Άρωμα γηροκομείου
Ξέρεις τι μυρίζεις; Γηροκομείο. Καμφορά και γηρατειά. Δεν αντέχω άλλο.
Η Κατερίνα στέκεται πλάι στο μπαλκόνι και κοιτάει την αυλή, εκεί όπου η γάτα της διπλανής κουρνιάζει χαμηλά και διασχίζει την πλακόστρωτη αυλή, αποφεύγοντας προσεκτικά τις λακκούβες με το νερό. Τα λόγια του άντρα της, του Δημήτρη, φτάνουν στ αυτιά της σαν από απόσταση, σαν να τα ακούει μέσα από μαξιλάρι. Δεν γυρίζει αμέσως να κοιτάξει. Τελικά, το κάνει.
Ο Δημήτρης στέκεται μες στην κουζίνα, φορεμένος το φρεσκοσιδερωμένο, γαλάζιο πουκάμισο εκείνο που του αγόρασε τον Απρίλη, στο παζάρι δίπλα στην πλατεία του Χαλανδρίου, επειδή είχε πει, «θέλω κάτι ελαφρύ, που να μην τσαλακώνει». Το διάλεγε ώρα πολλή, έψαχνε την υφή, ρωτούσε τη μαγαζάρισσα για την σύνθεση. Εκείνος περίμενε στο αυτοκίνητο και άκουγε αθλητικά στο ραδιόφωνο.
Με ακούς; ρωτάει.
Σε ακούω, απαντάει η Κατερίνα.
Η φωνή της είναι ήρεμη, συγκρατημένη. Την εκπλήσσει, σχεδόν.
Ο Δημήτρης αφήνει μία μεγάλη, μπλε αθλητική τσάντα με λογότυπο στον ξύλινο καρέκλα της κουζίνας. Η Κατερίνα την γνωρίζει: ξεχασμένη απο χρόνια αποθηκευμένη στη ντουλάπα, κάτω από τα παλιά σκι.
Φεύγω, λέει. Το ξέρουμε κι οι δυο πως έπρεπε να το κάνω καιρό τώρα.
Η Κατερίνα κοιτάζει προς την τσάντα, έπειτα τα χέρια του ήρεμα, δεν σφίγγει το πουκάμισο, παραμένει σταθερός. Έχει παρθεί η απόφαση προ πολλού. Τώρα απλώς την εκφωνεί.
Καιρό, επαναλαμβάνει.
Ναι, λέει χαμηλόφωνα εκείνος. Κατερίνα, δεν θέλω δράματα. Είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι. Εσύ όλη την ώρα εδώ, με τη μάνα μου, με φροντιστήρια και αυτή τη μυρωδιά. Δεν μπορώ.
Η μυρωδιά. Πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια σηκωνόταν στις έξι, γιατί η κυρία Σοφία, η μητέρα του, ξυπνούσε στις έξι, γιατί έτσι δουλεύει ένα άρρωστο σώμα που ζει με τους δικούς του κανόνες. Πέντε χρόνια καμφορά, πάνες πια τις λένε «απορροφητικά υποσέντονα» βήχας πίσω από τον τοίχο, τηλεφωνήματα στο ΕΚΑΒ τα βράδια. Πέντε χρόνια η δική της δουλειά ξεχασμένη σε φακέλους στο στούντιο, που όλο και πιο σπάνια πλησίαζε, γιατί δεν υπήρχε χρόνος, δεν υπήρχε κανείς άλλος, κι ο ίδιος είχε πει: «Κατερίνα, δεν υπάρχει άλλος, το καταλαβαίνεις».
Το καταλάβαινε.
Τώρα φεύγεις; τον ρωτάει.
Ναι.
Καλά, απαντάει.
Εκείνος την κοιτά, ίσως περιμένοντας κλάματα, φωνές, ή το «σε ποια πας». Δεν το ρωτάει. Όχι γιατί δεν ξέρει, αλλά γιατί, αυτή τη στιγμή, μοιάζει άκαιρο.
Ο Δημήτρης παίρνει την τσάντα του, μένει μια στιγμή μπρος στην εξώπορτα.
Τα κλειδιά θα τ’ αφήσω στο τραπεζάκι.
Άφησέ τα.
Ακούγεται το κλικ της κλειδαριάς και το δυνατό μπαμ της πόρτας της πολυκατοικίας. Τέσσερις όροφοι βάρος γνωστό εξαφανίζονται. Και μετά, σιωπή. Όχι απλώς ηρεμία, μα εκείνο το κενό που νιώθεις όταν σβήνεις την τηλεόραση, που έπαιζε στο παρασκήνιο εδώ και καιρό και μόνο όταν σβήνει, συνειδητοποιείς τον βόμβο.
Η Κατερίνα κοιτά τα κλειδιά στο τραπέζι, την καρέκλα η τσάντα έχει φύγει κι αυτή.
Επιστρέφει στην κουζίνα, συμπληρώνει νερό στο βραστήρα.
Πριν πέντε χρόνια, η κυρία Σοφία έπαθε εγκεφαλικό στο τραπέζι των γενεθλίων του Δημήτρη. Η Κατερίνα είχε φτιάξει κερασόπιτα, εκείνη είπε «νόστιμο», έπεσε το πιρούνι και το βλέμμα της εξήγησε αμέσως. Η Κατερίνα κάλεσε το ΕΚΑΒ, κάθισε δίπλα της στο φορείο, κρατούσε το χέρι δεν αντιδρούσε πια.
Ο Δημήτρης τότε βρισκόταν στη δουλειά, απάντησε στο τηλέφωνο με την τρίτη. Οι γιατροί είπαν ημικρανία αριστεράς πλευράς, χρόνια αποκατάσταση, απαραίτητη η φροντίδα στο σπίτι. Ο Δημήτρης: «Εσύ τώρα δεν εργάζεσαι πλήρως, Κατερίνα, τα project σου δεν είναι το βασικό εισόδημα». Δεν αντέδρασε. Μάζεψε τα σχέδιά της, τα έβαλε σε ένα κουτί, το τοποθέτησε στο στούντιο.
Ο βραστήρας βράζει. Ετοιμάζει τσάι, επιστρέφει στο παράθυρο η γάτα έχει φύγει, η λακκούβα μένει.
Πρώτες τρεις μέρες δεν βγαίνει από το σπίτι. Όχι γιατί δεν μπορεί, αλλά γιατί το σώμα της δε γνωρίζει πού να πάει τώρα που η ρουτίνα λείπει: έξι ξύπνημα, εφτάμισι φροντίδες, δέκα πρωινό, μία μεσημεριανό, τέσσερις βόλτα στο μπαλκόνι με αναπηρικό, επτά ύπνος. Τώρα, τίποτα και το σώμα αδυνατεί να βρει νόημα.
Περιφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο η καρέκλα αναπηρικό στη γωνία του σαλονιού, σακί πανών κάτω απ το κρεβάτι, κουτί με φάρμακα στο διάδρομο, όλα με τη δική της γραφή: «πρωί», «βράδυ», «σε πίεση». Η κυρία Σοφία είχε πεθάνει τρεις μήνες νωρίτερα, ήσυχα στον ύπνο της, και όλα αυτά, απείρακτα γιατί ο Δημήτρης δεν ασχολήθηκε, κι εκείνη δεν άντεχε να τα βάλει στην άκρη.
Τέταρτη μέρα, ανοίγει μαύρες μεγάλες σακούλες απορριμμάτων και ξεκινά.
Μεθοδικά, χωρίς βιασύνη. Πάνες, ουροσυλλέκτες, σωληνάκια, γάντια, όλα στα σκουπίδια. Έπειτα φάρμακα συσκευασία-συσκευασία. Η καρέκλα αναπηρικό, δύσκολο: θυμάται βόλτες στην αυλή, και η κυρία Σοφία να παρατηρεί τα δέντρα όπως μόνο όσοι αποχαιρετούν βλέπουν. Ξεμοντάρει την καρέκλα, τη βγάζει τρεις φορές στην αποθήκη των σκουπιδιών.
Υστερα ώρα στο ντουζ, με καυτό νερό.
Όταν βγαίνει, κοιτάζει στον καθρέφτη και βλέπει για πρώτη φορά μετά από χρόνια τον εαυτό της. Όχι φροντιστή, όχι σύζυγο, όχι νύφη. Μια γυναίκα πενήντα δύο χρονών, με βρεγμένα μαλλιά, γκρίζες τούφες, τις οποίες έχει καιρό να βάψει γιατί δεν υπάρχει χρόνος, ούτε κανείς ώστε να το προσέξει.
Την πέμπτη μέρα παίρνει τηλέφωνο στο κομμωτήριο.
Η κομμώτρια λέγεται Στέλλα, κάπου τριάντα χρονών, γρήγορα και σίγουρα τα χέρια της. Εξηγεί η Κατερίνα πως θέλει να κόψει μήκος και να κάνει κάτι με τα χρώματά της και η Στέλλα δεν ρωτά άλλα, κοιτάζει τον καθρέφτη με επαγγελματικό, σχεδόν ιατρικό βλέμμα.
Έχετε ωραίο φυσικό χρώμα, λέει. Να κάνουμε κάτι ανταύγειες, να ενωθεί το γκρι με το υπόλοιπο, όχι να ξεχωρίζει. Και ένα καρέ, όχι πολύ κοντό, να φαίνεται ο λαιμός είναι όμορφος.
Κάν το, λέει η Κατερίνα.
Δυο ώρες κάθεται στην καρέκλα, παρατηρώντας μια άλλη γυναίκα να ξεπροβάλλει στο καθρέφτη. Όχι καινούργια. Η ίδια, απλώς πλυμένη και ελαφριά.
Βγαίνει στον δρόμο ο βοριάς του Οκτώβρη χαϊδεύει την κοντή φράντζα. Σκέφτεται πόσα χρόνια είχε να νιώσει αέρα στα μαλλιά, αφού πάντα έτρεχε φαρμακείο, πίσω, ΙΚΑ, σπίτι.
Δεν έχει πού να πάει.
Σε ένα μικρό καφέ αγοράζει έναν καπουτσίνο και περπατάει απλώς γιατί θέλει.
Το διαζύγιο διαρκεί τέσσερις μήνες.
Ο Δημήτρης εμφανίζεται στο πρωτοδικείο με νεαρό δικηγόρο με κοστούμι και ύφος βιαστικό. Η Κατερίνα μόνη, χωρίς δικηγόρο δεν έχει διάθεση να πολεμήσει.
Στη δεύτερη συζήτηση, εκείνος φέρνει τη σύντροφό του.
Τη βλέπει στον διάδρομο: τριανταπέντε ίσως χρονών, ανοιχτά μαλλιά πιασμένα, καρό παλτό, γόβες. Κοιτάει το κινητό. Ο Δημήτρης πλησιάζει, εκείνη τη ρίχνει μια ουδέτερη ματιά: άγνωστη.
Απορεί με αυτή τη ματιά δεν έχει ανταγωνισμό, τίποτα πια, απλώς ξένος άνθρωπος.
Κατερίνα, θέλω να μιλήσουμε για το διαμέρισμα, λέει ο Δημήτρης.
Δεν χρειάζεται, απαντά.
Μα
Δημήτρη. Εγώ θέλω το στούντιο. Αυτό που ήταν δικό μου πριν το γάμο. Όλα τα άλλα σπίτι, αμάξι, εξοχικό δικά σου.
Είσαι σίγουρη;
Σίγουρη.
Ο δικηγόρος του σημειώνει. Ο Δημήτρης φανερά αναμένει παζάρια, μνείες, πίκρες, να θυμηθεί πως αυτή αφιέρωσε πέντε χρόνια φροντίδας στη μητέρα του.
Δεν το κάνει. Όχι γιατί δεν έχει δικαίωμα, αλλά γιατί δεν θέλει πια αυτό το διάλογο. Δεν θέλει να τον δει ν απολογείται ή να επιτίθεται. Δεν θέλει άλλα δάκρυα· ξέρει πως θα έρθουν αργότερα, σαν απόθεμα πόνου στη βάση του στήθους.
Το στούντιο στη Σκουφά, δεύτερος όροφος νεοκλασικού, είκοσι δύο τετραγωνικά, μεγάλα ταβάνια και βορεινό παράθυρο. Το αγόρασε στα τριαντατέσσερά της, με χρήματα που μάζευε τρία χρόνια. Εκεί το γραφείο της με τον παλιό πίνακα σχεδίου, ράφια με αρχεία, γλάστρες που έμειναν πρασινάδες, ατάραχες.
Εκεί περνάει το πρώτο βράδυ μετά την έκδοση του διαζυγίου.
Ξαπλώνει στο μικρό καναπέ-κρεβάτι, κοιτάζει το ταβάνι και σκέφτεται, τι τώρα;
Καμία απάντηση. Και αυτό, παράξενα, δεν τρομάζει.
Ο πρώτος της τηλεφωνικός γύρος είναι στο γραφείο «Πράσινο Ίχνος», παλιούς συνεργάτες. Η γραμματέας, χαρούμενη, συνδέει στον Διευθυντή, ο κύριος Ναπολέων την θυμάται: «Κατερίνα, πέντε χρόνια αποχής είναι πολύ. Ο κλάδος έχει αλλάξει, τα προγράμματα, οι πελάτες θέλουμε άτομα έτοιμα να»
Καταλαβαίνω, απαντά.
Αν αλλάξει κάτι, θα σας πάρουμε.
Ξέρει πως δεν θα τηλεφωνήσουν.
Επόμενο τηλεφώνημα, σε ιδιωτικό αρχιτεκτονικό γραφείο όπου δουλεύει παλιά συμμαθήτριά της, Μαρία. Η Μαρία είναι εγκάρδια, το ίδιο και εκείνη, μα γρήγορα ξεκινάει για «νέα δεδομένα», «νεανική δεινότητα», «ξέρεις, ο ανταγωνισμός μεγάλος».
Τρίτη προσπάθεια, στο δημοτικό τμήμα πρασίνου. Μετά από αναμονή, η απάντηση: «Το προσωπικό είναι πλήρες».
Κλείνει το τηλέφωνο, κοιτάζει έξω.
Νοέμβρης, γυμνά δέντρα, περαστικοί με γιακάδες σηκωμένους ως το στόμα. Σκέφτεται πως πέντε χρόνια, έξω, είναι τεράστιο διάστημα· η θέση που άφησε «κλειστή» την έχει πια άλλος.
Ανοίγει τον υπολογιστή, κατεβάζει νέα σχεδιαστικά προγράμματα. Διαβάζει ως τις δύο, πίνει τσάι, γράφει σημειώσεις. Μερικά είναι τελείως άγνωστα, άλλα γνώριμα με διαφορετικό όνομα.
Δεκέμβριο βρίσκει δουλειά. Όχι αυτή που ήθελε, όμως δουλειά: βοηθός σε φυτώριο στου Γέρακα. Η ιδιοκτήτρια, η θεία Βέρα (τυχαίο, που γελάει κι η ίδια), γυναίκα δυναμική και άμεση. Οι άνθρωποι για εκείνη είναι ή χρήσιμοι ή όχι.
Έχεις δουλέψει ποτέ με φυτά; ρωτάει.
Έχω, λέει η Κατερίνα.
Καλώς. Ο μισθός μικρός, αλλά η δουλειά ζωντανή.
Κάθε πρωί στις οχτώ, μεταφυτεύει, συμβουλεύει πελάτες, κάνει μεταφυτεύσεις. Δεν είναι το ιδανικό αλλά είναι αληθινό. Χέρια στη γη, μυρωδιά φθινοπωρινής φύτευσης, καστανόχωμα, γραμμές με πράσινες γλάστρες.
Εκεί, πρώτη φορά ακούει για το θερμοκήπιο.
Η θεία Βέρα αναφέρει πως, στην οδό Ελαίας στο Μαρούσι, υπάρχει ένα εγκαταλειμμένο θερμοκήπιο, στην άκρη του παλιού Βοτανικού Κήπου. Ο διευθυντής, κυρ-Νίκος, πασχίζει μόνος αλλά δεν υπάρχουν χέρια.
Για μέρες το σκέφτεται. Τελικά, ένα Κυριακάτικο πρωινό παίρνει το παλτό και ξεκινάει.
Το θερμοκήπιο είναι κρυμμένο πίσω από τα δέντρα, και το πρώτο που βλέπει είναι τζάμια πολλά κι ακάθαρτα, πίσω φαίνονται σκοτεινές δροσερές σκιές. Ο σκελετός μεταλλικός, σκουριασμένος κατά τόπους, μερικά τζάμια αλλάγμενα με κόντρα πλακέ. Το μονοπάτι σκεπασμένο φύλλα.
Μέσα, χαώδες αλλά ζωντανό: φυτά ανακατεμένα, κάποια τεντωμένα προς το φως, άλλα πεσμένα, βρύα, γλάστρες με μανταρίνια γεμάτα μικρούς καρπούς, ακατάστατα τοποθετημένες, φοίνικες γενναίοι, εκπληκτικές ορχιδέες σε ψηλές ράφες, παρατημένες μεν, αλλά ακόμη παρούσες.
Στέκεται, άναυδη και μέσα της κάτι λύνεται.
Κλείσιμο έχετε; ακούει από μέσα.
Ένας γηραιός, χαμηλός άνδρας, με κρεμασμένα στο κούτελο γυαλιά, παλιό πουλόβερ και χέρια γεμάτα σημάδια δουλειάς.
Όχι, απαντά, απλώς είδα απ’ έξω, μπήκα. Αν ενοχλώ, θα φύγω.
Γιατί να ενοχλείς; χαμογελά. Νίκος Αναγνωστόπουλος, διευθυντής (αν μετράει εδώ ο τίτλος).
Κατερίνα Παπανικολάου, αρχιτέκτων τοπίου.
Αρχιτέκτων, λες
Με κενό πέντε χρόνων.
Σταθμίζει δεν κρίνει· σκέφτεται.
Περάστε να σας δείξω, λέει.
Δυο ώρες γυρίζουν μαζί. Ο Νίκος μιλάει για τα φυτά, για τις εγκαταστάσεις, τις προσπάθειες να σώσουν το χώρο εγκαταλείφθηκε σε «πρόσκαιρη ανακαίνιση» πριν εφτά χρόνια, αλλά απόμεινε έτσι.
Έχει άδεια, εργάζεται μόνος ποτίζει, φροντίζει, μιλάει στα φυτά. Ερημιά.
Μπορώ να βοηθήσω, λέει η Κατερίνα.
Δεν μπορώ να σε πληρώσω, τουλάχιστον όχι τώρα.
Το καταλαβαίνω.
Περάστε την Πέμπτη.
Εκείνη την Πέμπτη, κι έπειτα κάθε μέρα. Το φυτώριο αφήνεται. Η θεία Βέρα ευλογεί: «Τέτοιος εγκέφαλος δεν φτιάχνει μόνο φυτά».
Το θερμοκήπιο γίνεται το πρώτο της μεγάλο project μετά από πέντε χρόνια.
Με τάξη καταγράφει: ποιο φυτο, σε ποιά θέση, τι χρειάζεται, φτιάχνει μητρώο κρατά σημειώσεις σαν μελέτες έργου, αλλά ζωντανές. Ύστερα, αρχίζει να οργανώνει το χώρο. Τριακόσια σαράντα μέτρα τ.μ., χωρίς δομή απ’ άκρη σκόρπιες γλάστρες. Σχεδιάζει χειρόγραφα σχέδια στο στούντιο, όπως τότε στη σχολή.
Να ο χώρος των εσπεριδοειδών, μονιάζει, μανταρίνια, λεμόνια θέλουν σχετική ξηρασία και μαζί έντονο άρωμα.
Και η μυρωδιά, συμφωνεί ο Νίκος. Το χειμώνα, μπαίνεις από τον αέρα κι είναι αλλιώς.
Εδώ στο κέντρο, οι φοίνικες ύψος, χώρος, από κάτω θάμνοι τροπικοί· και μικρό μονοπάτι.
Μονοπάτι καλύτερα. Να ρχονται οι άνθρωποι.
Θα έρθουν. Είμαι σίγουρη.
Το λέει χωρίς παρηγοριά. Το πιστεύει: οι άνθρωποι πάνε εκεί όπου νοιάσθηκαν γι αυτούς ανέκαθεν.
Ο χειμώνας κυλά σε δουλειά. Μεταφέρει φυτά, κάνει παραγγελίες, πληρώνει απ το διαζύγιο της φτάνουν. Επισκευάζει τζάμια, καλεί τεχνίτες. Ο Νίκος πάντα δίπλα της φροντίζει, ποτίζει, μιλάει στα φυτά όπως μόνο όσοι μιλούν με ειλικρίνεια ξέρουν.
Ιανουάριο, για πρώτη φορά μετά από καιρό, παίρνει τη Ρίτα, παλιά φίλη απ τα χρόνια του Πολυτεχνείου. Η Ρίτα φίλη θερμή, όλο φωνάζει, ως που η Κατερίνα αρνήθηκε όλ αυτά τα χρόνια («ηρεμώ, η μάνα του Δημήτρη»). Τρίτο κουδούνισμα απαντάει.
Είσαι ζωντανή;
Ζωντανή.
Δόξα τω Θεώ. Πού χάθηκες; Πού είσαι τώρα;
Σπίτι. Τρώω ντολμαδάκια από χθες. Έλα από δώ.
Η Κατερίνα πάει. Κουζινική ζεστασιά, τσάι, λικέρ. Διηγήσεις ζωής· η Ρίτα ακούει χωρίς ειρωνείες.
Ο Δημήτρης το ξέρει ότι δουλεύεις στο θερμοκήπιο;
Τι να το κάνει.
Καλά. Απλά ρωτώ. Εσύ πώς είσαι τελικά;
Η Κατερίνα σκέφτεται.
Καλά, λέει. Πρώτη φορά μετά από καιρό, καλά.
Η Ρίτα συμφωνεί. Τέρμα αυτή η συζήτηση.
Φλεβάρης φέρνει το απροσδόκητο.
Η Κατερίνα φέρνει νέα φυτά, ένα δεντράκι ανθισμένης γεράνιας κι ένα μεγάλο βασιλικό, που βρήκε μισοτιμής. Ο Νίκος πειραματίζεται αλλού, εκείνη τακτοποιεί τις γλάστρες, μετράει αποστάσεις. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα.
Στέκεται άντρας, κάπου πενήντα οκτώ, φόρμα εργασίας, τάμπλετ στο χέρι, ψαχνός, με ήρεμο βλέμμα.
Συγγνώμη, ο κύριος Νίκος;
Στο βάθος, μετά τους φοίνικες.
Ρίχνει ένα βλέμμα ολόγυρα.
Κάτι αλλάζει. Το καλοκαίρι ήταν αγνώριστο εδώ.
Τώρα αλλιώς, συμφωνεί.
Δικό σας το σχέδιο;
Με τον κύριο Νίκο.
Η ιδέα, όμως, δική σας
Την παρατηρεί. Το βλέμμα διαπεραστικό, επαγγελματικό βλέπει δομή, όχι απλώς ομορφιά.
Εσείς είστε;
Αλέξης Πετρόπουλος. Πολιτικός μηχανικός. Έχουμε αναλάβει την οροφή, έτρεχαν νερά από κάποιες ενώσεις.
Τρίτο και έβδομο τμήμα, λέει η Κατερίνα.
Την κοιτάζει πλέον με ενδιαφέρον.
Πώς το ξέρετε;
Εδώ είμαι κάθε μέρα.
Φεύγει προς τον Νίκο. Λίγο αργότερα, αποχωρεί, τακτοποιεί έγγραφα· πριν φύγει, επιστρέφει.
Να ρωτήσω; Τα μανταρινόδεντρα, θα ανθίσουν Άνοιξη;
Αν κρατηθεί η θερμοκρασία, ναι. Όταν σκάσουν οι μπουμπούκια, μικρά σκούρα πράσινα, σε τρεις βδομάδες άνθιση.
Ευχαριστώ. Καλή συνέχεια.
Ο Νίκος επιστρέφει ευχαριστημένος.
Άνθρωπος της δουλειάς! Δεν μας αφήνει, δύο χρόνια τώρα. Καλός και σοβαρός.
Μηχανικός;
Πολιτικός μηχανικός, αναλαμβάνει ιστορικά κτίρια, συντηρήσεις. Το θερμοκήπιο το βλέπει ως έργο.
Η Κατερίνα επιστρέφει στη δουλειά.
Ο Αλέξης αρχίζει να εμφανίζεται συχνότερα, πάντα για θέματα οροφής πλέον, όμως, παραμένει περισσότερο, παρατηρεί και τις διατάξεις των φυτών.
Τι κάνατε παλιότερα; τη ρωτά κάποια στιγμή.
Τοπία, πάρκα, δημόσιους χώρους.
Φαίνεται. Η διαδρομή των ανθρώπων, όχι μόνο η ομορφιά.
Η Κατερίνα χαμογελά. Πόσα χρόνια είχε να μιλήσει κάποιος έτσι για τη δουλειά της; Ούτε συγχαρητήρια, ούτε φιλοφρονήσεις σωστά, στην ουσία.
Μάρτιος τα πρώτα επισκέπτες. Αυτοσχέδια ανακοίνωση στην πόρτα και σε ομάδα στο διαδίκτυο. Πρώτη μέρα επτά άτομα. Επόμενη εβδομάδα τριάντα. Περπατούν, μυρίζουν τα εσπεριδοειδή, φωτογραφίζουν φοίνικες. Μια ηλικιωμένη στέκεται ώρα στο βασιλικό, θυμάται την γιαγιά της στο χωριό.
Δούλεψε, λέει ο Νίκος.
Δούλεψε, απαντά η Κατερίνα.
Κατερίνα, πήραμε απάντηση από το δήμο· σου δίνουν θέση μερικής απασχόλησης. Μικρή, αλλά επίσημη.
Ποια θέση;
Υπεύθυνη πρασίνου. Στα χαρτιά, αλλά αυτή τη δουλειά κάνεις.
Ωραία, απλά.
Το «ωραία» τώρα σημαίνει κάτι ουσιαστικό, όχι υποχώρηση.
Απρίλης. Ο Αλέξης την καλεί για καφέ.
Όχι ραντεβού, απλώς: «Ξέρω ένα καλό καφέ πιο κάτω, δουλεύεις ασταμάτητα». Σωστά. Καθώς πίνουν, μαθαίνει κι αυτή: έχει κόρη φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, απ το 2005 διαζευγμένος, του αρέσουν έργα με χαρακτήρα γιατί κάθε έργο είναι ξεχωριστό.
Γιατί ιστορικά κτίρια; ρωτάει η Κατερίνα.
Έχουν ιστορία, λέει. Διάλογο μέσα στο χρόνο ένας οραματίστηκε, άλλος έκτισε, μετάνοια, αναστήλωση, κάθε φάση κάποιος.
Το θερμοκήπιο;
Ο διάλογος συνεχίζεται εκεί. Υπάρχει ζωή.
Κοιταζει έξω άνοιξη, φως.
Χαίρομαι που δουλεύουμε εδώ.
Συνεχίζουν κουβέντα. Μέχρι που την αποχαιρετά έξω από το θερμοκήπιο.
Αύριο, έρχομαι για τον έλεγχο της στέγης.
Ωραία.
Φεύγει. Η Κατερίνα σκέφτεται: πότε ξανά αισθάνθηκα πως με κάποιον απλά ανασαίνω καλύτερα; Όχι γιατί κάνει κάτι, αλλά γιατί υπάρχει.
Η Ρίτα, σε κουβέντα του Μαΐου, απαιτεί λεπτομέρειες.
Σοβαρεύει;
Ρίτα
Μην το αποφεύγεις.
Δεν ξέρω, αλήθεια.
Ρωτά τουλάχιστον αν ενδιαφέρεται!
53 είμαι.
Ακριβώς! Ρώτα!
Γελούν. Απλό, αυτονόητο γέλιο. Ελευθερία.
Για τον Δημήτρη ακούει από γνωστούς, συνήθως επιφυλακτικά.
Πρώτα τηλέφωνο η Ντίνα απ τη γειτονιά.
Έμαθες; Η Αναστασία του Δημήτρη, έφυγε. Μάιο μαζεύτηκε κι έφυγε. Για παιδιά μάλωσαν, λένε.
Ευχαριστώ που μου το είπες, Ντίνα.
Ύστερα, ο παλιός συνεργάτης του Δημήτρη, ο Αντώνης.
Να σου πω, ο Δημήτρης απολύθηκε απ τη δουλειά πριν τρεις μήνες Δυσκολεύεται, ενοχλεί συνέχεια. Δεν ξέρω αν έπρεπε να σου το πω.
Δεν μας αφορά, Αντώνη.
Κλείνει το τηλέφωνο, συνεχίζει στο θερμοκήπιο. Ιούνιος, μωβίζει η πασχαλιά στο πάρκο, εντός λειτουργούν τα κλιματιστικά που έβαλαν μόλις. Τα μανταρίνια καρπίζουν, οι φοίνικες αγέρωχοι.
Σκέφτεται για τον Δημήτρη; Πού και πού, λίγο. Υπήρξαν καλά τα πρώτα, μετά λιγότερο. Ήταν όμως αργές, μικρές μετατοπίσεις, όχι στιγμιαίες. Και η ίδια έφτασε να γίνει αόρατη μέσα στο σπίτι της.
Αλλά, εκείνα τα λόγια: Μυρίζεις γηροκομείο.
Σκληρό. Δεν το λένε όταν θέλουν απλώς να φύγουν το λένε όταν θέλουν να σε κάνουν υπαίτια για τον πόνο τους.
Αφήνει το ποτιστήρι, κοιτά το δέντρο με τα γυαλιστερά φύλλα. Σκληρά, αληθινά.
Ο Αλέξης εμφανίζεται κάποιες φορές το μήνα, άλλοτε για δουλειά, άλλοτε απλώς περνάει. Μιλούν για έργα, για την Αθήνα, για βιβλία που διαβάζουν έστω κι αν είναι διαφορετικά. Μια φορά φέρνει σύκα λαϊκής: «ίσως τα φυτέψουμε». Ο Νίκος σκιρτά η Κατερίνα εξηγεί προϋποθέσεις καλλιέργειας μέχρι που συνειδητοποιεί ότι ο Αλέξης ακούει αληθινά, όχι «μέχρι να τελειώσει».
Ιούλιο, βγαίνουν έκθεση αρχιτεκτονικής. Ο Αλέξης γνωρίζει πολλούς εκθέτες και εξηγεί κάθε έργο, τις δυσκολίες του. Ζωντανό, τεχνικό, παραστατικό.
Πόσο καιρό κάνετε αναστηλώσεις;
Από τα σαράντα. Πριν, σχεδίαζα νέα. Μετά είδα ότι το παλιό 'χει αλήθεια.
Γιατί;
Γιατί έχει ανθρώπινα λάθη. Τα βρίσκεις και τους καταλαβαίνεις.
Η Κατερίνα το σκέφτεται πολύ: έτσι ίσως να πρέπει να βλέπεις το παρελθόν όχι σαν αποτυχία, αλλά ως λάθος που μπορείς να κατανοήσεις.
Καύσωνας. Μεγάλη η προσέλευση ξεναγήσεις, μαθήτριες βιολογίας. Ο Νίκος λάμπει.
Εσύ τα ξεκίνησες, λέει στην Κατερίνα.
Εκείνη τον διορθώνει με χαμόγελο.
Στον χώρο της στήνει σχέδια επέκτασης: θέλει αίθουσα δημιουργίας, εργαστήρια, τόπους για παιδιά. Χρήματα λίγα, βρίσκει δύο προγράμματα ΕΣΠΑ, ο Νίκος μελετά όρους.
Σεπτέμβριος. Τηλεφωνεί ο Δημήτρης.
Δεν έχει διαγράψει τον αριθμό. Δονείται το κινητό «Δημήτρης».
Ναι;
Κατερίνα, έχεις λίγο;
Δουλεύω τώρα, τι θες;
Να σε δω. Πρέπει.
Γιατί;
Χρειάζομαι να μιλήσουμε. Από κοντά.
Βγαίνει στο στενό μπαλκόνι του στούντιο. Βράδυ του Σεπτέμβρη, περαστικοί, σακκούλες ψώνια.
Αν θες, στην οδό Ελαίας, στο θερμοκήπιο, ώρες δουλειάς.
Το κλείνει.
Εμφανίζεται Οκτώβριο Τρίτη μεσημέρι. Η Κατερίνα τοποθετεί ραφάκια για ορχιδέες. Ο Δημήτρης μπαίνει στο διάδρομο, με μπουκέτο από χρυσάνθεμα της λαϊκής.
Τον κοιτά. Πενήντα έξι, λίγο γερασμένος. Το βλέμμα όχι ελαφρύ, αλλά κουρασμένο.
Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Πανέμορφα εδώ μέσα.
Το ξέρω.
Δίνει τα άνθη αδέξια:
Να για σένα.
Τα παίρνει.
Ευχαριστώ. Έλα, κάτσε, έχει χώρο εδώ.
Καθίζουν στη μικρή γωνιά των επισκεπτών, δυο πλεκτές πολυθρόνες, τραπεζάκι, ραφάκι με περιοδικά. Ο Νίκος διακριτικά χάνεται.
Δείχνεις καλά, λέει ο Δημήτρης.
Ευχαριστώ.
Αλήθεια, δείχνεις ζωντανή. Παλιά ήσουν όλη μέσα σε φροντίδα και τρέξιμο. Τώρα όχι.
Ίδια είμαι.
Όχι, δεν είσαι.
Η Κατερίνα κοιτά τα εσπεριδοειδή, περιμένει.
Κατερίνα, ξέρω τι έκανα. Ξέρω τι είπα τότε. Ήταν άδικο.
Ήταν.
Νόμιζα ήθελα άλλη ζωή. Μετά φοβήθηκα.
Τα γηρατειά;
Την καθημερινότητα της ασθένειας, να μην είναι όλα τέλεια.
Είναι φυσιολογικό.
Δεν το ήξερες ότι σκέφτεσαι έτσι.
Πάντα όχι. Με τον καιρό.
Μεγάλη παύση.
Κατερίνα Θέλω να γυρίσω. Ξέρω πως ακούγεται αλλά θέλω να το σκεφτείς.
Σκέφτεται, νιώθει έτοιμη να απαντήσει και πάντα το ξερε, απλώς δεν το παραδεχόταν.
Δεν θυμώνω πια μαζί σου. Πέρασε ο θυμός. Καταλαβαίνω δεν ήσουν κακός, μόνον αυτό ήξερες να κάνεις.
Άρα υπάρχει πιθανότητα;
Όχι.
Γιατί;
Γιατί διάλεξα διαφορετικά.
Τι διάλεξες;
Αυτό. Αυτή τη δουλειά. Αυτό το χώρο. Τα φυτά. Εμένα.
Βλέπει ότι καταλαβαίνει δεν είναι για να τον πληγώσει, είναι αλήθεια.
Και ο άλλος Μου είπε ο Νίκος πως πηγαίνει κι ένας μηχανικός.
Πολύς κόσμος περνά. Δεν είναι ο χώρος σου πια να ρωτάς.
Εντάξει.
Χαίρομαι που ήρθες. Όχι για τη συζήτηση. Γιατί τώρα τελείωσε τελείως.
Ήσουν η καλύτερη σύζυγος που θα μπορούσα να έχω, λέει ήσυχα. Δεν το εκτίμησα.
Το ξέρω. Πρέπει να δουλέψω. Θες να δεις το θερμοκήπιο;
Όχι, ευχαριστώ. Θα φύγω.
Καλή τύχη.
Και σε σένα.
Η πόρτα κλείνει.
Η Κατερίνα μένει λίγο, βάζει τα χρυσάνθεμα σε βάζο, νερό αν τα φροντίζεις, μένουν καιρό.
Έρχεται ο Νίκος.
Τσάι;
Φέρ το.
Συζητούν για λεμονόσκαρους θα δοκιμάσουν να τους φιλοξενήσουν το καλοκαίρι, αν οργανώσουν σωστά.
Ο Οκτώβριος γίνεται Νοέμβριος. Καταθέτει σχέδιο επέκτασης, παίρνει έγκριση για συγχρηματοδότηση. Ο Νίκος αγοράζει γλυκό, το τρώνε πάνω στα σχέδια και γελούν.
Ο Αλέξης περνά όλο και πιο συχνά, με κάποιον λόγο κάθε φορά. Ένα πρωινό φέρνει θερμό με γλυκόπιοτο κρασί.
Νοέμβρης
Πού ξέρεις ότι πίνω;
Ξέρω.
Γελούν. Κάθονται στις πολυθρόνες πλάι στις τζαμαρίες. Έξω ο Νοέμβρης, μέσα ατμοσφαιρικό άρωμα πορτοκαλιού και γαρίφαλου (ο Νίκος κρεμάει έλατα «γιατί χειμώνιασε»).
Πες μου για το project, λέει ο Αλέξης.
Η Κατερίνα εξηγεί, με σκαριφήματα στο τραπέζι. Εκείνος ακούει, συζητά, βγάζει το τάμπλετ, δείχνει λεπτομέρειες στη στήριξη. Είναι διάλογος ισότιμων και ξυπνά στη Κατερίνα την αίσθηση συναδελφικότητας.
Διπλό τζάμι εδώ, βοηθά με τη συμπύκνωση το είδα στο Τούρκου, ίδια κλίμα.
Αντέχει η οροφή;
Θα υπολογίσω. Θες;
Θέλω, λέει.
Την κοιτάζει.
Κατερίνα Παπανικολάου, χαίρομαι να μιλώ μαζί σου.
Κι εγώ.
Κάτι αλλάζει στην εικόνα έξω: οι πρώτες χιονονιφάδες του έτους. Πεφτουν απαλά στα παγκάκια, στα γυμνά δέντρα.
Χιόνι, λέει ο Αλέξης.
Χιόνι.
Η Κατερίνα κρατά τη ζεστή κούπα. Έξω ο βαρύς Νοέμβρης, μέσα ζεστασιά, εσπεριδοειδή, μυρωδιές.
Σκέφτεται: έξω χειμώνιασε, μέσα μεγαλώνει ζωή. Ίσως είναι αυτό το κατόρθωμα της χρονιάς: να φτιάξει ένα χώρο όπου μέσα υπάρχει θερμότητα και φως.
Σε τι σκέφτεσαι; ρωτά ο Αλέξης ήσυχα.
Σε όμορφα πράγματα.
Κοιτάζει το χιόνι, τα μικρά μανταρίνια, τη σειρά με τις ορχιδέες, τους φοίνικες που φτάνουν ως τα τζάμια.
Ναι, λέει. Σε όμορφα.
Ο Αλέξης δεν λέει τίποτα. Γεμίζει και τις δύο κούπες κι αυτοί, δυο άνθρωποι σε ένα ήσυχο παρατημένο θερμοκήπιο στο Μαρούσι, κοιτούν τον πρώτο χιονιά της χρονιάς.





