Στρώσε το τραπέζι
Ελενάκι μου, τα λέμε σε τρεις μέρες! Και μην ξεχάσεις να κάνεις την πίτα με κιμά που φτιάχνεις τόσο νόστιμα κελαηδούσε μέσα από το τηλέφωνο η πεθερά, η κυρία Μαρία Παπαδοπούλου.
Η Ελένη, όμως, μόνο όρεξη για γιορτές δεν είχε. Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, έκατσε βαριά στην καρέκλα της. Σε λίγες μέρες ήταν το Πάσχα και όλο το σόι του άντρα της, του Γιώργου, μαζευόταν σε αυτούς.
Το διαμέρισμά σας είναι άνετο, θα χωρέσουμε όλοι. Παλιά στριμώχναμε στο δυάρι μας, τώρα όμως υπάρχει χώρος να χαρεί όλη η οικογένεια! είχε αποφανθεί η πεθερά πριν δυο χρόνια.
Τώρα πια, η Ελένη είχε αρχίσει να μισεί αυτό το ευρύχωρο διαμέρισμα των τριών δωματίων για το οποίο ακόμα πλήρωναν δάνειο. Μόνο και μόνο για το χώρο αυτό μάζευαν όλοι το σόι στο σπίτι της, σκορπίζοντας παντού φασαρία και προκαλώντας της άγχος.
Μπήκε στην κουζίνα ο Γιώργος και τη φίλησε τρυφερά στο κεφάλι.
Τα κανονίσατε με τη μαμά; τη ρώτησε.
Ναι, πάλι εδώ θα κάνουμε το Πάσχα, του λέει με παράπονο. Μήπως να της μιλούσες; Μήπως φέτος το κάνουμε κάπου αλλού;
Ο Γιώργος συνοφρυώθηκε.
Ελένη, το έχουμε συζητήσει τόσες φορές. Η μαμά σε λατρεύει, τρελαίνεται για τα φαγητά που φτιάχνεις! Πώς να της πω να μην έρθει; Τώρα είναι και συνταξιούχος, δεν μπορεί να μαγειρέψει για όλους. Τα έχει δώσει όλα για τη μεγάλη οικογένεια, μας μεγάλωσε τέσσερα παιδιά… Της αξίζει να ξεκουράζεται.
Κάθε φορά η Ελένη άκουγε τα επιχειρήματα του άντρα της και υποχωρούσε. Μέσα της όμως σκεφτόταν: «Και ποιος θα φροντίσει εμένα; Γιατί σε κάθε γιορτή πρέπει εγώ να τα οργανώνω όλα;»
Να γκρινιάζει ήταν μάταιο. Δεν ήθελε καυγάδες, ήθελε να έχει την οικογενειακή της γαλήνη. Έτσι, την επόμενη μέρα ξεκίνησε τα ψώνια. Λίγο πριν το Πάσχα, πέρασε όλη τη μέρα στην κουζίνα.
Έβραζε, έψηνε, έτριβε το σπίτι. Έπρεπε να ετοιμάσει για πάνω από δέκα άτομα, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειών των αδελφών του Γιώργου!
Γιατί πάντα εγώ τρέχω σαν τη σβούρα; Ούτε μια γυναίκα από το σόι δεν μπορεί να βοηθήσει; Τι έγινε, όλες „έχουν δουλειές” ή είναι „κουρασμένες”, μόνο εγώ δεν είμαι; είπε μια στιγμή στον Γιώργο, ανακατεύοντας τη ζύμη για την πίτα.
Ο Γιώργος την κοίταξε απορημένος.
Ξέρεις πως ούτε τα αδέρφια μου ούτε εγώ ξέρουμε να μαγειρεύουμε, και οι νύφες… άλλες έχουν παιδάκια, άλλες δουλεύουν, δεν μπορώ να τις ξεσηκώσω…
Εγώ δηλαδή δεν δουλεύω; Κι ας δουλεύω από το σπίτι, το άγχος δεν λείπει, Γιώργο.
Μη στεναχωριέσαι, τη χάιδεψε στη μέση. Όλα θα πάνε καλά. Θα περάσουμε όμορφα, θα λατρέψουν το φαγητό σου, θα σου ανέβει το κέφι.
Η Ελένη υπάκουσε για ακόμη μία φορά. Όταν πια έπεσε το βράδυ για ύπνο, ένιωθε εξαντλημένη και το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς σε κάθε γιορτή όλη αυτή η ευθύνη έπεφτε πάνω της.
«Α, βρε παιδί μου… Εγώ θα ήθελα να πάω κι εγώ καλεσμένη για μια φορά, χωρίς κόπο και έξοδα»
Νωρίς το πρωί, ενώ είχε μόλις κοιμηθεί, κτύπησε το τηλέφωνο. Η κυρία Μαρία πρώτα πρώτα ήθελε να ευχηθεί.
Σε μία ώρα είμαστε εκεί. Τα κανόνισα όλα με τα παιδιά από χθες, να ετοιμάσεις από τώρα το τραπέζι, ακούστηκε γεμάτη ενέργεια από το τηλέφωνο.
Η Ελένη δε μπορούσε καν να σηκωθεί από το κρεβάτι. Έβλεπε την ημέρα να ξεκινά με το σερβίρισμα, το πηγαινέλα στην κουζίνα και στο τέλος… το καθάρισμα.
Άντε πια… μουρμούρισε στο μαξιλάρι της.
Ελένη, τι κάνεις ακόμη στο κρεβάτι; Έρχονται η μάνα μου και οι καλεσμένοι! της είπε ο Γιώργος, κοιτάζοντάς την με αποδοκιμασία.
Ναι, ναι, σηκώνομαι… «Μπορείς», λέω στον εαυτό μου, «τα καταφέρνεις πάντα»…
Κάπως έτσι, πλύθηκε, πήρε μια βαθιά ανάσα και τα κατάφερε όλα έγκαιρα.
…Το σπίτι γέμισε φωνές, κάθε οικογένεια έλεγε νέα, γελούσαν, συζητούσαν. Η πεθερά της δίπλα, φυσικά, δεν κουραζόταν να τη χαιρετίζει μεγαλόφωνα:
Τι χρυσά χέρια έχει το κορίτσι μας! Ποιος άλλος να στρώσει τέτοιο τραπέζι, εσύ είσαι άλλη κλάση, κόρη μου! και την έσφιγγε στο χέρι εγκάρδια.
Η Ελένη, ενώ δεχόταν συγχαρητήρια με το ζόρι, συχνά έβρισκε αφορμή και έβγαινε στο μπαλκόνι για να ξεφύγει από το χαμό και τις ερωτήσεις για παιδιά. Με τον Γιώργο είχαν αποφασίσει να περιμένουν λίγο. Αλλά ποιος δίνει σημασία;
Ελενίτσα! φώναξε η φωνή της πεθεράς. Έλα, να φέρεις το γλυκό. Που χάθηκες;
Η κυρία Μαρία άνοιξε την πόρτα του μπαλκονιού και μπήκε.
Καπνίζεις; απόρησε.
Όχι, μωρέ… Βγήκα να πάρω αέρα, έχει πνιγεί το σπίτι με τόσο κόσμο…
Ναι, μα φυσικά. Με τα παιδιά μέσα, κι ο αέρας τι να σου κάνει. Μόνο μη μου αρχίσεις τις κακές συνήθειες, σε θέλω κοριτσάκι μου για μάνα στα εγγόνια μου! και χαμογέλασε πονηρά.
Η Ελένη χαμογέλασε αμήχανα. Δεν το κατάλαβε κανείς όμως.
Πάμε μέσα, γλυκό και μαζεύουμε το τραπέζι.
Έρχομαι…
Μπαίνοντας μέσα, η Μαρία κάθισε αμέσως στη θέση της, ενώ η Ελένη, όπως πάντα, μάζευε τα πιάτα, έστρωνε γλυκό, έφερνε μαχαιροπήρουνα. Όλα μόνη της.
Το γλυκό σου όνειρο, της είπε πάλι η πεθερά.
Η Ελένη άρχισε να πλένει τα πιάτα, ευχόμενη να είχε πάρει ακόμα εκείνο το πλυντήριο που όλο αναβάλλει…
Μετά από δυο ώρες το σόι άρχισε να μαζεύεται.
Γιωργάκη, θα με πάρεις σπίτι; ρώτησε η κυρία Μαρία.
Φυσικά, μαμά, να πάρω τα κλειδιά μόνο.
Όταν έμεινε μόνη, η Ελένη άραξε εξαντλημένη στον καναπέ στη σαλόνι. Το σπίτι βομβαρδισμένο. Τα παιδιά είχαν κάνει το δικό τους πάρτι… Τίποτα από την εορταστική λάμψη της προηγούμενης μέρας δε θύμιζε το διαμέρισμα.
„Πρέπει να τα μαζέψω τώρα, αλλιώς θα το μετανιώνω αύριο…”, είπε μέσα της.
Με ένα αναστεναγμό σηκώθηκε. Μάζεψε πιάτα, τραπεζομάντηλο, πετσέτες για πλύσιμο. Πέρασε με την ηλεκτρική όλο το σπίτι, σφουγγάρισε, έβαλε φαγητά σε ταπεράκια, τακτοποίησε τα πάντα…
„Λίγο χαλάρωμα το αξίζω…”
Γέμισε τη μπανιέρα, έριξε το αγαπημένο άρωμα μπάνιου, έβαλε στο κινητό μουσικούλα. Η ζεστή νερό έκανε τα νεύρα και το σώμα να λιώνουν. Επιτέλους έπιασε το τηλέφωνο και είδε το μήνυμα του Γιώργου:
«Η μαμά είπε να μείνω εδώ, θα έρθω αύριο».
„Σιγά μην περίμενα κάτι διαφορετικό. Όπως πάντα…”
Ο Γιώργος ήξερε ότι η Ελένη σήμερα θα τα μαζεύει όλα, αλλά προτίμησε να μείνει με τη μαμά του παρά να βοηθήσει.
„Όπως μου φέρονται αυτοί, έτσι θα κάνω κι εγώ. Αρκετά!”
Ο καιρός πέρασε γρήγορα. Πλησίαζε άλλη γιορτή, και το τηλέφωνο της πεθεράς δεν άργησε.
Ελενίτσα, στρώσε τραπέζι! Την Παρασκευή έρχονται όλοι για τα γενέθλια του μικρού αδερφού του Γιώργου.
Εννοείται, το τραπέζι είναι εδώ. Αλλά το φαγητό φέτος, κάποιος άλλος θα το κανονίσει. Έχω πολλή δουλειά, με φωνάζουν στο γραφείο, δεν ξέρω αν προλαβαίνω να είμαι καν στη γιορτή, είπε η Ελένη προσποιούμενη ότι στεναχωριέται.
Τι λες τώρα; Πώς θα γίνει…
Έχει δουλειά, τι να κάνουμε…
Καλά, θα βρούμε μια λύση, κρίμα αναστέναξε η πεθερά.
Καληνύχτα, απάντησε η Ελένη, χαμογελώντας.
Τη γιορτινή βραδιά την πέρασε χαλαρά σε μια φίλη. Το πρωί έβαλε τον Γιώργο να συμμαζέψει το σπίτι, αφού του αδερφού του ήταν τα γενέθλια και όχι δικά της.
Όταν πλησίαζε η γιορτή της πεθεράς της, η Ελένη δήλωσε άδεια και έφυγε στο πατρικό της στη Λάρισα. Το δώρο της το είχε δώσει από πριν, λέγοντας και τα νέα:
Ε, και που θα γιορτάσετε δηλαδή;
Ο Γιώργος θα σας ανοίξει, απλώς εγώ δε θα είμαι σπίτι.
Και το φαγητό;
Παραγγείλτε κάτι ή οι άλλες νύφες θα τα φτιάξουν. Θα τα καταφέρετε!
Οι επόμενες γιορτές ήταν με συνοπτικό τραπέζι μια ποικιλία και τούρτα από το φούρνο. Η Ελένη πάντα με την ίδια απάντηση:
Δεν πρόλαβα να μαγειρέψω, πολλή δουλειά, τι να κάνω. Αν θέλετε παραγγείλτε κάτι.
Κανείς όμως δεν άνοιγε πορτοφόλι. Και την Πρωτοχρονιά, ξαφνικά, κόπηκε η όρεξη για τραπεζώματα.
Εκείνη τη χρονιά, η Ελένη και ο Γιώργος έκαναν Πρωτοχρονιά οι δυο τους, ακριβώς όπως ήθελε η ίδια. Όλο της το πλάνο πέτυχε. Κι όπως σήκωνε το ποτήρι με τη σαμπάνια, σιγοψιθύρισε: «Στην υγειά μας, και μπράβο μου!»Το χαμόγελό της ήταν αληθινό, γεμάτο δύναμη. Για πρώτη φορά, ο ήχος του κουδουνιού δεν τη φόβισε. Δεν περίμενε κανέναν. Το σπίτι ήταν γαλήνιο, με μουσική και φως ζεστό. Κοίταξε τον Γιώργο: ήρεμος, λίγο αμήχανος, αλλά διαφορετικός αυτή τη φορά. Ίσως κατάλαβε, ίσως όχιδεν είχε σημασία πια. Ο καθένας τους μεγάλωνε λίγο παραπάνω εκείνη την νύχτα.
Βγήκαν στο μπαλκόνι, χιονόνερο στόλιζε τις στέγες της πόλης. Κοίταξαν την Αθήνα σιωπηλά. Εκεί, ο Γιώργος της έπιασε το χέρι.
Να σου πω ένα ευχαριστώ για όλα; ψιθύρισε.
Η Ελένη γύρισε και τον αγκάλιασε τρυφερά. Δεν χρειάστηκε απαντήσεις· όλα τα «ευχαριστώ» του κόσμου ήταν περιττά όταν η ζωή αποκτούσε χρώμα ξανά. Ήταν, επιτέλους, ο χώρος και ο χρόνος της.
Φέτος δεν στρώθηκε τραπέζιστρώθηκε όριο. Κι εκείνη, ανάμεσα στο φως και τη σιωπή της Πρωτοχρονιάς, κατάλαβε πως όσο νοστιμότερο κι αν είναι ένα γεύμα, κάποιες φορές η πραγματική γιορτή είναι να σερβίρεις επιτέλους τον εαυτό σου.





