Σε γνωστής κυρίας το σπίτι: ο γιος αποφάσισε να παντρευτεί κοπέλα εκτός κύκλου μας. Τη συμπονώ, έχω κι εγώ παιδιά, θα αγχωνόμουν… Θυμάμαι όμως μια Ιβανόβα. Ο γιος της, χωρίς πολλά-πολλά, της σύστησε τη Μαρίνα, είπαν πως παντρεύτηκαν. Στο σόι της Ιβανόβα, όλοι με βαρύγδουπα πτυχία – γιατρός, δύο διδάκτορες, χορογράφος, μηχανικός, κριτικός λογοτεχνίας, καρδιολόγος και ό,τι βάλει ο νους σου. Κι η κοπέλα, αμφιβόλου καταγωγής, σίγουρα κακής ανατροφής, πατέρας πουθενά, μάνα αγελαδοτρόφος, πτυχίο «ελαιοχρωματίστρια», χωρίς εμφάνιση ή τρόπους. Μοιάζει σαν να την επέλεξε η μοίρα επίτηδες. Η ελαιοχρωματίστρια όμως διακριτική, αθόρυβη, έσβηνε στους διαδρόμους. – Περίμενε, της έλεγε η φίλη της, η Αρίνα, θα συνηθίσει, θα κλάψεις μετά. Ο γιος, ένα φθινόπωρο, έφυγε για Αμερική. «Σκέφτομαι πώς αυτή η φιγούρα τριγυρνά στο σπίτι κι ούτε θέλω να γυρίσω πίσω», έλεγε η Ιβανόβα στην Αρίνα. Γυρίζει για Πρωτοχρονιά, τον Μάρτιο λέει: του ‘καναν επαγγελματική πρόταση στις ΗΠΑ, εκεί γνώρισε τη Nicole, την Πέμπτη παίρνει διαζύγιο, την Παρασκευή φεύγει. «Μαμά, μην ανησυχείς, θα σε παίρνω τηλέφωνο.» Έριξε το δάκρυ της, τον αποχαιρέτησε. Η ελαιοχρωματίστρια μάζεψε τα λιγοστά της. Μια τσάντα και μια σακούλα σούπερ μάρκετ, με ύφος αδέσποτης που την έδιωξαν. «Έχεις πού να πας;» τη ρώτησε η Ιβανόβα. «Σε ένα μήνα αδειάζει κρεβάτι στη φοιτητική εστία, προς το παρόν θα μείνω σε φίλες, σε ράντζο» απάντησε δειλά. Η Ιβανόβα το ξανασκέφτηκε: «Κάτσε ένα μήνα και βλέπουμε.» Και μετά αυτοαποκαλέστηκε ηλίθια, το ίδιο είπε κι η Αρίνα. Η ελαιοχρωματίστρια δούλευε ατέλειωτες ώρες, έφευγε νωρίς, γύριζε βράδυ εξαντλημένη, πρόσφερε χρήματα για τη φιλοξενία – περήφανα, έβγαζε τα προς το ζην. Εκεί τελείωσε η ιστορία; Όχι. Μια μέρα η Ιβανόβα αρρώστησε ξαφνικά. Έμεινε ενάμιση μήνα στο νοσοκομείο. Την επισκεπτόταν σπάνια η Αρίνα – οικογένεια, δουλειές. Η ελαιοχρωματίστρια έβραζε φαγητό, ετοίμαζε σούπες, καθημερινά φρόντιζε την Ιβανόβα να τρώει. «Μήπως μετακόμισε για τα καλά;» έλεγε καχύποπτα η Αρίνα. «Τουλάχιστον, σου μαγείρεψε ένα μπιφτέκι! Τρως; Όχι; Να φάω εγώ τότε.» Βγαίνοντας από το νοσοκομείο, η Ιβανόβα βρήκε το σπίτι της πεντακάθαρο, με ευχαριστήριο σημείωμα: «Κα Σβετλάνα, ευχαριστώ. Το φαγητό είναι στο ψυγείο. Περαστικά. Μ.» Τα πράγματά της όλα άθικτα. Στο δωμάτιο του γιου, σαν να μην πέρασε ποτέ η ελαιοχρωματίστρια. Μετά από λίγες μέρες, επισκέφθηκε την εστία, πήρε την κοπέλα μαζί. «Όταν αποκτήσεις δικό σου σπίτι, τότε φεύγεις. Για την ώρα, πάμε σπίτι μας, σε περιμένει ταξί.» Τον Σεπτέμβρη αγόρασαν μαζί παλτό για το φθινόπωρο και μπότες. Στο εμπορικό, συναντούν την Αρίνα: «Τέτοια καλή κοπέλα, ούτε για υπηρέτρια δε βρίσκεις, και μάλιστα τζάμπα! Μπράβο σου, Ιβανόβα!» «Εσύ έχεις υπηρέτρια, εγώ έχω νύφη. Έλα, Μαρίσα, να πάρουμε και μια τσάντα, να κοιτάξουμε παντελόνια, εσύ ήθελες κι ένα φουλάρι.» Η Ιβανόβα λέει μετά: «Μάζεψε μόνη της τα λεφτά για προκαταβολή, δεν έπαιρνε δεκάρα από μένα, τώρα παραλαμβάνει το δικό της σπίτι, όλη μέρα στη δουλειά, ζήτημα να σταθεί όρθια.» «Κι έτσι, ακόμα ανησυχώ», λέει, «νιάτα, όμορφη, νοικοκυρά, με σπίτι δικό της πια, καλή κοπέλα η Μαρίσα, αλλά ξέρεις πώς είναι, εύκολο να μπλέξει με κανέναν αχρείο ή κάποιον που δεν είναι του κύκλου μας…»
Σήμερα το βράδυ, καθώς γύριζα σπίτι από το φαρμακείο, σκεφτόμουν μια γνωστή μου, την κυρία Αφροδίτη Παπαγεωργίου.
Διαφορετικοί άνθρωποι Η Αλίκη μεγάλωνε ως κορίτσι ιδιαίτερο. Και ο Σίμος και η Μαρίνα το ήξεραν· οι ίδιοι έφταιγαν. Την κακομάθαιναν πολύ. Αλλά πώς να μην την κακομαθαίνουν; Τόσο όμορφη, τόσο τρυφερή και τόσο δύσκολα την απέκτησαν. Η Μαρίνα δεν μπορούσε να μείνει έγκυος. Ό,τι και να έκαναν, σε όλους τους γιατρούς πήγαν, ακόμη και στην Αθήνα. Όλοι έλεγαν πως όλα είναι καλά. Αλλά αφού όλα είναι καλά, γιατί δεν ερχόταν παιδί; Κάποιος γέρος γιατρός είπε να δοκιμάσουν λαϊκή ιατρική. Βρήκαν μια γιαγιά, τους έδωσε ένα βαρύ βάμμα, η Μαρίνα το έπινε και τελικά έμεινε έγκυος. Η χαρά τους δεν περιγραφόταν. Ο Σίμος πετούσε απ’ τη χαρά του, το μάθαινε όλη η γειτονιά. Η εγκυμοσύνη ήταν τόσο δύσκολη, που ο Σίμος πίστεψε πολλές φορές πως η Μαρίνα δεν θα τα καταφέρει. Συνεχής ναυτία, δεν άντεχε ούτε φαγητό ούτε μυρωδιές, τα άκρα της φούσκωναν, ο ύπνος λιγοστός, σχεδόν δεν έβγαινε από το σπίτι. Όταν ήρθαν οι πόνοι, ο Σίμος αναστέναξε ανακουφισμένος, αλλά τα προβλήματα μόλις άρχιζαν. Οι ώρες περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα, και τελικά έκαναν καισαρική. Το κορίτσι βγήκε αδύναμο, ταλαιπωρημένο, η Μαρίνα έχασε πολύ αίμα και δυο μέρες βρισκόταν στο όριο ζωής–θανάτου. Τα κατάφεραν. Μετά από σχεδόν μήνα στο νοσοκομείο μητέρας–παιδιού, γύρισαν σπίτι. Ο Σίμος δεν κρατιόταν από τη λαχτάρα του να φροντίσει την κορούλα του. Τώρα θα είχαν αληθινή ευτυχία. Η οικογένεια που πάντα ονειρευόταν. Όλα όπως ήθελε. Όταν η Αλίκη έγινε πέντε χρόνων, ο Σίμος γύρισε σπίτι και είπε: –Μαρίνα, πρέπει να χτίσουμε σπίτι. Πώς να μείνουμε για πάντα στη γκαρσονιέρα; Η Αλίκη θα μεγαλώσει, χρειάζεται δικό της δωμάτιο. Η Μαρίνα, πάντα δίπλα στον άντρα της, σαράντα σκέψεις στο μυαλό της. Πού θα βρουν τόσα χρήματα; –Το έχω σκεφτεί, αν το πάμε σιγά–σιγά, θα τα καταφέρουμε. Μην αγχώνεσαι, θα φτιαχτεί. Δεν πρόλαβαν να χαρούν το όνειρο. Σε μισό χρόνο, αρρώστησε βαριά η Αλίκη. Πρώτα ένα απλό κρυολόγημα, μετά κολλητικά, μετά συνεχόμενα νοσοκομεία, δανεικά παντού. Τρία χρόνια θεραπείες, ώσπου στάθηκε η μικρή στα πόδια της. Δεν ξαναειπώθηκε για σπίτι, έπρεπε πρώτα να πληρώσουν τα δάνεια. Η Μαρίνα βγήκε στο εργοστάσιο, κι έτσι τα κατάφεραν όταν η Αλίκη ήταν 14. Η έφηβη είχε όλο και περισσότερες ανάγκες: ρούχα, παλτά, γιορτές, εξετάσεις, προετοιμασίες. Πήγε τελικά Πανεπιστήμιο, έφυγε απ’ το σπίτι. Σε δύο χρόνια ο Σίμος έκτισε τοίχους για το σπίτι – χωρίς παράθυρα, χωρίς πόρτες ακόμη, αλλά σπίτι ήταν. Άλλη μία φορά θα τους αναστατώσει η τύχη. Ένα απόγευμα Σαββάτου, μετά από ημέρα στη δουλειά του σπιτιού, τους χτυπάει το κουδούνι. Η Αλίκη, έγκυος και με έναν μακρυμάλλη νεαρό, τον Ρούλη. Ανακοίνωση: θα ζήσουν μαζί, θα παντρευτούν, ο Ρούλης παρατά το πανεπιστήμιο – δεν τον νοιάζει. Ούτε δουλεύει, ούτε σκοπεύει άμεσα. Ρώτησε ο Σίμος: „Πώς θα ζει η οικογένεια;” „Έχω γονείς εγώ!”, απαντά η κόρη του. Το ζευγάρι, αντί να μαλώσει, αποφασίζει να αφήσει το διαμέρισμα στην Αλίκη και τον Ρούλη και να μετακομίσουν με όσα έχουν στο μισοτελειωμένο σπίτι τους. Εκεί, με δουλειά, κόπους, βραδινό τσάι στην αυλή, γνωρίζουν τον μικρό γείτονα, τον Αντώνη, που μένει με τη γιαγιά του. Τον παίρνουν στην οικογένεια σαν παιδί τους. Ο Αντώνης γίνεται στήριγμα για τον Σίμο και τη Μαρίνα, τον μαθαίνουν, τον αγαπούν. Η Αλίκη με τον Ρούλη ζουν στη μικρή τους γειτονιά. Η Μαρίνα τρέχει να φυλάει το εγγόνι, ώσπου ακούει τον Ρούλη να παραπονιέται πως „δεν τους χρειάζονται πια”. Σταματάει να τους ενοχλεί – μόνο καμιά φορά αφήνει ψώνια έξω από την πόρτα. Τα χρόνια περνούν, ο Αντώνης μεγαλώνει, σπουδάζει, βοηθάει και στέκεται πάντα δίπλα. Τα γράφει όλα σαν να είναι δικός τους. Όταν η Μαρίνα αρρωσταίνει, μόνο ο Αντώνης στηρίζει τον Σίμο. Η Αλίκη, απούσα, αδιάφορη. Η Μαρίνα „φεύγει”, ο Αντώνης κλαίει, γίνεται πια κανονικός γιος. Ο Σίμος δίνει το σπίτι στο Αντώνη με διαθήκη: „Είσαι σαν παιδί μας, σε αγαπάμε, να φτιάξεις τη ζωή σου με την Αλένα.” Η Αλίκη όταν το μαθαίνει, εξοργίζεται, εύχεται θάνατο στον πατέρα της. Ο Σίμος φεύγει ήσυχος, με φωτογραφία της Μαρίνας στο χέρι, έχοντας αφήσει τα πάντα στον Αντώνη – το παιδί που δεν γέννησε, αλλά μεγάλωσε με αγάπη. Έτσι, οι διαφορετικοί άνθρωποι συναντήθηκαν και έγιναν αληθινή οικογένεια. (Διατηρήθηκαν τα ελληνικά ονόματα, η ιατρική αντιμετώπιση και οι πολιτισμικές αναφορές προσαρμόστηκαν στην ελληνική πραγματικότητα με διατήρηση όλων των σημαντικών λεπτομερειών της ιστορίας και ατμόσφαιρας)
Διαφορετικοί άνθρωποι Η Ελενίτσα δεν ήταν και το πιο απλό κορίτσι. Και ο Στέλιος με τη Μαρία το ήξεραν καλά.
Τυχαίο Τηλεφώνημα – Παύλος Ιωάννου; – η φωνή στην άλλη άκρη ήταν ψυχρή κι επίσημη. – Ναι, εγώ είμαι ο Παύλος Ιωάννου. Ποιος μιλάει; – Είμαι η διευθύντρια του Παιδικού Σταθμού. Σε μία εβδομάδα η κόρη σας, θα γίνει τριών ετών και θα χρειαστεί να τη μεταφέρουμε σε άλλο ίδρυμα. Σίγουρα δεν θα την πάρετε; – Συγγνώμη, ποιο παιδάκι; Ποια κόρη; Έχω γιο, τον Βασίλη… απαντώ σαστισμένος. – Ναταλία Παύλου Σεμενίκου. Δεν είναι κόρη σας; – Όχι, δεν είναι! Είμαι ο Παύλος Ιωάννου, αλλά το επώνυμό μου είναι Βασιλείου. – Με συγχωρείτε, – απάντησε κουρασμένη η φωνή, – προφανώς έγινε κάποιο μπέρδεμα. Οι συχνές μπιπ που ακολούθησαν χτύπησαν στ’ αυτιά σαν κουδουνιά κινδύνου. «Μα τι κάνουν εδώ;» αγανακτούσα. «Μια κόρη, ένα μωρό, τι χαμός επικρατεί στα χαρτιά τους;» Όμως το τηλεφώνημα άφησε μέσα μου ένα αγκάθι. Για κάποιο λόγο άρχισα να σκέφτομαι πώς άραγε μεγαλώνουν παιδιά χωρίς σπίτι, χωρίς μια ζεστή μητέρα, έναν πατέρα γεμάτο φροντίδα, χωρίς τις γιαγιάδες και τους παππούδες που αγκαλιάζουν. Ο Βασίλης μας έχει όλους, θείες και θείους… Η Ελένη μου αμέσως πρόσεξε τη θλίψη μου, τις αδιάφορες απαντήσεις – ποιο μυστικό ξεφεύγει άραγε από τη γυναίκα σου με την οποία είστε μαζί σχεδόν δέκα χρόνια και γνωρίζεστε ακόμα από το δημοτικό; Περίμενε ως το βράδυ και, την ώρα του φαγητού, με ρώτησε ευθέως τι με απασχολεί. – Πώς τη λένε λοιπόν; … [και όλη η πλοκή με σύγχρονα ελληνικά ονόματα, τοποθεσίες, διαλόγους και ατμόσφαιρα προσαρμοσμένη στο σήμερα…] Ένα Λάθος Τηλεφώνημα που Άλλαξε τα Πάντα: Ο Παύλος, η Ελένη, η «Κόρη» του Παιδικού Σταθμού και μια Επίσκεψη που Γέμισε Δακρυγόνα Αγκαλιά – Η Ζεστή Ιστορία Μιας Οικογένειας στην Ελλάδα Σήμερα
Νίκος Ανδρέου; η φωνή στο ακουστικό ήταν ψυχρή και επίσημη. Ναι, εγώ είμαι ο Νίκος Ανδρέου.
Η Φίλη μου από το Νεκροταφείο: Μια Βραδιά που ο Άντρας μου Εξαφανίστηκε, Πέντε Χρόνια στης Πεθεράς, Τρείς Χρόνια Ελπίδας, Σκάνδαλα, Προδοσία και Μετακόμιση σε Διαμέρισμα Δίπλα στα Μνήματα, όπου Οι Σκονισμένες Καμπάνες, η Φιγούρα στη Σελήνη και η Μυστήρια Νεκρή με Οδήγησαν από τη Συμφορά στη Νέα Αρχή
Η φίλη από το νεκροταφείο Θυμάμαι εκείνη την εποχή, σαν να ήταν χθες, αν και τα χρόνια έχουν κυλήσει από τότε.
Η μαμά και ο μπαμπάς μου Η μαμά μου ήταν πανέμορφη. Ήταν, λέω, γιατί πριν από έξι μήνες έφυγε από τη ζωή, έχοντας αντέξει δύο εβδομάδες μετά τον μπαμπά. Κι ας είχαν και οι δύο ξεπεράσει τα ογδόντα, εγώ νιώθω ακόμη πως έζησαν πολύ λίγο. Γιατί ήταν οι δικοί μου μ α μ ά κ ι α ς και μ π α μ π ά ς. Λοιπόν… η μαμά ήταν μια καλλονή. Το έβλεπα κι εγώ ο ίδιος – αν και γιος, ήμουν και άντρας. Κι ο μπαμπάς μου δεν έχανε ευκαιρία να μου το θυμίζει. Ακόμη κι όταν η μαμά θύμωνε μαζί μου για τα σχολικά ή για οτιδήποτε άλλο, έμπαινε ο μπαμπάς στο δωμάτιο, αναστέναζε βαριά, καθόταν δίπλα μου και έτσι όπως έπιανα τις παλάμες μου ανάμεσα στα γόνατα, το ίδιο έκανε κι εκείνος, αναστέναζε ξανά, μετά σιωπούσαμε για ώρα. Και στο τέλος έσπαζε τη σιωπή: – Έλα μωρέ, μη κρατάς κακία στη μαμά μας… Μπορεί να φώναξε, μπορεί να σε μάλωσε, αλλά κι εμείς δεν είμαστε δα τέλειοι, ενώ εκείνη… είναι κορίτσι. Και μας χρειάζεται και στους δυο σαν το οξυγόνο. Πήγαινε, ζήτησέ της συγγνώμη. Εγώ, πάλι, ετοιμαζόμουνα να φωνάξω και άστραφτα θυμωμένα τα μάτια μου προς τον μπαμπά. Εκείνος όμως, λες και το περίμενε, άπλωνε το χέρι του μπροστά, με την παλάμη στραμμένη σε εμένα, σαν να μου έκλεινε το στόμα, και έλεγε συγκρατημένα αλλά αυστηρά: – Και μην τολμήσεις να πεις κάτι κακό για τη γυναίκα μου!.. Κι εγώ μαζευόμουν και δεν τολμούσα. Γιατί αγαπούσα πολύ τον μπαμπά. Και τη μαμά επίσης. Πάρα πολύ. Και αυτό γιατί ήξερα πώς έγιναν ζευγάρι. Μου τα είχε εκμυστηρευτεί ο μπαμπάς, „στα κρυφά” απ’ τη μαμά. Και η μαμά – „στα κρυφά”, αλλά μόνο απ’ τον μπαμπά. Η μαμά τότε ήταν πρωτοετής στο Πανεπιστήμιο. Ετοιμαζόταν να παντρευτεί έναν τύπο, τον Νεκτάριο. Μία φορά ήρθε ο Νεκτάριος στο ραντεβού με έναν φίλο του, τον Βασίλη, επειδή μόλις είχε μετακομίσει στην Αθήνα και δεν ήξερε τι να κάνει μόνος. Έτσι, ο Νεκτάριος τον πήρε μαζί του… στο ραντεβού με τη „σχεδόν αρραβωνιαστικιά” του. Ο Νεκτάριος γνώρισε τον Βασίλη στην τότε μελλοντική μου μαμά. Ο Βασίλης, όπως φαντάζεστε, ήταν ο μέλλων μπαμπάς μου. Κι οι τρεις μαζί πέρασαν εκείνο το βράδυ. Πήγαν στο Ζάππειο, σκαρφάλωσαν στη σκεπή του κιόσκι για να δουν τζάμπα μια σουρεαλιστική κωμωδία στο θερινό σινεμά. Αυτήν την ιδέα την είχε ο μπαμπάς (ο Νεκτάριος μόνος του, αποκλείεται να το σκεφτόταν!). Και τη μαμά στην σκεπή την ανέβασε ο μπαμπάς, γιατί τότε κιόλας ήταν γεροδεμένος κι ευθύς. Όχι όπως ο Νεκτάριος, που δεν τον είδα ποτέ αλλά υποψιάζομαι πως ήταν „κοκαλιάρης” όπως λέμε σήμερα, όχι σαν τον δικό μου μπαμπά. Ο Νεκτάριος, όλο το βράδυ, έλεγε ανέκδοτα, απήγγειλε ποιήματα, μιλούσε για τα μελλοντικά του όνειρα με τη μαμά, όταν θα τέλειωναν το πανεπιστήμιο. Ο μπαμπάς μου σιωπούσε, άκουγε και ρουθουνίζε (έτσι έλεγε η μαμά). Στον αποχαιρετισμό, ο μπαμπάς, κρατώντας το μικρό χέρι της μαμάς μέσα στις μεγάλες, γερές παλάμες του, της είπε: – Βίκυ! Αυτός δεν σου κάνει. Να παντρευτείς εμένα καλύτερα. Η μαμά τρόμαξε κι από την έκπληξη ρώτησε: – Πότε;.. Ο μπαμπάς, σοβαρός όσο ποτέ – έτσι τον φαντάζομαι –, απάντησε αμέσως: – Αύριο… Και για να τελειώσει το θέμα (και τον Νεκτάριο μαζί!), πρόσθεσε: – Θα κάνουμε γιο. Κι οι δυο θα τον αγαπήσουμε παράφορα. Κι έτσι θα αγαπιόμαστε ακόμη περισσότερο. Και θα τον βγάλουμε Γιώργο. Σαν τον Βυζαντινό κόμη… – Εντάξει, είπε η μαμά κι έτσι παντρεύτηκαν. Ο Νεκτάριος ήταν κουμπάρος στη γαμήλια τελετή. Μετά τελείωσαν μαζί το Πολυτεχνείο και πήγαν διορισμένοι στα Γιάννενα, γιατί και οι δύο στο πτυχίο τους, στη θέση „επάγγελμα”, έγραφαν „γεωλόγος – τοπογράφος”. Εκεί, στα βουνά, βρήκαν το πρώτο τους σπίτι: μια παλιά αποθήκη πίσω από το τοπικό κοινοτικό κέντρο, που την καθάρισαν και την ετοίμασαν για τους νέους επιστήμονες που τόσο περίμεναν. Λίγο αργότερα γεννήθηκε και ο Γιώργος. Εγώ δηλαδή. Κι όπως είχε υποσχεθεί ο μπαμπάς, με αγαπούσαν και οι δυο πολύ–πολύ. Ο μπαμπάς, θυμάμαι, ζήτησε από το στάβλο ένα γερασμένο αλογάκι, το Αλεξάνδρα, για να πάρει εμένα και τη μαμά από το μαιευτήριο. Όταν οι τρεις μας φτάσαμε στο «σπιτάκι» μας (έτσι τα έλεγε ο μπαμπάς), είδαμε τον Νεκτάριο να κρατά αγκαλιά μια γαλβανιζέ λεκάνη για το μπάνιο του μωρού. Την είχε βρει με μέσο. Αυτή η λεκάνη έγινε και λουτήρας μου και (στην αρχή, όπως έλεγε η μαμά) το πρώτο μου κρεβάτι. Η μαμά έβαζε μέσα ένα μεγάλο παπλωματάκι, προίκα της μαμάς της, και με σκέπαζε. Εκεί κοιμόμουν. Όταν ερχόταν η ώρα του μπάνιου, το μαξιλάρι πήγαινε στο κρεβάτι και εγώ έμπαινα στη λεκάνη. Ο μπαμπάς έτρεχε από τη δουλειά να προλάβει την τελετουργία του μπάνιου… Νόμισες ότι θα πω του „κόκκινου αλόγου”; Όχι, του γιου… να μη χάσει τη στιγμή. Κρατούσε το κεφάλι μου (έλεγε η μαμά) κι εκείνη έκανε το μπάνιο στο „βασιλόπουλο”. Εντάξει, βασιλιάς δεν έγινα, αλλά καλός γεωλόγος, όπως κι εκείνοι, νομίζω έγινα. Το πιο παράξενο είναι πως και η γυναίκα μου είναι γεωλόγος. Γνωριστήκαμε στη δουλειά, μετά το πανεπιστήμιο. Τη Τάνια μου, η μαμά μου την αγάπησε αμέσως, το ίδιο και ο μπαμπάς. Όταν ερχόταν σε εμάς ή πηγαίναμε εμείς σε αυτούς, και βγαίναμε με τον μπαμπά στο μπαλκόνι να καπνίσουμε, έλεγε: – Ναι… Ξέρεις, νομίζω στη ζωή μου ήμουν τυχερός δύο φορές: την πρώτη που γνώρισα τη μαμά σου, και τη δεύτερη που εσύ παντρεύτηκες την Τάνια. Να την προσέχεις, είναι κι αυτή, όπως και η μαμά μας, κορίτσι… Ο μπαμπάς «έφυγε» ξαφνικά το βράδυ. Η μαμά το κατάλαβε αμέσως και πετάχτηκε από το κρεβάτι… Μετά τον χαμό του, άρχισε απότομα να γερνάει και να ξεχνάει πολλά. Ξέχασε ακόμα και πως ο μπαμπάς δεν ζει πια. Κι όταν τη φέραμε να μείνει μαζί μας, καθόταν πίσω από το παράθυρο, πιο πολύ κι από τότε, περιμένοντας τον μπαμπά να γυρίσει από τη δουλειά. Και μέχρι την τελευταία της μέρα έφτιαχνε τα αγαπημένα της μπιφτέκια, „όπως αρέσουν στον Βασιλάκη”…
Οι γονείς μου Η μαμά μου ήταν πάντα μια πραγματική καλλονή. Λέω «ήταν», γιατί πριν από έξι μήνες έφυγε
Στη Ζωή Όλα Συμβαίνουν: Ο Καρδιολόγος της Παιδικής Κλινικής, ο Εδουάρδος Ευθύμιος, τα Καλοκαίρια στα Παιδικά Κατασκηνωτικά Γιατροσόφια των ’80s, ο Αγώνας κατά του Αλκοολισμού, οι Παράδοξες Περιπέτειες, οι Θρυλικές Τελευταίες Νύχτες με Πλάκες, οι Καυτές Ημέρες του Αυγούστου, οι Πολυκατοικίες της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας, οι Γειτόνισσες-“Συνταξιούχες”, τα Ανέμελα Καλοκαίρια στην Κισινάου, το Ανελέητο Τηλέφωνο της Πεθεράς, το σκανδαλιάρικο Ξεφούσκωμα και το Μοιραίο “Φάουλ” της Μπελίτσας Αβραάμ…
Στη ζωή, όλα συμβαίνουν Στο δικό μας παιδιατρικό ιατρείο εργαζόταν ο καρδιολόγος Δημήτρης Παναγιωτίδης
Ο Πρώην Σύζυγος – Αννούλα! – ακούστηκε πίσω της μια αντρική φωνή που της ήταν τόσο οικεία και σχεδόν πονούσε. Η Άννα ανατρίχιασε, μάζεψε τους ώμους και, φοβούμενη να γυρίσει, βιάστηκε να προχωρήσει στο πεζοδρόμιο. – Αννούλα, σταμάτα λίγο! Εσύ είσαι, το ξέρω! Η Άννα επιτάχυνε το βήμα της, όμως ένα αντρικό χέρι –όχι βίαια, αλλά σίγουρα– την έπιασε από τον ώμο. – Αννούλα μου, τι έπαθες; Κουφάθηκες; Εγώ είμαι, ο Βίκτωρας. Η Άννα, παίρνοντας κουράγιο, γύρισε απότομα και, μην πιστεύοντας στα μάτια της, ψιθύρισε: – Θεέ μου, Βίκτωρα… Νόμιζα πως μου φάνηκε η φωνή σου… Μα… Πώς γίνεται αυτό; Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει… – Τι δεν μπορεί να συμβαίνει; – Ο πρώην σύζυγος της χαμογελούσε με το ίδιο ζωντανό χαμόγελο που είχε στα νιάτα του. – Δεν έχω δικαίωμα να επιστρέψω στην πατρίδα μου; – Από πού επέστρεψες δηλαδή; – παραξενεύτηκε ακόμα η Άννα. – Νόμιζα ότι είχες πεθάνει. Έτσι μου είπαν. – Πέθανα; – Το στόμα του Βίκτωρα στραβογέλασε απ’ την έκπληξη. – Εγώ; – Ναι… Έξι μήνες μετά το διαζύγιο και το φευγιό σου στη Θεσσαλονίκη, ο φίλος σου μου είπε ότι… – έκανε παύση και τελικά το είπε: – ότι τα ‘πινες σε ξένη πόλη και πέθανες κάπου μόνος. – Ποιος είπε τέτοιο πράγμα; – Ο Ιωάννου, ο κολλητός σου. Έφυγες κι άρχισε να γυρνάει γύρω μου, να με φλερτάρει. Τον έκοψα, κι έτσι μου το ξεφούρνισε. – Καλά αστείος, – γέλασε ο Βίκτωρας. – Άρα δεν αστειευόταν όταν χωρίζαμε. – Τι εννοείς; – Ήθελε, λέει, να σε «μαζέψει» και στο ‘πε και σοβαρά. Από τότε ούτε τηλεφωνούσε, ούτε μου απαντούσε. Καν τηλεγραφήματα τότε, δεν υπήρχε internet, μόνο σταθερό και γράμματα. Δεν ξέρω καν που είναι τώρα. – Πέθανε, – σήκωσε τους ώμους η Άννα. – Πέντε χρόνια πάνε… – Τι να πεις… – Σοβάρεψε ο Βίκτωρας. – Πέθανε… Κρίμα, νέος άνθρωπος. Ναι… Πόσα χρόνια μετά το διαζύγιό μας κι εσύ ίδια έμεινες. Ομορφιά μου. – Ναι καλά, – χαμογέλασε η Άννα, κάνοντας χειρονομία αδιαφορίας. – Κανονική είμαι. – Άκουσα ότι παντρεύτηκες. Και δυο παιδιά έχεις. – Δυο ναι, – έγνεψε η Άννα. – Μεγάλωσαν, φτερούγισαν, και τώρα γιαγιά δυο φορές. – Ωραία. Ο άντρας σου; – Καλά είναι, – χαμογέλασε πικρά – αλλά με άλλη οικογένεια πλέον. Εγώ ελεύθερη πια. – Μάλιστα, – έγνεψε ο Βίκτωρας. – Πόσο ανόητοι είμαστε εμείς οι άντρες. Ψάχνουμε κάτι μακρυά, ενώ το έχουμε δίπλα μας… – Εσύ γιατί γύρισες; Για δουλειές; – Γύρισα για πάντα, Αννούλα. Για πάντα. – Αναστέναξε πικρά. – Τά ‘χασα τη γυναίκα μου πρόσφατα, σκέφτηκα να γυρίσω πατρίδα. Αν πω την αλήθεια, πνίγομαι εκεί. Οι γιατροί λένε, το κλίμα δεν μου πάει. Και σε κείνη, με το άσθμα της, τα ίδια. Ήθελα να φύγουμε, αλλά ήταν γέννημα-θρέμμα Θεσσαλονικιά. Δεν άντεχε μακριά από την πόλη της. Και έτσι… – Στα μάτια του έλαμψαν δάκρυα. – Ναι… Τώρα περπατάω στους δρόμους της νιότης μου, χαζεύω, σκέφτομαι που θ’ αγοράσω σπίτι. Σε 30 χρόνια όλα άλλαξαν. Εσύ, μπορείς να μου προτείνεις περιοχή; – Πού μένεις τώρα; – Σ’ ένα ξενοδοχείο. – Όχι σε συγγενείς; – Τι λες τώρα; Δεν θέλω να γίνομαι βάρος. Έχουν τη ζωή τους. – Θες να μείνεις σε μένα; – ρώτησε ξαφνικά η Άννα κι αμέσως τρόμαξε που το πρότεινε και συμπλήρωσε: – Σαν ενοικιαστής. Ο Βίκτωρας τα ‘χασε, μάγκωσε, μετά βαθειά αναστέναξε. – Ίσως ήθελα, Αννούλα, αλλά… Η τύψη δε μ’ αφήνει. – Τύψη; – Φυσικά. Σ’ άφησα τότε πριν τριάντα χρόνια… Πάντα θα νιώθω ένοχος. – Έλα τώρα… – Χαμογέλασε η Άννα περίεργα. – Εγώ σε ανάγκασα να φύγεις. Εγώ φταίω και γι’ αυτά που σου είπα εκείνο το βράδυ. Με τέτοια λόγια, ποιος άντρας μένει; – Δεν θυμάμαι τίποτα τέτοιο για σένα. Μόνο εμένα θυμάμαι. – Τι θυμάσαι; – Πως ηλιθιωδώς εκνευρίστηκα, άρπαξα τη βαλίτσα κι έφυγα στη νύχτα. Μετά μετάνιωσα, αλλά αργά πια. – Κι εγώ χάρηκα που έφυγες, – γέλασε η Άννα. – Λέω, αρχίζω νέα ζωή… Και άρχισα… Μετά όμως μετάνιωσα… – Αλήθεια; Δεν μου κρατάς κακία; – Όχι, φυσικά. – Τον κοίταξε με τρυφερότητα, γιατί ξαφνικά αισθάνθηκε σαν να ‘ταν πάλι νέα. – Βίκτωρα, πόσο απίθανος είσαι… Δεν άλλαξες καθόλου, μόνο άσπρισες. Έλα να μείνεις σ’ εμένα. Απόψε κιόλας. Έχω ελεύθερο δωμάτιο. Γιατί να τρως φαγητό ξενοδοχείου; Είσαι πρώην άντρας, αλλά είσαι οικογένεια. – Μήπως θα είμαι βάρος; – Αν ήσουν, θα σε καλούσα; Μόνη μου βαριέμαι τα βράδια… – Τότε… – Επισφαλώς της έπιασε το χέρι. – Να πάμε να πάρω τη βαλίτσα μου απ’ το ξενοδοχείο; – Την ίδια που είχες όταν με άφησες; Και οι δύο γέλασαν μαζί και προχώρησαν στον δρόμο γεμάτοι την αίσθηση πως δεν χωρίστηκαν ποτέ…
Ειρήνη! ακούγεται πίσω της μια ανδρική φωνή, τόσο γνώριμη που της κόβει την ανάσα. Η Ειρήνη σφίγγει τους
Ο Μιχάλης ετοιμαζόταν να τρέξει έξω από το διαμέρισμα για τον κρίσιμο αγώνα ποδοσφαίρου στη γειτονιά, όταν ξαφνικά χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο στο δωμάτιο. Πολύ απρόθυμα γύρισε πίσω, αφού οι φίλοι του ήδη τον περίμεναν στην είσοδο. Λίγο πριν είχε αφήσει τη μπάλα, ανυπομονώντας για τον αγώνα που θα καθόριζε τη δόξα της παρέας στο γηπεδάκι πίσω από την πολυκατοικία. Στάθηκε διστακτικά στην πόρτα ευχόμενος το τηλέφωνο να σταματήσει, αλλά εκείνο συνέχιζε ασταμάτητα και επίμονα. — Ποιος να είναι πάλι; — μουρμούρισε εκνευρισμένος και μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο με τα παπούτσια. Σήκωσε το ακουστικό, σίγουρος πως θα ακούσει εντολή από τη μαμά ή παράπονα της γιαγιάς αν έφαγε, αν έπλυνε τα χέρια του και άλλα πράγματα που αγχώνουν τους μεγάλους χωρίς λόγο. — Ναι; — απάντησε ενοχλημένος. — Μιχάλη; — ακούστηκε στη γραμμή η φωνή ενός άγνωστου άντρα. — Οι γονείς μου δεν είναι σπίτι, — απάντησε γρήγορα, νομίζοντας πως ψάχνουν τον μπαμπά ή τη μαμά, αλλά η φωνή τον σταμάτησε. — Μιχάλη. Άκουσέ με σε παρακαλώ. Μην το κλείσεις. Είναι πολύ σημαντικό, — ο άντρας σιώπησε για μια στιγμή και συνέχισε. — Δεν θα το πιστέψεις, αλλά είμαι εσύ από το μέλλον. Ξέρω ακούγεται τρελό αλλά κάνε αυτό που σου λέω. Πάρε χαρτί και στυλό και γράψε ό,τι θα σου πω. Έχω ελάχιστο χρόνο να εξηγήσω. Έχεις χαρτί και στυλό; Ο Μιχάλης ήταν ευγενικό παιδί και μόνο αυτό δεν τον άφησε να κλείσει το τηλέφωνο. Επίσης, η γιαγιά του πάντα έλεγε να μην τσακώνεσαι με τρελούς. Καλύτερα να τους ακούσεις και μετά κάνεις το δικό σου. Στα σίγουρα όμως πίστευε πως ήταν κάποιος τρελός ή φάρσα από κάποιον φίλο του, αφού κι αυτοί έπαιζαν τέτοια παιχνίδια, όπως να παίρνουν τυχαίους αριθμούς και να λένε περίεργα πράγματα. Αποφάσισε λοιπόν να μην αντιδράσει έντονα και να τελειώσει γρήγορα την „πλάκα”. Αν ήταν πλάκα. — Έχω, — απάντησε σοβαρά. — Και στο μέλλον, έχω δικό μου iPhone; — Άσε τα αστεία, Μιχάλη. Αν με ακούσεις και γράψεις τα πάντα, θα έχεις και iPhone και πολλά άλλα ακόμη, — είπε ο άγνωστος. — Καλά. Γράφω, — απάντησε ο Μιχάλης χαζεύοντας από το παράθυρο και σκαλίζοντας τη μύτη του, αγχωμένος μήπως οι φίλοι φύγουν αν αργήσει. Καλύτερα να μην διαφωνεί και να τελειώνει όσο γίνεται πιο γρήγορα. Άλλωστε, ο άγνωστος είπε πως δεν έχει πολύ χρόνο. Μετά ακούστηκαν διάφορες ημερομηνίες και εντολές: να αποφύγει πάση θυσία μια Ελένη από το διπλανό τμήμα, να μην πλησιάσει επενδύσεις-κομπίνες τύπου Πυραμίδα, να αγοράσει και να πουλήσει δολάρια, έπειτα πάλι να αγοράσει δολάρια, „μαύρη Τρίτη”, φρουτάκια, καζίνο, bitcoin, ακίνητα κι ένα σωρό ακαταλαβίστικες λέξεις… — Τα έγραψες όλα; — ρώτησε η φωνή. — Όλα, — απάντησε ο Μιχάλης πλέον βαριεστημένα. — Να τα φυλάξεις σαν χάρτη θησαυρού, μην τα δείξεις σε κανέναν και μην τα χάσεις, — είπε ο άντρας κι αμέσως ο ήχος του τηλεφώνου άλλαξε σε διακοπτική σιγή. Ο Μιχάλης άφησε το ακουστικό και έτρεξε να προλάβει τον αγώνα. Το βράδυ, όταν ήρθαν οι γονείς από τη δουλειά, τους είπε για το τηλεφώνημα και τη φάρσα του „μελλοντικού” Μιχάλη. — Ποτέ μην μιλάς με αγνώστους, — είπε ο πατέρας. — Ειδικά όταν έχουν να κάνουν με λεφτά και τέτοια παραμύθια για το μέλλον. Να λες ότι θα καλέσεις αμέσως την αστυνομία και να το κλείνεις. — Κι άλλωστε, ποιος ασχολείται με τα δολάρια; — συμπλήρωσε η μαμά. — Τι να τα κάνεις σήμερα; … *** Πέρασαν τα χρόνια, και ο Μιχάλης ξέχασε το περιστατικό. Οι παιδικές σκοτούρες έσβησαν τις „μαύρες Τρίτες” και τα bitcoin. Η μία χρονιά διαδεχόταν την άλλη με αθωότητα και όνειρα. Στην πρώτη Γυμνασίου, στο διπλανό τμήμα ήρθε μια νέα μαθήτρια που τον μάγεψε με την πρώτη ματιά. Κι ας ήταν σε άλλη τάξη, τίποτα δεν τον εμπόδισε να την προσεγγίσει. Τα προσεκτικά ραβασάκια και οι διακριτικές συνοδείες ως το σπίτι άρχισαν να γίνονται κάτι παραπάνω. Μετά τον στρατό, οι δυο τους παντρεύτηκαν. Οι δεκαετίες άλλαξαν, ήρθε η φρενίτιδα κι ύστερα η απογοήτευση των ’90s. Δύσκολες μέρες, απλήρωτα δάνεια, άγχος για τα απαραίτητα. Η αρχική χαρά έδινε τη θέση της στη γκρίνια και τη στενοχώρια. *** Κάποια μέρα, ο Μιχάλης έκατσε σε ένα παγκάκι της γειτονιάς, άνοιξε μια μπίρα, άναψε τσιγάρο και άφησε το βλέμμα του να χαθεί στους περαστικούς. Δίπλα του κάθισε διακριτικά ένας ηλικιωμένος κύριος με δερμάτινη τσάντα και γυαλιά. — Σας ενοχλώ; — ρώτησε ευγενικά, καθώς κάθισε. Ο Μιχάλης ένευσε αδιάφορα και ετοιμάστηκε για άλλη μια γουλιά. – Δεν ξέρω, αλλά σήμερα όλα μου φαίνονται γκρίζα, — είπε ο κύριος χωρίς να τον κοιτάζει. — Κι όλη η ζωή μας γκρίζα, — απάντησε ο Μιχάλης. — Δεν το βρίσκετε παράξενο; Στα παιδικά μας χρόνια όλα ήταν ηλιόλουστα και πολύχρωμα. Μόνο όταν μεγαλώνουμε έρχονται οι γκρίζες μέρες. Άνοιξη με τα ρυάκια και τα χάρτινα καραβάκια, καλοκαίρι με το άρωμα φρεσκοκομμένου γρασιδιού και την δροσιά του ποταμού, φθινόπωρο με πολύχρωμα φύλλα, χειμώνας με το κριτς-κριτς του χιονιού στα παπούτσια. Ούτε μια γκρίζα μέρα στη μνήμη. — Στα παιδικά χρόνια δεν έχουμε έγνοιες, — παρατήρησε σοφά ο Μιχάλης. — Αυτές βάφουν τις μέρες γκρι. Δεν είχα φανταστεί έτσι τη ζωή στα παιδικά μου όνειρα. Έτσι, σχεδόν άθελά του, ο Μιχάλης διηγήθηκε όλη του τη ζωή στον άγνωστο κύριο: όλες τις ελπίδες που κατέρρευσαν, τις αποτυχίες, τις απάτες με τις „χρυσές ευκαιρίες”, τα σπασμένα όνειρα. Πώς η γυναίκα του έφυγε με άλλον και τώρα εκείνος προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με περιστασιακά μεροκάματα. — Τώρα όμως τσέκαρα ένα διαδικτυακό σεμινάριο, «Η Σκέψη του Εκατομμυριούχου». Προτείνει να επενδύσει κανείς στην κρυπτογραφημένη οικονομία — 500% την εβδομάδα! Απλά μέχρι τώρα όλα τα έκανα στραβά, — χαμογέλασε ονειροπόλα. — Εργάζεστε; — ρώτησε σοβαρά ο άνδρας. — Η δουλειά είναι για κορόιδα. Εγώ θέλω να βγάλω λεφτά „εύκολα”. Αν ήξερα και τι να κάνω εγκαίρως, όλα θα ήταν αλλιώς. Κάθισαν σιωπηλοί για λίγο. Ο Μιχάλης φανταζόταν χρήματα από crypto, ο ηλικιωμένος σκεφτόταν αλλού. — Δηλαδή, αν ήξερες το μέλλον, θα πήγαιναν όλα καλά; — ρώτησε ο άντρας. — Εννοείται. — Ενδιαφέρον! Θες να δοκιμάσεις το καινούργιο εφεύρημά μου; — είπε με ένα συνοφρυωμένο χαμόγελο. Άνοιξε τη βαριά τσάντα και έβγαλε ένα παλιό τηλεφωνικό καντράν. — Βλέπεις, ο χρόνος δεν είναι όπως νομίζουν οι περισσότεροι. Όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα: παρελθόν, παρόν, μέλλον. Αυτό το τηλέφωνο σου επιτρέπει να καλέσεις εσένα στο παρελθόν, σαράντα χρόνια πριν. Μόνο για λίγο μπορείς να μιλήσεις όμως, γιατί η μπαταρία κρατάει ελάχιστα. Ο Μιχάλης σκέφτηκε πως ο παππούς μάλλον τα έχει χαμένα… αλλά θυμήθηκε τα διαδικτυακά success stories και δέχθηκε: — Γιατί όχι; Ας το δοκιμάσουμε! Έκλεισε τα μάτια, θυμήθηκε το παλιό τηλεφωνικό νούμερο του σπιτιού από τότε που ήταν παιδί και το πληκτρολόγησε. Στις πρώτες παύσεις απογοητεύτηκε, αλλά τελικά η γνωστή παιδική φωνή του απάντησε. — Ναι; — ο νεαρός εκνευρισμένος Μιχάλης του παρελθόντος. — Μιχάλη; — ξέσπασε ο Μιχάλης του σήμερα. — Οι γονείς μου λείπουν, — απάντησε αυτός με βαρεμάρα. — Μιχάλη, σε παρακαλώ, άκουσέ με καλά! Μη μου κλείσεις το τηλέφωνο. Σου μιλάω απ’ το μέλλον. Πάρε χαρτί και στυλό, γιατί αυτό που θα σου πω είναι σημαντικό για τη ζωή σου! Έχεις χαρτί και στυλό; — Έχω, — απάντησε ο μικρός. — Αν με ακούσεις, θα αποκτήσεις iPhone — και όχι μόνο! — του είπε γρήγορα πριν λήξει η γραμμή. Έδωσε οδηγίες: να κρατηθεί μακριά από την Ελένη, να επενδύσει σε δολάρια, να αποφύγει τα καζίνο, τα φρουτάκια, να προλάβει να αγοράσει bitcoin, να έχει προσοχή με τα ακίνητα… — Τα έγραψες όλα; — Ναι. — Φύλαξέ τα σαν χάρτη θησαυρού. Μην τα χάσεις, μην τα δείξεις σε κανέναν! — είπε με αγωνία ο Μιχάλης, αλλά η γραμμή έπεσε. *** Φυσικά, ο Μιχάλης του τότε δεν κατέγραψε τίποτα. Περίμενε απλά να τελειώσει η φάρσα κι έτρεξε στο γηπεδάκι κάτω από τον ήλιο, σκεπτόμενος πως το βράδυ θα τα διηγηθεί στους γονείς του, έτσι για την ιστορία.
Ο Μανώλης είχε ήδη το ένα πόδι έξω από το διαμέρισμα, όταν το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει δαιμονισμένα
Ερωτεύτηκα στα 70 μου. Τα παιδιά μου είπαν πως αυτό είναι ντροπή.
Ερωτεύτηκα στα εβδομήντα μου. Τα παιδιά μου είπαν ότι αυτό ήταν ντροπή. Στα εβδομήντα, πιστεύει κανείς
Το δωμάτιο του νοσοκομείου με έπνιγε και με εκνεύριζε. Η Άννα έσφιξε τα αυτιά της με τις παλάμες για να μην ακούει το ανυπόφορο κλάμα των βρεφών στο διπλανό θάλαμο. Ήθελε μόνο ένα πράγμα: να φύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα από εκεί και να τα ξεχάσει όλα σαν έναν φρικτό εφιάλτη… — Αννούλα, παιδί μου, τουλάχιστον κοίταξέ την! — την παρακινούσε η ηλικιωμένη μαία, θεία Νίνα. — Είναι ίδια εσύ, σαν δυο σταγόνες νερό! — Όχι! Μην προσπαθείτε να με πείσετε! Έχω υπογράψει άρνηση; Υπέγραψα! Τι άλλο θέλετε από μένα; — είπε με δάκρυα στα μάτια το νεαρό κορίτσι. — Δεν έχω πού να την πάω! Καταλαβαίνετε τι σας λέω; — Σιγά! Θα τρομάξεις το παιδί. Τι πάει να πει δεν έχεις πού; Είσαι άστεγη; — μισόκλεισε τα μάτια η μαία. — Δεν έχεις μάνα, πατέρα; — Έχω. Μια καταπονημένη μάνα. Χρειάζεται και η ίδια βοήθεια! Δεν μπορώ να επιστρέψω στο χωριό με παιδί. Θα με κοροϊδέψουν όλοι. — Ε, άσε να γελάνε με την υγειά τους! Πιο ωραία θα νιώθουν! — χαμογέλασε η θεία Νίνα. — Αλλά αν το πάρεις σοβαρά, ο κόσμος θα κουβεντιάσει και θα ξεχάσει, ενώ εσύ θα το μετανιώνεις μια ολόκληρη ζωή! Δεν θα ξεχάσεις ποτέ ότι άφησες τέτοιο αγγελούδι. Η Άννα έκρυψε το πρόσωπό της και ξέσπασε σε κλάματα. Η Νίνα Ανδρέεβνα κατάλαβε πως της έλειπαν μόλις λίγα λόγια για να μαλακώσει την καρδιά της κοπέλας… — Κοίτα! Η μυτούλα της ίδια η δική σου: μικρή και ανασηκωμένη. Και τα ματάκια, φαίνεται πως θα γίνουν γαλανά, λιμπιστή όπως της μανούλας. — Μα… δεν έχω ούτε ένα ρούχο για μωρό. Κιόλας, με τι λεφτά να γυρίσω σπίτι μαζί της; — άρχισε να υποχωρεί η Αννούλα. — Αυτό είναι το πρόβλημά σου; Εμείς θα σε βοηθήσουμε. Από το ταμείο θα σου δώσουμε λεφτά και θα της ετοιμάσουμε προίκα. Προσωπικά θα σε συνοδεύσω μέχρι τον σταθμό. Λοιπόν, πώς θα τη βαφτίσεις τη μικρή; — Εύα… — Υπέροχο όνομα! Πολύ της ταιριάζει. Πάρε την Ευούλα, τάισέ την, κι εγώ έρχομαι σε λίγο. Η θεία Νίνα, κρατώντας την ανάσα της, έδωσε τη μπεμπούλα στη μαμά. Η Άννα την πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της και τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν. Σφίγγοντας το μωρό πάνω στο στήθος της, κατάλαβε πως δεν θα την αποχωριστεί ποτέ. — Λοιπόν; Τα καταφέραμε; — ρώτησε ο γιατρός. — Θα πάρει πίσω την άρνησή της; — Τα καταφέραμε! — χαμογέλασε η μαία, σκουπίζοντας τα δάκρυά της. Λίγο πριν το τρένο, η Άννα ένιωσε λες και ξυπνούσε από κακό όνειρο. Έσφιγγε την κόρη της δυνατά, σαν να φοβόταν μην την πάρουν. Πλάι της στεκόταν η Νίνα Ανδρέεβνα, όπως της είχε υποσχεθεί. — Σας ευχαριστώ! Ντρέπομαι που ήθελα να αφήσω το παιδί μου, — είπε η Άννα. — Δύσκολη η θέση σου, αλλά οι άσχημες μέρες θα περάσουν… Την κόρη όμως θα την έχανες για πάντα… Κι εγώ έκανα ανεπανόρθωτο λάθος στη ζωή μου και ακόμη πληρώνω, — έμοιαζε να λυγίζει η Νίνα Ανδρέεβνα. — Τι λάθος; — απορούσε η Άννα. — Εσείς φαίνεστε τόσο καλή! — Είχα βρεθεί ακριβώς στην ίδια θέση με εσένα. Χωρίς μαμά, χωρίς σπίτι. Αποφάσισα να μη συνεχίσω την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Οι γιατροί αρνούνταν να με βοηθήσουν, πήγα σε χήρα-μαμή. Με βοήθησε, αλλά από τότε έμεινα άτεκνη. — Και δεν μπορούσατε να κάνετε τίποτα; — Όχι, — κούνησε το κεφάλι της. — Είχα καλό άνδρα, αλλά έφυγε όταν έμαθε ότι δεν θα κάνουμε ποτέ παιδιά… — η Νίνα Ανδρέεβνα άρχισε να κλαίει. — Σας λυπάμαι τόσο πολύ! — είπε η Άννα με συγκίνηση. — Όλη μέρα έχετε παιδάκια στην αγκαλιά κι όμως δεν κρατήσατε ποτέ δικό σας… — Αννούλα, να προσέχεις την Εύα. Και αν ποτέ δυσκολευτείς πολύ, ξέρεις πού θα με βρεις. Οι γυναίκες αγκαλιάστηκαν σαν να ήταν πραγματικές συγγενείς. Πλησίαζε το τρένο. Η Άννα χαιρετούσε συγκινημένη, ενώ η Νίνα Ανδρέεβνα στεκόταν μόνη στο σταθμό, σκουπίζοντας δάκρυα προδοσίας. Το ταξίδι ήταν μακρύ κι εξαντλητικό. Η Άννα με το ένα χέρι κρατούσε την κόρη της, με το άλλο τις τσάντες με τα δώρα από το μαιευτήριο. «Πώς θα με υποδεχτεί η μάνα μου; Τι θα πει;» αναρωτιόταν. — Αννούλα; Εσύ είσαι; — φώναξε η γειτόνισσα, κυρα-Νάντια. — Εγώ, κυρία Νάντια, η μάνα μου είναι μέσα; — Δεν τα έμαθες; Έχει ήδη έξι μήνες που έφυγε από τη ζωή… Ίσως είναι καλύτερα που η Βασιλίνα δεν πρόλαβε τέτοια ντροπή! Αυτό το παιδί είναι δικό σου; — Ναι! Δικό μου! — απάντησε με υπερηφάνεια η Άννα. Με βαριά βήματα μπήκε στην αυλή. Ήθελε να ουρλιάξει, να κλάψει. Αλλά κρατούσε το παιδί, έπρεπε να είναι δυνατή. «Δεν πειράζει, μικρή μου, τώρα είμαστε δυο. Δεν είμαι πια μόνη. Είμαστε δυνατές, θα τα καταφέρουμε!» *** Πέρασαν δέκα χρόνια. Έφταναν Χριστούγεννα. Η Άννα φούρνιζε, κι η Εύα κοίταζε από το παράθυρο το χιονισμένο κήπο. — Μαμά, γιατί δεν έχω γιαγιά; Οι φίλες μου καμαρώνουν πως κάθε Χριστούγεννα πάνε στις γιαγιάδες και τους παπούδες τους, με δώρα. — Δυστυχώς, τη δική μας γιαγιά την χάσαμε νωρίς. Ούτε σε γνώρισε…, — απάντησε στενοχωρημένη η μητέρα. — Και η άλλη γιαγιά; — Ποια άλλη; — Όλα τα παιδιά έχουν δυο γιαγιάδες, — επέμεινε η Εύα. — Μια στιγμή… έχουμε και δεύτερη γιαγιά! Να πάμε να τη δούμε, να της πάμε και πίτες; Δουλεύει στο μαιευτήριο, είναι τόσο γλυκιά, — χαμογέλασε, σκεπτόμενη τη Νίνα Ανδρέεβνα. Έτσι και έγινε. Την επόμενη μέρα, μάνα και κόρη ταξίδεψαν στην πόλη. Στο μαιευτήριο ζήτησαν τη μαία, Νίνα Ανδρέεβνα. — Δεν δουλεύει πια εδώ, βγήκε στη σύνταξη για λόγους υγείας, — ενημέρωσε η θυρωρός. — Μα εμείς ήρθαμε από μακριά να τη δούμε! Έχετε διεύθυνση ή τηλέφωνό της; — Κανονικά απαγορεύεται. Εσείς τι είστε της Νίνας Ανδρέεβνας; — Ανιψιά της, — είπε ψέματα η Άννα, ξέροντας πως αλλιώς δεν θα έδιναν τα στοιχεία. — Έχω χρόνια να τη βρω, το έχασα το χαρτάκι με τη διεύθυνση… Σας παρακαλώ! — Παρακαλώ! Θέλουμε πολύ να δούμε τη γιαγιά μας, — είπε η Εύα. — Καλά, θα προσπαθήσω, — απάντησε η θυρωρός. Επέστρεψε μετά από δεκαπέντε λεπτά με σημείωμα. — Σας ευχαριστώ! Θα της μεταφέρουμε τα χαιρετίσματά σας! — χαμογέλασε η Άννα. Πήραν ταξί και ανέβηκαν στην πολυκατοικία. Η Άννα αγωνιούσε. Μόλις άνοιξε η πόρτα, είδε τη Νίνα Ανδρέεβνα, υγιή. — Καλησπέρα, — χαιρέτησε η Άννα. Η γριά την κοιτούσε ερευνητικά μέχρι που τη γνώρισε: — Άννα; — Ναι! Εσείς δεν αλλάξατε καθόλου! — χαμογέλασε η Αννούλα. — Αυτή είναι η Ευούλα, τη θυμάστε; — Φυσικά! — γέλασε η Νίνα Ανδρέεβνα. — Περάστε, κορίτσια μου! Ένα μισάωρο αργότερα έπιναν τσάι και έλεγαν τα νέα τους. Η Εύα έπαιζε με τη γατούλα στον καναπέ. — Αννούλα, να μείνετε εδώ μαζί μου· είμαι μόνη, κι εσείς είστε μόνες…, — ζητούσε η Νίνα Ανδρέεβνα. — Θα γράψουμε την Εύα σε καλό σχολείο, κι εσύ θα βρεις δουλειά. — Δεν ξέρω… και το σπίτι μου; Δεν είναι κρίμα να το αφήσουμε; Έλα καλύτερα εσύ σε μας. Θα πάρουμε και δική μας αγελάδα, το καλοκαίρι το χωριό μας είναι φανταστικό, — πρότεινε η Άννα. — Να δοκιμάσουμε! Πάντα ήθελα κήπο, και για αγελάδα ούτε να το ονειρευτώ! — αστειεύτηκε η Νίνα Ανδρέεβνα με μάτια που έλαμπαν από χαρά. — Συμφωνήσαμε! Θα έρθεις στο χωριό! — χαρούμενη η Άννα. — Γιαγιά Νίνα, τώρα θα είσαι πάντα μαζί μας; — ρώτησε τρυφερά η Εύα. — Ναι, το μεγαλύτερο όνειρό μου ήταν να έχω εγγονή σαν εσένα! Την επόμενη μέρα, όλες μαζί, με τεράστιες βαλίτσες, ξεκίνησαν για το χωριό. Καθεμία είχε βρει τον χαμένο κρίκο μιας αγαπημένης οικογένειας. Η Άννα χαιρόταν που δεν ήταν πια μόνες, η Νίνα Ανδρέεβνα πίστεψε ξανά στη ζωή και η Εύα απόκτησε επιτέλους μια λατρεμένη γιαγιά…
Η νοσοκομειακή αίθουσα φάνταζε ασφυκτική και της προκαλούσε εκνευρισμό. Η Άννα έκλεισε τα αυτιά της με