Φίλε μου, άκου τι μου συνέβη ακόμα δεν το έχω χωνέψει. Η νύχτα ήταν πραγματικά χαμός, λες και ο ουρανός ήθελε να ξεπλύνει όλη την αδικία του κόσμου. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα, αστραπές έσκιζαν το σκοτάδι και οι βροντές έκαναν τα τζάμια να τρίζουν. Τα δέντρα λύγιζαν από τον άνεμο και το νερό έκανε τις αυλές μικρές λίμνες. Όλα έμοιαζαν βουτηγμένα στο χάος ποιος να τολμήσει να σκεφτεί το πρωί;
Και όμως, με το πρώτο φως, όλα άλλαξαν. Ο ουρανός πιο γαλανός από ποτέ, η ατμόσφαιρα γεμάτη εκείνη τη φρεσκάδα που μόνο το χώμα και τα φυτά μετά τη βροχή δίνουν.
Η Αλεξάνδρα, κουρασμένη από το ανήσυχο ύπνο, βγήκε στο μπαλκόνι και πήρε βαθιά ανάσα ήταν λες και η φύση είχε αναγεννηθεί. Αλλά της ήρθε στο μυαλό ένα περίεργο περιστατικό: Την προηγούμενη νύχτα, στο αποκορύφωμα της καταιγίδας, η πιστή της σκυλίτσα, η Κλέλια, δεν σταμάτησε να κλαίει λυπημένα. Δεν γάβγιζε, δεν έκανε χαμό, μόνο ούρλιαζε ήταν φανερό ότι κάτι είχε νιώσει.
Η Αλεξάνδρα τότε δεν έδωσε σημασία, θεώρησε ότι την τρόμαξε η καταιγίδα. Τώρα όμως, κοιτώντας την αυλή, ένοιωσε αυτό το γνωστό σφίξιμο στην κοιλιά. Η Κλέλια πάντα την περίμενε στην πόρτα, έτρεχε πανευτυχής, πήδαγε πάνω της, γούσταρε χαδάκια Μα σήμερα τίποτα. Καθόταν ακόμα μέσα στο σπιτάκι της, ούτε που κουνήθηκε.
Και λες να έπαθε κάτι από τη νύχτα; Η αστραπή ήταν τόσο δυνατή Μήπως έχει χτυπηθεί; Πλησίασε, μιλώντας ήρεμα:
Κλελιά μου, καλή μου, είσαι εντάξει;
Μέσα από το σκοτάδι ξεπρόβαλε το μουτράκι της, τα μάτια της γεμάτα λύπη κι ανησυχία. Δεν βγήκε όπως συνήθως απλά κοίταγε λες και φύλαγε κάτι πολύ σημαντικό εκεί μέσα. Η Αλεξάνδρα έφερε λίγη καλοψημένη λουκανικόπιτα, το αγαπημένο της, μπας και την πείσει. Ούτε που συγκινήθηκε.
«Δεν είναι καλά κάτι τρέχει», σκέφτηκε. Κι αν έχει αρρωστήσει; Ή μήπως την τσίμπησε κάποιο φίδι; Αγχωμένη, πήρε το κινητό κι έστειλε μήνυμα στον κτηνίατρο, τον κύριο Μανώλη Αργυρόπουλο τον ξέρει χρόνια η οικογένεια.
Σε λιγότερο από μισή ώρα, έφτασε με το παλιό, αλλά προσεγμένο του Toyota και το κλασικό δερμάτινο βαλιτσάκι του. Ο κύριος Μανώλης εκτός από καταπληκτικός γιατρός, έχει αυτό το χάρισμα να «πιάνει» πραγματικά τα ζώα, να νιώθει τι νιώθουν.
Έλα να δούμε τι συμβαίνει, είπε και πλησίασε το σπιτάκι.
Η Αλεξάνδρα του εξήγησε τι είχε παρατηρήσει. Ο Μανώλης έσκυψε, μίλησε στην Κλέλια με γλυκιά φωνή:
Έλα, κορίτσι. Έλα να σε δει ο θείος Μανώλης.
Αυτή αντί να βγει, γρύλισε λίγο και χώθηκε πιο βαθιά πρωτόγνωρο πράγμα, ποτέ δεν το είχε ξανακάνει στη ζωή της με δικό της άνθρωπο.
Κάτι δεν πάει καλά, είπε ο γιατρός χαμηλόφωνα.
Φοβάμαι ότι κάτι της συνέβη, ίσως ασθένησε, ίσως τη δάγκωσε κάτι μου είναι εντελώς πρωτόγνωρο.
Προσπάθησαν σιγά-σιγά να την πείσουν να βγει η Κλέλια τελικά συμφώνησε με βαριά καρδιά, κοιτώντας συνεχώς πίσω της. Και τότε, φίλε, ο γιατρός αποκάλυψε το μυστικό:
Κάτι κινείται μέσα!
Η Αλεξάνδρα άνοιξε διάπλατα τα μάτια και πλησίασε. Στο βάθος του σπιτιού, κουλουριασμένο σε μια παλιά μάλλινη κουβέρτα, κοιμόταν ένα αγοράκι. Κατακόκκινα ματάκια, πρόσωπο γεμάτο δάκρυα, τρύπια, βρεγμένα ρούχα και λασπωμένα ποδαράκια χωρίς παπούτσια. Κρατούσε σφιχτά μια ταλαιπωρημένη πάνινη κούκλα.
Θεοί μου ψιθύρισε ο γιατρός ένα παιδί!
Πάμε να το τραβήξουμε σιγά σιγά, είπε η Αλεξάνδρα. Φανερά σοκαρισμένη.
Ο Μανώλης έσκυψε, έβγαλε με απαλότητα το παιδί έξω εκείνο ξύπνησε και άρχισε να κλαίει σιγανά, πανικόβλητο. Η Αλεξάνδρα τον πήρε αγκαλιά ελαφρύς σαν φτερό, μούσκεμα όλος, πεινασμένος και απελπισμένος.
Ποιος είσαι, αστέρι μου; είπε απαλά, αλλά το παιδί δεν απάντησε, απλά κοιτούσε με μάτια γεμάτα φόβο, έτοιμος να δεχτεί κακοποίηση, λες και την περίμενε.
Θα πάρω τηλέφωνο την αστυνομία αυτό το παιδί κάποιος το ψάχνει.
Ο γιατρός, όμως, ακούμπησε το χέρι της:
Περίμενε. Το ξέρω αυτό το παιδί είναι ο Πέτρος, ο γιος της Κατερίνας… της Κατερίνας με τα πολλά βάσανα.
Η Αλεξάνδρα τα έχασε. Η Κατερίνα ήταν κάποτε χαρούμενο κορίτσι, μετά όμως μπλέχτηκε με λάθος παρέες, έμπλεξε στα δύσκολα, έχασε το δρόμο της. Μπήκε φυλακή για μικροκλοπές, εκεί απέκτησε τον Πέτρο. Μετά την αποφυλάκισή της, τον πήρε από το ίδρυμα αλλά όχι γιατί τον ήθελε πραγματικά, πιο πολύ για τα μάτια του κόσμου.
Κι όμως, ήταν καθόλην αχρησιμοποίητη για το παιδί. Ο μικρός πέντε χρονών κι ακόμα σχεδόν μωρό στο μυαλό, λέξεις όπως «σπίτι» και «οικογένεια» άγνωστες.
Η Αλεξάνδρα έκλαψε. Έφτασε μέχρι τη μέση της εγκυμοσύνης δύο φορές, αλλά ποτέ δεν κράτησε μωρό στην αγκαλιά της. Οι γιατροί ποτέ δεν της εξήγησαν το γιατί. Και τώρα, ένα παρατημένο παιδί στα χέρια της.
Θα τον κρατήσω για όσο μπορώ, είπε αποφασιστικά. Θα τον φροντίσω εγώ, μετά θα τον πάω πίσω στην Κατερίνα να της δείξω τι ακριβώς της λείπει.
Τον έκανε μπάνιο με μωρουδιακό σαπούνι, τον έντυσε με τα δικά της ρούχα, του 'δωσε φαΐ το αγόρι έτρωγε με ταχύτητα, λες και κάποιος θα του άρπαζε το πιάτο.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο σπίτι ο άντρας της, ο Σταύρος αθλητικός, μερακλής και πάντα γελαστός.
Αγάπη μου, όλα καλά; Να φέρω τυρόπιτες από τον φούρνο; (και μένει με το στόμα ανοιχτό) Ποιος είναι αυτός;
Ο Πέτρος, ο γιος της Κατερίνας. Τον βρήκα μέσα στο σκυλόσπιτο.
Ο Σταύρος την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Ήξερε τον καημό της για ένα παιδί κάθε φορά που έβλεπε μωρό, μια πληγή άνοιγε μέσα της.
Κατάλαβα, είπε ήσυχα. Τι χρειάζεται;
Πήγαινε στο μαγαζί, πάρε του παπούτσια και ρούχα, όλα καινούρια.
Ούτε που ρώτησε άλλο. Έφυγε. Γύρισε σε μια ώρα με σακούλες, και με μια κόκκινη παιχνιδομηχανή το βλέμμα του μικρού φωτίστηκε πρώτη φορά. Έμοιαζε ο Πέτρος να χαμογελά μετά από μήνες.
Το βράδυ, καθώς ο μικρός κοιμόταν, ψιθύρισε:
Δεν θέλω να πάω στη μαμά μου
Κοιμήσου, αστέρι μου, του είπε η Αλεξάνδρα. Εδώ είσαι ασφαλής.
Ο Σταύρος την αγκάλιασε. Εκείνη είπε:
Θα πάω στην Κατερίνα να δω τι γίνεται.
Το σπίτι της Κατερίνας: γκρεμισμένο, άδειο, μυρωδιά αλκοόλ και απόγνωσης. Μέσα βρώμα και σκοτάδι. Μπαίνει η Αλεξάνδρα και τη βρίσκει:
Ποια είσαι; ακούστηκε η φωνή. Έχεις καμιά δουλειά εδώ;
Κατερίνα, είμαι η Αλεξάνδρα. Ήμασταν συμμαθήτριες. Βρήκα τον Πέτρο μόνο, παγωμένο, πεινασμένο, χωρίς παπούτσια.
Ω, σιγά μωρέ, τι έγινε; Και τι θες δηλαδή;
Είσαι μάνα φέρσου σαν μάνα! Δεν μπορείς έτσι
Τι με νοιάζει; δικό μου είναι, ό,τι θέλω κάνω!
Δεν θα το δεχτώ. Θα καλέσω την αστυνομία, αν χρειαστεί!
Η Κατερίνα ξαφνικά λύγισε, έχασε τα λόγια της.
Όχι, κάτσε την αστυνομία όχι κι εγώ τον αγαπάω, το έχω καταλάβει. Θα τα φτιάξω όλα, θέλω να σταθώ στα πόδια μου
Αν το κάνεις, τότε θα τα ξαναπούμε.
Οι μέρες πέρασαν χωρίς κανένα νέο. Η Αλεξάνδρα ξαναπήγε και βρήκε τη γυναίκα νεκρή το κορμί της δεν άντεξε το πολύ ποτό. Μαζί με τον Σταύρο έθαψαν την Κατερίνα. Παίρνουν τον Πέτρο υπό την προστασία τους.
Έγιναν όλες οι διαδικασίες, πέρασαν μήνες με κοινωνικές υπηρεσίες τελικά η επιμέλεια στον Πέτρο. Τα χρόνια πέρασαν, η άνοιξη ανθίζει, η αυλή γεμάτη ζωή: ο Πέτρος, πιο μεγάλο πια, τρέχει γελώντας με τα κουτάβια της Κλέλιας αυτής της σκυλίτσας που τον έσωσε κείνο το βράδυ.
Η Αλεξάνδρα του φωνάζει:
Πρόσεχε, Πέτρο μου!
Σιγά βρε μαμά, τ αγόρια θέλουν μερικές γρατζουνιές, λέει γελώντας ο Σταύρος και αγκαλιάζει τη νεογέννητη τους κόρη, τη Χριστίνα, που ήρθε στον κόσμο λίγους μήνες πριν.
Το κοριτσάκι χαμογελά φασαριόζικα στη θέα του αδερφού. Για πρώτη φορά, μια οικογένεια γεμάτη αγάπη και νόημα!
Να λοιπόν, πώς μια αλυσίδα από συμπόνια, ανθρωπιά και τρυφερότητα φτιάχνει το αληθινό σπίτι
Πες μου τη γνώμη σου! Πραγματικά, τέτοιες ιστορίες μάς θυμίζουν τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.





