Μα ποιος τη θέλει αυτή;
Χρύσα, τι είναι αυτό; Πέταξες τα αγγούρια της μαμάς μου;
Ναι, Κώστα, φυσικά, αναστέναξε η Χρυσάνθη. Είχαν ξινίσει εδώ και μέρες Μαλάκωσαν, δεν τρώγονται με τίποτα
Ε, δεν έγινε και τίποτα. Πέταγες εκείνα που είναι από πάνω και τα υπόλοιπα μια χαρά θα ήταν, τα έπλενες και όλα καλά. Εμείς με τη μάνα μου έχουμε φάει κονσέρβες που φούσκωσαν και ζούμε ακόμα. Αυτά απλώς στάθηκαν μερικές μέρες. Δεν πετάνε έτσι τα φαγητά, Χρύσα, λεφτά έχουνε αυτά!
Ο Κώστας περπάτησε επιδεικτικά μπροστά από τη γυναίκα του, με το πηγούνι ψηλά και ύφος γεμάτο κατάκριση.
Η Χρύσα βαθιά μέσα της γέλασε πικρά. Κάποτε την διασκέδαζε αυτό του το „κουσούρι”. Μηχανικά θυμήθηκε τα πρώτα τους ραντεβού…
…Στο πλακόστρωτο του Εθνικού Κήπου, εκείνος, ψηλός και χαμογελαστός με άσπρο πουκάμισο, κρατούσε μια αγκαλιά λουλούδια άγρια, όπως της άρεσαν.
Κώστα! έμεινε άναυδη εκείνη. Πού τα βρήκες;
Μόνος τα μάζεψα, είπε, σα να μην τρέχει τίποτα. Αυτά με τις τριανταφυλλιές είναι ακριβά κι αδιάφορα. Προτιμώ να πάμε με τα λεφτά σε κανένα λούνα παρκ και να περάσουμε ωραία.
Η Χρύσα χαμογέλασε κι ακολούθησε τον Κώστα…
Η πραγματική Χρυσάνθη τινάχτηκε από τις σκέψεις. Άκουσε τον Κώστα να πλένει όντως αγγούρια στην κουζίνα. Πια, σχεδόν τίποτα δεν της έκανε εντύπωση. Παλιά πίστευε πως δεν πάνε σε ταβέρνες επειδή του άρεσαν οι βόλτες, όχι γιατί τσιγκουνευόταν τα λεφτά. Και δεν ανέβηκαν στον τροχό του πάρκου επειδή ήταν φτηνότερος, αλλά τάχα για να έχει πιο ήρεμη βόλτα
Τώρα όμως, μετά από χρόνια, γάμο, δύο παιδιά, τα χε καταλάβει όλα. Της έμενε μόνο ή να συμβιβαστεί ή να επαναστατήσει. Προτίμησε τη σιωπή.
Μπήκε στη κουζίνα. Άπλωσε λίγο φαγητό για τα δίδυμα και για τον εαυτό της με τον Κώστα. Απλά, χωρίς τίποτα το εξεζητημένο φακές, μπιφτέκια, σαλάτα.
Κώστα, τι κάνεις πάλι; αναστέναξε κουρασμένη.
Ο άντρας της, σκυμμένος πάνω από τα παιδικά πιάτα, έκοβε τα μπιφτέκια στη μέση.
Είναι πέντε χρονών, μισό μπιφτέκι ο καθένας φτάνει.
Με απόλυτη σοβαρότητα έκοψε ένα ακόμη, έβαλε πίσω το υπόλοιπο στο τηγάνι.
Είσαι σοβαρός;
Γιατί, λες;
Ναι, Κώστα!
Καλά κάνω. Είμαστε άνθρωποι όπως κι αυτοί, είπε και έκοψε το μπιφτέκι της Χρύσας. Το μοσχάρι είναι ακριβό και βλαβερό όταν το τρως πολύ, ειδικά τηγανιτό. Και την επόμενη φορά κάνε τα στον ατμό με το τηγάνι φεύγει λάδι στις άκρες και τώρα ακρίβυνε το ελαιόλαδο.
Τα παιδιά δεν τρώνε στον ατμό.
Θα μάθουν, είναι πιο υγιεινά, απάντησε ξερά και αποχώρησε. Η Χρυσάνθη κοίταξε θλιμμένη τα πιάτα με τα κομμένα μπιφτέκια. Η υπομονή της είχε πια φτάσει στα όριά της
Στο τέλος της εβδομάδας, επέστρεψε η πεθερά, η κυρία Ειρήνη, κι απέναντί της ο Κώστας φάνταζε γενναιόδωρος.
Χρυσάκι μου, καλώς την! Έφερα δωράκια για τα παιδιά! Από μένα ποτέ δεν φεύγεις με άδεια χέρια!
Η Χρύσα, μόλις είχε γυρίσει αποκαμωμένη από τη δουλειά, αναστέναξε και πήγε να την προϋπαντήσει.
Η κυρία Ειρήνη της έδωσε σακούλα.
Κυρία Ειρήνη, αυτά είναι ρούχα για κορίτσι είπε κοιτάζοντας μέσα η Χρύσα. Μα με τον Κώστα έχουμε αγόρια
Ε, τι σημασία έχει απάντησε αδιάφορα η Ειρήνη, βγάζοντας ένα φανελάκι με Hello Kitty σε ροζ. Ο Νικόλας λατρεύει τις γάτες, δεν πειράζει το χρώμα, μωβ, μπλε, κόκκινο
Ευχαριστώ, κυρία Ειρήνη, θα τα δω με τους μικρούς. Λίγο αργότερα
Χαμογέλασε ευγενικά και απόθεσε τη σακούλα στην άκρη. Τελικά θα τα πέταγε. Δεν ήταν μόνο για κορίτσια ήταν ελεεινά λιωμένα. Ντροπή να πας έτσι και μες το μποστάνι σου.
Κώστα, πότε θα φύγουμε απ το σπίτι της μάνας σου; Δεν αντέχω άλλο.
Τι είναι αυτά που λες; Όταν μαζέψουμε λεφτά για σπίτι.
Κώστα, ας πάρουμε ένα στεγαστικό δάνειο, θα είμαστε γέροι μέχρι να τα μαζέψουμε
Το παμε αυτό· τα δάνεια είναι θηλιά, Χρύσα. Σκέψου τις υπέρογκες δόσεις. Και με τη μάνα μου συμφέρει. Μαγειρεύει, καθαρίζει, γεμίζει το ψυγείο
Καλά είσαι με τα καλά σου; φώναξε η Χρύσα και μετά χαμήλωσε φωνή. Τα παιδιά κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο με τη μάνα σου! Πέντε χρονών είναι τώρα και μετά; Πού θα τα βάλουμε; Εμείς ούτε να μείνουμε μόνοι δεν μπορούμε, ούτε τίποτα. Δεν έχουμε ούτε κλειδαριές στις πόρτες και βέβαια, η κυρία Ειρήνη δεν το επιτρέπει, γιατί δεν είναι πρακτικό!
Ηρέμησε, κλείσε το φως. Στο τέλος του μήνα θα ρθει λογαριασμός, τρελά λεφτά
Η Χρύσα έβγαλε έναν αναστεναγμό κι έπεσε με το πρόσωπο στο μαξιλάρι. Είχε φτάσει στο όριο.
Την επομένη ξέσπασε καυγάς. Ο Κώστας απαγόρευσε στα παιδιά να δουν Καληνύχτα Παιδάκια. Είπε πως ήταν περιττό και ακριβό Αυτό ήταν η τελευταία σταγόνα.
Φτάνει! έκλαιγε η Χρύσα. Δεν έχω άλλα αποθέματα! Φεύγω, παίρνω τα παιδιά και πάμε στη μάνα μου. Εκεί θα έχουν τουλάχιστον το δικό τους δωμάτιο!
Με ένα χέρι τράβηξε τη βαλίτσα, με το άλλο τα αγόρια της προς την πόρτα.
Νίκο, Στέφανε, πάμε.
Χρύσα Πού πας; σάστισε ο Κώστας. Μα η οικογένειά μας εσύ δεν ήσουν μια χαρά;
Έξι χρόνια τα ανέχτηκα όλα αυτά. Εσένα και τη μάνα σου! Αγοράζουμε σαμπουάν με τα πεντόκιλα, χαρτί υγείας μόνο το πιο φτηνό· στα παιδιά παιχνίδια μόνο ό,τι έχει απομείνει από σένα και τον αδερφό σου! Δεν γίνεται! Τα παιδιά αξίζουν κάτι καλύτερο. Καλύτερα να με πουν σπάταλη, παρά να συνεχίσουμε όπως εσείς.
Η Ειρήνη, η μάνα του Κώστα, έκανε θέατρο, έπιασε την καρδιά της και δεν άφησε το γιο να τρέξει πίσω τους.
Παιδί μου, πονάει η καρδιά μου Άσε την, θα μετανιώσει. Πού θα πάει με δυο παιδιά αγκαζέ; Δεν την θέλει κανείς.
Και ο Κώστας πίστεψε πως θα επιστρέψει.
…
Χρύσα, τι κάνεις εκεί; ρωτά η μητέρα της, η Λίνα. Πέτα το σακουλάκι τσαγιού και πάρε άλλο.
Η Χρυσάνθη συνειδητοποίησε πως μεταχειριζόταν ήδη για τρίτη φορά το ίδιο σακουλάκι. Έσπασε το σιωπηλό της βλέμμα στις σκέψεις.
Πώς ζούσες εκεί πέρα; Σου χα πει τόσες φορές να φύγεις. Δεν ήταν ζωή, ήταν επιβίωση. Αυτά είναι άρρωστα πράγματα, Χρύσα
Ναι, έγνεψε ξερά, μένοντας με τη πόρτα του ψυγείου ανοιχτή. Είχε τυρί. Καλό τυρί, όχι εκείνο το φθηνό, αλλαντικά, γιαούρτια Πρέπει να κρύψω τις καραμέλες, θα τα φάνε όλα τα παιδιά.
Άσ τα και ας τα τρώνε. Γι αυτό τα πήρα!
Βάλε τα κάπου, δεν είναι μαθημένα να βρίσκουν γλυκά, θα τα φάνε μονομιάς
Η Λίνα έγνεψε με καλοσύνη, χάιδεψε τον ώμο της κόρης της.
Η νύχτα έπεσε βαριά. Η Χρύσα σηκώθηκε απ το κρεβάτι. Δεν την έπιανε ύπνος, τα στρώματα ήταν πολύ μαλακά, τίποτα δε σκλήριζε. Το κρεβάτι τους με τον Κώστα παλιά ήταν αρχαίο.
Πλησίασε στο ψυγείο και το άνοιξε, σαν να κοίταζε θησαυρό. Σπίτι του Κώστα το γάλα ήταν μόνο το πιο φτηνό. Γιαούρτι δεν υπήρχε, μόνο κεφίρ και πάντοτε έφτιαχναν σπιτικό τυρί με μπαγιάτικο γάλα.
Έκοψε μια φέτα ψωμί, άπλωσε αλλαντικό και τυρί. Μια τριπλόστρωτη μπουκιά που μόλις χωρούσε στο στόμα της ήταν παράδεισος. Κανείς να της κάνει παρατήρηση αν το τυρί είναι μόνο πρωινό. Πήρε και γιαούρτι, το ήπιε μονορούφι. Γλυκιά ευτυχία.
Θεέ μου, πόσο χαζή ήμουν Πόσο όμορφο είναι να μη μετράς τα πάντα.
Πώς άντεξε έξι χρόνια; Πώς ζούσε με τους κανόνες κάποιου άλλου; Ντυνόταν με ρούχα της πεθεράς, φόραγε τις ίδιες μπότες πέντε χρόνια. Πως;
Κάποιες εβδομάδες μετά, χτύπησε το κουδούνι. Η Χρύσα μόλις είχε σηκωθεί, ήταν Κυριακή. Η μάνα της είχε πάρει τα αγόρια στο πάρκο να την αφήσει να κοιμηθεί λίγο παραπάνω.
Ναι; Κώστα; Τι ζητάς εδώ;
Εκεί, στην πόρτα στάθηκε ο άντρας της.
Χρύσα, γύρνα πίσω. Εμείς εγώ και η μάνα μου θα σταματήσουμε να είμαστε τόσο σφιχτοχέρηδες. Δεν είναι καλό να σκορπάς, μα θα θα σε ακούω περισσότερο. Και σαγαπάω, γύρνα, είμαστε οικογένεια, έχουμε παιδιά
Όχι! Όχι! Και ξανά όχι! Δεν γυρίζω πίσω. Τα παιδιά μου έχουν δικό τους δωμάτιο. Εγώ το ίδιο. Βλέπουν όσα κινούμενα σχέδια θέλουν, δεν τρώνε μισό μπιφτέκι, μπορούν να φάνε όσες καραμέλες βρουν. Και δεν ξαναπλένω σακουλάκια τσαγιού! Και πήρα επιτέλους καινούριο μπουρνούζι για το σπίτι. Κατάλαβες; Αυτό θέλω. Είναι τα λεφτά μου, τα ξοδεύω όπως θέλω! Τίποτα άλλο, τέλος. Θα λάβεις χαρτί για το διαζύγιο!
Η Χρύσα έκλεισε την πόρτα και ξέσπασε σε κλάματα. Δεν ήξερε γιατί έκλαιγε ίσως από πίκρα, ίσως γι αυτή την παλιά ζωή. Ήξερε μόνο ότι πρέπει να δουλέψει περισσότερο για τα παιδιά της, αλλά ήταν έτοιμη. Έτοιμη για όλα. Εκεί, πίσω δεν θα γύριζε ποτέ. Δεν ήταν αυτή η ζωή της.





