Ο Πρώην Σύζυγος – Αννούλα! – ακούστηκε πίσω της μια αντρική φωνή που της ήταν τόσο οικεία και σχεδόν πονούσε. Η Άννα ανατρίχιασε, μάζεψε τους ώμους και, φοβούμενη να γυρίσει, βιάστηκε να προχωρήσει στο πεζοδρόμιο. – Αννούλα, σταμάτα λίγο! Εσύ είσαι, το ξέρω! Η Άννα επιτάχυνε το βήμα της, όμως ένα αντρικό χέρι –όχι βίαια, αλλά σίγουρα– την έπιασε από τον ώμο. – Αννούλα μου, τι έπαθες; Κουφάθηκες; Εγώ είμαι, ο Βίκτωρας. Η Άννα, παίρνοντας κουράγιο, γύρισε απότομα και, μην πιστεύοντας στα μάτια της, ψιθύρισε: – Θεέ μου, Βίκτωρα… Νόμιζα πως μου φάνηκε η φωνή σου… Μα… Πώς γίνεται αυτό; Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει… – Τι δεν μπορεί να συμβαίνει; – Ο πρώην σύζυγος της χαμογελούσε με το ίδιο ζωντανό χαμόγελο που είχε στα νιάτα του. – Δεν έχω δικαίωμα να επιστρέψω στην πατρίδα μου; – Από πού επέστρεψες δηλαδή; – παραξενεύτηκε ακόμα η Άννα. – Νόμιζα ότι είχες πεθάνει. Έτσι μου είπαν. – Πέθανα; – Το στόμα του Βίκτωρα στραβογέλασε απ’ την έκπληξη. – Εγώ; – Ναι… Έξι μήνες μετά το διαζύγιο και το φευγιό σου στη Θεσσαλονίκη, ο φίλος σου μου είπε ότι… – έκανε παύση και τελικά το είπε: – ότι τα ‘πινες σε ξένη πόλη και πέθανες κάπου μόνος. – Ποιος είπε τέτοιο πράγμα; – Ο Ιωάννου, ο κολλητός σου. Έφυγες κι άρχισε να γυρνάει γύρω μου, να με φλερτάρει. Τον έκοψα, κι έτσι μου το ξεφούρνισε. – Καλά αστείος, – γέλασε ο Βίκτωρας. – Άρα δεν αστειευόταν όταν χωρίζαμε. – Τι εννοείς; – Ήθελε, λέει, να σε «μαζέψει» και στο ‘πε και σοβαρά. Από τότε ούτε τηλεφωνούσε, ούτε μου απαντούσε. Καν τηλεγραφήματα τότε, δεν υπήρχε internet, μόνο σταθερό και γράμματα. Δεν ξέρω καν που είναι τώρα. – Πέθανε, – σήκωσε τους ώμους η Άννα. – Πέντε χρόνια πάνε… – Τι να πεις… – Σοβάρεψε ο Βίκτωρας. – Πέθανε… Κρίμα, νέος άνθρωπος. Ναι… Πόσα χρόνια μετά το διαζύγιό μας κι εσύ ίδια έμεινες. Ομορφιά μου. – Ναι καλά, – χαμογέλασε η Άννα, κάνοντας χειρονομία αδιαφορίας. – Κανονική είμαι. – Άκουσα ότι παντρεύτηκες. Και δυο παιδιά έχεις. – Δυο ναι, – έγνεψε η Άννα. – Μεγάλωσαν, φτερούγισαν, και τώρα γιαγιά δυο φορές. – Ωραία. Ο άντρας σου; – Καλά είναι, – χαμογέλασε πικρά – αλλά με άλλη οικογένεια πλέον. Εγώ ελεύθερη πια. – Μάλιστα, – έγνεψε ο Βίκτωρας. – Πόσο ανόητοι είμαστε εμείς οι άντρες. Ψάχνουμε κάτι μακρυά, ενώ το έχουμε δίπλα μας… – Εσύ γιατί γύρισες; Για δουλειές; – Γύρισα για πάντα, Αννούλα. Για πάντα. – Αναστέναξε πικρά. – Τά ‘χασα τη γυναίκα μου πρόσφατα, σκέφτηκα να γυρίσω πατρίδα. Αν πω την αλήθεια, πνίγομαι εκεί. Οι γιατροί λένε, το κλίμα δεν μου πάει. Και σε κείνη, με το άσθμα της, τα ίδια. Ήθελα να φύγουμε, αλλά ήταν γέννημα-θρέμμα Θεσσαλονικιά. Δεν άντεχε μακριά από την πόλη της. Και έτσι… – Στα μάτια του έλαμψαν δάκρυα. – Ναι… Τώρα περπατάω στους δρόμους της νιότης μου, χαζεύω, σκέφτομαι που θ’ αγοράσω σπίτι. Σε 30 χρόνια όλα άλλαξαν. Εσύ, μπορείς να μου προτείνεις περιοχή; – Πού μένεις τώρα; – Σ’ ένα ξενοδοχείο. – Όχι σε συγγενείς; – Τι λες τώρα; Δεν θέλω να γίνομαι βάρος. Έχουν τη ζωή τους. – Θες να μείνεις σε μένα; – ρώτησε ξαφνικά η Άννα κι αμέσως τρόμαξε που το πρότεινε και συμπλήρωσε: – Σαν ενοικιαστής. Ο Βίκτωρας τα ‘χασε, μάγκωσε, μετά βαθειά αναστέναξε. – Ίσως ήθελα, Αννούλα, αλλά… Η τύψη δε μ’ αφήνει. – Τύψη; – Φυσικά. Σ’ άφησα τότε πριν τριάντα χρόνια… Πάντα θα νιώθω ένοχος. – Έλα τώρα… – Χαμογέλασε η Άννα περίεργα. – Εγώ σε ανάγκασα να φύγεις. Εγώ φταίω και γι’ αυτά που σου είπα εκείνο το βράδυ. Με τέτοια λόγια, ποιος άντρας μένει; – Δεν θυμάμαι τίποτα τέτοιο για σένα. Μόνο εμένα θυμάμαι. – Τι θυμάσαι; – Πως ηλιθιωδώς εκνευρίστηκα, άρπαξα τη βαλίτσα κι έφυγα στη νύχτα. Μετά μετάνιωσα, αλλά αργά πια. – Κι εγώ χάρηκα που έφυγες, – γέλασε η Άννα. – Λέω, αρχίζω νέα ζωή… Και άρχισα… Μετά όμως μετάνιωσα… – Αλήθεια; Δεν μου κρατάς κακία; – Όχι, φυσικά. – Τον κοίταξε με τρυφερότητα, γιατί ξαφνικά αισθάνθηκε σαν να ‘ταν πάλι νέα. – Βίκτωρα, πόσο απίθανος είσαι… Δεν άλλαξες καθόλου, μόνο άσπρισες. Έλα να μείνεις σ’ εμένα. Απόψε κιόλας. Έχω ελεύθερο δωμάτιο. Γιατί να τρως φαγητό ξενοδοχείου; Είσαι πρώην άντρας, αλλά είσαι οικογένεια. – Μήπως θα είμαι βάρος; – Αν ήσουν, θα σε καλούσα; Μόνη μου βαριέμαι τα βράδια… – Τότε… – Επισφαλώς της έπιασε το χέρι. – Να πάμε να πάρω τη βαλίτσα μου απ’ το ξενοδοχείο; – Την ίδια που είχες όταν με άφησες; Και οι δύο γέλασαν μαζί και προχώρησαν στον δρόμο γεμάτοι την αίσθηση πως δεν χωρίστηκαν ποτέ…

Ειρήνη! ακούγεται πίσω της μια ανδρική φωνή, τόσο γνώριμη που της κόβει την ανάσα.
Η Ειρήνη σφίγγει τους ώμους της και, χωρίς να κοιτάξει πίσω, προσπαθεί να διασχίσει γρήγορα το πεζοδρόμιο της Πατησίων.
Ειρηνάκι, σταμάτα λιγάκι! Είσαι εσύ, δεν κάνω λάθος!
Η Ειρήνη επιταχύνει, μα μια γερή ανδρική παλάμη χωρίς ένταση, αλλά αποφασιστικά ακουμπά τον ώμο της.
Ειρηνάκι, τι έπαθες, κουφή έγινες; Εγώ είμαι, ο Νίκος.
Η Ειρήνη, μαζεύοντας το κουράγιο της, γυρίζει απότομα και ψιθυρίζει, μη πιστεύοντας στα μάτια της:
Θεέ μου… Νίκο… Νόμιζα πως μου φάνηκε η φωνή σου. Αλλά… Πώς γίνεται; Είναι αδύνατον…
Γιατί; Ο πρώην άντρας της, χαμογελά σχεδόν όπως όταν ήταν είκοσι. Δεν μπορώ να γυρίσω στην πατρίδα εγώ;
Και πού ήσουν; ρωτάει σαστισμένη η Ειρήνη. Μου είπαν πως… πως πέθανες.
Πέθανα; ο Νίκος παραμορφώνει το πρόσωπό του, ξαφνιασμένος. Εγώ;
Ναι. Μισό χρόνο αφότου χωρίσαμε κι έφυγες για Θεσσαλονίκη, ο φίλος σου, ο Γιάνναρος, μου είπε ότι…
Σταματά, μα τολμά να συνεχίσει:
Ότι τα παράτησες σε μια ξένη πόλη και πέθανες μόνος σου, σε ένα παγκάκι.
Ποιος σου είπε τέτοια;
Ο Γιάνναρος. Ο καλύτερός σου φίλος. Απ όταν έφυγες, άρχισε να με πολιορκεί, να μου κάνει τον ωραίο. Γρήγορα τον έκοψα, γι αυτό, μάλλον μου πέταξε τέτοιο.
Τι παλιάνθρωπος, γελάει ο Νίκος. Δεν ήξερα ότι το 'λεγε στα σοβαρά, όταν χαιρετηθήκαμε τελευταία φορά.
Τι εννοείς, πλάκα έκανε;
Ε, ένα βράδυ μου τα πέταξε. Είπε, να που άφησες την Ειρήνη, εγώ θα την φροντίσω. Πίστεψα πως αστειεύεται, αλλά δεν μου ξαναμίλησε, ούτε απάντησε στα μηνύματα που του έγραφα. Τότε δεν είχαμε facebook και viber, με το σταθερό και γράμματα επικοινωνούσαμε. Δεν ξέρω καν πού ζει τώρα, αν ζει.
Πέθανε, κάνει η Ειρήνη αδιάφορα. Εδώ και πέντε χρόνια περίπου.
Φαντάσου… το βλέμμα του σοβαρεύει. Πέθανε Κρίμα, μικρός ακόμη ήταν. Ε, ξαναχαμογελάει. Πόσα χρόνια έχουν περάσει που χωρίσαμε κι εσύ είσαι ολόιδια. Ομορφούλα πάντα.
Άσε μας, γελάει η Ειρήνη και κάνει μια χειρονομία. Μια καθημερινή γυναίκα είμαι.
Έμαθα πως ξαναπαντρεύτηκες, της λέει γλυκά, παρατηρώντας την με τρυφερότητα, σαν να μη χορταίνει να τη βλέπει. Και έκανες παιδιά, δύο σωστά;
Ναι, δύο. Η Ειρήνη κουμπώνει τη ζακέτα της. Μεγάλωσαν πια, έχουν χαράξει τη δική τους πορεία. Γιαγιά έγινα, διπλή.
Μπράβο! Ο άντρας πώς τα περνάει;
Τα περνάει καλά γελά ειρωνικά. Σε άλλη οικογένεια πια. Εγώ, τώρα, ελεύθερη.
Κοίτα να δεις… ο Νίκος γνέφει και εκείνος. Τι χαμένοι είμαστε τελικά εμείς οι άντρες! Ψάχνουμε πάντα αλλού, χωρίς να βλέπουμε τι έχουμε δίπλα μας.
Εσύ γιατί επέστρεψες; Για δουλειές ή έτσι;
Μόνιμα, Ειρηνάκι. Μόνιμα γύρισα. Βγάζει έναν πνιγμένο αναστεναγμό. Τη γυναίκα μου την έχασα πρόσφατα, είπα να γυρίσω σπίτι μου, στον τόπο μου. Ειλικρινά, δεν αντέχω εκεί. Οι γιατροί λένε, το κλίμα δεν μου κάνει, η ηλικία, ξέρεις Και η γυναίκα το ίδιο, ασθματική μάνα της ήταν. Την έλεγα να φύγουμε, αλλά τίποτα, εκείνη στάθηκε Θεσσαλονικιά με τα όλα της. Μη μπορώντας να ζήσει μια ημέρα χωρίς τη Θεσσαλονίκη. Άντεξε δεν άντεξε Έχεις δει πόσο άλλαξε η Αθήνα σε τριάντα χρόνια; Γύρω τριγύρω κοιτάω, να βρω σε ποια συνοικία να μείνω. Εσύ τι λες, πού να πιάσω σπίτι;
Πού μένεις τώρα; ρωτάει η Ειρήνη.
Σε ξενοδοχείο, πού αλλού;
Όχι σε συγγενείς δηλαδή;
Α, άσε μας τώρα! μούτρωσε ο Νίκος. Να γίνω βάρος; Ο καθένας έχει τη ζωή του, να πάω να μπω στη μέση; Δεν το μπορώ. Ντροπή είναι και για έναν άντρα.
Να μην έρθεις σε μένα να μείνεις; πετά η Ειρήνη σχεδόν μονορούφι, σκιάζεται από τα ίδια της τα λόγια και προσθέτει: Ενοικιαστής όμως!
Ο Νίκος γουρλώνει τα μάτια αμήχανα, μετά κατεβάζει το κεφάλι του βαρύς.
Ίσως να το ήθελα, Ειρηνάκι, αλλά ξέρεις Έχω τύψεις απέναντί σου.
Τύψεις; Σε τι πράγμα; παραξενεύεται η Ειρήνη.
Τις απλές, χαμογελά πικρά ο Νίκος. Σε άφησα τότε, πριν τριάντα χρόνια. Για πάντα θα νιώθω ενοχές.
Έλα τώρα! Η Ειρήνη του χαρίζει ένα ιδιαίτερο χαμόγελο. Εγώ σε έκανα να φύγεις, δικό μου ήταν το λάθος. Εκείνο το βράδυ σου είπα πράγματα… ο καθένας θα έφευγε.
Δεν θυμάμαι τίποτα για σένα, μόνο δικά μου λάθη θυμάμαι.
Τι θυμάσαι;
Θυμάμαι που βγήκε ο εγωισμός, μάζεψα άρον άρον δυο ρούχα σε μια βαλίτσα και εξαφανίστηκα. Μετά το μετάνιωσα αλλά ήταν πια αργά.
Κι εγώ χάρηκα που έφυγες, γελάει τώρα η Ειρήνη. Νόμιζα θα κάνω νέα αρχή Και έκανα μα αργότερα το μετάνιωσα.
Αλήθεια λες; Δεν κρατάς κακία λοιπόν;
Καμία απολύτως. Η Ειρήνη τον κοιτά γλυκά, νιώθοντας κάτι σαν γαλήνη να της γυρίζει την καρδιά νέα, σχεδόν κοριτσίστικη. Ξέρεις Νίκο, δεν άλλαξες καθόλου Ίσως μόνο τα μαλλιά σου, λίγο γκριζάρουν. Έλα στο σπίτι απόψε, έχει ελεύθερο δωμάτιο και για σένα. Τι τα θες τα φαγητά του ξενοδοχείου; Είσαικι ας ήσουν πρώηνκάπως δικός μου.
Μήπως γίνω βάρος;
Αν ήσουν βάρος, θα στο λεγα. Μόνη τα βράδια βαριέμαι, όσο κανείς άλλος. Πίστεψέ με.
Αν είναι έτσι λοιπόν ο Νίκος χαμογελά δειλά και ακουμπά το χέρι της. Πάμε στο ξενοδοχείο να πάρω τη βαλίτσα μου;
Την ίδια με τότε, που έφυγες;
Και οι δυο γελάνε μαζί, τραβούν τον δρόμο κάτω από τα φωτισμένα φώτα της πλατείας και περπατούν δίπλα δίπλα, σαν να μην χωρίστηκαν ποτέ.

Oceń artykuł
Ο Πρώην Σύζυγος – Αννούλα! – ακούστηκε πίσω της μια αντρική φωνή που της ήταν τόσο οικεία και σχεδόν πονούσε. Η Άννα ανατρίχιασε, μάζεψε τους ώμους και, φοβούμενη να γυρίσει, βιάστηκε να προχωρήσει στο πεζοδρόμιο. – Αννούλα, σταμάτα λίγο! Εσύ είσαι, το ξέρω! Η Άννα επιτάχυνε το βήμα της, όμως ένα αντρικό χέρι –όχι βίαια, αλλά σίγουρα– την έπιασε από τον ώμο. – Αννούλα μου, τι έπαθες; Κουφάθηκες; Εγώ είμαι, ο Βίκτωρας. Η Άννα, παίρνοντας κουράγιο, γύρισε απότομα και, μην πιστεύοντας στα μάτια της, ψιθύρισε: – Θεέ μου, Βίκτωρα… Νόμιζα πως μου φάνηκε η φωνή σου… Μα… Πώς γίνεται αυτό; Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει… – Τι δεν μπορεί να συμβαίνει; – Ο πρώην σύζυγος της χαμογελούσε με το ίδιο ζωντανό χαμόγελο που είχε στα νιάτα του. – Δεν έχω δικαίωμα να επιστρέψω στην πατρίδα μου; – Από πού επέστρεψες δηλαδή; – παραξενεύτηκε ακόμα η Άννα. – Νόμιζα ότι είχες πεθάνει. Έτσι μου είπαν. – Πέθανα; – Το στόμα του Βίκτωρα στραβογέλασε απ’ την έκπληξη. – Εγώ; – Ναι… Έξι μήνες μετά το διαζύγιο και το φευγιό σου στη Θεσσαλονίκη, ο φίλος σου μου είπε ότι… – έκανε παύση και τελικά το είπε: – ότι τα ‘πινες σε ξένη πόλη και πέθανες κάπου μόνος. – Ποιος είπε τέτοιο πράγμα; – Ο Ιωάννου, ο κολλητός σου. Έφυγες κι άρχισε να γυρνάει γύρω μου, να με φλερτάρει. Τον έκοψα, κι έτσι μου το ξεφούρνισε. – Καλά αστείος, – γέλασε ο Βίκτωρας. – Άρα δεν αστειευόταν όταν χωρίζαμε. – Τι εννοείς; – Ήθελε, λέει, να σε «μαζέψει» και στο ‘πε και σοβαρά. Από τότε ούτε τηλεφωνούσε, ούτε μου απαντούσε. Καν τηλεγραφήματα τότε, δεν υπήρχε internet, μόνο σταθερό και γράμματα. Δεν ξέρω καν που είναι τώρα. – Πέθανε, – σήκωσε τους ώμους η Άννα. – Πέντε χρόνια πάνε… – Τι να πεις… – Σοβάρεψε ο Βίκτωρας. – Πέθανε… Κρίμα, νέος άνθρωπος. Ναι… Πόσα χρόνια μετά το διαζύγιό μας κι εσύ ίδια έμεινες. Ομορφιά μου. – Ναι καλά, – χαμογέλασε η Άννα, κάνοντας χειρονομία αδιαφορίας. – Κανονική είμαι. – Άκουσα ότι παντρεύτηκες. Και δυο παιδιά έχεις. – Δυο ναι, – έγνεψε η Άννα. – Μεγάλωσαν, φτερούγισαν, και τώρα γιαγιά δυο φορές. – Ωραία. Ο άντρας σου; – Καλά είναι, – χαμογέλασε πικρά – αλλά με άλλη οικογένεια πλέον. Εγώ ελεύθερη πια. – Μάλιστα, – έγνεψε ο Βίκτωρας. – Πόσο ανόητοι είμαστε εμείς οι άντρες. Ψάχνουμε κάτι μακρυά, ενώ το έχουμε δίπλα μας… – Εσύ γιατί γύρισες; Για δουλειές; – Γύρισα για πάντα, Αννούλα. Για πάντα. – Αναστέναξε πικρά. – Τά ‘χασα τη γυναίκα μου πρόσφατα, σκέφτηκα να γυρίσω πατρίδα. Αν πω την αλήθεια, πνίγομαι εκεί. Οι γιατροί λένε, το κλίμα δεν μου πάει. Και σε κείνη, με το άσθμα της, τα ίδια. Ήθελα να φύγουμε, αλλά ήταν γέννημα-θρέμμα Θεσσαλονικιά. Δεν άντεχε μακριά από την πόλη της. Και έτσι… – Στα μάτια του έλαμψαν δάκρυα. – Ναι… Τώρα περπατάω στους δρόμους της νιότης μου, χαζεύω, σκέφτομαι που θ’ αγοράσω σπίτι. Σε 30 χρόνια όλα άλλαξαν. Εσύ, μπορείς να μου προτείνεις περιοχή; – Πού μένεις τώρα; – Σ’ ένα ξενοδοχείο. – Όχι σε συγγενείς; – Τι λες τώρα; Δεν θέλω να γίνομαι βάρος. Έχουν τη ζωή τους. – Θες να μείνεις σε μένα; – ρώτησε ξαφνικά η Άννα κι αμέσως τρόμαξε που το πρότεινε και συμπλήρωσε: – Σαν ενοικιαστής. Ο Βίκτωρας τα ‘χασε, μάγκωσε, μετά βαθειά αναστέναξε. – Ίσως ήθελα, Αννούλα, αλλά… Η τύψη δε μ’ αφήνει. – Τύψη; – Φυσικά. Σ’ άφησα τότε πριν τριάντα χρόνια… Πάντα θα νιώθω ένοχος. – Έλα τώρα… – Χαμογέλασε η Άννα περίεργα. – Εγώ σε ανάγκασα να φύγεις. Εγώ φταίω και γι’ αυτά που σου είπα εκείνο το βράδυ. Με τέτοια λόγια, ποιος άντρας μένει; – Δεν θυμάμαι τίποτα τέτοιο για σένα. Μόνο εμένα θυμάμαι. – Τι θυμάσαι; – Πως ηλιθιωδώς εκνευρίστηκα, άρπαξα τη βαλίτσα κι έφυγα στη νύχτα. Μετά μετάνιωσα, αλλά αργά πια. – Κι εγώ χάρηκα που έφυγες, – γέλασε η Άννα. – Λέω, αρχίζω νέα ζωή… Και άρχισα… Μετά όμως μετάνιωσα… – Αλήθεια; Δεν μου κρατάς κακία; – Όχι, φυσικά. – Τον κοίταξε με τρυφερότητα, γιατί ξαφνικά αισθάνθηκε σαν να ‘ταν πάλι νέα. – Βίκτωρα, πόσο απίθανος είσαι… Δεν άλλαξες καθόλου, μόνο άσπρισες. Έλα να μείνεις σ’ εμένα. Απόψε κιόλας. Έχω ελεύθερο δωμάτιο. Γιατί να τρως φαγητό ξενοδοχείου; Είσαι πρώην άντρας, αλλά είσαι οικογένεια. – Μήπως θα είμαι βάρος; – Αν ήσουν, θα σε καλούσα; Μόνη μου βαριέμαι τα βράδια… – Τότε… – Επισφαλώς της έπιασε το χέρι. – Να πάμε να πάρω τη βαλίτσα μου απ’ το ξενοδοχείο; – Την ίδια που είχες όταν με άφησες; Και οι δύο γέλασαν μαζί και προχώρησαν στον δρόμο γεμάτοι την αίσθηση πως δεν χωρίστηκαν ποτέ…