Η Ιουλία έμεινε έγκυος. Ο σύζυγός της, Γιώργος, όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν άφηνε την Ιουλία. Πλήρωνε όλα της τα όνειρα και τις επιθυμίες της. Τέλος ήρθε η στιγμή και ο Γιώργος πήγε την Ιουλία στο γέννα. Όταν γεννήθηκε μια υγιής κόρη, εκείνος απέπνευσε με ανακούφιση. Ικανοποιημένος και χαρούμενος, ο νεογενής πατέρας πήγε σπίτι για ξεκούραση. Την επόμενη μέρα ήρθε να επισκεφτεί τη σύζυγό του με την κόρη. – Δεν υπάρχει η σύζυγός σας, – του είπαν ξαφνικά. – Αυτό δεν μπορεί να είναι! – δεν πίστευε ο Γιώργος. – Μήπως πήγε κάπου; Αναζητήστε την! – Όχι, έφυγε, να το σημείωμα, – είπε η νοσηλεύτρια και του έδωσε ένα φύλλο διπλωμένο σε δύο. Ο Γιώργος το άνοιξε και άσπρος έμεινε από ό,τι διάβασε.

Σαν άνδρας που θυμάται τα πάντα, σας αφηγούμαι την ιστορία μου.

Η σύζυγός μου, η Αιμιλία, έμεινε έγκυος. Όλο το διάστημα δεν μου άφηνε την Αιμιλία ούτε στιγμή· την ικανοποιούσα σε κάθε της επιθυμία και εσφαλμάτιδα. Τελικά ήρθε η μέρα και τη πήγα στο τμήμα μαιευτικής του Νοσοκομείου Παγκράτι. Όταν η μικρή μας κόρη, η Αλίκη, ήρθε στον κόσμο, έλαβα ένα μεγάλο ανακούφιση. Ήμουν περήφανος πατέρας και έφυγα σπίτι για να ξεκουραστώ. Την επόμενη μέρα επέστρεψα στο νοσοκομείο να την επισκεφθώ.

Δεν υπάρχει η σύζυγός σας μου είπε μια νοσηλεύτρια, χτυπώντας το χέρι της στο χέρι μου.
Τι; Δεν μπορεί να είναι! αντιδρόφηκα.
Μήπως πήγε κάπου; Ψάξτε την! προσφέρθηκε.
Όχι, έφυγε· αυτή είναι η σημείωση μου έδωσε η νοσηλεύτρια, δίνοντάς μου ένα διπλότυπο χαρτί.

Άνοιξα το χαρτί και πήρα λευκό το κεφάλι από το τι διάβαζα.

Πρώτα, όταν ήμουν άτομος, εντυπωσιάστηκα από την πρώτη εμφάνιση της Αιμιλίας στο τμήμα πωλήσεων του μεγάλου καταστήματος στην Καλλιθέα. Ήμουν ο αρχηγός του τμήματος, ατόμις και πολύ άσχετος με γάμο, αλλά η ομορφιά της με τράβηξε άμεσα. Την είδα την πρώτη της μέρα στη δουλειά και πήγα αμέσως κοντά της.

Καλημέρα, συνάδελφε της έδωσα ένα ζεστό χαμόγελο, και τα μάτια της Αιμιλίας κοίταξαν άμεσα στο πρόσωπό μου.

Καλημέρα απάντησε με φωνή ήπια, χαμογελώντας κι εκείνη.

Εντάξει, πάρε τα καθήκοντά σου. Η Κατερίνα θα σε καθοδηγήσει· είναι η προϊσταμένη, της κοίταξα. Διάβασε την περιγραφή εργασίας. Καλή επιτυχία, ελπίζω να τα καταφέρουμε μαζί.

Οι υπόλοιπες κυρίες του τμήματος αντάλλαξαν βλέμματα, και όταν φύγαμε, η Κατερίνα ψιθύρισε στην Ελένη:

Από πότε ο Γεώργιος δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε νέους συνεργάτες; και γελούσαν και οι δύο.

Η Αιμιλία, μόλις 22 ετών, έπλεξε να παρατηρεί ήσυχα, σαν παγίδα. Από τα 17 της είχε «σπρωχτεί» στην καρδιά αρκετές οικογένειες, ακόμα και σε έναν δάσκαλο που ήταν πολύ μεγαλύτερος. Όταν όμως εκείνος έτρεξε βιαστικά πίσω, η φήμη για τη σύζυγό του φτάσε στα αυτιά του.

Λίγο καιρό αργότερα, μου πρότεινε να δούμε μαζί έναν καφέ μετά τη δουλειά.

Γιατί όχι, κύριε; Εσείς είστε ο αφεντικό μου, και πρέπει να έχουμε καλή επαφή, μου είπε με ένα γλυκό χαμόγελο.

Έσκοπα με την Αιμιλία, σκέφτηκα αρχικά ότι αστειεύεται· όμως ενθουσιάστηκα όταν αποδέχτηκε. Ήμουν 30 ετών, ανύποτος και χωρίς γαμήλια δεσμά· οι σχέσεις μου ήταν ελαφριές, αλλά αυτή η συνάντηση ξεκίνησε γρήγορα. Ερωτευθήκαμε, βγήκαμε, και οι συνάδελφοι εντυπωσιάστηκαν όταν τους είπα ότι θα τα παντρεύσουμε.

Κάθε της επιθυμία την εκπλήρωνα χωρίς καμία αντίρρηση. Ακόμα και η δική της «συμφωνία» αποδεχτήκαμε.

Δεν σκοπεύουμε παιδιά προς το παρόν· θέλω να ζήσω για μένα. Όταν νιώσω έτοιμη, θα σου πω, αλλά για τώρα, αγάπη μου, χωρίς πάνες ή παιδικά ρούχα.

Πίστευα ότι μετά από λίγο η Αιμιλία θα καταλάβει ότι μια οικογένεια χωρίς παιδιά δεν είναι οικογένεια. Ο καιρός περνούσε, αλλά η Αιμιλία δεν ήθελε να γεννήσει· κάθε φορά που έφερνα το θέμα, μου ζητούσε σιωπή.

Αγάπη μου, σου είχα πει ήδη· δεν είμαι έτοιμη, μην με πιέζεις.

Μια μέρα την είδα να βγαίνει από το μπάνιο με τεστ εγκυμοσύνης στο χέρι.

Αιμιλία, είσαι έγκυος; την ρώτησα.

Κούνησε το κεφάλι. Την αγκάλιασα με χαρά και άρχισε να κλαίει.

Δεν θέλω να γεννήσω· δεν θέλω να γίνω παχύσαρκος. Κάτι πρέπει να κάνεις. μου αντίλαβε με λυπημένα μάτια.

Την κράτησα σφιχτά, την φίλησα στα δάκρυα.

Μη λυπάσαι· είναι χαρά· σε αγαπώ, Αιμιλία. Θα έχουμε παιδί!

Αλλά εκείνη αποφάσισε να πάει στο γιατρό και να τερματίσει το ζήτημα. Στο δρόμο, έφτασα στην κλινική νωρίτερα· την μάζευα στην είσοδο, φωνάζοντας:

Σε παρακαλώ, μην το κάνεις· ας γεννήσουμε το παιδί μας· θα σε στηρίξω σε ό,τι χρειαστείς.

Συμφωνήσαμε, αλλά με την προϋπόθεση ότι δεν θα αλλάξει τις πάνες· ούτε θα ξυπνάει τα βράδια. Ολόκληρη την εγκυμοσύνη την βοηθούσα, κάλυπτα κάθε της επιθυμία. Όταν ήρθε η ώρα, την οδήγησα στο μαιευτήριο. Με την υγεία μας στο χέρι, η μικρή Αλίκη ήρθε στο φως· έκανα μια βαθιά ανάσα ανακούφισης.

Ο νεαρός πατέρας, ευτυχισμένος, πήγε σπίτι για ξεκούραση. Την επόμενη μέρα, όταν γύρισα στο νοσοκομείο για να επισκεφθώ τη σύζυγό μου και την κόρη, η νοσηλεύτρια μου έδωσε το εξής:

Η σύζυγός σας δεν υπάρχει· έφυγε· άφησε το παιδί.

Δεν μπορεί να είναι! μπερδεύτηκα· «Ψάξτε την!».

Εδώ είναι η σημείωση μου έδειξε, δίνοντάς μου ένα διπλό χαρτί.

Την άνοιξα· τρία μόνο λόγια: «Μην με ψάχνεις».

Η Αιμιλία δεν εμφανιζόταν ούτε στο γραφείο, ούτε στο σπίτι· δεν απαντούσε στα τηλέφωνά μου· είχε αλλάξει 5-αριθμο. Μόλις μισό χρόνο μετά, με κάλεσε.

Παίρνε τα πράγματά μου· ο Αρτέμιος θα τα πάρει· πάρε το διαζύγιο μόνος· δεν θα επιστρέψω.

Δεν υπήρχε ούτε μια κουβέντα για την κούρα μας· η Αιμιλία δεν ήθελε το παιδί· κι εγώ δεν ήμουν πατέρας με νόημα. Η μητέρα μου, που ζούσε κοντά, φρόντιζε την Αλίκη.

Η Σοφία, μητέρα του Δημήτρη, έλαβε ένα τηλεφώνημα από το σχολείο του γιου της. Η Μαρία, καθηγήτρια του, της είπε:

Έλα άμεσα, ο γιος σας κάνει κάτι ακατάλληλο!

Η Σοφία πήρε τσάντα, έφυγε από τη δουλειά, και έσπευδε στο σχολείο.

Ο γιος της, ο Διόνυσος, γεννήθηκε παρά τις προβλέψεις των γιατρών. Ο πατέρας του, ο Ιάσων, την είχε προειδοποιήσει πριν το γάμο ότι δεν μπορεί να έχει παιδιά· είχε και ιατρική βεβαίωση· ήταν ο τρίτος γάμος του.

Ίσως τα ιατρικά να έχουν κάνει λάθος· υπάρχει πάντα κάποιο ποσοστό σκέφτηκε η Σοφία, αποφασίζοντας να πάρει γαμπρό από το ορφανοτροφείο, κάτι που δεν είχε πει στον Ιάσον.

Ο Ιάσων είχε τρεις γάμους· στον πρώτο έμεινε μόνο έξι μήνες και έφυγε, κατηγορώντας τη για «βόλτες». Στον δεύτερο η σύζυγος του εξέτασε τον και αφιέρωσε τη δια ζώσης παρακολούθηση· όμως κι αυτό τελείωσε.

Παρά το παρελθόν, η Σοφία έμεινε έγκυος· με περηφάνια πήρε το ιατρικό έγγραφο ότι ήταν 8 εβδομάδες.

Ιάσω, ευχάριστο νέο! έδειξε το πιστοποιητικό. Θα έχουμε παιδί!

Ο Ιάσων, όμως, άφησε ένα αυστηρό βλέμμα:

Χαρά λες; γιατί να χαίρεσαι; έχεις φέρει παιδί με άλλον;

Μετά από λίγο ηρεμήθηκε:

Καλά, θα υπάρχει παιδί στην οικογένεια· αν και όχι δικό μου.

Η Σοφία δεν είπε άλλο· αποδέχτηκε την κατάσταση. Το παιδί, ο Νίκος, γεννήθηκε· και όντως έμοιαζε πολύ με τον Ιάσων, κάτι που εκείνος δεν παρατήρησε. Στα πρώτα μήνια, ο πατέρας παρακολουθούσε σιωπηλά, ακόμα και παλεύοντας περιστασιακά, όμως μετά άρχισε να παραπονιέται.

Πού είναι το παιδί; γιατί δεν το φροντίζεις; Ποιος θα πληρώνει το νόικο;

Η Σοφία κλαίει, παρακαλεί, προσπαθεί· αλλά οι διαμάχες επαναλαμβάνονταν. Όταν ο Νίκος μεγάλωσε, ο Ιάσων του είπε:

Πήγαινε στον πατέρα σου, να σε τρέφει και να σε ντύνει.

Η Σοφία έκανε ένα DNA test που επιβεβαίωσε ότι ο Ιάσων είναι ο πατέρας· αλλά εκείνος άρχισε ξανά:

Πώς νομίζεις ότι θα το πιστέψω; θα σε ξεγυρίσω.

Η Σοφία πήρε το παιδί και έφυγε στο σπίτι της της μητέρας. Ο Ιάσων τον έβρήκε, άνοιξε μια πόρτα σε άλλη περιοχή της Αθήνας· εκεί η Σοφία άρχισε μια διαδικασία διαζυγίου.

Τελικά, βρήκε ένα μικρό διαμέρισμα σε μια ήσυχη γειτονιά, πήρε δουλειά και ζει με τον Νίκο. Η ζωή τους ήρθε σε μια σταθερή τροχιά.

Μόλις, μια μέρα, η Σοφία έλαβε νέο τηλεφώνημα από το σχολείο. Πηγαίνοντας στην αίθουσα του διευθυντή, βρήκε τον Δημήτρη, τον γιο της, μαζί με μια παλιά φίλη του, την Αλεξία.

Η Αλεξία, αριστοποιημένη μαθήτρια, ήρθε να δει το παιδί. Ο Δημήτρης είχε ένα σημάδι στο μάγουλο· η Αλεξία τον κοίταζε με κίνδυνο.

Καλημέρα είπε η Διονυσία, η διευθύντρια. Ο Δημήτρης φρόντισε αυτό το περιστατικό.

Μπαμπά, δεν έκανα εγώ· η Αλεξία ξεκίνησε. Μου είπες να μην χτυπώ παιδάκια, κι εκείνη μου είπε ότι είμαι άγαμος, και μου έκανε το χτύπημα. είπε ο Δημήτρης, κοιτώντας την μητέρα του στα μάτια.

Δεν το έκανα, απάντησε η Αλεξία, καταβήσας το βλέμμα.

Σταματήστε είπε ο πατέρας.

Δημήτρη, ζητάς συγγνώμη από την Αλεξία.

Αλεξία, εσύ επίσης λες ότι φταίωξες.

Τα παιδιά στάθηκαν απέναντι, έτοιμα για νέα διαμάχη. Η Διονυσία πρότεινε:

Ας τα λύσετε εσείς οι γονείς.

Και οι δύο, η Σοφία και εγώ, γελάσαμε.

Είμαι ο Γεώργιος, πατέρας της Αλεξίας.

Είμαι η Σοφία, μητέρα του Δημήτρη.

Συγγνώμη, Αλεξία, είπε πρώτος ο Δημήτρης, κοιτάζοντας την με τρυφερότητα.

Και εσύ, συγγνώμη. έσπρωξε το χέρι της.

Μπράβο μας, γελούσαν οι γονείς, και τα παιδιά άρχισαν να γελούν μαζί.

Πάμε για πίτσα; πρότεινα.

Μαμά, πάμε! φώναξε η Αλεξία.

Η Αλεξία πρόσθεσε σοβαρά:

Μην νομίζετε ότι είναι απλώς μια παρεξήγηση· ειλικρινά συμφωνούμε.

Η μαμά του Δημήτρη, η Διονυσία, συμφώνησε:

Το καταλαβαίνουμε· ήταν μόνο μια παρεξήγηση.

Οι γονείς συνέχισαν να γελούν· τα παιδιά έτρωγαν πίτσα μέχρι τέλειας απόλαυσης. Ο Δημήτρης είπε στην ΑλεΚι από εκείνη τη μέρα, όλα τα εμπόδια λειώσαν ως σκόνη, και η ζωή μας κυλούσε ήρεμα, γεμάτη αγάπη και χαμόγελα.

Oceń artykuł
Η Ιουλία έμεινε έγκυος. Ο σύζυγός της, Γιώργος, όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν άφηνε την Ιουλία. Πλήρωνε όλα της τα όνειρα και τις επιθυμίες της. Τέλος ήρθε η στιγμή και ο Γιώργος πήγε την Ιουλία στο γέννα. Όταν γεννήθηκε μια υγιής κόρη, εκείνος απέπνευσε με ανακούφιση. Ικανοποιημένος και χαρούμενος, ο νεογενής πατέρας πήγε σπίτι για ξεκούραση. Την επόμενη μέρα ήρθε να επισκεφτεί τη σύζυγό του με την κόρη. – Δεν υπάρχει η σύζυγός σας, – του είπαν ξαφνικά. – Αυτό δεν μπορεί να είναι! – δεν πίστευε ο Γιώργος. – Μήπως πήγε κάπου; Αναζητήστε την! – Όχι, έφυγε, να το σημείωμα, – είπε η νοσηλεύτρια και του έδωσε ένα φύλλο διπλωμένο σε δύο. Ο Γιώργος το άνοιξε και άσπρος έμεινε από ό,τι διάβασε.