Ποια καθυστερημένη πληρωμή; Κάποιο λάθος θα έγινε, δεν έχουμε δάνεια… Ναι, Παπαδόπουλοι, ναι, σωστή η διεύθυνση, αλλά… Πόσα; Αποκλείεται. Σε ποιο όνομα έχει βγει το δάνειο; είπε με αγωνία η Μαρίνα.
Στο όνομα του Ανδρέα Νικολάου Παπαδόπουλου, της απάντησαν με τυπικό τόνο.
Ναι, ο άντρας μου είναι, αλλά πώς; Και γιατί; Το ταραγμένο βλέμμα της γέμισε απορία.
Συμπονώ, μαλάκωσε η φωνή του συνομιλητή, αλλά οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους: οι ημερομηνίες χάθηκαν, σήμερα είναι η υπενθύμιση, μετά ακολουθούν άλλα μέτρα.
Η Μαρίνα δε θυμόταν πώς βρέθηκε μπροστά στον υπολογιστή της. Το σοκ ήταν τέτοιο που το σώμα της κινήθηκε μηχανικά. Έπρεπε οπωσδήποτε να ψάξει μόνη της πώς προέκυψε αυτή η οφειλή.
Κάρτα δανείου του Ανδρέα ποτέ δεν είχε δει· άρα τα χρήματα δεν πήγαν στο σπίτι. Τι συνέβαινε; Στη δουλειά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Η σκέψη της καρφώθηκε στο περίεργο τηλεφώνημα. Η Μαρίνα περίμενε με κομμένη την ανάσα μέχρι να γυρίσει ο Ανδρέας το απόγευμα.
Για ποιον τα πήρες τα λεφτά; Ποιος σε παρακίνησε να πάρεις δάνειο;
Δεν πρόλαβα… Τελικά πήραν τηλέφωνο, μουρμούρισε με εκνευρισμό ο Ανδρέας. Κι αμέσως, βλέποντας πως τον «ξετρύπωσε», της επιτέθηκε λεκτικά: Τι με κοιτάς; Για τη μάνα μου, για τη μάνα. Μου ζήτησε βοήθεια, ζει μόνη της…
Και τι θα τα κάνει τόσα χρήματα; Εμείς με λιγότερα τα βγάζουμε, ενώ δουλεύουμε και οι δύο
Για διακοπές, δηλαδή; Είναι τόσο απλό.
Πού πάει; Στις Μαλδίβες ή στη Σαντορίνη;
Η μάνα καημένη με μεγάλωσε μόνη. Έχει δικαίωμα. Δεν το περίμενα αυτό από σένα
Με μούτρα και βαρύ βήμα, ο Ανδρέας χώθηκε στο σαλόνι, έπεσε στο πολυθρόνα και γύρισε στην πλάτη. Το συνηθισμένο θέατρο του θιγμένου παιδιού. Αυτή τη φορά, όμως, η παράσταση δεν είχε αντίκρισμα.
Η Μαρίνα δεν μίλησε. Στα τόσα χρόνια, είχε γίνει υπεραρκετή η παρουσία της πεθεράς της στη ζωή τους. Η Ελευθερία Αναγνωστοπούλου λάτρευε να ζητά. Από την πρώτη στιγμή που γνώρισε τη νύφη της, έκανε ερωτήσεις. Είδε τα χρυσά σκουλαρίκια με δέος στα μάτια.
«Αληθινά είναι ή φτηνά πραγματάκια;»
Όταν κατάλαβε πως η Μαρίνα αποφεύγει φθηνές απομιμήσεις, αναστέναξε ηχηρά:
Γιατί χαλάς τόσα λεφτά; Καλύτερα να αγοράζατε τίποτα χρήσιμο για το σπίτι
Ήταν δώρο, απάντησε η Μαρίνα ενοχλημένη.
Α, εντάξει τότε, η πεθερά ηρέμησε στη στιγμή.
Σε μια βδομάδα, ο Ανδρέας παρακάλεσε να μη φορά τα σκουλαρίκια μπροστά στη μητέρα του. Εκείνη στεναχωριέται που δεν έχει κι ο ίδιος δεν έχει τη δυνατότητα να της τα αγοράσει.
Ήδη από τότε, η Μαρίνα ένιωσε το παράλογο αυτής της συμπεριφοράς. Μα η αγάπη της για τον Ανδρέα τής σκέπασε τα σύννεφα. Μετά ήρθε ο γάμος. Η Ελευθερία εμφανίστηκε λαμπερή, με επώνυμο φόρεμα και ακριβό δώρο, όμως έπειτα η Μαρίνα έμαθε τυχαία ότι όλα τα είχε εξοφλήσει ο Ανδρέας. Δίχως εξασφάλιση για αυτά, η πεθερά δεν θα πατούσε στο γάμο.
Έπειτα άρχισαν τα αιτήματα: μια τηλεόραση σαν της γειτόνισσάς της, ένα πιστολάκι μαλλιών όπως η αδερφή της, πληρωμές κομμωτηρίων, ακόμα και αισθητικού. Όλα τώρα, αμέσως! Διαφορετικά… η Ελευθερία ξεκινούσε τα δάκρυα και τις λιποθυμίες. Ο Ανδρέας δεν άντεχε τις κλάψες και έτρεχε να κάνει ό,τι του ζητούσε.
Είναι η μάνα μου… Δεν γίνεται αλλιώς!
Όμως πια, είχε κι αυτός οικογένεια. Κι όμως τα χρήματα δεν έφταναν. Μα πώς ήταν δυνατόν; Μιλούσαν για μισθούς καλούς, είχαν δύο δουλειές και πάλι αγωνίζονταν για τα βασικά. Όταν η Μαρίνα ρωτούσε, ο Ανδρέας μόνο σήκωνε τους ώμους:
Μαρίνα μου, μάλλον εσύ δεν ξέρεις πώς να διαχειριστείς τον προϋπολογισμό. Από τη μάνα μου να μάθεις…
Μόνο που εκείνη δεν ήθελε ποτέ να της μοιάσει. Το είδος της εξουσιαστικής «μαμάς» ήταν οικείο στη Μαρίνα κι άρχισε να στέκεται μακριά.
Ώσπου η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι: Μια ακόμη απαίτηση για διακοπές και το ποσό που ο Ανδρέας πήρε από την τράπεζα για τη μάνα του πάγωσε το αίμα της. Με τόσα ευρώ μπορούσαν να καλύψουν τρεις δόσεις στεγαστικού, να αγοράσουν καινούρια έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, να γιορτάσουν σε καλό αθηναϊκό εστιατόριο, να ζήσουν σαν άνθρωποι. Μα ο Ανδρέας δεν φαινόταν πρόθυμος να αλλάξει κάτι: στη μάνα ήταν όλα, πάντα.
Κι όμως, αν το ήξερε, ίσως υποχωρούσε. Αν όμως είχε συμβεί κάτι απρόοπτο; Ποιος θα είχε την ευθύνη του δανείου; Η ίδια! Η πεθερά πάλι άμοιρη.
Ήρθε ώρα σοβαρής κουβέντας, να βάλει τα όρια. Μα όταν προσπάθησε, ο Ανδρέας άστραψε:
Μα πλήρωσα, τα εξόφλησα όλα, τι «βασανίζεις»; Κάθεσαι και μου γκρινιάζεις! Ναι, η μαμά δεν θα πήγαινε σε φθηνό ξενοδοχείο δικαίωμά της! Πόσα της χρωστάω; Όλη μου τη ζωή την αφιέρωσε! Ούτε διακοπές δεν μπορώ να της προσφέρω;
Και τα δικά μας τα έξοδα; Μήπως πρέπει να της εξηγήσεις πως αυτά δε γίνονται;
Θα το εξηγήσω εγώ σε σένα: η μάνα είναι ιερό πρόσωπο
Η Μαρίνα ήξερε: ο Ανδρέας δεν θα άλλαζε ποτέ. Και η Ελευθερία ανησυχούσε μην της πάρει τον γιο. Καθημερινές εκκλήσεις: «Ιεράκι μου, έλα να με δεις, μου λείπεις τόσο…» Κι εκείνος άφηνε όλα και πήγαινε στην άλλη άκρη της Αθήνας: μάνα είναι.
Το επόμενο πρωινό, μετά τη μεγάλη διαμάχη, το ζευγάρι πήγε απλώς στη δουλειά χωρίς να έχει συμφιλιωθεί. Πλησιάζοντας το μεσημέρι, η Μαρίνα άρχισε να νιώθει πολύ άσχημα.
Οι συνάδελфοί της, ανήσυχοι, την πήγαν κατευθείαν στο νοσοκομείο. Εκεί, με δάκρυα στα μάτια, έμαθε πως περίμενε παιδί. Έπρεπε πρώτος να το μάθει ο Ανδρέας ίσως, σκέφτηκε, έτσι θα άλλαζαν πολλά.
Ωστόσο η χαρά της δεν κράτησε. Ο Ανδρέας τα χασε: δεν το είχε σχεδιάσει, την πίεζε να κάνει διακοπή, να το αναβάλουν «τώρα δεν γίνεται, δεν αντέχουμε άλλη ευθύνη». Κι αμέσως, τηλέφωνο από την πεθερά:
Δεν έχω καμία όρεξη να γίνω γιαγιά! Τι πας να καταφέρεις; Φαντάζεσαι πως με ένα παιδί θα κρατήσεις τον Ανδρέα κοντά σου; Μάταια, θα φύγει, δεν τον κρατάς…
Γιατί να φύγει; Πώς το λέτε αυτό;
Ξέρω τον γιο μου, μάνα είμαι. Ψάχνει από καιρό ευκαιρία να φύγει μακριά από εσένα. Γιʼ αυτό άκουσέ με: κάνε ό,τι σου ζητάει, αλλιώς ούτε διατροφή θα πάρεις.
Η Μαρίνα ένιωσε το φως να σβήνει. Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια της, είδε δίπλα της μια γιατρό την κυρία Κωνσταντίνα, γειτόνισσα της πεθεράς της.
Ξύπνησες, Μαρινάκι, της είπε με στοργή.
Δεν ήξερα ότι δουλεύετε εδώ, κυρία Κωνσταντίνα…
Καλύτερα να μη γνώριζες! χαμογέλασε πικρά. Σε φέρανε σε κρίση… Για πες μου, τι έχεις περάσει και κατέληξες έτσι;
Ακούγοντας την ιστορία, η γιατρός σκυθρώπασε. Έπειτα της είπε την αλήθεια κατάματα:
Παράτα τους, κορίτσι μου. Ο Ανδρέας δεν αλλάζει και η μάνα του θα βασανίζει όλες του τις γυναίκες, όπως βασάνιζε και τον άντρα της μέχρι που τον έστειλε στον τάφο. Ο Ανδρέας είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της, ποτέ δε θα της πάει κόντρα.
Μα παντρεύτηκε, ψέλλισε η Μαρίνα.
Εκπλήσσομαι που τα κατάφερες! Πόσες έφυγαν τρομαγμένες μετά από μια βραδιά στην Ελευθερία! Για πες μου, τι είπε όταν έμαθε για το παιδί;
Ακούγοντας την απάντηση, η γιατρός ψιθύρισε λόγια που δε σηκώνουν γραφή για τον «κανακάρη της μανούλας». Μα ήταν σαν να άκουσε ξόρκι, γιατί εκείνη τη στιγμή η Μαρίνα πήρε την απόφασή της. Θα τα κατάφερνε μονάχη της. Ο Ανδρέας είχε ήδη κάνει την επιλογή του, χωρίς να το καταλάβει.
Την αίτηση διαζυγίου την κατέθεσε μόλις γύρισε στη δουλειά. Ο Ανδρέας δεν προσπάθησε να τη μεταπείσει. Για το ότι το μωρό κράτησε, δεν του είπε τίποτα.
…Ένας χρόνος ελεύθερης ζωής πέρασε. Ενα δειλινό, η Μαρίνα περπατούσε ήρεμα πλάι στο κοριτσάκι της στο πάρκο της γειτονιάς.
Κοίτα να δεις ποια συναντάω, ακούστηκε η γνώριμη φωνή της Ελευθερίας. Γιατί δεν με αφήνεις να δω τη «συγγενή» μου;
Γιατί δεν είναι εγγονή σας, της απάντησε γαλήνια η Μαρίνα. Εκείνο το παιδί που θα είχαμε… αυτό, όπως και εσείς με τον Ανδρέα θέλατε, δεν γεννήθηκε. Αυτή εδώ είναι μόνο δική μου κόρη. Κι έχει ήδη γιαγιά.
Τολμάς να μου μιλάς έτσι…
Και βέβαια τολμώ. Αν τόσο πολύ θέλετε τον τίτλο, βρείτε άλλη νύφη στον γιο σας.
Η Μαρίνα απομακρύνθηκε με το παιδί της, αδιαφορώντας για τις φωνές που έφταναν πίσω της. Καταλάβαινε πως άφησε μια για πάντα πίσω το χειραγωγημένο παιδί-άντρα και την πεθερά που δεν ήξερε όριο. Και ήταν απόλυτα βέβαιη πως το έκανε σωστά.





