Αθηνά μόλις τελειώνει το σκούπισμα, όταν ακούγεται το κουδούνι της πόρτας. Πλένει στα γρήγορα τα χέρια της και τρέχει να ανοίξει. Στο κατώφλι στέκεται η πεθερά της, η Ελευθερία Αλεξίου. Το ειρωνικό της χαμόγελο κάνει την Αθηνά να νιώσει άβολα, κι εκείνη προχωράει στο διαμέρισμα χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Καλησπέρα, τι σε φέρνει από εδώ; ψελλίζει η Αθηνά, ανακτώντας την ψυχραιμία της.
Είπα να κάνω μια βόλτα ως τα μέρη σας, απαντά ξερά η Ελευθερία, δίχως να μπει στον κόπο να χαιρετήσει.
Μα, αυτή τη στιγμή κάνω δουλειές! Γιατί δεν ειδοποιήσατε; Δεν το θεωρείτε σωστό να πέφτετε έτσι ξαφνικά;
Η Ελευθερία σηκώνει ειρωνικά το φρύδι:
Και δηλαδή πρέπει να ζητήσω την άδειά σου για να έρθω στο διαμέρισμά μου; Έλεος!
Τα λόγια αυτά κάνουν την Αθηνά να κοκκινίσει· δεν ξεχνά πως μένουν ακόμη εδώ με τον Πέτρο υπό όρους που έθεσε η Ελευθερία, και δεν είναι λίγες οι φορές που έχει απειλήσει να τους πετάξει έξω.
Η αλήθεια είναι πως ο Πέτρος μπλέχτηκε σε μεγάλο χρέος και τώρα εκείνος κι η Αθηνά εργάζονται σκληρά, προσπαθώντας να πληρώσουν τα δανεικά. Δεν υπήρχε περίπτωση να νοικιάσουν αλλού, κι έτσι η πεθερά τους λυπήθηκε έχει δύο διαμερίσματα, το ένα το νοικιάζει και στο άλλο μένει. Στο δεύτερο τους φιλοξενεί όσο ξεχρεώνουν. Το μόνο που πληρώνουν είναι τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού.
Πώς τα περνάτε; ρωτάει η Ελευθερία, φτιάχνοντας μόνη της καφέ στην κουζίνα.
Όλα καλά, απαντά ξερά η Αθηνά και πηγαίνει στο σαλόνι.
Η Ελευθερία τη μετράει με το βλέμμα. Κάτι δεν της αρέσει σήμερα στην κοπέλα, φαίνεται χλωμή. Δεν έχει ποτέ δέσει ιδιαίτερη σχέση με την Αθηνά, παρότι σέβεται επιλογές του γιου της. Μερικές φορές, όμως, δεν χάνει ευκαιρία να τη σαρκάζει.
Είναι όλα εντάξει μαζί σου; Δεν μου γεμίζεις το μάτι σήμερα.
Καλά είμαι, ξαναλέει σιγανά η Αθηνά.
Όλο καλά είσαι! Δεν υπάρχουν άλλες λέξεις στη γλώσσα σου;
Η κοπέλα σηκώνει αδιάφορα τους ώμους. Στην πραγματικότητα δεν αισθάνεται καλά, αλλά δεν θέλει να εμπλέξει την πεθερά της.
Τι σκέφτεσαι να κάνεις σήμερα; επιμένει η Ελευθερία.
Δεν ξέρω, ίσως πάω μέχρι το σούπερ μάρκετ. Έχω να ψωνίσω μερικά πράγματα και μετά δουλειά.
Η Ελευθερία κουνάει το κεφάλι· ξέρει πως η Αθηνά είναι λογίστρια που δουλεύει από το σπίτι. Η κουβέντα σβήνει γρήγορα κι η Ελευθερία δείχνει να βαριέται.
Θες να πάμε μαζί για ψώνια; Έχω το αμάξι, σε πάω και σε φέρνω!
Η Αθηνά σκέφτεται να αρνηθεί, μιας και οι βόλτες με την πεθερά συνήθως τελειώνουν με μπηχτές, αλλά γρήγορα σκέφτεται τα βαριά ψώνια και συμφωνεί.
Καλή ιδέα!
Άντε, ετοιμάσου! Όλο κωλυσιεργείς!
Η Αθηνά ντύνεται στα γρήγορα, αλλά και πάλι η Ελευθερία δεν χάνει την ευκαιρία να τη πειράξει:
Άντε, μέχρι να ετοιμαστείς πήρα έναν υπνάκο.
Η κοπέλα δεν απαντά, ξέρει πως πρόκειται για πείραγμα. Από το πρωί έχει ανακατωσούρα κι αποφεύγει τις εντάσεις.
Πού πάμε;
Η Αθηνά της λέει δύο γνωστά μαγαζιά. Η Ελευθερία ξεκινά με το αυτοκίνητο. Για να πούμε την αλήθεια, ούτε η ίδια έχει λόγο να πάει για ψώνια· απλώς, την πνίγει το άδειο της σπίτι. Το έχει χάσει το σύντροφό της, και πια την οικογένεια τη ζει μέσα απ τον Πέτρο και την Αθηνά, όσο κι αν το κρύβει.
Γιατί παίρνεις αυτά τα φτηνά προϊόντα; ρωτάει παρατηρώντας τι αγοράζει η νύφη της.
Προς το παρόν, μόνο αυτά μπορούμε να αντέξουμε, λέει η Αθηνά ήρεμα. Ξέρετε ότι έχουμε ακόμα να ξεχρεώσουμε αρκετά ευρώ.
Η Ελευθερία σηκώνει αδιάφορα τους ώμους το είχε ξεχάσει ή ποτέ δεν της είχε πολυενδιαφέρον.
Αθηνά, πάμε να πιούμε ένα καφέ; Κερασμένος από μένα.
Γυρνάει προς το μέρος της νύφης και τότε βλέπει την κοπέλα να χάνει το χρώμα της και να σωριάζεται. Ευτυχώς, είναι δίπλα στο αμάξι και πρόλαβε να την κρατήσει.
Αθηνά, τι σου έτυχε; Συνήλθε! Παναγία μου
Της ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπο. Η κοπέλα αργά ανοίγει τα μάτια.
Είσαι καλά παιδί μου;
Η Αθηνά της κάνει νόημα να μην ανησυχεί, σκουπίζει το πρόσωπο και λέει:
Μια χαρά, μάλλον κουράστηκα, ίσως αγχώθηκα.
Η Ελευθερία κάτι αρχίζει να υποψιάζεται, αλλά προς το παρόν δεν λέει τίποτα.
Πάμε σπίτι.
Έχω να πάω κι αλλού, προσπαθεί να διαμαρτυρηθεί η Αθηνά.
Η Ελευθερία δεν δίνει σημασία. Σε λίγο βρίσκονται ξανά στο διαμέρισμα και αυτήν τη φορά κουβαλάει εκείνη τα ψώνια, όσο και αν επιμένει να βοηθήσει η Αθηνά.
Άφησέ τα σε μένα και ξεκουράσου, μουρμουρίζει η Ελευθερία.
Μπαίνοντας μέσα, η Αθηνά νιώθει καλύτερα, τακτοποιεί ψώνια, βάζει φαγητό στη φωτιά και ετοιμάζεται να δουλέψει.
Συμβαίνει συχνά αυτό; την ρωτάει η Ελευθερία.
Τι; Α, στο μαγαζί; Όχι συχνά, μην ανησυχείτε.
Η Ελευθερία καταλαβαίνει κάτι, κάθεται κι αρχίζει να αφηγείται:
Τα ίδια είχα κι εγώ όταν ήμουν έγκυος στον Πέτρο: ναυτίες, λιποθυμίες…
Σας παρακαλώ, δεν είμαι έγκυος! απαντάει, κατακόκκινη, η Αθηνά. Εμείς με τον Πέτρο δεν μπορούμε τώρα. Πρέπει να δουλέψουμε, να ξοφλήσουμε αυτά τα ευρώ. Ένα παιδί σημαίνει επιπλέον έξοδα.
Η Ελευθερία σοβαρεύει:
Το παιδί δεν είναι απλώς έξοδα, Αθηνά. Είναι ευλογία.
Όχι τώρα, σας παρακαλώ, ψιθυρίζει η Αθηνά, τώρα δε γίνεται.
Αν όμως έχεις ήδη μείνει έγκυος;
Η Αθηνά θυμώνει:
Ελευθερία, δεν είμαι! Μην το τραβάτε άλλο!
Μη φωνάζεις! Αν ανησυχείς, κάνε ένα τεστ και άσε τα νεύρα. Τον λόγο μου ήρθα να σου φέρω;
Για να μου ανακατώσετε το μυαλό ήρθατε, μάλλον.
Να ξέρεις, εγώ σε πήγα στο μαγαζί αλλά και σε βοήθησα όταν ζαλίστηκες. Μίλα με τον Πέτρο, δες τι θα κάνετε.
Ε, θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε, απαντάει μουτρωμένη η Αθηνά.
Η Ελευθερία βαριανασαίνει αντιλαμβάνεται πως κάτι αλλάζει στη συνήθως ήρεμη Αθηνά. Και τελικά, νιώθει σίγουρη πως η κοπέλα είναι πράγματι έγκυος και σκέφτεται με χαρά τα εγγόνια της. Δεν μιλάει άλλο.
Γιατί χαμογελάτε έτσι;
Πώς θα ήθελες να ονομάσεις ένα αγοράκι; Ή ένα κοριτσάκι;
Η Αθηνά μένει άναυδη και μετά εκνευρίζεται.
Δεν είμαι έγκυος! Δεν γίνεται τώρα! Αφήστε με ήσυχη, πηγαίνετε σπίτι σας αν βαριέστε!
Εντάξει, εγώ φεύγω, λέει η Ελευθερία μ ένα γελάκι. Αλλά να ξέρεις, με τα παιδιά θα βοηθήσω όπου χρειαστεί.
Η Αθηνά ούτε που απαντά, μόνο στραβομουτσουνιάζει.
Όταν η πεθερά της φεύγει, η Αθηνά σκέφτεται την κουβέντα της κι αποφασίζει να ψάξει το φαρμακείο. Δεν ήθελε παιδί ακόμα, αλλά βαθιά μέσα της ξέρει πως τίποτε δεν αποκλείεται. Πάνω απ όλα, δεν θέλει να επιβεβαιώσει την πεθερά της. Η αλήθεια όμως είναι πως την έχει κυριεύσει ένας απλός φόβος.
Η Αθηνά φοβάται τα πάντα: τον τοκετό, τον πόνο, την ευθύνη. Δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της μητέρα φοβάται πως δεν θα τα καταφέρει.
Από το φαρμακείο βρίσκει το τεστ εγκυμοσύνης που είχε αγοράσει απλά για παν ενδεχόμενο. Τώρα νιώθει τα χέρια της να τρέμουν. Περιμένει τα λεπτά να περάσουν, κοιτάζει το χαρτάκι Δυο γραμμές φαίνονται ξεκάθαρα. Ξεχνάει αμέσως τη δουλειά της. Όλη της η σκέψη είναι πια για τη ζωή που μεγαλώνει στην κοιλιά της.
Το βράδυ, σχεδόν πριν ακόμη περάσει την πόρτα, δίνει στον Πέτρο το μικρό χαρτάκι.
Τι είναι αυτό; τη ρωτά σαστισμένος.
Εγώ Περιμένουμε μωρό, ψιθυρίζει η Αθηνά.
Κανείς απ τους δύο δεν είναι προετοιμασμένος γι αυτή την είδηση. Ο Πέτρος, όμως, μετά από λίγα δευτερόλεπτα, χαμογελά αμήχανα:
Αλήθεια; Θα κάνουμε παιδί;
Ναι! λέει η Αθηνά, τρεμάμενη. Τι θα κάνουμε τώρα;
Ο Πέτρος σκέφτεται για λίγο, μετά της χαϊδεύει την κοιλιά.
Θα αρχίσουμε να διαλέγουμε όνομα για το μωρό!
Και η δουλειά; Τα χρέη;
Θα τα καταφέρουμε, Αθηνά. Η μαμά μου θα μας βοηθήσει. Πάντα τα αγαπούσε τα παιδιά!
Κάθονται μαζί στον καναπέ. Η Αθηνά βάζει τα κλάματα
Πέτρο, φοβάμαι. Ο τοκετός πονάει! Πώς θα το κρατήσω; Αν μου πέσει; Αν το πιάσω λάθος;
Σιγά, αγάπη μου. Είμαι δίπλα σου. Μαζί θα μεγαλώσουμε το παιδί.
Η Αθηνά ηρεμεί στην αγκαλιά του, κι αργότερα, παίρνει τηλέφωνο την Ελευθερία να της πει τα νέα. Ξέρει πως η πεθερά της θα χαρεί πολύ. Και δεν έκανε λάθοςΗ γραμμή μένει ανοιχτή για λίγα δευτερόλεπτα η Ελευθερία στην άλλη άκρη δεν λέει κουβέντα. Κι έπειτα, ακούγεται η φωνή της, για πρώτη φορά μαλακή, ζεστή.
Το ήξερα, Αθηνά μου. Να μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά, θα δείτε. Κι εγώ εδώ θα είμαι, δίπλα σας.
Η Αθηνά χαμογελά μέσα στα δάκρυά της. Ξαφνικά, νιώθει το βάρος του φόβου να φεύγει σιγά-σιγά. Και καθώς ο Πέτρος τη σφίγγει στην αγκαλιά του, κι η πεθερά της ψιθυρίζει ευχές από το τηλέφωνο, ξέρει πως η νέα τους οικογένεια, παρόλες τις δυσκολίες, γεννιέται ήδη με γέλια, άγχη και αγάπη.
Την επόμενη μέρα, όταν η Ελευθερία έρχεται πρώτη φορά στο σπίτι με μια σακούλα φρούτα και σοκολάτες, η Αθηνά τη δέχεται στην πόρτα χωρίς καχυποψία μόνο με μια αμήχανη, συγκρατημένη χαρά. Ανταλλάζουν ένα βλέμμα που δεν χρειάζεται άλλες εξηγήσεις. Η πεθερά της της πιάνει το χέρι.
Όλα θα τα μάθεις, σιγά-σιγά. Εγώ να με εμπιστεύεσαι, αγάπη μου.
Κι ίσως, τελικά, το πραγματικό σπίτι να φτιαχνόταν όχι απ τα νοίκια και τους λογαριασμούς, αλλά απ αυτή τη νέα αρχή που, χωρίς να το καταλάβουν, έχτιζαν μαζί τρεις γυναίκες, τρεις γενιές, και ένα θαύμα ήδη καθ οδόν.





