Μπαμπά μου, πώς το έκανες αυτό στη μαμά;
Η Καλλιόπη και η φίλη της, η Δήμητρα, περπατούσαν στην πλατεία, όταν ξαφνικά είδαν έναν άντρα και μια γυναίκα. Ο άντρας την αγκάλιαζε τρυφερά κι έσκυβε να της πει κάτι στο αυτί. Η γυναίκα χαμογελούσε λαμπερά, ευτυχισμένη. Η Καλλιόπη έμεινε άναυδη, κοιτούσε χωρίς να μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους.
Καλλιόπη, τι γίνεται; Σε χάσαμε; απόρησε η Δήμητρα.
Τίποτα, πάμε, είπε απότομα η Καλλιόπη. Οι δυο φίλες αποχαιρετήθηκαν και η Καλλιόπη πήρε το δρόμο για το σπίτι. Της φαινόταν απίστευτο αυτό που είχε δει.
Μπαμπά, πώς μπόρεσες; Πώς το έκανες αυτό στη μαμά; ψιθύριζε μέσα της, αρνούμενη να πιστέψει στα μάτια της.
Λίγο νωρίτερα, είχαν βγει από το φροντιστήριο απογευματινής μελέτης. Ούτε λόγος να πάει σπίτι βαριόταν τη ρουτίνα.
Δήμητρα, πάμε μια βόλτα στην πλατεία; πρότεινε η Καλλιόπη.
Πάμε, έχουμε ήλιο ακόμα! συμφώνησε η φίλη της.
Η πλατεία δεν τους βόλευε, αλλά ήταν ωραία για περπάτημα. Προχωρούσαν ακούγοντας τα γέλια από τα γεμάτα καφετέριες, βλέποντας τα ερωτευμένα ζευγάρια να περνούν αγκαλιασμένα. Κανείς δεν τους έδινε σημασία.
Ξαφνικά, στρίβοντας σ ένα πιο ήσυχο δρομάκι, τους τράβηξε η προσοχή ένας άντρας με μια γυναίκα, που στεκόταν αγκαλιά κοντά σε μια ελιά. Ο άντρας, αν κι έβλεπες μόνο την πλάτη του, φαινόταν ότι ήταν στην ηλικία του πατέρα της Καλλιόπης.
Η Δήμητρα αδιαφόρησε, αλλά ύστερα πρόσεξε ότι η Καλλιόπη είχε κοκκινίσει, τα μάτια της καρφωμένα σ’ αυτούς, ακίνητη.
Καλλιόπη, τι έπαθες;
Α, τίποτα Πάμε, είπε βιαστικά καθώς έπαιρνε τα πόδια της προς την έξοδο του πάρκου.
Έφτασε τελικά έξω από το σπίτι της, σκεφτική, με το βλέμμα χαμηλωμένο. Το χαμογελαστό πρόσωπο της γυναίκας της είχε καρφωθεί στο μυαλό. Ο άντρας ψιθύριζε γλυκόλογα στη γυναίκα, λες και δεν υπήρχε τίποτα γύρω, ούτε η ίδια του η κόρη!
Μπαμπά, εγώ σε αγαπάω, ήσουν πάντα το πρότυπο για μένα. Μα εσύ έχεις ερωμένη; Δεν θα το πίστευα, αν δεν το έβλεπα με τα μάτια μου! σκεφτόταν η Καλλιόπη.
Γύρισε αργά σπίτι.
Έλα, κάτσε να φας, μουρμούρισε η μαμά της, η Ελπίδα, φανερά κουρασμένη. Εσάς τους δύο ποτέ δεν σας προφταίνω.
Σε λίγο, να πλύνω χέρια πρώτα, απάντησε άχαρα η Καλλιόπη.
Έμεινε λίγο στη μπανιέρα. Βγήκε, αλλά ο πατέρας της, ο Νίκος, δεν είχε φανεί ακόμα. Η Καλλιόπη έφαγε και τρύπωσε στο δωμάτιό της. Έκατσε μπροστά στο λάπτοπ, μα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Της είχε κολλήσει το στιγμιότυπο από το πάρκο.
Είναι δυνατόν; Αυτός είναι ο μπαμπάς μου Έτσι συμβαίνει στους μεγάλους; Τι του λείπει; Θα μας αφήσει για αυτήν; Μήπως η «άλλη» δεν ξέρει ότι έχει κόρη; της μπήκε μια τρελή ιδέα.
Ξαφνικά ακούστηκε το κλειδί στην πόρτα:
Συγγνώμη, Ελπίδα! Βαρύς ο σημερινός, ακούστηκε η φωνή του πατέρα.
Ναι όπως πάντα στα τέλη του μήνα βαρύς ήταν, τώρα όμως είναι συνέχεια, απάντησε η μαμά ενοχλημένη, στην αρχή καβγάς.
Έτσι είναι τώρα, τι να κάνω;
Ήρθε, όπως πάντα, να τη φιλήσει, αλλά η Καλλιόπη τον απώθησε:
Πήγαινε να φας, θα κρυώσει
Τι συμβαίνει, κορίτσι μου;
Τίποτα σε μένα Εσύ;
Ο πατέρας σκέφτηκε να της πει κάτι, όμως σταμάτησε και πήγε κουζίνα.
Η Καλλιόπη πέρασε όλο το βράδυ κλειστή στο δωμάτιό της, με το μυαλό της γεμάτο σχέδια για το πώς να φέρει πίσω τον μπαμπά της. Μ αυτή τη σκέψη κοιμήθηκε.
Το πρωί, την ξύπνησαν οι φωνές των γονιών της:
Νίκο, πού πας έτσι πρωί;
Δουλειά, είναι επείγον.
Σάββατο είναι, πιάσε και λίγο σπίτι να σε δούμε κι εμείς.
Θα γυρίσω πριν το μεσημέρι, μετά πάμε βόλτα, σας το υποσχέθηκα.
Η Καλλιόπη βγήκε σέρνοντας τα βήματά της:
Πού πας κι εσύ; ρώτησε αμέσως η μαμά.
Έχω φροντιστήριο και ήδη αργώ.
Αυτά τα κορίτσια όλο κάπου τρέχουν παραπονέθηκε η μητέρα, αλλά η Καλλιόπη είχε ήδη εξαφανιστεί στο μπάνιο.
Γρήγορα ντύθηκε κι ήταν έτοιμη. Ο μπαμπάς την περίμενε στην εξώπορτα:
Να σε πάω μέχρι το φροντιστήριο, κόρη;
Καλλιόπη, έλα, τουλάχιστον πιες καφέ! φώναξε η μητέρα από την κουζίνα. Τον έφτιαξα.
Πιες λίγο, θα περιμένω, της χαμογέλασε ο πατέρας.
Η Καλλιόπη ήπιε δυο γουλιές βιαστικά, κι ύστερα βγήκαν μαζί. Περπατούσαν σιωπηλοί μέχρι που ο μπαμπάς έσπασε τον πάγο:
Κορίτσι μου, μήπως έχεις κάτι μαζί μου;
Όχι, μπαμπά. Μάλλον εφηβεία περνάω σταμάτησε, σαν να μαζεύει κουράγιο. Σ’ αγαπάω πολύ, μπαμπά.
Κι εγώ εσένα, κορούλα μου!
Περισσότερο από όλους;
Είδε τον μπαμπά στριμωγμένο, όμως της απάντησε:
Περισσότερο από όλους στον κόσμο!
Χαμογέλασαν αμήχανα, μα δεν αντάλλαξαν βλέμμα.
Λοιπόν, έφτασα, μπαμπά. Σε περιμένω για μεσημεριανή βόλτα, είπες πως το Σαββατοκύριακο θα είμαστε μαζί.
Η Καλλιόπη προχώρησε προς το φροντιστήριο, μα στα μισά του δρόμου κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους και άρχισε διακριτικά να παρακολουθεί τον πατέρα της.
Αντί να πάει στη δουλειά, πήρε άλλη κατεύθυνση. Μετά από κάμποση ώρα, έφτασε σε μια γειτονιά άγνωστη στην Καλλιόπη. Ο πατέρας της περίμενε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, είπε κάτι στο τηλέφωνο, και μετά από λίγο κατέβηκε μια γυναίκα.
Η Καλλιόπη τη ζήλεψε ασυναίσθητα. Ήταν όμορφη, κομψή, με καστανά μαλλιά μαγεμένη τη θαύμαζε:
Μα αυτή του αρέσει περισσότερο από εμάς και τη μαμά μου;
Η γυναίκα πλησίασε, τον φίλησε, κι έφυγαν αγκαλιασμένοι για μια ήσυχη παιδική χαρά εκεί κοντά. Έκατσαν σε ένα παγκάκι, μιλούσαν σοβαρά, ύστερα φιλήθηκαν παθιασμένα. Η Καλλιόπη τους κοίταγε από μακριά, νιώθοντας πίκρα.
Όταν σηκώθηκαν να φύγουν, η Καλλιόπη πήρε τη μεγάλη απόφαση. Περίμενε έξω από την πολυκατοικία. Η γυναίκα βγήκε μετά από λίγο με μια σακούλα σκουπιδιών. Η Καλλιόπη της έκοψε το δρόμο:
Καλημέρα!
Καλημέρα Συμβαίνει κάτι;
Άκου να δεις: αν ξανασυναντήσεις τον Νίκο, δεν θα βγεις κερδισμένη.
Ποια είσαι εσύ;
Δεν κατάλαβες; Είμαι η κόρη του.
Η γυναίκα τα χασε.
Τι θέλεις δηλαδή;
Πάρε το κινητό σου, τηλεφώνησέ του και πες του πως πρέπει να σταματήσετε εδώ. Η μαμά μου τον αγαπάει πολύ!
Η γυναίκα άνοιξε το κινητό, κάλεσε:
Νίκο, δεν πρέπει να ξανασυναντηθούμε.
Γιατί, τι έπαθες;
Τελείωσε Έχεις οικογένεια, κι εγώ θα φύγω από την Αθήνα μόλις τελειώσω τη σχολή. Δεν έγινε τίποτα Να είσαι καλά.
Η Καλλιόπη άκουσε τη φωνή του πατέρα της, και σχεδόν αναθάρρησε.
Να είσαι καλά, Μαργαρίτα… Αντίο.
Γυρίζοντας σπίτι, βρήκε τους γονείς της στην κουζίνα να τρώνε μαζί και να γελούν.
Τι χαρά είναι αυτή; γκρίνιαξε η μαμά, σηκώνοντας το βλέμμα από το πιάτο της. Θα φας;
Θα φάω, μαμά.
Καλλιόπη, γιατί γελάς έτσι; ρώτησε κι ο μπαμπάς.
Μπαμπά, μ αγαπάς;
Σ αγαπάω!
Και τη μαμά;
Σύντομη παύση και η απάντηση, βροντερά:
Και τη μαμά σου την αγαπάω!
Αλήθεια, όλους μας αγαπάει επανέλαβε με χαμόγελο κι έλαμψε το σπίτι, όπως παλιά.





