Συγγενείς από το χωριό ήρθαν να μας επισκεφτούν για μια εβδομάδα πέντε άτομα όλοι μαζί στη «γκαρσονιέρα» μας.
Όταν ο γιος μου με άφησε να περιμένω έξω από την πόρτα, όλοι μέσα σώπασαν. Έφτασα με τη σακούλα με τις
Κόκκινη κορδέλα Η Νίκη στεκόταν μπροστά στη κουζίνα της και παρακολουθούσε τον αχνό που ανέβαινε αργά
Η πεθερά δεν φεύγει Το σφίξιμο στο λαιμό ήρθε πριν προλάβει να ακουμπήσει το φλιτζάνι στο τραπέζι.
Γράμμα από τον εαυτό σου Ο φάκελος ήταν πορτοκαλί. Φωτεινός, σχεδόν γελοία φωτεινός σαν ένα μανταρίνι
Το δαχτυλίδι πάνω στο τραπεζομάντηλο – Όχι, – είπε ο Ανδρέας, και σε αυτή τη μικρή λέξη υπήρχε
Στην πεθερά μου χάρισα τέτοιο δώρο που σίγουρα θα ταραχτεί μόλις το δει! Και κάθε φορά που τα μάτια της
Δώδεκα χρόνια με έβλεπε σαν ξένη. Κι ύστερα, ο άντρας μου άνοιξε το κουτί της κι εγώ ξέσπασα σε κλάματα
Άρωμα γηροκομείου Ξέρεις τι μυρίζεις; Γηροκομείο. Καμφορά και γηρατειά. Δεν αντέχω άλλο. Η Κατερίνα στέκεται
Μάνα Κατερίνα Γιατί κάνεις τέτοιο θόρυβο; Μούσκεμα γίναμε ήδη έξω, και εσύ προσθέτεις κι άλλη υγρασία εδώ μέσα!