Επιλογή
«Και να φανταστείς, ο Πέτρος είναι τόσο βαθιά παντρεμένος…» αναστέναζε η Φωτεινή, καθισμένη στο παγκάκι του πάρκου, σφίγγοντας στην τσέπη της το παραπεμπτικό για την επέμβαση. Οι συγκάτοικοί της στη φοιτητική εστία τη ζήλευαν όταν την έβλεπαν με τον μελαχρινό, γαλανόματο Πέτροόλοι τον θεωρούσαν τυχερό γαλαντόμο σύντροφο. Τελικά, δεν υπήρχε τίποτα άξιο ζήλιας.
Η Φωτεινή αναρίγησε στη μνήμη της πρώτης και τελευταίας συνάντησής της με τη σύζυγο του Πέτρου. Η γυναίκα την περίμενε έξω από το εργοστάσιο για της βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Καλησπέρα, μάλλον είσαι η Φωτεινή, ε; ξεκίνησε.
Ποια είστε εσείς; ταράχτηκε η Φωτεινή, κόβοντάς την εκείνη η παγερή, διεισδυτική ματιά της ψηλόλιγνης ξανθιάς.
Είμαι η Ελένη, γυναίκα του Πέτρου Παπαϊωάννου.
Συγγνώμη;
Ό,τι άκουσες!
Ακόμα μία απλή, είπε ψύχραιμα η Ελένη, και πόσες σαν κι εσένα υπάρχουν, ποτέ δεν θα τελειώσουν οι κυνηγοί ξένης ευτυχίας.
Μα τι λέτε;
Η Ελένη την έπιασε προσεκτικά από τον αγκώνα. Εσύ, τι κάνεις; Εγώ είμαι η νόμιμη σύζυγος. Σε είδα με τον άντρα μου και έχεις και το θράσος να μην απολογείσαι; Άνθρωποι με αρχές θα αισθάνονταν ντροπή, θα ήθελαν να καταπιούν τη γη. Αλλά, μάλλον δεν ανήκεις σ αυτούς.
Τέτοιες σαν εσένα, την κοίταξε εξεταστικά, είχε τόσες που δεν φτάνουν τα δάχτυλα χεριών και ποδιών να μετρήσω.
Με παντρεμένο μπλέχτηκες, ντροπή!
Είναι άντρας, κυνηγός. Καταλαβαίνεις;
Είσαι για αυτόν μια περαστική περιπέτεια. Θα ξεχαστείς όπως ήρθες. Μείνε μακριά του.
Και, μεταξύ μας, έχουμε δυο κόρες. Να σου δείξω τη φωτογραφία; Έβγαλε μια αναμνηστική φωτογραφία και την πρότεινε στη μουδιασμένη Φωτεινή. Να! Απόδειξη της μεγάλης αγάπης. Ανάβυσσο, δύο μήνες πριν…
Γιατί δεν μιλάς;
Τι θέλετε από μένα; Τα βρείτε μεταξύ σας.
Θα τα βρω, μην ανησυχείς! Πρόσφατα ήρθε στο εργοστάσιο. Καλή δουλειά, καλός μισθός, και ήρθες εσύ κατακέφαλα στη ζωή μας.
Κάνε τη χάρη και φύγε. Μην πιστεύεις τις υποσχέσεις. Ο Πέτρος δεν πρόκειται να χωρίσει. Μη χάνεις το χρόνο σου. Πόσων χρονών είσαι; Τριάντα;
Εικοσιπέντε! απάντησε πληγωμένη η Φωτεινή.
Ε, τότε προλαβαίνεις να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά. Τον Πέτρο άσ τον ήσυχο.
Η Φωτεινή δεν άντεξε άλλο τα λόγια της Ελένης. Σηκώθηκε στα πόδια της και ξεκίνησε να περπατά σαστισμένηόλα της τα όνειρα είχαν διαλυθεί σαν γυάλινο ποτήρι. Η ονειρική ψευδαίσθηση διαλύθηκε με μιας.
Προδότης… ψιθύρισε. Τα μάτια της βούρκωσαν αλλά δεν ήθελε να δει κανένας τα δάκρυά της, ούτε κουτσομπολιά στη δουλειά. Το ίδιο βράδυ, ήρθε ο Πέτρος με λουλούδια, σα να μη συνέβη τίποτα. Η Φωτεινή, με τα μάτια της πρησμένα, τον έδιωξε. Όσο κι αν της υποσχόταν ότι θα χωρίσει, ότι με τη γυναίκα του είναι ξένοι, εκείνη δεν τον πίστεψε και δεν υπέκυψε.
Δυο βδομάδες χρειάστηκε να συνέλθει. Ο Πέτρος δεν της ξαναμίλησε. Έκανε πως δεν τη γνωρίζει καν, της γύριζε την πλάτη αν βρισκόνταν στο εργοστάσιο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθαν να την πασπαλίσουν το πρωί οι ίδιες οι περιπέτειες: ναυτία, ίλιγγος· στην αρχή τα έριξε στο άγχος, μα στο τέλος κατάλαβεη περιπέτεια με τον Πέτρο είχε αφήσει καρπό.
«Έξι βδομάδες»ήχησε σαν καταδίκη.
Η Φωτεινή πανικοβλήθηκε, φοβόταν να γίνει ανύπαντρη μητέρα. Ένιωθε πως όλοι τη βλέπουν, πως όλοι κατάλαβαν το λάθος τηςότι εμπιστεύτηκε έναν άνδρα που δεν ήξερε καλά.
Ο Πέτρος είχε κρύψει το γάμο τουτι να έκανε; Να του ζήταγε ταυτότητα την πρώτη φορά; Δαχτυλίδι δεν φορούσεάλλωστε πολλοί δεν φοράνε στην Ελλάδα.
Πού να υποψιαστεί όταν της ζήτησε να μείνουν μυστικό στη δουλειά; Την εξαπάτησεο πόνος δεν έφευγε και το μυαλό τριγυρνούσε.
Όσο και να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της, δεν ησύχαζε. Κι η δουλειά, οι ψίθυροι, οι ματιές, χειρότερα.
Είμαι έγκυοςτου το ξεστόμισε στο διάλειμμα.
Θα σου δώσω λεφτά, κάνε ό,τι πρέπειτης πέταξε απότομα.
Και την επόμενη μέρα, ο Πέτρος παραιτήθηκε. Εξαφανίστηκε για πάντα.
Η Φωτεινή, μέσα στην αγωνία, δεν ήθελε να αργοπορήσει. Παρά τις προειδοποιήσεις της γιατρού, πήρε το παραπεμπτικό για την επέμβαση.
Και τώρα κάθεται στο παγκάκι, κρατώντας το χαρτί, λες κι αν το άφηνε, όλος της ο κόσμος θα λυνόταν σε κόμπους.
Μήπως βιάζεστε; ένας νεαρός με κοστούμι και τεράστιο μπουκέτο μπορντό χρυσάνθεμα βούτηξε δίπλα της ξαφνικά, λόγια με παράξενο βάρος, σαν να πέσανε απ τον ουρανό.
Τι; τον κοίταξε με θολά μάτια.
Το ρολόι σας πάει μπροστά, της λέει, δείχνοντας το χρυσό της ρολογάκι.
Πάντα το ρυθμίζω δέκα λεπτά μπροστά, μα ποτέ δεν ισιώνει… δήλωσε σχεδόν αδιάφορη.
Ο καιρός σήμερα υπέροχος. Αληθινό καλοκαίρι του γυναικοκραταιού, είπε χαμογελαστά. Η μάνα μου αγαπάει αυτό το φθινόπωρο. Λέει πως μια τέτοια ζεστή μέρα πήρε τη σωστή απόφαση της ζωή της· ποτέ δεν μετάνιωσε.
Ξέρετε; χάθηκε στα λόγια του σαν παιδί. Η μανούλα μου είναι όλα για μένα! έδειξε τον αντίχειρά του. Της χρωστάω τα πάντα.
Ο πατέρας σου; ξέφυγε της Φωτεινής.
Δεν μιλάει ποτέ γι αυτόν. Ούτε εγώ ρωτάω, μάλλον της φέρνει βάρος…
Πάω για συνέντευξη. Από δέκα με διάλεξαν μόνο εμένα σε κορυφαία εταιρεία! Μοιάζει απίστευτοκι όμως.
Αυτό το οφείλω στη μητέρα μου.
Και ξέρω ήδη τι θα κάνω με τον πρώτο μισθό μουθα της πάρω εισιτήριο να πάμε στη θάλασσα. Δεν έχει ιδεί θάλασσα ποτέ.
Εσείς έχετε πάει;
Όχι, είπε, καρφώνοντας το βλέμμα της (δίχως να ξέρει γιατί) στη μπορντό γραβάτα του.
Γλυκός, ευτυχισμένος νεαρός, ακτινοβολούσε φως.
Δώρο από τη μανούλα, είπε τρυφερά.
Μάλλον σας πρήζω με τα δικά μου, αλλά θέλω τόσο να μοιραστώ τη χαρά μουσας βλέπω, είστε τόσο λυπημένη…
Νόμισα πως χρειάζεστε κουβέντα. Σας κουράζω;
Η Φωτεινή κουνούσε αρνητικά το κεφάλιτίποτα δεν την ενοχλούσε απ όσα έλεγε. Συγκράτησε για πρώτη φορά το ρεύμα των σκοτεινών σκέψεων. Η αγάπη γι αυτή τη μάνα της φάνηκε θαυμαστή.
«Τι αφοσίωση! σκέφτηκε, ακούγοντάς τον Να είχα κι εγώ τέτοιον γιο»
Λοιπόν, φεύγω. Με περιμένει η μανούλα μου, θα ανησυχεί… Να μην βιάζεστε!
Πώς;
Στα ρολογάκια σας λέω! χαμογέλασε.
Α, ναι… ανταπέδωσε το χαμόγελο.
Όταν χάθηκε απ το οπτικό της πεδίο, η Φωτεινή έβγαλε το παραπεμπτικό, εκείνο που λίγα λεπτά πριν κρατούσε σαν σωσίβιο, και το έκανε κομμάτια.
Έμεινε να κάθεται ακόμα για ώρα, μαγεμένη από το φώς του φθινοπώρου.
Μια ανεξήγητη ζεστασιά απλώθηκε στην ψυχή της μετά τη συνάντηση με τον άγνωστο, τόσο οικείο, νεαρό.
Δεν είναι μόνη. Η γυναίκα εκείνη μόνη μεγάλωσε έναν υπέροχο γιολυπάται μόνο που δεν έμαθε το όνομά του. Όμως, τώρα δεν έχει σημασία…
Η επιλογή έγινε.
***
Είκοσι τρία χρόνια μετά…
Μαμά, θα αργήσω! Ο Στέφανος, μπροστά στον καθρέφτη, με τη Φωτεινή να του δένει με φροντίδα μια ολοκαίνουργια μπορντό γραβάτα για το σημαντικότερο interview της ζωής του.
Μήπως να το αφήσεις καλύτερα;
Για καλή τύχη το βάζω. Πίστεψέ με, όλα θα πάνε καλά. Σίγουρα θα σε πάρουν… Να σε! είπε και τον καμάρωσε.
Έχω αγωνία, αν δεν…
Αυτό είναι το δικό σου μέρος. Μη φοβάσαι, απάντησε καθαρά, χαμογέλα! Θα τους μαγέψεις!
Εντάξει, μαμά. Έδωσε ένα φιλί στη μάνα του κι έφυγε.
Η Φωτεινή, καθώς τον έβλεπε από το παράθυρο να απομακρύνεται γεμάτος ενέργεια, ένιωσε να τη διαπερνά ρεύμα.
Το χε ξαναδεί αυτό το σκηνικό…
Ο νεαρός στο πάρκο, πριν τόσα χρόνια…
Ο Στέφανος με το κοστούμι της θύμιζε εκείνον.
Μα είχε ξεχάσει για χρόνια εκείνη τη στιγμήκαι, να, τώρα, αβίαστα, γλιστρά πίσω στη μνήμη της.
Πώς γίνεται; Να ήταν μοίρα, λέει, που σου επιτρέπει να δεις στο όνειρο το παιδί που σκόπευες να διώξεις; Πώς γίνεται μια σύμπτωση σ έναν ονειρικό διάδρομο να αλλάξει τη ροή του κόσμου;
Γιατί δεν έμαθε τότε το όνομά του, γιατί δεν ρώτησε για τη μάνα του; Αλλά τώρα πια δεν έχει σημασία.
Όλα πήραν το δρόμο τους.
Το μεσημέρι, ο Στέφανος γύρισε σπίτι μ ένα πελώριο μπουκέτο μπορντό χρυσάνθεμα, ταιριαστό με τη γραβάτα του, και ανακοίνωσε πως τον πήραν στη δουλειά.
Και της υποσχέθηκε πως φέτος θα πάνε μαζί θάλασσα, γιατί η Φωτεινή δεν είχε ξαναδεί ποτέ.
Ήρθε πια η ώρα να φροντίσει εκείνος τη μητέρα του. «Θα μετακινήσω βουνό για σένα, μάνα!» υποσχέθηκε.
Ό,τι κι αν περάσανε, κάθε που χωνόταν στη μυρωδάτη αγκαλιά του, όλα γαλήνευαν στην ψυχή της.
Με όλα τα βγάλανε πέρα, όρθιοι.
Η Φωτεινή ποτέ δεν μετάνιωσε που έγινε μητέρα. Πήρε τη δική της σωστή απόφαση.
Έτσι να γίνει.





