Ελένη, φεύγω. είπε ο Μιχάλης με μια φωνή ξένη, άχρωμη, αφού καθάρισε πρώτα το λαιμό του.
Στο συνεργείο πας; απάντησε μηχανικά η Ελένη, ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στον άντρα της.
Όχι. Ελένη, φεύγω από σένα. Πηγαίνω σε άλλη γυναίκα
Η μισοκαθαρισμένη πατάτα γλίστρησε απ τα χέρια της κι έπεσε στο πάτωμα, κυλώντας ζωηρά κάτω από το τραπέζι. Ελένη για λίγα δευτερόλεπτα παρατηρούσε τη φυγή της πατάτας και προσπαθούσε να καταλάβει τι της είπε. Έπειτα γύρισε απότομα και τον κοίταξε επίμονα. Της πήρε μερικές στιγμές να συλλάβει εντελώς το νόημα των λόγων του. Εξωτερικά, έμοιαζε ατάραχη, όπως ένας βράχος μέσα σε καταγάλανη θάλασσα. Όμως μέσα της είχε ξεκινήσει χιονοστιβάδα. Τα συναισθήματά της κατέρρεαν, παρασέρνοντας μαζί τους την αγάπη, τη χαρά, τις ανεκπλήρωτες ελπίδες
Και ποια είναι αυτή; ρώτησε η Ελένη, κρατιέται να μην ουρλιάξει και να μην ορμήσει καταπάνω του.
Δεν τη ξέρεις, Ελένη. Μα είναι είναι Όλα μαζί μας είναι αληθινά, καταλαβαινόμαστε με μια ματιά ρε παιδί μου, έχουμε τόσα κοινά! μονολογούσε ο Μιχάλης θαυμαστικά, ενώ στο μυαλό της Ελένης του κάρφωνε φανταστικά το καθαριστήρι πατάτας
Ε, καλό δρόμο να βρεις την ευτυχία σου. Καλή τύχη. είπε σιγανά, έβαλε τα χέρια της και το καθαριστήρι κάτω απ το νερό και τελείωσε με τις πατάτες. Δε χρειάζεται να ξέρω λεπτομέρειες. Είσαι ελεύθερος. Φύγε. Δεν σε καλώ για φαγητό, σ έχουν σίγουρα στρώσει τραπέζι αλλού…
Ο Μιχάλης αναστέναξε, ίσως από ενοχές, ίσως από ανακούφιση, και πήγε να μαζέψει τα πράγματά του στην κρεβατοκάμαρα. Κι η Ελένη, για να μη σωριαστεί στο πάτωμα, κράτησε δυνατά το νεροχύτη, κοιτάζοντας τις λευκές αρθρώσεις των χεριών της. Μόνο δύο πράγματα ευχόταν: να σταθεί όρθια και να φύγει ο Μιχάλης όσο πιο γρήγορα γίνεται
Ε, εγώ πάω τώρα, εντάξει; ψιθύρισε δειλά ο Μιχάλης, κάνοντας πίσω ως την πόρτα. Η Ελένη γύρισε και τον κοίταξε. Ήταν ήρεμη, άγρια γαλήνη. Ήταν προφανές ότι τον ξάφνιαζε η αδιαφορία της τουλάχιστον περίμενε δάκρυα κι κατηγορίες, όχι αυτή την ησυχία. Βγήκε από την κουζίνα μουρμουρίζοντας.
Η Ελένη περίμενε να κλείσει η πόρτα και σωριάστηκε στο πάτωμα. Δάγκωσε το χέρι της για να μη βγάλει κραυγή κι έκλαψε σαν τραυματισμένο, εγκαταλειμμένο ζώο. Σαν να μην υπήρχε πια επόμενη μέρα γι αυτήν Κι όταν πια τα μάτια της είχαν πρηστεί και η φωνή της είχε σπάσει, σύρθηκε στην κρεβατοκάμαρα κι έπεσε στο κρεβάτι, ντυμένη. Ο κόσμος γύρω της σκοτείνιασε…
…Ξημερώματα, μες στη νύχτα, η Ελένη ξύπνησε πλημμυρισμένη από θλιμμένη νοσταλγία. Θυμήθηκε που γνωρίστηκαν. Εκείνη, μια άπειρη, νέα κοπέλα που είχε έρθει από την επαρχία στην Καλαμάτα για δουλειά και πήγε με φίλες της σε ένα πανηγύρι το πρώτο Σάββατο. Εκεί τον πρωτοείδε. Ήταν με φίλους του, νταήδες της πλατείας.
Ψηλός, γεροδεμένος, με πλατύ χαμόγελο, ο Μιχάλης ξεχώριζε από τους άλλους. Η Ελένη τον κοίταξε μια φορά κι έχασε τη μιλιά της. Ήξερε πως είναι καταδικασμένη να τον αγαπήσει για πάντα. Κι εκείνος, βλέποντάς την μαζεμένη κι αθώα, εντυπωσιάστηκε και προσφέρθηκε να τη συνοδεύσει ως το σπίτι. Από τότε, δεν ξαναχωρίστηκαν…
Τα ραντεβού τους ήταν καθημερινά. Σε τρεις μήνες έκαναν πολιτικό γάμο στο δημαρχείο. Το καλοκαίρι, έγινε ένας ξέφρενος, νεανικός γάμος. Αρχικά έζησαν σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Καλαμάτα, κι ύστερα, όταν η Ελένη γέννησε το πρώτο τους παιδί, πήραν δικό τους σπίτι δύο δωματίων. Ήταν ευτυχισμένοι όσο δεν πάει. Και πάνω απ όλα, αγαπιόντουσαν πραγματικά. Ήταν σαν να συμπληρώνει ο ένας τον άλλον ούτε μαλώματα, ούτε φωνές, σαν έτοιμοι αρμονικά κομμάτια παζλ…
Την προηγούμενη εβδομάδα έκλεισαν 36 χρόνια γάμου. Και το χειρότερο είναι πως δε θα γιορτάσουν τα 37 Η σκέψη αυτή έκανε την Ελένη να ξαναβάλει τα κλάματα, ήσυχα και πικρά, σαν να αποχαιρετούσε το τέλος της ευτυχίας που είχαν μοιραστεί…
Το πρωί πήγε να σηκωθεί, αλλά το δικό της φως έμοιαζε σκοτεινό όπως κι ο ουρανός. Όμως έπρεπε να σηκωθεί. Σπίτι μεγάλο, αυλή, ζώα όλα χρειάζονται φροντίδα. Έβαλε τσάι με δυο-τρεις κουταλιές ζάχαρη, τίποτα άλλο δεν κατέβαινε στο στομάχι της. Άρχισε να συγυρίζει παντού. Καθάρισε το σπίτι, τάισε τις κοτούλες, έβγαλε τη γίδα στη μάντρα, έπλυνε τα πιάτα που είχαν μείνει από χτες. Τα έκανε όλα με μανία, σαν να μη θέλει ούτε στιγμή να σκεφτεί το κακό που της συνέβη. Μα υπήρχε ακόμα ένα εμπόδιο να πει στα παιδιά της, τον Γιάννη και τη Δάφνη. Το πήρε απόφαση λίγο πριν το μεσημέρι.
Μαμά, είναι δυνατόν; Άλλη γυναίκα; Δηλαδή τι λέει; Φάρσα μας κάνει, μαμά; Να έρθουμε τώρα; Να έρθουμε αμέσως; ανήσυχα η κόρη της.
Όχι, Δαφνούλα μου! Μη διανοηθείς να έρθεις! Είσαι έτοιμη να γεννήσεις, τα νεύρα απαγορεύονται. Θα τα βγάλω πέρα. Ούτε κανείς πέθανε…
Ο γιος ξεσπάει άγρια στο τηλέφωνο. Βρίζει, θίγεται, αγανακτεί. Η Ελένη προσπαθεί να το χαλαρώσει: να μην προσβάλεις τόσο τον πατέρα σας, παιδί μου, συμβαίνουν αυτά στη ζωή. Τελικά ο Γιάννης υπόσχεται να έρθει το σαββατοκύριακο…
Αφού τα είπε και ξαλάφρωσε, περνώντας μπροστά στον καθρέφτη, κοντοστάθηκε. Μια πλαδαρή γυναίκα με ρόμπα, χωρίς μακιγιάζ, με πρησμένα μάτια και σκασμένα χείλη την κοίταζε.
Ας πρόσεχα περισσότερο τον εαυτό μου. Λογικό που κοίταξε για άλλη μικρή Δε φροντίζω πια ούτε μαλλί ούτε νύχια, έχω ξεχάσει τη θηλυκότητά μου. Πρώτα βάζω παιδιά, άντρα, εγγόνια μετά τις κότες και το μποστάνι ψιθύρισε και βαριαναστέναξε, φέρνοντας στο μυαλό της τη «μικρούλα» και τον άντρα της.
Θυμήθηκε τη χρονιά που πέρασε, πιο ξεκάθαρα από ποτέ. Ήταν δύσκολη, με την εγκυμοσύνη της κόρης, τη γέννηση του εγγονού, συνεχώς μπερδέματα και τρεχάματα. Ο Μιχάλης συχνά έτρωγε μόνος ή περνούσε τις Κυριακές χωρίς εκείνη, ενώ αυτή έτρεχε για τα παιδιά. Έτσι φαίνεται βρήκε χρόνο για το νέο ειδύλλιο. Είχε απομακρυνθεί κι εκείνη δεν το κατάλαβε καν…
…Άρχισε το καινούριο πρόγραμμα της Ελένης χωρίς αυτόν. Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο. Μετά λίγο καλύτερα. Ζήτησε από τα παιδιά να μη γυρίσουν την πλάτη στον πατέρα τους παιδί και εγγόνι δεν τα παράτησε. Μπορούν να έχουν κι εκείνα τον πατέρα τους, δεν της πέφτει λόγος. Σιγά σιγά η ζωή κύλησε, έπεσε με τα μούτρα στο νοικοκυριό και τις δουλειές. Αν και συνταξιούχα, βρήκε και δουλειά σε ένα ζαχαροπλαστείο για να συμπληρώσει το εισόδημα, έχασε κιλά, άλλαξε χτένισμα, έγινε πιο λαμπερή. Ήρθε ξανά το χαμόγελο στα χείλη. Κι είπαμε, ζωή συνεχίζεται…
Έξι μήνες μετά, λαμβάνει κλήση από άγνωστο νούμερο. Κι η φωνή, γνώριμη όσο ποτέ.
Ελενάκι μου, αγάπη μου Συγχώρεσέ με, πάρε με πίσω. Δε μπορώ χωρίς εσένα. Δυο μήνες τριγυρίζω σαν φάντασμα. Μόλις ξαπλώσω, σε βλέπω μπροστά μου. Θα με δεχτείς, ε; ικέτευε κλαίγοντας ο Μιχάλης.
Όχι. Να γυρίσεις στη μικρή σου που έχετε τόσα κοινά. Εγώ μια χαρά είμαι μόνη μου. απαντά η Ελένη ψυχρά και το κλείνει.
Μετά από εκεί, κάθε βράδυ τηλεφώνημα ο Μιχάλης με παρακάλια και γλυκόλογα.
Ελένη, δεν είμαστε πια παιδιά. Τι να χωρίσουμε στα γεράματα; Έκανα λάθος, σαν άνθρωπος κι εγώ. Σαγαπάω, αγαπώ την οικογένειά μας, τον Γιάννη, τη Δάφνη, τα εγγόνια. Θέλω να μαστε μαζί.
Ποιος σε εμποδίζει, Μιχάλη; Να αγαπάς ελεύθερα τα παιδιά σου, τα εγγόνια σου. Αυτοί σε θέλουν, εγώ όμως όχι πια. Ό,τι σπάει, δε ξανακολλάει όσο κι αν θες. ξεκαθάριζε η Ελένη.
Τα παιδιά αρχικά ήταν πικραμένα με τον πατέρα τους, όμως τελικά μπήκαν στη μέση υπερασπίζοντάς τον.
Μαμά, έχει μετανιώσει ειλικρινά. Μήπως να τον συγχωρήσεις; παρακαλούσε συχνά η Δάφνη.
Ναι, μαμά, άστο πίσω σου. Ξέρω πως ακόμα τον αγαπάς. συμπλήρωνε ο Γιάννης.
Όχι, τέλος. Μη ζητάτε άλλα. Δεν αντέχω να ζω μαζί του μετά από αυτό, καταλαβαίνετε; Θα θυμάμαι πάντα ότι με πρόδωσε.
Έτσι έζησε η Ελένη δουλεύοντας, φροντίζοντας το σπίτι και παίζοντας με τα εγγόνια. Χωρίς τον Μιχάλη.
Όσο για τον Μιχάλη, χώρισε με τη «μικρούλα» που τα υποτιθέμενα κοινά τους δεν κράτησαν. Γύρισε στο σπίτι της ηλικιωμένης μητέρας του και μαράζωσε. Του έλειπε η Ελένη κι όσα έχτισαν. Κατάλαβε το λάθος του, αλλά ήταν αργά για διορθώσεις. Έπρεπε να μάθει να ζει με αυτό
Ώσπου μια μέρα πήρε τη μεγάλη απόφαση. Πήγε στο σπίτι της Ελένης, έπεσε στα γόνατά της να ζητήσει συγχώρεση. Αν δε δεχόταν, να τη δει έστω μια φορά ακόμα ήταν αρκετό
Ντύθηκε καλά κι έφτασε. Χτύπησε την πόρτα, αλλά τίποτα η Ελένη είχε φύγει για βραδινή βάρδια στο ζαχαροπλαστείο. Περίμενε λίγο, και τελικά αποκοιμήθηκε στη βεράντα, πάνω στο παγκάκι. Δεν είχε κοιμηθεί ποτέ ξανά τόσο βαριά του είχαν λείψει τα παλιά του στέκια
Η Ελένη επέστρεψε χαράματα και τι να δει; Σκέφτηκε πως ο Μιχάλης ήταν ακίνητος, χλωμός στο φως του φεγγαριού. Τον άγγιξε στο χέρι τίποτα. Του χτύπησε το μπράτσο καμία αντίδραση. Τον ταρακούνησε, σαν να κουνάει μια συκιά τίποτα!
Παναγίτσα μου! Αχ, τι έπαθα! Μιχαλάκη μου, αγάπη μου, σε ποιον με άφησες; Πώς θα ζήσω χωρίς εσένα σπάραξε η Ελένη, πέφτοντας πάνω του με λυγμούς.
Κι αυτός, ξαφνικά, την αγκαλιάζει, τη φιλάει!
Αφού μ αγαπάς ακόμα, το λες Κι εγώ σ αγαπώ, Ελενάκι μου. Συγχώρεσέ με γυναίκα μου! Δεν αντέχω χωρίς εσένα, στο ορκίζομαι έπεσε στα γόνατα, με το πρόσωπο στα χέρια.
Απατεώνα! Ψεύτη! του έριξε δυο στον ώμο. Το πίστεψα στ αλήθεια ότι έπαθες κάτι! Έλεγα, έκανε τίποτα στον εαυτό του και ήρθε σπίτι να πεθάνει Σου καναν καλό οι βόλτες, ε; Να δούμε τι κατάλαβες!
… Κι από τότε, συμφιλιώθηκαν η Ελένη και ο Μιχάλης. Ζούσαν καλύτερα από πριν και αγαπιούνταν πιο δυνατά και αληθινά από ποτέ. Γιατί κατάλαβαν πως το πιο δύσκολο είναι να χάσεις τον δικό σου άνθρωπο. Και πως η συγχώρεση χρειάζεται, κι η περηφάνεια δεν οδηγεί πάντα στο σωστό. Όταν αγαπάς, αξίζει να ανοίξεις μια γωνιά λυτρωτική στην καρδιά και να εκτιμάς τα καλά που έχεις τώρα, κι όχι όσα χάθηκαν. Έτσι κύλησε το παραμύθι της ζωής τους. Με καλό τέλος…





