Μια ανύπαντρη μητέρα πήγε την κόρη της στη δουλειά — δεν φανταζόταν ποτέ την πρόταση γάμου από τον Έλληνα μαφιόζο αφεντικό

Μια ανύπαντρη μαμά έφερε την κόρη της στη δουλειά δεν περίμενε ποτέ πρόταση γάμου από τον μαφιόζο αφεντικό

Ο ουρανός πάνω από την Αθήνα ήταν μια θάλασσα από γκρι τσιμέντο, χωρίς ούτε μια ρωγμή ηλιαχτίδας· απλώς μια πιο ανοιχτή απόχρωση γκρίζου, σαν το μπουφάν του γείτονα τον Νοέμβρη.

Η Σμαράγδα Παπαδοπούλου ήταν γονατισμένη πάνω στα κρύα πλακάκια των διευθυντικών τουαλετών στον δωδέκατο όροφο, τα χέρια της μουδιασμένα και κατακόκκινα απ την υπερβολική χλωρίνη.

Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ρυθμικός ήχος του βρεγμένου σφουγγαριού της, που πάλευε τις βρωμιές σ ένα άδειο, μισοσκότεινο κτίριο στην Ομόνοια. Και τότε, κολλημένο στο τζιν μπουφάν της, δόνησε το παλιό, φθηνό κινητό ο μόνος κρίκος της με έναν κόσμο όπου τα πάντα πάνε στραβά.

Ήταν 5 το πρωί. Η ραγισμένη οθόνη λάμπριζε σαν τα φώτα στους δρόμους. Παιδικός σταθμός «Τα Μικρά Αστεράκια» 24ωρης λειτουργίας. «Έχει πυρετό, Σμαράγδα», ακούστηκε η ψυχρή, ξινή φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής. «43 βαθμοί. Κάνει εμετούς εδώ και 3 ώρες. Δεν είμαστε νοσοκομείο, κυρία μου, και ούτε η Παναγία των Παρισίων. Έχετε είκοσι λεπτά να έρθετε. Έπειτα παίρνω την κοινωνική υπηρεσία να το αναλάβει εκείνη.»

Η γραμμή έκλεισε. Το απόλυτο κενό που ακολούθησε της μαράζωσε τα σωθικά. Η καρδιά της χτύπησε σαν λαμαρίνα σε καταιγίδα. Η μικρή Ιόλη της. Το μοναδικό της στήριγμα στους πέντε ανέμους.

Ούτε να χτυπήσει κάρτα θυμήθηκε, ούτε το ελαφρύ της μπουφάν να πάρει απ το ντουλάπι. Το βαλε στα πόδια.

Ο γιανουριάτικος αέρας της έσκασε στη μούρη σαν χαστούκι, παγερός και αλύπητος. Τρία τετράγωνα δρόμος ως το σταθμό, με τα αθλητικά της να γλιστρούν πάνω σε σπασμένα κεραμίδια της Πατησίων.

Όταν έφτασε στη neon είσοδο του παιδικού σταθμού, νόμιζε πως μάσαγε γυαλί αντί για αέρα.

Η υπάλληλος της παρέδωσε ένα κουβαριασμένο, πυρακτωμένο μωρό. Η Ιόλη αγκομαχούσε με γυάλινα ματάκια και χείλη μισάνοιχτα σαν να έψαχνε λίγη θάλασσα να πιει.

«Θα την πάω σπίτι. Έχω φάρμακα εκεί», ψιθύρισε η Σμαράγδα, τόσο τρεμάμενα που η γλώσσα της πήγε να μπει κόμπο.

Το «σπίτι» ήταν ένας τάφος δέκα τετραγωνικών σ ένα ετοιμόρροπο της Κυψέλης, πιο κρύος μέσα κι απ το έξω ο αέρας έμπαινε με τα μπούνια κάτω από το ταινία που κάλυπτε το σπασμένο τζάμι. Το σώμα του καλοριφέρ είχε βγάλει φτερά εδώ και δυο βδομάδες.

Έριξε την Ιόλη σ ένα στρωματσάδα με μουτζουρωμένα σεντόνια και άνοιξε σαν τρελή το πλαστικό της κουτί με τα φάρμακα. Αδειανό σαν το πορτοφόλι έπειτα από ψώνια.

Προσπάθησε να πάρει μια σταγόνα φαρμάκου με το σταγονόμετρο, αλλά μόνο αέρα κατάφερε να ρουφήξει.

Το κινητό ξανακούνησε.

«Παπαδοπούλου; Πού είσαι; Ο προϊστάμενος με ψάχνει για τον δωδέκατο όροφο», γρύλισε ο Χρήστος, ο υπεύθυνος βάρδιας της εταιρείας καθαρισμού.

«Η κόρη μου είναι άρρωστη, κύριε Χρήστο έχει 39,5 πυρετό. Δεν μπορώ να την αφήσω. Μόνο σήμερα, σας παρακαλώ»Δεν με νοιάζει, Παπαδοπούλου. Εδώ λεφτά ήρθες να βγάλεις, όχι χατίρια. Αν δεν έρθεις, αύριο ούτε βάρδια ούτε δουλειά!
Η γραμμή έκλεισε με θόρυβο. Η Σμαράγδα έμεινε να κοιτά το κινητό μες στην παγωμένη σιωπή. Το παιδί έκλαψε φλέβα, με το μάγουλο γεμάτο ιδρώτα.
Άναψε το φως αναβόσβησε σαν ελπίδα. Η Σμαράγδα αγκάλιασε την Ιόλη σφιχτά, την τύλιξε με ζεστή κουβέρτα, κι έτριψε το μετωπάκι της με μια βρεγμένη πετσέτα, ανάμεσα σε ψιθύρους παραμυθιού.
Η ματιά της έπεσε στο παράθυρο: αστέρια πουθενά, μόνο σκοτεινά φώτα από το απέναντι μπαλκόνι. Πίεσε τα χείλη τηςπρέπει να βρει βοήθεια.

Έψαξε διστακτικά στις επαφές του κινητού. Στάθηκε στο τελευταίο όνομα: «Δ/ντήςΜαυρίδης». Ο διαβόητος αφεντικός του ομίλου. Το όνομά του ακουγόταν στα δρομολόγια με φόβο και θρόισμα χρήματοςμα και φήμες για καρδιά που χτυπά ακόμα, όταν κανείς δεν βλέπει.

Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πάτησε την κλήση. Το τηλέφωνο απάντησε αμέσως:
Παπαδοπούλου, τι θες τέτοια ώρα;
Η φωνή του σκληρή μα στο τέρμα της γραμμής ανέδιδε κάτι απροσδιόριστα ζεστό.
Κατάπιε, τραύλισε:
Συγγνώμη, κύριε Μαυρίδη. Δεν ξέρω σε ποιον άλλον να στραφώ. Η μικρή μου κάνει πυρετό, δεν έχω λεφτά ούτε για φάρμακο. Ο Χρήστος με απειλεί.
Ακολούθησε μακρά παύση. Τίποτα, μόνο ανάσα. Έπειτα μια βαριά φράση:
Δώσε τη διεύθυνση.
Σε δέκα λεπτά, τα φώτα βρήκαν τη σκάλα της. Μια μαύρη Mercedes γρύλισε στο πεζοδρόμιο. Δυο άντρες με φαρδιούς ώμους κόλλησαν την πόρτα. Ο ίδιος ο Μαυρίδης μπήκε μέσα, το βλέμμα του γεμάτο αποφασιστικότητα και κάτι σαν νοσταλγία.
Δώσε μου την μικρή.
Χωρίς δεύτερη κουβέντα, την σήκωσε απαλά. Σε μια στιγμή έβγαλε από το παλτό του κουτί με φάρμακο και θερμόμετρο.
Η δικιά μου κόρη, χρόνια πριν. Θα γίνει καλά, Παπαδοπούλου.

Έμεινε κοντά τους όλο το βράδυ, άλλαξε τα σεντόνια, μαγείρεψε λίγο ρύζι, της ζεστάθηκε ο κόσμος. Η Ιόλη αποκοιμήθηκε ήσυχη στην αγκαλιά της Σμαράγδας, με τον Μαυρίδη να κρατά το μικρό χεράκι της μυστικά.
Τη στιγμή που χάραξε ένα άτολμο λευκό στον ουρανό, ο Μαυρίδης στάθηκε στην πόρτα:
Ξέρεις κάτι; Εγώ χρόνια τώρα προσποιούμουν τον αφεντικό, μα πρώτη φορά είδα τι πάει να πει δύναμηκαι δεν είναι το χρήμα.
Τη φίλησε στο μέτωπο. Της άφησε στα χέρια ένα φάκελο γεμάτο μα όχι μόνο με λεφτά.

Μέσα, ένα σημείωμα:
«Αν θέλεις, να γίνεις γυναίκα μου. Εσύ και η μικρή. Εσείς μου μάθατε τι πάει να πει οικογένεια, αγάπη και φως εκεί που βλέπω μαύρο. Μόνο αν θέλεις.»

Η Σμαράγδα κοίταξε την Ιόλη που κοιμόταν ήσυχη, κι ένιωσε πρώτη φορά στη ζωή της έναν ήλιο, δικό της, να σηκώνεται μέσα της ακόμα κι αν έξω ο ουρανός έμενε πάντα γκρι.

Oceń artykuł
Μια ανύπαντρη μητέρα πήγε την κόρη της στη δουλειά — δεν φανταζόταν ποτέ την πρόταση γάμου από τον Έλληνα μαφιόζο αφεντικό