Δεν θα αντέξω να ζήσω χωρίς εσάς
«Αλεξάνδρα, συγγνώμη. Ερωτεύτηκα άλλη γυναίκα. Φεύγω το διαμέρισμα θα μείνει σε εσάς. Συγγνώμη που έφυγα έτσι αθόρυβα, χωρίς να ειδοποιήσω. Δεν άντεχα να δω τα δάκρυά σου, γι αυτό άφησα σημείωμα. Πίστεψέ με, κι εγώ υποφέρω… Δώσε από εμένα ένα φιλί στον γιο μας…»
****
Ήλιε μου, ξύπνα! φώναξε η Αλεξάνδρα γλυκά στον γιο της, τον Νικόλα, ενώ λίγο μετά μπήκε χαμογελώντας στη κρεβατοκάμαρα του άντρα της, του Στέλιου.
Αγάπη μου, σε λίγο πρέπει να πας στη δουλειά! Ξύπνα! είπε γελώντας και του γαργάλισε τη φτέρνα που ξεπρόβαλε από το πάπλωμα.
Ο Στέλιος ξύπνησε με ένα αναστεναγμό. Πάντα δυσκολευόταν να σηκωθεί πρωί, σε αντίθεση με την Αλεξάνδρα, που σηκωνόταν μόλις χάραζε, προλάβαινε να ετοιμάσει πρωινό, να φρεσκαριστεί, να συγυρίσει το σπίτι πριν καν ξυπνήσουν τα δύο αγόρια της ζωής της. Βέβαια, το βράδυ έπεφτε εξαντλημένη.
Καθόταν στην κουζίνα όταν είδε τον Νικόλα, μόλις είχε ξυπνήσει και χασμουριόταν βγαίνοντας από το δωμάτιό του.
Πρώτα χέρια-δόντια, μετά πρωινό, του έδειξε το μπάνιο η Αλεξάνδρα.
Ο μικρός υπάκουσε, κι όταν κάθισαν πια να φάνε, εμφανίστηκε και ο Στέλιος.
Ξέρεις, μάλλον σήμερα θα μείνω σπίτι. Να τηλεφωνήσω στη δουλειά
Ήταν χλωμός. Η Αλεξάνδρα ανησύχησε.
Τι έχεις; Αρρώστησες;
Με πονάει το κεφάλι και νιώθω ναυτία είπε ακουμπώντας στο κάσωμα της πόρτας.
Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε γρήγορα, έβαλε το χέρι του στο μέτωπο κι έσκυψε να τον κοιτάξει με αγωνία.
Δεν φαίνεσαι να έχεις πυρετό. Θες να κάτσω κι εγώ σήμερα;
Όχι, Αλεξάνδρα, πήγαινε στη δουλειά, πήγαινε και τον Νικόλα σχολείο. Θα κοιμηθώ λιγάκι ακόμη, θα μου περάσει.
Αν χρειαστείς τίποτα, πάρε με, του φώναξε καθώς έφευγε.
Εννοείται, χαμογέλασε κουρασμένα ο Στέλιος, τα λέμε το βράδυ.
Εκείνη η μέρα πέρασε για την Αλεξάνδρα γεμάτη νεύρα και ανησυχία. Δεν ησύχαζε λεπτό, σκεπτόταν τον άντρα της που τον άφησε άρρωστο, τόσο χλωμό. «Μήπως στρεσάρεται στη δουλειά;», αναρωτιόταν. Είχε κι αυτό το προαίσθημα που δεν ξεκολλούσε από πάνω της.
Ζήτησε νωρίτερα άδεια, πήρε τον Νικόλα που μετά το σχολείο είχε πάει σε συμμαθητή του και γύρισε σπίτι. Το άγχος της όλο και μεγάλωνε. Ο Νικόλας την κοίταζε ανήσυχος.
Τι τρέχει, μαμά; τη ρώτησε όσο οδηγούσαν. Έπρεπε να έρθεις πιο αργά, και φαίνεσαι χλωμή κι εσύ. Να μην αρρωστήσατε κι οι δύο;
Η Αλεξάνδρα έριξε μια ματιά στον δωδεκάχρονο γιο της, δίστασε ν απαντήσει. Ήταν πια μεγάλος, αλλά ακόμη παιδί.
Νικόλα μου, απλώς ανησυχώ για τον μπαμπά σου. Δεν ένιωθε καλά το πρωί, θέλω να δω αν είναι εντάξει.
Ο μικρός έκανε ένα μορφασμό, δεν ξαναμίλησε. Μπήκαν στην πολυκατοικία και ανέβηκαν γρήγορα. Ο Νικόλας πίσω της, κουβαλούσε τη σχολική του τσάντα. Η Αλεξάνδρα, με τα χέρια να τρέμουν, ξεκλείδωσε και μπήκε σφαίρα στο διαμέρισμα. Παντού σιωπή, ο Στέλιος πουθενά. Άρχισε να ψάχνει όλα τα δωμάτια και ξαναβγήκε στο σαλόνι, όπου στεκόταν ο Νικόλας, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Κρατούσε ένα χαρτί. Προφανώς το είχε διαβάσει.
Τι κρατάς; Δώσ το μου!
Η φωνή της έτρεμε. Ο Νικόλας της έδωσε το σημείωμα.
«Αλεξάνδρα, συγγνώμη. Ερωτεύτηκα άλλη γυναίκα. Φεύγω το διαμέρισμα θα μείνει σε εσάς. Συγγνώμη που έφυγα έτσι αθόρυβα, χωρίς να ειδοποιήσω. Δεν άντεχα να δω τα δάκρυά σου, γι αυτό άφησα σημείωμα. Πίστεψέ με, κι εγώ υποφέρω… Δώσε από εμένα ένα φιλί στον γιο μας…»
Είναι σκάρτος, είπε χαμηλόφωνα ο Νικόλας.
Μην μιλάς έτσι, είναι ο πατέρας σου ψέλλισε η Αλεξάνδρα.
Μας άφησε! Δεν τον θέλω ξανά!
Ο Νικόλας έφυγε τρέχοντας στο δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα δυνατά. Η καρδιά της μάνας της μάτωνε δεν μπορούσε να καταλάβει πώς γκρεμίστηκε τόσο εύκολα όλη της η ζωή. Ο Στέλιος είχε φύγει. Δεν ήταν όνειρο.
Η Αλεξάνδρα στάθηκε άσκοπα για λίγη ώρα στο σαλόνι, μετά μπήκε στη κρεβατοκάμαρα. Τα πράγματα του Στέλιου δεν υπήρχαν. Μια βαριά πραγματικότητα την πλάκωσε και κατέρρευσε στο πάτωμα, ξεσπώντας σε αναφιλητά. Θα ήθελε όσο τίποτα να γυρίσει το πρωί, να ξαναπροσπαθήσει, να τον κρατήσει σπίτι. Αλλά ήξερε πια πολύ καλά άμα ένας άντρας πάρει τέτοια απόφαση, τίποτα δεν τον αλλάζει. Θα προτιμούσε να είχε μείνει να της το πει στα μάτια. Αλλά έτσι επέλεξε. Έφυγε σαν δειλός.
Όταν η Αλεξάνδρα βγήκε τελικά από το δωμάτιο, είχε πλυθεί και προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της. Πήγε να βρει τον Νικόλα. Ο μικρός ήταν ξαπλωμένος και κοιτούσε το ταβάνι. Φαινόταν ότι είχε κλάψει.
Μαμά, γιατί το έκανε;
Αγάπη μου, δεν ξέρω. Δεν με αγαπάει πια. Εσύ όμως παραμένεις παιδί του.
Όχι μαμά, το έγραψε: «αναγκάστηκα να φύγω». Άρα η καινούρια του γυναίκα θα έχει μωρό, ε; Δεν είμαι μικρός, καταλαβαίνω Οπότε, κι εμένα δεν με θέλει πια. Μήπως έκανα κάτι λάθος; Είχαμε πει να πάμε μαζί ποδόσφαιρο και για παγωτό. Μήπως τον ζάλισα; Μήπως ζητάω πολλά;
Η Αλεξάνδρα άκουγε με πόνο. Τα ίδια σκεφτόταν κι εκείνη, αλλά ήξερε ότι το παιδί χρειάζεται πατέρα. Ο Στέλιος ίσως θελήσει να τον δει, δεν ήθελε να τους αποξενώσει.
Νικόλα μου, δεν τον κούρασες, αυτό στο υπογράφω. Ο πατέρας σου δεν ήθελε να διαβάσεις το σημείωμα. Βρήκε άλλη γυναίκα, ναι, αλλά είσαι μέρος της ζωής του πάντα. Θα δεις, θα έρθει να σε βρει ο ίδιος.
Σε πρόδωσε, σκυθρωπός ο Νικόλας.
Η Αλεξάνδρα το ήξερε καλά. Ένιωθε μίσος, πόνο, θυμό. Δυο χρόνια τους κορόιδευε. Έλεγε σ εκείνη λόγια αγάπης, ενώ έκρυβε δεύτερη ζωή.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν βουβές και βαριές. Κατέθεσε αίτηση διαζυγίου. Ο Νικόλας επέμενε πως δεν θα συγχωρέσει ποτέ τον πατέρα του, μεγάλωσε απότομα. Κι όμως, τα βράδια, όταν νόμιζε ότι δεν τον ακούει, τον άκουγε κρυφά να κλαίει.
Σιγά-σιγά, όμως, το τσουνάμι υποχώρησε. Έμαθαν να ζουν οι δυο τους. Ο Στέλιος ούτε καν έψαξε τον γιο του τα δικαιολογούσε όλα με τη φράση «δεν προλαβαίνω, έχω άλλη οικογένεια πια». Ο Νικόλας θύμωνε, έκλαιγε. Έξι μήνες πέρασαν έτσι.
Μια μέρα, καθώς η Αλεξάνδρα γύριζε από τη δουλειά, άκουσε φασαρία στα σκαλιά της πολυκατοικίας. Με τρόμο αναγνώρισε τις φωνές του Νικόλα και του Στέλιου.
Ο Στέλιος, στο κατώφλι, παρακαλούσε τον γιο του. Ο Νικόλας, αναμαλλιασμένος και κατακόκκινος, φώναζε:
Φύγε! Δεν έχεις πια θέση εδώ! Σε μισώ! Η μαμά δεν σε θέλει άλλο!
Νικόλα, άκουσέ με… Γιε μου…
Φύγε!
Η Αλεξάνδρα ανέβηκε βιαστικά κοντά τους. Ο Νικόλας, προς στιγμήν, κατάπιε το θυμό. Ο Στέλιος, ελπιδοφόρα, έκανε να την πλησιάσει.
Αλεξάνδρα μου, γύρισα πίσω. Ο Νικόλας δεν με αφήνει, μα εσύ θα με συγχωρέσεις;
Μαμά, όχι! Εκλιπαρούσε ο Νικόλας, με τα μάτια χαμηλωμένα και το βλέμμα πεισματάρικο.
Η Αλεξάνδρα κοίταξε τον Στέλιο. Κάποτε τον είχε αγαπήσει τόσο, πίστευε πως δίχως αυτόν η ζωή δεν θα μπορούσε να συνεχίσει. Μετά την προδοσία όμως κατάλαβε ότι ακόμη κι αν τον συγχωρέσει, οικογένεια δεν θα ξαναγίνουν.
Και τώρα τι; ρώτησε ο Στέλιος χαμογελώντας αμήχανα. Θα μου ανοίξεις; Θα αφήσεις πίσω τον άντρα σου και τον πατέρα;
Ήσουν αυτά πριν έξι μήνες. Τώρα δεν έχεις πια θέση εδώ. Αν θες το μερίδιο για το σπίτι, κάνε αίτηση. Δεν είμαστε πια οικογένεια.
Τι Θα με διώξεις; Αλεξάνδρα, συγγνώμη! Δεν ξέρω τι με έπιασε τότε. Δεν αντέχω χωρίς εσάς!
Σε συγχωρώ. Αλλά να ζήσουμε ξανά μαζί, δεν γίνεται.
Η Αλεξάνδρα μπήκε στο διαμέρισμα και έκλεισε την πόρτα. Ο Νικόλας της χαμογέλασε δειλά. Ήταν δύσκολο κι εκείνον να διώξει τον πατέρα, να του αντικρούσει. Δεν τον είχε συγχωρήσει, μα είχανε πάρει, επιτέλους, θέση.
Μαμά, μην στενοχωριέσαι. Είμαστε εντάξει κι έτσι. Οι δυο μας.
Η Αλεξάνδρα του χαμογέλασε με δάκρυα στα μάτια, κι από την κλειδαρότρυπα είδε τον Στέλιο να στέκεται λίγο έξω απ την πόρτα, μετά να φεύγει σκυθρωπός. Στην ψυχή της ένιωσε να φεύγει ένα βάρος. Ήξερε ότι ήταν ώρα να αφήσει πίσω το παρελθόν.
Νικόλα, είσαι παλικάρι, του χαμογέλασε πονηρά.
Να παραγγείλουμε πίτσα, να το γιορτάσουμε; Ε; Και γλυκό!
Η Αλεξάνδρα δεν άντεξε και γέλασε είχε να γελάσει μήνες έτσι. Ήξερε πια ότι, όσο κι αν αργήσει, όλα θα πάνε καλά.





