3 Ιουλίου
Σήμερα το πρωί είχα ένα από τα πιο παράξενα τηλεφωνήματα της ζωής μου. Χτυπάει το τηλέφωνο, απαντώ, και μια γυναικεία φωνή γεμάτη χαρά μου λέει:
Μαρία μου, ετοιμαζόμαστε να σας έρθουμε για επίσκεψη! Ήδη πήραμε τα εισιτήριά μας!
Έμεινα να κοιτάζω το κινητό λες και θα μου εξηγούσε μόνο του ποια είναι αυτή! Η αλήθεια είναι πως άνθρωπος που να μου μιλάει στον ενικό και να με λέει «Μαρία μου» και εγώ να μην τον αναγνωρίζω… μάλλον πολύ μακρινή συγγενής!
Συγγνώμη, ποια είστε; Ποιοι θα έρθετε επίσκεψη;
Αχ, βρε Μαρία μου, είμαι εγώ, η θεία Ειρήνη!
Ειρήνη; Θεία; Μάταια προσπαθούσα να θυμηθώ τέτοια συγγένεια… Τέλος πάντων, της απάντησα διστακτικά:
Και τι ακριβώς θέλετε;
Να έρθουμε για λίγο! Μένεις δίπλα στη θάλασσα, έτσι; Μόνο δύο μέρες θα καθίσουμε· απλώς ο Νίκος ο γιος μου πρέπει να πάρει θαλασσινό αέρα
Όσο μιλούσαμε, κατάλαβα ότι ο δεκαπεντάχρονος Νίκος της χρειάζεται τάχα για «θεραπεία» στη θάλασσα. Η θεία Ειρήνη διαβεβαίωνε πως δε θα μας φέρει σε δύσκολη θέση και θα βοηθάει με το σπίτι. Κάτι μέσα μου μου φώναζε πως θα μετάνιωνα για την καλή πρόθεσή μου. Όμως, τελικά είπα το «ναι».
Σε ευχαριστούμε, Μαρία μου! Ερχόμαστε Παρασκευή! είπε η φωνή στην άλλη γραμμή κι έκλεισε χωρίς πολλά πολλά. Γύρισα και κοίταξα το γιο μου τον Πέτρο, που κοιτούσε το κινητό με θλίψη.
Πάλι επισκέψεις, μαμά;
Κάποια θεία Ειρήνη. Δεν έχω ιδέα ποια είναι.
Πάρε τη γιαγιά τη Δήμητρα να μάθεις
Παρατήρησα πως τους είχα όλους κόψει τελευταία, αλλά για το παιδί είπα να κάνω μια εξαίρεση. Το σπίτι αυτό κοντά στη θάλασσα το αγόρασα μετά το διαζύγιο μια μόνιμα δική μας φωλιά έξω από την Καλαμάτα. Εκεί που νόμιζα πως επιτέλους θα βρω γαλήνη, άρχισαν να ξεφυτρώνουν συγγενείς που δεν είχα ξανακούσει: θείες, ξαδέλφες, τριτοξαδέλφες… Όλοι για διακοπές.
Στην αρχή χαίρόμουν, έλεγα: «Επιτέλους συνδέομαι με την οικογένεια!» Αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι ήθελαν έτοιμο τραπέζι, καθαρό σπίτι, το ψυγείο γεμάτο και πάντα φρέσκο καφέ. Κι αν τολμούσες να πεις «βοηθήστε κι εσείς»; Σήκωναν τα φρύδια λες κι έπαιρναν δωμάτιο στο Hilton!
Έτσι, άρχισα να λέω όχι. Μερικοί ακόμη και έτσι έρχονταν, αλλά αρνιόμουν να τους βάλω μέσα. Ελάχιστοι άξιζαν τον κόπο, αλλά αυτοί ήταν η εξαίρεση.
Πήρα όπως με συμβούλεψε ο Πέτρος τη μαμά. Εκείνη μένει ακόμα στην Πάτρα, αλλά έρχεται συχνά. Λέω λοιπόν για τη θεία Ειρήνη κι αυτή στεναχωρημένη μου απαντά:
Δεν τη θυμάμαι, κορίτσι μου, μάλλον πρόκειται για πολύ μακρινή συγγενή. Θα ρωτήσω και τον πατέρα σου, αλλά δεν νομίζω
Δύο μέρες μετά, καταφθάνουν! Η «θεία» Ειρήνη μια μεγαλόσωμη, αποφασιστική γυναίκα και ο Νίκος, που μόνο μικρό παιδί δεν τον έλεγες. Η δικαιολογία για το «θαλασσινό αέρα» αποδείχθηκε δικαιολογία απλώς ήθελαν τζάμπα διακοπές!
Γιατί δεν ήρθατε να μας πάρετε από το σταθμό; ήταν το πρώτο που είπε.
Η μαμά μου δεν οφείλει κάτι τέτοιο, απάντησε ο Πέτρος μου αποφασιστικά.
Μαρία, πού να βάλουμε πράγματα; Πού είναι το δωμάτιό μας;
Μεμιάς αρχίζει το γκρίνια: το σπίτι μικρό, δεν τους αρέσει το δωμάτιο, ήθελαν καλύτερη θέα, χώρια το σπίτι να είναι «τεράστιο». Τη σταματώ:
Ήρθατε για δύο μέρες και σας φιλοξενώ δεν είμαστε ξενοδοχείο. Αν δεν σας αρέσει, υπάρχουν ξενοδοχεία στην περιοχή!
Άλλαξε αμέσως ύφος, σχεδόν δουλικό. Με φώναζε «μαρία μου», με αγκαζάρισε και έμπαινε με αέρα ενοίκου. Ο Νίκος έσερνε βαριά τα βήματά του.
Ο Πέτρος, ψιθυρίζοντας, μου γκρίνιαξε:
Κακώς τους άφησες να μείνουν. Θα το μετανιώσεις.
Δυο μέρες μόνο! προσπαθούσα να πείσω και εμένα και εκείνον.
Το πρώτο βράδυ ήταν ήσυχο. Όμως το πρωί, στις έξι, με ξύπνησε μια βαβούρα. Να χτυπάει μεταλλικά ηχεία ο Νίκος, να ρίχνει κάτω ρούχα η Ειρήνη ψάχνοντας το μαγιό της στο σαλόνι Στην κουζίνα, φυσικά, ήθελαν και καφέ, με τρία ζάχαρη και γάλα διαταγές, όχι παράπονα.
Ειρήνη, εδώ έχουμε αυτοεξυπηρέτηση. Φτιάχνετε μόνες σας ό,τι θέλετε.
Γαντζωμένη πάντα στο «είμαστε συγγενείς», προσπαθούσε να μου δώσει οδηγίες. Και πάντα απαιτούσε. Μέχρι και τι φαγητό θα έχει ζήτησε, μήπως μπορώ να τους μαγειρέψω «γιατί δεν αντέχει το έτοιμο φαγητό».
Μόνο αν μου δώσετε λεφτά για τα ψώνια, Ειρήνη. Δεν είμαι πλούσια.
Τσιτωμένη εκείνη, σχολιάζει πως καλύτερα να φάνε σε ταβέρνα.
Και έτσι πέρασαν οι μέρες, με σπασμωδικά περιστατικά νεύρων. Όταν το βράδυ της δεύτερης μέρας της θύμισα πως πρέπει να φύγουν, γύρισε θιγμένη και είπε:
Μαρία μου, θα μας βγάλεις έξω; Να μείνουμε άλλη μια βδομάδα Έλα τώρα, είμαστε μια οικογένεια!
Όχι, Ειρήνη. Μας ταλαιπωρήσατε αρκετά. Αν αύριο το πρωί δεν έχετε φύγει, θα καλέσω την αστυνομία.
Αν και φώναζε, το επόμενο πρωινό έφυγαν μουτρωμένοι. Καταλαβαίνω πως όσο κι αν θέλω να είμαι ευγενική, τέτοιες συγγενικές γνωριμίες δεν τις χρειάζομαι στο σπίτι μου. Και, τελικά, μια Μαρία μπορεί να μεγαλώσει έναν Πέτρο μόνη της στα ελληνικά παράλια, χωρίς καλοκαιρινούς απρόσκλητους επισκέπτες της «οικογένειας». Ούτε για δύο μέρες!





