η ξανθιά άρχισε να χάνει τη σιγουριά της: – Θα τακτοποιηθούν – πώς; Της εξήγησα ψύχραιμα: – Ο άντρας μου θα σας πληρώνει διατροφή, εγώ θα σας βρω καλό γιατρό και θα κανονίσω να γεννήσετε σε εξαιρετικό μαιευτήριο. Μπορείτε να ηρεμήσετε – δεν θα έχετε καμία ανησυχία για το παιδί σας. Η ξανθιά ταράχτηκε: – Δεν καταλαβαίνετε; Το παιδί μου έχει ανάγκη τον πατέρα του. Αποστομωτικά της απάντησα: – Και τα τρία δικά μου παιδιά χρειάζονται τον πατέρα τους – ευτυχώς, τον έχουν. Μην ανησυχείτε, ο άντρας μου θα βλέπει και το δικό σας παιδί, θα το πηγαίνει βόλτες και σχολείο. Μπορείτε ακόμα να το φέρνετε σπίτι μας, έχουμε άριστες babysitters και εγώ αγαπώ τα παιδιά. Έτσι θα έχετε χρόνο για τον εαυτό σας, για να φτιάξετε τη ζωή σας – και πιστέψτε με, με ένα παιδί, είναι δύσκολο. Η ξανθιά τινάχτηκε όρθια, σφίγγοντας νευρικά την επώνυμη τσάντα της: – Δεν καταλάβατε τίποτα! Κοιμάμαι με τον άντρα σας! Περιμένω το παιδί του! Εκείνος δεν σας αγαπάει πια, αγαπάει εμένα! Κοίταξα λυπημένα τη νέα αυτή κοπέλα – πραγματικά τη λυπόμουν. Η ζωή ξεθυμαίνει γρήγορα τα ρομαντικά όνειρα από το κεφάλι των νεαρών, ακόμα και εκείνων που νομίζουν ότι θα αποκτήσουν έτοιμο πλούσιο άντρα χωρίς προσπάθεια. – Γλυκιά μου, είσαστε η τέταρτη που με επισκέπτεται με αυτά τα λόγια. Η πρώτη ούτε χαρτί είχε, στη δεύτερη και στην τρίτη ήταν πλαστό… Α, ναι, ήταν και μια που δεν επιβεβαιώθηκε το τεστ πατρότητας. Ούτε εγώ ούτε ο άντρας μου αρνηθήκαμε βοήθεια σε καμία, αλλά δεν ανέχεται κανείς την απάτη – ούτε ο ευγενικός σύζυγός μου… Η ξανθιά έμοιαζε πια χαμένη, εγώ συνέχισα: – Όσο για το ότι ο άντρας μου πάει μαζί σας – να σας ενημερώσω ότι έρχεται και σε μένα, αλλά και σε άλλες πολλές ‘υποψήφιες’. Δεν μπορώ να αρνηθώ στον αγαπημένο μου άντρα τις αδυναμίες του – άλλωστε, αυτό δεν επηρεάζει ούτε εμένα, ούτε τα παιδιά μας… Λοιπόν, αφήστε το τηλέφωνό σας, αύριο θα σας κανονίσω το τεστ πατρότητας και θα σας καλέσουν. Ξέσπασε και έφυγε τρέχοντας. Άναψα τσιγάρο. Περίμενα αυτό το σκηνικό, γνώριζα την τελευταία του περιπέτεια. Κράτησα την ψυχραιμία μου – όπως και τις προηγούμενες φορές, παρότι μου κόστισε. Θα ήταν πιο εύκολο να κάνω σκηνή και να αφήσω τον πλούσιο, πετυχημένο άντρα μου να φύγει με άλλη. Κάποτε, αυτό ακριβώς έκανε και η πρώην του – όταν εγώ της χτύπησα την πόρτα με χαρτί εγκυμοσύνης στο χέρι. Της έκανε σκηνή, και ο άντρας μου χρειάζεται την ηρεμία του: ποτέ δεν άντεξε υστερίες και δράματα. Παντρευτήκαμε, ήμουν όντως έγκυος, αργότερα απέκτησα και άλλα δύο παιδιά. Στην καρδιά μου ήξερα: ο άντρας που απατά τη γυναίκα του μαζί μου, δεν θα μου μείνει πιστός. Μπορεί να εμφανιστούν κι άλλες που θα θελήσουν να πάρουν τη θέση μου – αλλά δεν θα επαναλάβω το λάθος της προηγούμενης συζύγου του. Δεν θα τις αφήσω καμία ευκαιρία. Θα αντέξω. Θα τα καταφέρω.
Καθόμουν στο γραφείο μου στο κέντρο της Αθήνας, ξεφυλλίζοντας το τεύχος του περιοδικού που μόλις είχα
Η ΖΩΗ, ΣΑΝ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ: ΠΟΤΕ ΓΕΜΑΤΗ, ΠΟΤΕ ΛΕΙΨΗ Πίστευα πως ο γάμος μας ήταν ακλόνητος και αιώνιος, σαν το σύμπαν. Δυστυχώς… Τον μελλοντικό μου σύζυγο τον γνώρισα στην Ιατρική Σχολή, όταν ήμασταν φοιτητές. Παντρευτήκαμε στο πέμπτο έτος. Η πεθερά μου, για δώρο γάμου, μας χάρισε ένα ταξίδι στη Γιουγκοσλαβία (σήμερα Σλοβενία) και τα κλειδιά του σπιτιού μας. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Μόλις γίναμε άντρας και γυναίκα, μπήκαμε κατευθείαν σε ένα μεγάλο τριάρι. Ο πεθερός και η πεθερά μας στήριζαν ενεργά. Κάθε χρόνο εγώ και ο άντρας μου γυρίζαμε την Ευρώπη χάρη στους γονείς του. Εγώ και ο Δήμος ήμασταν νέοι και ευτυχισμένοι, όλη η ζωή μπροστά μας. Εκείνος ιολόγος, εγώ παθολόγος. Δουλειά, θεραπεία, αγάπη. Γεννήθηκαν οι γιοι μας: ο Δανιήλ και ο Βιάτσεσλας. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, καταλαβαίνω πως τότε η ζωή μου ήταν ένα ποτάμι γεμάτο νερό. Σίγουρα έζησα δέκα χρόνια μέσα στη χλιδή του γάμου μας. Όλα γκρεμίστηκαν μέσα σε μια στιγμή. Ένα χτύπημα στην πόρτα. Ανοίγω. Στο κατώφλι στέκεται μια όμορφη, θλιμμένη κοπέλα. – Ποιόν θέλετε, κοπέλα μου; ρωτάω χαλαρά. – Εσείς είστε η Σοφία; Τότε σε εσάς ήρθα. Μπορώ να μπω; – Περάστε, απάντησα ήδη περίεργη. Βλέπω πως είναι ελαφρώς έγκυος. – Σοφία, με λένε Τάνια. Ντρέπομαι, αλλά αγαπώ πολύ τον άντρα σας. Και ο Δημήτρης με αγαπάει. Θα κάνουμε παιδί, είπε λαχανιασμένα. – Χμ… Αναπάντεχο. Αυτά όλα; σχεδόν της φώναξα. – Όχι, είπε και έβγαλε από την τσέπη ένα όμορφο κουτάκι. – Πάρτε το, Σοφία. Είναι για σας. Άνοιξα το κουτάκι. Μέσα είχε ένα χρυσό δαχτυλίδι. – Γιατί; Θέλετε να αγοράσετε τον άντρα μου; Ο Δήμος δεν πουλιέται! Πάρτε το πίσω! – Δεν θέλω να σας προσβάλλω! Νιώθω τόσο άσχημα! Δεν ξέρω τι να κάνω. Ξέρω πως εσείς και τα παιδιά σας θα υποφέρετε. Η μαμά μου πάντα μου έλεγε: «Αν αγαπήσεις ξένο άντρα, θα καταστραφείς!» Αλλά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον Δήμο! Πάρτε έστω το δαχτυλίδι! Ίσως νιώσω καλύτερα! Και η Τάνια ξέσπασε σε λυγμούς. Για μια στιγμή τη λυπήθηκα. Μα, ποιος θα λυπηθεί εμένα; Αυτή μου ’κλεψε την ευτυχία και εγώ τη συμπονάω… Ξαναέβαλα πίσω το “λύτρο” και την πέταξα έξω από το σπίτι μου. Από αυτή τη στιγμή η ζωή μου άρχισε να γλιστράει στον γκρεμό… Η πεθερά μου πήρε τηλέφωνο: Ο Δήμος φεύγει από την οικογένεια. Ήρθε σπίτι και μάζεψε όλα του τα πράγματα. – Σοφία μου, ό,τι και να γίνει, παραμένουμε οικογένεια. Ο Δημήτρης με την Τάνια είναι σαν δυο μοσχάρια: όπου σταθούν, εκεί γλείφονται, είπε ψύχραιμα. Μετά από μισό χρόνο γεννήθηκε η κόρη τους. Άκουσα αργότερα πως ο Δήμος υιοθέτησε και τη μεγάλη κόρη της Τάνιας. Ν’ αγνοεί εντελώς τους δυο του γιους. Μέσω της πεθεράς μου έστελνε κάτι ψιλά, ονομαζόμενα διατροφή, αυτά στα χρόνια του ’90… Κατέληξα στο νοσοκομείο με νεύρωση. Τα παιδιά μου τα είχε η πεθερά. Αγαπούσε και καλομάθαινε τα εγγόνια της. Όταν βγήκα, έτρεξα να τα πάρω, αλλά αρνήθηκαν να έρθουν μαζί μου. Η γιαγιά τα τάιζε νόστιμα, δεν τα μάλωνε ούτε τους στέρησε το γλυκό. Δεν είχα επιχειρήματα. Η πεθερά, αγκαλιάζοντας τα εγγόνια, μου το ζήτησε: – Σοφία μου, άσε τα αγόρια με εμάς μέχρι να τελειώσεις με το μοίρασμα του διαμερίσματος. Είναι δύσκολο και τα παιδιά θέλουν επίβλεψη. Με τον Δήμο συμφωνήσαμε πως μόνη σου δεν θα πληρώνεις το τριάρι. Μια γκαρσονιέρα σου αρκεί, ε; Έτσι, γύρισα μόνη σπίτι. Πρώτα μου πήραν τον άντρα, τώρα και τα παιδιά μου… Χρειάστηκε να πουλήσω το διαμέρισμα και να μείνω σε μια μικρή γκαρσονιέρα, παλιό σπίτι, ξεθωριασμένοι τοίχοι, μπάνιο από άλλη εποχή, ξύλινο πάτωμα. Τα παιδιά μου έμειναν στη γιαγιά τους. Μου επέτρεπαν να τα βλέπω μόνο τις μεγάλες γιορτές. – Σοφία μου, μην αναστατώνεις τα αγόρια, έχουν ανάγκη από γαλήνη, μου έλεγε η πεθερά. Κοίτα να ζήσεις τη ζωή σου. Οι γιοι μου απομακρύνθηκαν. Η δεσμός ανάμεσά μας χάθηκε για χρόνια. Ήθελα να χαθώ σε μια γωνιά του ψυχρού μου κουτιού και να ξεχαστώ. Είχα χάσει το νόημα της ζωής. Η γιαγιά μου πάντα έλεγε: “Η ζωή, σαν τη σελήνη: πότε γεμάτη, πότε λειψή.” Ήξερα ότι έτσι δεν γινόταν να συνεχίσω. Θα τρελαινόμουν. Ήθελα να κάνω κάτι τρελό, παράλογο. Δεν άντεχα άλλο να είμαι η καλή κοπέλα που την πατάνε όλοι. Είχα πάρει το πτυχίο ιατρικής με άριστα. …Με έστειλαν για δουλειά σε συνέδριο στη Γαλλία. Εκεί γνώρισα έναν νεαρό. Ο Γιάννης, ένας Σέρβος γιατρός. Ακόμα δεν ξέρω πώς συνεννοούμασταν. Δεν χρειάζονταν λέξεις. Ζήσαμε έναν ξέφρενο έρωτα. Μετά από δέκα μέρες γύρισα πίσω. Δεν ήθελα! Αυτή η τυχαία σχέση με τον Γιάννη με έφερε ξανά στη ζωή. Ένιωθα να πετάω! Τα μάτια μου ξανάλαμψαν! Μετά γνώρισα κι άλλους άντρες, χάρες και αποχωρισμοί, τίποτα σοβαρό. Ψίχουλα. Η πεθερά μου κάποτε είπε: – Σοφία, ομόρφυνες! Έγινες γυναίκα-άνοιξη! Παρ’ όλα αυτά, πάλι μόνη. Η καλύτερή μου φίλη, λίγο πριν φύγει για πάντα στην Ελλάδα, με κάλεσε να τη δω τελευταία φορά. Η Όλγα άγαμη και άτεκνη. – Βαρέθηκα τους δικούς μας με τα ποτά. Παντρεύομαι Έλληνα! Θέλω να ζήσω όπως μια φυσιολογική γυναίκα, έκλαψε. – Γιατί κλαις; Σε νέα ζωή μπαίνεις! Στα σαράντα όλα τώρα αρχίζουν, της είπα. – Λοιπόν, Σοφία, ο Σούλης μου δεν ξέρει τίποτα. Θέλω να σε γνωρίσω μαζί του. Ίσως τον παρηγορήσεις. Καλέ, πάρ’ τον! Στον χαρίζω! Κι έτσι μάζεψα τον παρατημένο άντρα. Έτσι ο Σούλης έγινε νόμιμος άντρας μου. Είχε μόνο ένα “ελάττωμα”, αλλά αυτό έσβηνε όλα τα άλλα καλά του. Όπως λένε, καλό το βιζόν, αλλά… στραπατσαρισμένο. Ο Σούλης έπινε ασταμάτητα. Αλλά η αγάπη είναι τυφλή… Μπορεί και διάβολο να δεις για άγγελο. Δεν φανταζόμουν τη ζωή μου χωρίς αυτόν τον αλκοολικό! Και άρχισαν τα βάσανα… Ναρκολόγοι, κέντρα αποκατάστασης, τα δάκρυά μου. Όλα μάταια. Εγώ πάντα δίπλα του. Και ο Σούλης μου έλεγε: – Σοφία, εσύ θέλεις να κόψω το ποτό. Εγώ, όμως, δεν θέλω. Ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκα να τον αφήσω! Τουλάχιστον, άντρας, έστω όπως είναι. Είχα απελπιστεί από μοναξιά. Για κάποιο λόγο, αποφάσισα να παλέψω για τον άντρα μου, όπως η Τάνια που μου τον πήρε τόσο εύκολα. Αυτός ο αγώνας κράτησε επτά χρόνια… Ο Σούλης σταμάτησε. Έπιασε δουλειά οδηγός σε νεκροτομείο. Αυτά που βλέπει καθημερινά, τον σημάδεψαν. Εγώ όμως είμαι ευτυχισμένη! Μπορεί να ακούγεται κυνικό. Αλλά, επιτέλους, έχω άντρα… υπόδειγμα! Έρχεται σπίτι ήσυχος, σκεπτικός, και — κυρίως — νηφάλιος! Η Όλγα, όταν έρχεται από την Ελλάδα, δεν το πιστεύει: – Ο Σούλης δεν πίνει; Απίστευτο! Κι εγώ γελάω: – Δεν ανταλλάσσεται ούτε επιστρέφεται! …Μεγάλωσαν οι γιοι μου. Τώρα είναι λίγο πάνω από τα τριάντα. Και οι δυο ελεύθεροι. Από όσα είδαν μικροί με τους μεγάλους, δεν θέλουν να παντρευτούν. Έκαναν μερικές προσπάθειες, αλλά μάταια. Βλέπω πρόβλημα με τα εγγόνια. …Λίγα για τον πρώην άντρα. Η δεύτερη ευαίσθητη σύζυγός του, η Τάνια, βυθίστηκε οριστικά στο ποτό. Η κόρη τους μεγαλώνει το παιδί μόνη. Ο Δήμος παντρεύτηκε τρίτη φορά τη νοσοκόμα του. Πριν, ρώτησε διακριτικά τους γιους μας: – Μήπως θέλει η μαμά να ξαναπροσπαθήσουμε; Κι εγώ απάντησα, σαν σφραγίδα: Μόνο στις καλένδες του Καρότου! Δηλαδή — ποτέ!
Η ΖΩΗ, ΣΑΝ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ: ΠΟΤΕ ΓΕΜΑΤΗ, ΠΟΤΕ ΛΕΠΤΗ Πίστευα πως ο γάμος μας ήταν ακλόνητος κι αιώνιος, σαν
— Μετά το θάνατό μου θα πρέπει να φύγεις, το διαμέρισμα θα το αφήσω στον γιο μου… Μια συγκλονιστική ιστορία για τη Γαλήνη, που αφιέρωσε τη ζωή της στον σύζυγό της, τον Αντώνη, για να ζήσει τελικά την πίκρα της προδοσίας: Πως η γυναίκα που μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, έχτισε το σπιτικό της με κόπο, στήριξε τα παιδιά της και ανέλαβε χωρίς παράπονα τα παιδιά του άντρα της, βρέθηκε στο τέλος ανυπεράσπιστη όταν ο σύζυγος χάρισε το σπίτι στον γιο του και της ζήτησε να μαζέψει τα πράγματά της… Μια διδακτική ιστορία που θυμίζει ότι στον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, το δίκαιο και η αγάπη δεν συμβαδίζουν πάντα με τις πράξεις των ανθρώπων.
Μετά τον θάνατό μου, θα πρέπει να φύγεις από το διαμέρισμα. Το αφήνω στον γιο μου… Συγγνώμη, Μαργαρίτα
Η Επιλογή «Τελικά ο Φώτης είναι παντρεμένος μέχρι τα μπούνια…» αναστέναζε η Σβέτα, καθισμένη στο παγκάκι του πάρκου, σφίγγοντας στην τσέπη της το παραπεμπτικό για την επέμβαση. Οι συγκάτοικοι της στη φοιτητική εστία τη ζήλευαν όταν την έβλεπαν με τον γοητευτικό, καλοξυρισμένο καστανό με τα γαλανά μάτια, νόμιζαν πως στάθηκε τυχερή με τέτοιον κύριο. Κι όμως, δεν υπήρχε τίποτα να ζηλέψουν. Η Σβέτα ανατρίχιασε στη σκέψη της πρώτης και τελευταίας συνάντησης με τη σύζυγο του Φώτη, που την περίμενε στην πύλη του εργοστασίου για να της ξεκαθαρίσει τα πράγματα. «Καλησπέρα! Μάλλον σε λένε Σβετλάνα;» ξεκίνησε εκείνη. «Και εσείς ποια είστε;» ταράχτηκε η Σβέτα, νιώθοντας το αιχμηρό βλέμμα της ψηλής ξανθιάς με τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά. «Εγώ είμαι η Όλγα· η σύζυγος του Φώτη Μιζίντσεφ.» … (προσαρμογή διαλόγων και αφήγησης στα ονόματα και την τοποθεσία, ελληνικά στοιχεία, αφήγηση Ελληνίδας με αντίστοιχο ύφος, διατήρηση της υπόθεσης των οικογενειακών και κοινωνικών θεμάτων) … Το Χρονικό Μιας Απόφασης: Όταν ο γοητευτικός Φώτης αποδείχτηκε παντρεμένος, η Σβέτα, μόνη και προδομένη, βρέθηκε αντιμέτωπη με το πιο δύσκολο δίλημμα της ζωής της, σκοντάφτοντας στα μυστικά, τα ψέματα και τα αυστηρά κοινωνικά βλέμματα μιας ελληνικής μικρής πόλης. Η τρυφερή γνωριμία της, τυχαία ένα φθινοπωρινό πρωινό με έναν άγνωστο με μπορντό γραβάτα και μια μεγάλη ανθοδέσμη χρυσάνθεμα, αλλάζει για πάντα τον δρόμο της. Εικοσιτρία χρόνια μετά, η Σβέτα κοιτάζει το γιο της–με ένα μπορντό γραβάτα για την πρώτη του συνέντευξη και μια υπόσχεση να τη φέρει πρώτη φορά στη θάλασσα–και αναρωτιέται αν η μοίρα της χαμογέλασε την αποφασιστική εκείνη μέρα, που, παρ’ όλους τους φόβους, διάλεξε τη ζωή, την αγκαλιά της μητρότητας και τη δύναμη της συγγνώμης. Η επιβεβαίωση μιας σωστής επιλογής: Μια ιστορία για προδοσία, μοναξιά, ελπίδα, και τη δύναμη που βρίσκει μια γυναίκα στην Ελλάδα του σήμερα, όταν κοιτάζει το παιδί της στα μάτια και ξέρει… Έκανε τη σωστή επιλογή!
Επιλογή «Και να φανταστείς, ο Πέτρος είναι τόσο βαθιά παντρεμένος…» αναστέναζε η Φωτεινή, καθισμένη
Ο Άντρας μου Επέστρεψε από τη Βάρδια Όχι Μόνος: Κρατούσε στην Αγκαλιά του ένα Μικρό Αγόρι… Η Λένα έβγαζε από τον φούρνο το ταψί με την πίτα και το άρωμα του ψαριού πλημμύριζε την κουζίνα, όπως ακριβώς αρέσει στον άντρα της, τον Βίκτωρα. Στο μάτι έβραζε φρέσκια μπορς, στο ταψί ψαρόπιτα, και το κομπόστα έμενε να ολοκληρωθεί – μια υπόθεση λεπτών, θα το τελειώσει η Λένα μόλις μπει στο σπίτι ο άντρας της. Έστρωσε την πίτα με το λευκό πετσετάκι για να μη χάσει τη ζέστη της και πλησίασε το παράθυρο. Το δικό τους σπίτι βρισκόταν στο κέντρο του τετραγώνου, απέναντι ακριβώς από τη στάση του λεωφορείου, όπου θα έφτανε ο σύζυγός της από τη βάρδια… Δεν είχε δει τη Λένα τον Βίκτωρα της τρεις μήνες, αφού δούλευε στα πετρέλαια στη Β. Ελλάδα με βάρδιες: τρεις μήνες έξω, τρεις μήνες σπίτι. Και με τι λαχτάρα τον περίμενε! Το σπίτι ήθελε αντρικό χέρι και ο ίδιος ήταν πάντα νοικοκύρης και τρυφερός… Όμως αυτήν τη φορά ο Βίκτωρας δεν ήταν μόνος. Στη μια χέρι κρατούσε βαλίτσα, στο άλλο ένα μικρό αγόρι… Τα υπόλοιπα θα σας τα πει η ιστορία: μια γυναίκα γεμάτη αγάπη, ένας άντρας με μυστικά, ένα παιδί που ήρθε ξαφνικά, και μια δοκιμασία που άλλαξε τα πάντα…
Επέστρεψε ο άντρας μου από την αλλαγή στην Κρήτη, αλλά δεν ήταν μόνος: κρατούσε στην αγκαλιά του ένα
Είμαι 47 ετών. Εδώ και 15 χρόνια ήμουν ο προσωπικός οδηγός ενός υψηλόβαθμου στελέχους σε μια μεγάλη ελληνική τεχνολογική εταιρεία. Καθ’ όλη τη διάρκεια, με αντιμετώπιζε σωστά – καλός μισθός, όλα τα επιδόματα και οι παροχές, επιπλέον μπόνους. Τον πήγαινα παντού – σε επαγγελματικές συναντήσεις, στο αεροδρόμιο, σε επιχειρηματικά δείπνα, ακόμα και σε οικογενειακές εκδηλώσεις. Με αυτή τη δουλειά η οικογένειά μου ζούσε με ασφάλεια: μορφώθηκαν τα τρία μου παιδιά, πήρα ένα μικρό σπίτι με δάνειο, δεν μας έλειψε ποτέ κάτι. Την περασμένη Τρίτη έπρεπε να τον πάω σε μια πολύ σημαντική συνάντηση σε ξενοδοχείο – ήμουν έτοιμος, κοστούμι καθαρό, το αυτοκίνητο άψογο, στην ώρα μου. Μου είπε ότι θα έρθουν ξένοι καλεσμένοι και να τον περιμένω στο πάρκινγκ, όσο χρειαστεί. Τον περίμενα υπομονετικά, όλη μέρα, μέχρι το βράδυ που βγήκαν όλοι μαζί γελώντας. Μετά τους πήγα σε δείπνο κι άκουσα, επειδή γνωρίζω αγγλικά, έναν καλεσμένο να ρωτά αν ο οδηγός τους περίμενε όλη μέρα – και ο δικός μου τον αντιμετώπισε σαν να είμαι “απλώς ο οδηγός”, χωρίς καλύτερα πράγματα να κάνω, κάτι που με πλήγωσε βαθιά. Δεκαπέντε χρόνια αφοσίωσης και ήμουν τελικά… απλώς οδηγός; Την επόμενη μέρα του άφησα την παραίτησή μου στο κάθισμα. Προσπάθησε να με μεταπείσει προσφέροντας καλύτερα χρήματα, όμως του είπα ότι αξίζω να δουλεύω κάπου που με σέβονται. Τελικά δέχθηκα δουλειά ως συντονιστής, με δικό μου γραφείο και καλύτερες συνθήκες. Ο παλιός μου εργοδότης μου ζήτησε συγγνώμη αργότερα – ακόμα δεν του έχω απαντήσει. Στη νέα μου δουλειά με σέβονται, όμως μερικές φορές αναρωτιέμαι αν έπρεπε να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Μπορεί μια κουβέντα που ειπώθηκε σε πέντε δευτερόλεπτα να αλλάξει μια σχέση 15 χρόνων; Τι πιστεύετε – έκανα το σωστό ή υπερέβαλα;
Είμαι 47 χρονών. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια εργαζόμουν ως προσωπικός οδηγός ενός υψηλόβαθμου στελέχους
Ήμουν σε αυτή τη σχέση πέντε χρόνια: δύο χρόνια παντρεμένη, τρία χρόνια ζώντας μαζί – κυρίως από απόσταση, βλέποντας ο ένας τον άλλο κάθε τρεις μήνες, φωνές γεμάτες αγάπη και δάκρυα στα βιντεοκλήσεις, ποτέ ζηλοτυπίες, ποτέ καβγάδες, σεβασμός και προσωπικό χώρος, εκείνος περήφανος για μένα και το σώμα μου, τα πάντα φαινόντουσαν ιδανικά. Ώσπου, ένα δύσκολο Δεκέμβρη, αποφάσισα να αφήσω τη δουλειά μου και να μετακομίσω στη Θεσσαλονίκη, στην πόλη του, μετά από πρόταση του. Τα πρώτα χρόνια μαζί ήταν σαν ονειρεμένο ταξίδι – αληθινή ομάδα, δεύτερη εφηβεία, πάντα μαζί. Ώσπου, στο τρίτο χρόνο, ήρθαν οι αργοπορίες και τα άγνωστα ξενύχτια, το κλείσιμο του sharing τοποθεσίας, μια λευκή πουκαμίσα σημαδεμένη με make-up και κραγιόν, κι η αλήθεια που δεν ειπώθηκε ποτέ ξεκάθαρα: άρχισα να του γίνομαι „βαρετή”. Πονούσα, ήμουν έτοιμη να του ανταποδώσω, αλλά διάλεξα να φύγω με αξιοπρέπεια – έφτιαξα βαλίτσες, έκλεισα κεφάλαιο, και πέρασα τη νύχτα με έναν άλλον, που μόλις είχα γνωρίσει στο γυμναστήριο. Επέστρεψα στο πατρικό μου, άρχισα από το μηδέν στη δική μου πόλη, και σήμερα, δύο χρόνια μετά, δουλεύω μόνη, μένω μόνη, και δεν μετανιώνω: ήμουν ένα βήμα πριν γίνω σαν εκείνον, αλλά κράτησα τον σεβασμό μου και έβαλα τέλος, πριν να προδώσω κι εγώ – έτσι όπως με πρόδωσε εκείνος.
Ήμουν σε αυτήν τη σχέση πέντε χρόνια. Δύο χρόνια ήμασταν παντρεμένοι, και τρία χρόνια ζούσαμε μαζί.
Η ΣΚΛΗΡΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ — Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΟΥ ΠΟΛΙΝΑΣ: ΕΝΑΣ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ, ΟΙ ΠΙΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ, ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΠΟΤΑΓΜΕΝΟΥ ΣΤΟ ΟΥΖΟ, ΜΙΑ ΜΗΤΕΡΑ ΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΔΥΝΑΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ ΩΣ ΤΗΝ ΠΟΛΗ
ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ Η αγαπημένη μου θεία, η Δανάη, βρέθηκε να παντρεύεται με το ζόρι. Ήταν οι μεγαλύτερες
Όταν το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά, η καρδιά του έτοιμη να πεταχτεί απ’ το στήθος κι η ψυχή του έτρεξε να την προϋπαντήσει…🤔 — Πόσα λάθη πια να κάνεις; Και τι χαζά λάθη! Έλα εδώ, τι είναι αυτό; — η κυρία Αλίκη Εδουάρδου έχωσε το μακρύ νύχι της στον μηνιαίο απολογισμό, σχεδόν ραγίζοντας το μανικιούρ της. — Άντε πήγαινε να το ξαναφτιάξεις! Κι αν δεν μπορείς, παραιτήσου! — Παρ’ όλα τα εξωτερικά της προσόντα, η διευθύντρια όταν θύμωνε, γινόταν δαίμονας. Η Λίζα βγήκε χωρίς λέξη. Μία ώρα έμενε για να σχολάσει, πρέπει να προλάβει. Έχει χάσει ήδη το επίδομα. Μαύρη περίοδος κι εμπόδια παντού. Πριν μια βδομάδα, καβγάς με τη μάνα της – τίποτα καινούριο. Ξαφνικός θυμός και κατηγορίες, έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα της. Η Ελισάβετ δεν είχε συνηθίσει, της κόστιζε. Φοβόταν πια και να πάρει τη μητέρα της. Έχασε την κάρτα της, μπλοκάρισμα και αιτήσεις για καινούρια. Και χθες, το μόνο της πλάσμα, η τρίχρωμη μονόχρονη γάτα Φένια, βγήκε στο μπαλκόνι, έπεσε απ’ τον τρίτο, κατέβηκε κι από τότε αγνοείται. Τώρα ούτε η Φένια ανταποκρίνεται. Με τα χίλια ζόρια παρέδωσε τον άτιμο τον απολογισμό και πήγε σπίτι. Ούτε για σούπερ μάρκετ δεν είχε όρεξη. Ξάπλωσε στον καναπέ και ξέσπασε σε πικρά δάκρυα. Μισή ώρα μετά, τα δάκρυα στέρεψαν, αλλά η μαυρίλα μεγάλωσε. Οι μαύρες σκέψεις, σαν φίδια. Για ποιον να ζήσω; Μητέρα δεν θέλει, οικογένεια δεν έχει, γάτα εξαφανίστηκε. Μια απόφαση έκανε την ψυχή της να νιώσει ελαφρύτερη. „Ας παλέψουν οι άλλοι μετά – ας σπάσουν τα δάχτυλα τους, ας φάνε τα μούτρα τους” — σκέφτηκε πικρόχολα. — „Μόνο που θα είναι αργά”. Η ιδέα να μη χρειάζεται να πάει δουλειά, να μην πάρει τη μάνα της τηλέφωνο – της φάνηκε λυτρωτική. Πλημμύρισε με περίεργη χαρά. Κι εκεί που απέμενε ένα μικρό βήμα, χτύπησε το τηλέφωνο. Άγνωστος αριθμός. Πήγε να το αγνοήσει, αλλά σκέφτηκε: „κι αν είναι η τελευταία ανθρώπινη φωνή που ακούσω;” — Ναι… — Σιωπή. — Μα γιατί πήρατε αν δεν μιλάτε; — Η ενόχληση εμφανής. — Καλησπέρα… — χαμηλή, αντρική φωνή. — Μην το κλείσετε, σας παρακαλώ. — Ποιος είστε; Τι θέλετε; — Βιαζόταν, το θεωρούσε χάσιμο χρόνου. — Ήθελα απλώς να μιλήσω σε έναν άνθρωπο… Έχω μια βδομάδα να επικοινωνήσω με κανέναν. Σκέφτηκα: αν κανείς δεν μου απαντήσει… — Βαθιά ανάσα απ’ τον άγνωστο. — Πώς γίνεται να μην έχεις παρέα; Βγες μια βόλτα, στο πάρκο, είναι τόσο απλό! — Η Λίζα κάθισε στο πλατύ περβάζι με τα πόδια μαζεμένα. — Δεν μπορώ. Μένω 5ο όροφο. Πριν μία εβδομάδα με άφησε η γυναίκα μου… — Ο τόνος του κατέβηκε. — Θα έφευγα κι εγώ, αν ήμουν στη θέση της! Είσαι άντρας ή όχι; — Δεν αντιλαμβανόταν το πρόβλημα. — Είμαι σε αμαξίδιο. Λιγότερο από χρόνο. Φοβάμαι, δεν αντέχω ανεβοκατεβάσματα πέντε ορόφων χωρίς ασανσέρ. — Η φωνή του γίνεται σίγουρη. — Δεν έχεις πόδια; — ρωτάει τρομαγμένη η Λίζα κι αμέσως το μετανιώνει. — Όχι, απλώς τραυμάτισμα στη σπονδυλική στήλη. Δε μπορώ να περπατήσω… — της φάνηκε πως χαμογελούσε. Μίλησαν μισή ώρα. Η Λίζα σημείωσε τη διεύθυνσή του. Μια ώρα μετά, ήταν μπροστά στην πόρτα του, φορτωμένη σακούλες. Της άνοιξε ένας νέος, όμορφος άντρας σε αμαξίδιο. — Λίζα, — συνειδητοποίησε – ούτε τ’ όνομά του δεν ήξερε. — Αρσένιος! — της χαμογέλασε σαν ήλιος, λες και την περίμενε μια ζωή. Έμεναν κοντά. Η Λίζα τον επισκεπτόταν κάθε μέρα. Κατάλαβε πως τα δικά της βάσανα μπροστά στη δική του δοκιμασία ήταν ανούσια. Συνήθιζε να φροντίζει και να δυναμώνει μέσα από εκείνον. Σαν από θαύμα, εμφανίστηκε κι η Φένια. Επέστρεψε, καθισμένη στο χαλάκι, να την περιμένει. Το επόμενο πρωί η προϊσταμένη, η κα Αλίκη, δοκίμασε να ξεσπάσει πάνω της. Η Λίζα αυτή τη φορά δεν άκουσε: — Κυρία Εδουάρδου, τι δικαίωμα έχετε να φωνάζετε και να με προσβάλλετε; Δε μπορώ να δουλέψω έτσι, με πιάνει ημικρανία. Πού θα βρείτε αντικατάσταση; — Μισοχαμογέλασαν τα κορίτσια στο τμήμα, κι η διευθύντρια αποχώρησε άφωνη. Η μητέρα της, μην αντέχοντας τη σιωπή, ξανατηλεφώνησε: — Καλησπέρα παιδί μου! Γιατί δεν παίρνεις; Δεν σ’ ενδιαφέρει η μάνα σου; Πόσο άκαρδη είσαι! Ελένη, μιλάω μαζί σου; — ανέβασε τόνους. — Καλησπέρα μάνα, δε θα συζητώ μ’ εσένα αυτόν τον τρόπο. — μίλησε γαλήνια η Λίζα. — Πώς τολμάς; Θα κλείσω το τηλέφωνο! — φώναζε η μητέρα. — Κλείστο… — απάντησε αδιάφορα η Λίζα. Δυο μέρες μετά ξαναπήρε. Συγγνώμη δεν ζήτησε — δεν ήταν του χαρακτήρα της. Όμως κράτησε το επίπεδο της κουβέντας. Ένα μήνα μετά, η Λίζα μετακόμισε στον Αρσένιο. Το σπίτι της το νοίκιαζε. Η φιλία τους έγινε κάτι περισσότερο: τρυφερότητα, εμπιστοσύνη, ευγνωμοσύνη. Έτσι, ίσως, αρχίζει η αγάπη. Με το ενοίκιο, η Λίζα προσέλαβε μασέρ, βρήκε πισίνα για τα Σαββατοκύριακα. Κι, ω χαρά, η αίσθηση σταδιακά επέστρεφε· κουνήθηκε πρώτο το δάχτυλο στο πόδι. Αρρώστησε η μητέρα της Λίζας. Η Λίζα πήρε άδεια δυο μέρες για να τη φροντίσει. Ο Αρσένιος περίμενε, του έλειψε αφόρητα. Ήταν στο σπίτι μέρες, σαν πιστό σκυλί μπροστά στο παράθυρο. Φεβρουάριος. Είχε παγωνιά και χιονοθύελλα. Ήξερε πότε καταφθάνει το λεωφορείο, μέτραγε λεπτά μέχρι ν’ ανέβει σπίτι, κι απ’ τη Λίζα τίποτα. Κάθισε με το αμαξίδιο στο παράθυρο. Ούτε φως, μόνο θύελλα. Το κινητό της, κλειστό. Πέρασε μία ώρα, μετά δεύτερη, τρίτη… Όταν άκουσε το κλειδί στην πόρτα, η καρδιά του παραλίγο να σπάσει και η ψυχή του έτρεξε να την αγκαλιάσει. — Σενάκο μου, το λεωφορείο κόλλησε στα χιόνια, ώσπου να έρθει βοήθεια… Το τηλέφωνο έμεινε από μπαταρία. — φώναζε βγάζοντας το παλτό. — Σενά! — ξέπνοη μπήκε στο σαλόνι κι έμεινε άφωνη. Στεκόταν δυο βήματα απ’ το αμαξίδιό του· της χαμογελούσε.
Когда το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά, η καρδιά του Γιάννη πήγε να σπάσει από την αγωνία, η ψυχή του
Νύφη για δανεισμό – Ο γάμος ακυρώνεται! – αιφνιδίασε τους γονείς η Πολίνα στο βραδινό τραπέζι. Η μητέρα της κόντεψε να πνιγεί ακούγοντας το απρόσμενο νέο από την κόρη της. – Πολίνα μου! Είσαι στα καλά σου; Το νυφικό αγορασμένο, οι βέρες έτοιμες, το μαγαζί κανονισμένο… Ο Δημήτρης σου περιμένει αυτόν τον γάμο σαν να είναι το μεγαλύτερό του όνειρο… Πολίνα, πες μου ότι κάνεις πλάκα, – ανησύχησε η μαμά. – Όχι, μαμά μου, δεν αστειεύομαι. Με τον Φλόιντ φεύγουμε σύντομα για Λονδίνο. Είναι όλα σοβαρά, – έβαλε τελεία η Πολίνα. – Χμ… Ποιο Λονδίνο; Εκεί όλα ξένα κι άγνωστα. Άλλοι άνθρωποι, άλλη χώρα. Θα χαθείς για μια χούφτα ευρώ! Συνέρθου παιδί μου! Αυτός ο Φλόιντ σου έκανε τα μυαλά σαλάτα! Σίγουρα θα είναι παντρεμένος! Ποιος ξέρει πόσα παιδιά έχει! Σχεδόν συνταξιούχος είναι! Ο Δημήτρης σου σ’ αγαπάει πραγματικά! Για μένα και τον πατέρα σου είναι σαν γιος! Μην πληγώνεις την αγάπη. Για όλα υπάρχει τίμημα, – προσπάθησε να την πείσει η ταραγμένη μητέρα. – Δεν πειράζει, θα αναλάβω τις ευθύνες μου. Δεν θα φοβηθώ, – απάντησε αμετακίνητη η Πολίνα. …Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Πολίνα και ο Φλόιντ ταξίδεψαν στην Αγγλία. Από μικρή η Πολίνα ονειρευόταν να δει πώς ζουν οι άνθρωποι σε άλλες χώρες. Έμαθε φαρσί γαλλικά, ήξερε τέλεια αγγλικά και ξεκινούσε ισπανικά – ποτέ δεν ήξερες πού θα σε ρίξει η μοίρα. Μετά το πανεπιστήμιο δούλεψε σε ταξιδιωτικό γραφείο ως μεταφράστρια. Εκεί γνώρισε τον Φλόιντ, τον οποίο συνόδευε σε διάφορα events. Ο Φλόιντ από την αρχή την ξεχώρισε. Η Πολίνα ήταν εύκολη στην παρέα, χαμογελαστή, εμφανίσιμη – και πάνω απ’ όλα νέα! Εκείνη μόλις 23, εκείνος 46. Στην αρχή δεχόταν τις προτάσεις του Φλόιντ με συγκατάβαση, δεν περίμενε ποτέ όμως ότι θα της ζητούσε γάμο – και μάλιστα μια εβδομάδα αφού γνωρίστηκαν! Δεν είπε τίποτα για τον επικείμενο γάμο της με τον Δημήτρη. Η Πολίνα βρισκόταν σε δίλημμα. Τέτοια ευκαιρία να παντρευτεί ξένο δεν βρίσκει κάθε κοπέλα! Δεν γίνεται να τη χάσει. Ίσως να μην αγάπησε τον Φλόιντ, αλλά θα έχει μια νέα, συναρπαστική ζωή! Ο Δημήτρης σίγουρα θα πληγωθεί, αλλά ο χρόνος τα γιατρεύει όλα. Θα βρει τη δική του μοίρα. Με αυτά στο μυαλό της Πολίνας, ξεκίνησε για το άγνωστο. Ο Δημήτρης, ακούγοντας από τηλέφωνο τα καθέκαστα, της ευχήθηκε οικογενειακή ευτυχία και βυθίστηκε στον πόνο. …Ο Φλόιντ και η Πολίνα έφτασαν Λονδίνο. Η Πολίνα δεν πίστευε στα μάτια της! Ζούσε ένα όνειρο. Ήθελε να αγκαλιάσει ολόκληρο τον κόσμο – πώς να κρατήσει αυτή τη στιγμή της ευτυχίας; Ο Φλόιντ πήγε την Πολίνα σε ένα τεράστιο σπίτι. Εκεί τους περίμενε η οικογένεια του Φλόιντ: δύο μεγάλοι γιοι, ο Χάρης και ο Βάνιας (Evan). (Αργότερα, η Πολίνα θα παντρευτεί τον Βάνια και θα βρει ανείπωτη ευτυχία.) Λίγο μετά, εμφανίστηκε και η πρώην γυναίκα του Φλόιντ, η Λενόρα, πολύ περιποιημένη και όμορφη. Η Λενόρα ήταν έξαλλη. -Τρελάθηκες, Φλόιντ; Ποια είναι αυτή; Από πού την έφερες; Θα μείνει εδώ μαζί μας; -Ναι, θα μείνει εδώ. Να σου θυμίσω ότι το σπίτι είναι δικό μου. Η Πολίνα σύντομα θα γίνει γυναίκα μου. Μην την πληγώσεις, Λενόρα, – είπε ο Φλόιντ διστακτικά. Η Πολίνα ένιωσε αμηχανία. Η οικογένεια μπορεί να είχε διαλυθεί, αλλά όλα τα μέλη της έμεναν ακόμα μαζί. Ήταν σαφές πως η Λενόρα είχε τον απόλυτο έλεγχο. Αλλά στο μυαλό και στην καρδιά της Πολίνας είχε γεννηθεί ήδη ο Βάνιας… Καμία σχέση με τον Δημήτρη και τα μεθύσια του. Εδώ ζούσε κάτι άλλο – αγνή και απόλυτη αγάπη. Ο Βάνιας ήταν 24 χρονών, έμοιαζε πολύ στη μητέρα του, και ήταν αμέσως γοητευμένος από τη μυστηριώδη νεοφερμένη. Υπήρξε αμέσως μια αόρατη, συναρπαστική έλξη. Ο Φλόιντ ανακοίνωσε στην Πολίνα ότι πρέπει να καθυστερήσουν τον γάμο, χωρίς να εξηγήσει το γιατί. Η Πολίνα συμφώνησε. Δεν είχε σκοπό να επιστρέψει στην Ελλάδα. Της έδωσαν ένα όμορφο δωμάτιο. Η σχέση της με τον Φλόιντ παρέμεινε ζεστή αλλά αθώα. Η Λενόρα τη φερόταν σαν να μην υπήρχε. …Πέρασαν τρεις μήνες. Η Πολίνα ήρθε κοντά με τον Βάνια που της αποκάλυψε τα οικογενειακά μυστικά: Ο Φλόιντ αγαπούσε ακόμη τη Λενόρα, κι εκείνη το ίδιο. Ένας μεγάλος καβγάς τους είχε χωρίσει. Για να τη ζηλέψει, ο Φλόιντ έφερε την Πολίνα ως “αρραβωνιαστικιά δανεική”. Μόλις τα έβρισκαν, η Πολίνα θα επέστρεφε σπίτι της με πλούσια δώρα. Ακούγοντας τα πάντα, η Πολίνα γέλασε νευρικά. -Έτσι μου άξιζε! Τελικά ήμουν “νύφη για δανεισμό”! Κάποτε εγώ το ‘σκασα απ’ τον γαμπρό μου. Βάνια, τι να κάνω τώρα; -Πολίνα, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα! – της αποκάλυψε ο Βάνιας. -Κι εγώ το ίδιο. Επιτέλους το παραδέχτηκες! -Πώς να σου το πω, αφού ήσουν η νύφη του πατέρα μου; Δεν ήξερα τι σκάρωναν οι γονείς μου. Ο Χάρης μου τα είπε. Τρελάθηκα από τη χαρά! Η κοπέλα που είχα ερωτευτεί, επιτέλους ήταν ελεύθερη! Εσύ, Πολίνα, θα παντρευόσουν τον πατέρα μου; – ρώτησε αγχωμένος ο Βάνιας. -Βάνια μου, από την πρώτη στιγμή που σε είδα, όλα άλλαξαν! Φυσικά και θα τον αρνιόμουν, – χαμογέλασε η Πολίνα. Αγκαλιάστηκαν σαν να ήταν πάντα μαζί. Η Πολίνα συγχώρησε τον Φλόιντ και τη Λενόρα. Για την αγάπη αξίζει να τα περάσεις όλα… Στο τέλος, το πραγματικό δώρο σε αυτή την παράξενη ιστορία ήταν πως η Πολίνα βρήκε τον Βάνια της! Η ευτυχία σε βρίσκει εκεί που δεν το περιμένεις ποτέ. Η Πολίνα και ο Βάνιας γρήγορα παντρεύτηκαν. Ο Βάνιας φοβόταν μήπως φύγει πάλι, γι’ αυτό δεν άργησαν να κάνουν παιδιά – ένα γιο και μία κόρη. Η οικογένειά τους ζούσε μέσα στην αγάπη. Ο Φλόιντ και η Λενόρα, έχοντας επιτέλους ξαναβρεί ο ένας τον άλλο, βοηθούσαν με λαχτάρα τα εγγόνια τους. …Κάποια στιγμή η Πολίνα έλαβε ένα ανήσυχο γράμμα από τη μητέρα της, που της ζητούσε να την επισκεφθεί. Γυρίζοντας στην Ελλάδα, άκουσε το σοκ: -Πω, Πωλίνα! Ο Δημήτρης σου σκοτώθηκε! Και πήρε και τη γυναίκα του στον θάνατο! Τους βρήκαν με το μηχανάκι. Άφησε το κοριτσάκι του ορφανό. Το παιδί τρία χρονών. Μεγάλη συμφορά! Ο Δημήτρης δεν σε ξέχασε ποτέ. Μετά που έφυγες, πήρε άλλη στη θέση σου, για να μην πονάει. Μια καημένη, αλλά καλή στο παιδί και στον άντρα της – την κόρη τους, Πολίνα την ονόμασαν! Εξυπνούλα. Τη λυπάμαι τώρα – είτε ορφανοτροφείο είτε ίδρυμα… Kαι το χειρότερο, ήθελε πριν το τέλος του να σου κάνει δώρο. Η Πολίνα άκουσε τη μαμά ήρεμα και απάντησε: -Πρόλαβε, μαμά. Θα υιοθετήσουμε την Πολίνα του με τον Βάνια. Αυτό είναι το “δώρο” του Δημήτρη… Ο Βάνιας θα με στηρίξει, το ξέρω. Για όλα πληρώνει κανείς στη ζωή, μανούλα. Και τώρα, σε παρακαλώ, τάισε με. Κουράστηκα, πείνασα στο δρόμο. Θέλω ένα ξινό μηλαράκι ή λίγο τουρσί. Οι μέλλουσες μανούλες πρέπει να τρώνε για δύο! – είπε η Πολίνα, με ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο στη μητέρα της…
ΝΥΦΗ ΓΙΑ ΕΝΟΙΚΙΟ Ο γάμος ακυρώνεται! ανακοίνωσε ξαφνικά στους γονείς της η Ελπίδα στο δείπνο.