Ναταλία Στεφανοπούλου, δεν θα ζήσω με τον γιό σας· πείτε του αυτό, είπε η Σβίτα.

Κυρία Κατερίνα Στεφάνου, δεν θα ζήσω πια με τον γιό σας· πείτε του το ίδιο, είπε η Ελένη. Και με ποιον θα ζήσεις; Ποιος θα χρειαστεί το παιδί; Δεν βλέπω κανέναν πρίγκιπα στη σειρά που περιμένουμε, έσβησε η πεθερά.

Η Ελένη συνέλεγε τα πράγματα της κόρης της. Τα δικά της είχαν ήδη μπει σε σακίδιο λίγα, μόνο τα πιο απαραίτητα. Τα υπόλοιπα θα τα τακτοποιήσει αργότερα.

Οι κινήσεις της ήταν ήρεμες και μεθοδικές έβαλε στο σακίδιο το ζεστό φόρεμα της Σοφίας σιγουρέψατε ότι το σημείωσε στο μυαλό της. Σηκώθηκε και τα παπούτσια ένα ακόμα ζευγάρι.

Ήδη δεν έκλαιγε, δεν τρέμουσε η αϋπνία της μίας νύχτας της έδωσε τη δύναμη να αποφασίσει: πρέπει να χωρίσει από τον Κωνσταντίνο.

Άκουσε τον όταν γύρισε σπίτι. Πήγε στο υπνοδωμάτιο· μη βρ

αίσκοντας τη σύζυγό του, άνοιξε την πόρτα του παιδικού δωματίου. Η Ελένη έπαιξε ότι κοιμόταν.

Το πρωί, όταν έπρεπε να φύγει στη δουλειά, ο Κωνσταντίνος πρόκρινε το δωμάτιο της Σοφίας. Στάθηκε, τράηξε, αλλά δεν είχε το θάρρος να μπει· αναβλήθηκε η συζήτηση για το βράδυ.

Αλλά δεν θα υπήρχε πια καμιά συζήτηση· η Ελένη μέσα σε μισή ώρα κάλεσε ταξί και με τη δίχρονη Σοφία έφυγε προς το σπίτι των γονιών της.

Από το τι συνέβη εχθές, δεν ήθελε ούτε να μιλήσει ούτε να δει πια τον Κωνσταντίνο.

Στις πέντε βδομάδες ήρθε «από το μπαρ» κάθε Παρασκευή· όμως εχθές ήταν Τετάρτη. Εκτός αυτού, το πρωί η Ελένη ζήτησε από τον σύζυγό της να έρθει νωρίτερα και να μείνει με τη Σοφία όσο συναντούσε τη φίλη της Βαρβάρα η Βαρβάρα είχε υποσχεθεί μια απομακρυσμένη δουλειά.

Η Ελένη δεν τολμούσε να αφήσει τη μ

ατς με τον άντρα στην κατάσταση αυτή· τηλεφώνησε στη Βαρβάρα ζητώντας μεταφορά της συνάντησης. Στον Κωνσταντίνο δεν άρεσε:

Σε ποιον καλείς; Ποια συνάντηση; φώναξε προς την Ελένη.

Μιλάω με τη Βαρβάρα. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε, όμως δεν μπορώ να αφήσω τη Σοφία μόνη.

Γιατί δεν μπορείς;

Κοίτα τον εαυτό σου στον καθρέφτη τι είσαι; Πήγαινε να κοιμηθείς αύριο δουλειά, είπε η Ελένη και, γυρίζοντας, πήγε στην κουζίνα.

Μείνε! φώναξε ο Κωνσταντίνος, παίρνοντας της το χέρι. Τι σου αρέσει στον τρόπο μου; Σήμερα γενέθλια του Αργύρου. Μην νομίζεις ότι είσαι πριγκίπισσα! Εγώ αποφασίζω πότε θα επιστρέψω σπίτι. Κατάλαβες;

Η Ελένη προσπάθησε να ελευθερώσει το χέρι:

Άφησέ το! Πονάει! Έχεις χάσει το μυαλό σου!

Τράβηξε το χέρι, ο Κωνσταντίνος τρέμει και σχεδόν έπεσε.

Έλα, έτσι! φώναξε, και αμέσως το γροθιά του πέτυχε το πρόσωπό της.

Η Ελένη έπιασε το πρόσωπό της. Ο Κωνσταντίνος, που μάλλον δεν περίμενε αυτόν τον εαυτό του, άφησε το χέρι της και προσπάθησε να πει κάτι. Αλλά εκείνη στράφηκε και πήγε στη θυγατέρα.

Μην με λες πριγκίπισσα! ξαναφωνούσε ο άνδρας και έφυγε από το διαμέρισμα.

Η πεθερά, η Κατερίνα Στεφάνου, έβριζε τη Ελένη «πριγκίπισσα». Η κοπέλα δεν άρεσε στη Νικόλα ο Μπαμπά του.

Είκοσι ένα χρόνια, και τώρα ζει πάλι στη μητέρα της. Μαθαίνει! Εγώ τότε είχα ήδη ένα παιδί, και το δεύτερο έρθε

ι.

Άνδρας, σπίτι, κήπος, δουλειά! Αλλά αυτή μαθαίνει! Πριγκίπισσα! Θα πάθεις με τη συνήθειά της, Κωνσταντίνε. Θα επέλεξες πιο απλό κορίτσι!

Κι οι γονείς της Ελένης δεν ενθουσιάζονταν με τον γαμπρό.

Ελένη, που πηγαίνεις; Ο Κωνσταντίνος δεν είναι ο τελευταίος άνδρας στη γη! Έχεις ερωτευτεί; Καλά, συναντηθείτε, μπορεί και να ζήσετε μαζί, όμως εγώ το βλέπω με κριτική.

Μην παντρευτείς αμέσως! Σκέψου: είσαι έτοιμη να περ

νάς όλη σου τη ζωή με αυτόν; Δες την οικογένειά του τέλος. Τότε αποφάσισε.

Αυτή έλαβε την απόφασή της. Σήμανε το λάθος της μετά από έξι μήνες. Μπορούσε να φύγει. Αλλά, πρώτον, ήταν ντροπιαστικό να παραδεχθεί ότι οι γονείς είχαν δίκιο. Δεύτερον, είχε ήδη ελπίδα.

Η άφιξη της Σοφίας δεν άλλαξε τον Κωνσταντίνο. Ήταν ακόμη στην άποψη ότι όλες οι δουλειές του σπιτιού και η φροντίδα της παιδικής ηλικίας είναι ευθύνες της γυναίκας.

Η άσχημη υγεία της, η ασθένεια της κόρης, ή ό,τι άλλο δεν δικαιολογούσε το ότι δεν υπήρχε δείπνο ή καθαρό σπίτι.

Δε μπορείς να τα βγάλεις μόνος σου με ένα παιδί! Πώς το κάνουν οι άλλες γυναίκες; Εγώ όταν πηγαίνω στη δουλειά, εσύ κοιμάσαι!

Δεν είναι δυνατόν όλη μέρα να μη βρεθεί χρόνος για το μανάβικο και το δείπνο, έλεγε.

Η Σοφία έχει δόντια που βγαίνουν, κλαίει, και δεν μπορώ να μαγειρέψω με τη μικρή στα χέρια μου. Πάραμε παραγγελία. Μπορείς να βράσεις κεφτέδες; Ή κράτα τη Σοφία, θα φτιάξω εγώ το φαγητό.

Τα ροζ γυαλιά είχαν φύγει από καιρό. Η Ελένη όλο και πιο συχνά σκεφτόταν ότι η μητέρα της είχε δίκιο όταν της συμβούλεψε να μην βιαστεί με το γάμο και να προσέξει την οικογένεια του Κ

ωνσταντίνου.

Πολλές φορές ήθελε να φύγει, αλλά ο Κωνσταντίνος υποσχόταν ότι θα άλλαζε· η Ελένη τον πίστευε και ελπίζ

ε.

Αλλά μετά από εκείνη τη βράδυ, όταν του έστειλε το χέρι πρώτα, κατάλαβε πως δεν θα άντεχε άλλο.

Ναι, ντροπή μπροστά στους γονείς, αλλά με έναν άνδρα που δεν ντρεπ

αίνεται να χτυπάει τη γυναίκα, δεν ήθελε να ζήσει. Περισσότερο, δεν ήθελε τη Σοφία να ζει σε τέτοιες συνθήκες.

Η μητέρα της Ελένης, από το παράθυρο, είδε ένα ταξί να σταματά μπροστά στο σπίτι· η κόρη με τη Σ

οφία στα χέρια.

Κώστα, κοίτα, η Ελένη ήρθε με τα πράγματα. Πήγαινε να τη βοηθήσεις με τη βαλί

α, είπε στον γιο.

Όταν η Ελένη μπήκε, έβγαλ

αν τα σκοτεινά γυαλιά· το αριστερό της μάτι είχε οίμα, με μπλε σημάδι.

Αυτός είναι ο Κωνσταντίνος; α

ναγνώστη κ

ατέλη

π.
Συνεχίζει..

Oceń artykuł
Ναταλία Στεφανοπούλου, δεν θα ζήσω με τον γιό σας· πείτε του αυτό, είπε η Σβίτα.