Ζήσαμε μαζί τριάντα χρόνια. Ξέρω πώς ανασαίνει τα βράδια και τι προτιμά για πρωινό. Κι όμως, τα άφησε όλα αυτά για κάτι που ονόμασε „συναισθήματα από το πανεπιστήμιο” κι έφυγε για μια γυναίκα με αψεγάδιαστες φωτογραφίες στο Instagram. Εκείνο το βράδυ δεν έκλαψαγέμισα την κατάψυξη με πάγο και έγραψα μια λίστα. Μια λίστα με το πώς θα τον έφερνα πίσω, με τέτοιο τρόπο που να παρακαλά να μείνει. Πρώτο βήμα: να συναντήσω την καινούργια του.
Λένε ότι η πρώτη αγάπη είναι σαν τα ανεμοβλογιάάπαξ και την περάσεις μικρός, αφήνει τα σημάδια, αλλά η αρρώστια δε γυρνά. Ψέμα, προφανώς. Ή τότε ήταν άλλη μια μόλυνση.
Η δική μου ιστορία ξεκίνησε όταν ο κόσμος μου, που τον έχτιζα τριάντα ολόκληρα χρόνια, άρχισε να ραγίζει. Κι η ρωγμή δεν ήρθε από τα θεμέλια, αλλά από τη σκεπήεκεί κοντά στην κεραία που όλο έπιανε „ξένα σήματα.”
Εγώ και η αδερφή μου μεγαλώσαμε με το μότο της μητέρας μας: «Το σημαντικότερο που έχετε είναι η υπόληψη σαςόχι το διαμέρισμα, ούτε το αμάξι. Και δεύτερο, είναι η αξιοπρέπειά σας». Η μάνα μας, γυναίκα παλιάς κοπής, με αρχές από μπετόν. Ίσως γι αυτό παντρεύτηκα τον Νίκο χωρίς να έχω περάσει κανέναν άλλο στη ζωή μου prije. Ήταν ο πρώτος μου, ο μοναδικός. Εγώ, όμως, για εκείνον δεν ήμουν η πρώτη. Δεν με ένοιαζε ποτέως τώρα, τουλάχιστον.
Εκείνο το πρωινό Κυριακής κυλούσε νωχελικά στου Παγκρατίου το παλιό μας διαμέρισμα. Έξω ανθούσαν οι πασχαλιές. Ο Νίκος έπινε τσάι με δυόσμο, καρφωμένος σε μια σκέψη. Ακούμπησε το φλιτζάνι, έσκασε τα δάχτυλα και είπε κάτι που έσπασε τη σιγαλιά σαν τσεκούρι στο ξύλο:
Δήμητρα πρέπει να μετακομίσω.
Άλειφα μηχανικά βούτυρο στο ψωμί. Ήταν παγωμένο και έκανε κομμάτια.
Για δουλειά; ρώτησα ήρεμα, αν και από το βλέμμα του κατάλαβα: όχι, δεν ήταν για δουλειά.
Γνώρισα πάλι τη Μαρία. Τη θυμάσαι; Από το πανεπιστήμιο. Η πρώτη μου αγάπη. Και νιώθω πως δεν χάθηκε ποτέ, απλώς περίμενε να ξαναβγεί. Δεν θέλω να σε κοροϊδεύω. Θα ήταν άθλια.
Μιλούσε και έξω ένα πιτσιρίκι έπαιζε μπάλα. Η μπάλα κουτούλαγε διαρκώς στον τοίχο της αποθήκης: ντουπ-ντουπ-ντουπ, στη ρυθμική ηχώ των λόγων του. Τα παιδιά μεγάλωσαν, το σπίτι μεγάλο πια, τα εγγόνια θα έρθουν… Μίλησε για ειλικρίνεια, για το ότι „τα αισθήματα δεν διαλέγονται.” Διψούσα τόσο, σαν να κατάπια όλη τη Σαχάρα. Έδειξα με το δάχτυλο τη κανάτα.
Είσαι καλά; αναπήδησε, έβαλε νερό. Δήμητρα, μην με τρομάζεις.
Εγώ; η φωνή μου βγήκε βραχνή, σαν κουρούνα. Εγώ μια χαρά. Ευτυχία, βλέπεις, έρχεται και φεύγει. Τα ψάρια όμως πάντα φρεσκοκαθαρίζονται.
Ήπια το νερόπάγωνε την τρύπα που ανοιγόταν μέσα μου. Πήγα στο μπάνιο, κλείδωσα. Άνοιξα το νερό για να μην ακούει πως ανασαίνω βαριά. Εκείνος όμως πάντα τα άκουγε όλα.
Δήμητρα! Άνοιξε! άκουσα τουλάχιστον τρεις γροθιές στην πόρτα.
Νίκο, άφησέ με. Θέλω απλώς να πλυθώ.
Έκανα πλάκα! φώναξε με έναν τόνο ελπίδας.
Κοίταξα στον καθρέφτημια γυναίκα με κουρασμένα μαλλιά, μαύρους κύκλους, πρησμένη μύτη. Νοστιμιά Καθρεφτίστηκα μες στην ηλικία, και αναρωτήθηκα: τι βρήκε σε μένα τόσα χρόνια; Άχει νέα φλόγα στα αισθήματα του. Μια παρακαταθήκη συναισθημάτων…
Ξέπλυνα τα μάτια μου με παγωμένο νερό. Χτένισα τα μαλλιά, έσφιξα τα χείλη, βγήκα με ύφος βασίλισσας που την έριξαν από το θρόνο, μα προσποιείται πως κατέβηκε για περίπατο.
Εκείνος στεκόταν άχαρος στο διάδρομο με τρεμάμενα χέρια. Η αμηχανία του δεν με ανακούφισεαντίθετα, μου έφερε ανάγκη για αέρα. Να βγω από το διαμέρισμα, προτού με πνίξει το άρωμά του.
Νίκο, πάω για λίγο στην πλατεία. Μη με ακολουθήσεις.
Δήμητρα, η καρδιά σου, η πίεση;
Ποια καρδιά; ειρωνεύτηκα. Η καρδιά μου τώρα είναι standby μέχρι τελικό κλείσιμο. Μη με ακολουθήσεις.
Πρόλαβε να πει κάτι ακόμα, μα φόρεσα μπουφάν και έφυγα βιαστικά.
Η πλατεία Παγκρατίου περιλούζονταν από τον ήλιο. Νέες μαμάδες έσπρωχναν καρότσια, παππούς διάβαζε Καθημερινή, κυρία με γκριφόνα οδηγούσε το σκυλί στο λουρί. Η ζωή συνεχίζεται. Κάθισα σε ένα παγκάκι, μετρούσα τα γυναικεία πρόσωπα. Ποια ήταν αυτή; Εκείνη η Μαρία; Αυτή με τον μπερέ; Η άλλη με τα ξανθά μαλλιά; Σε ποιο app την ξαναβρήκε, σε σελίδα αποφοίτων ή στην ουρά για αλλαντικά; Η ιδέα πως εκείνος την έψαξε, της έγραψε, δόμησε ραντεβού, με έκαιγε. Ήθελα να τη δω. Να αγγίξω τη διαφορά.
Γύρισα σπίτι μετά από σαράντα λεπτά. Ο Νίκος καθόταν εκεί που τον άφησα, στον πάγκο της κουζίνας, να κοιτάζει κρύο τσάι.
Ακόμα εδώ; ρώτησα απόμακρα.
Πού να είμαι; κοίταξε πάνω μου. Να μιλήσουμε;
Τα είπαμε ήδη, Νίκο. Άκουσα τα σχέδιά σου. Ερώτηση δεν έχω.
Δήμητρα, σταμάτα.
Γιατί; Θέλω να ξέρω τη μηχανική. Εκείνη σε βρήκε ή εσύ την έψαξες;
Αναστέναξε βαριά.
Μου έστειλε μήνυμα στο Messenger. Πριν δυο μήνες. Λέει, έπεσε τυχαία πάνω στο προφίλ μου.
Ναι τυχαία. Όλα τυχαία στο διαδίκτυο όταν ψάχνεις πρώην. Και μετά; Πήγατε για καφέ;
Βρεθήκαμε δυο φορές, μιλήσαμε.
Για την πρώτη αγάπη και τις χαμένες ελπίδες Σαν να σαι δεκαπεντάχρονος, Νίκο. Πώς τη λένε λοιπόν;
Στριφογύριζε στο κάθισμα.
Δήμητρα, γιατί να το μάθεις;
Θέλω ν ακουστεί το όνομα για το οποίο τριακονταετής γάμος γίνεται βαλίτσα. Ή μήπως τη φωνάζουν αλλιώς;
Μαρία, ψιθυρίζει. Μαρία Παπαδοπούλου.
Μαρία Χαμόγελο ετοιμοθάνατο, μέσα μου καιε πυρκαγιά. Όμορφο όνομα, συνηθισμένο. Εγώ είμαι η Δήμητρα, η βαρετή, η σταθερή.
Δήμητρα
Σκάσε σηκώνω και φεύγω. Χάρηκα πάντως. Βρες την ευτυχία σου. Εγώ ίσως ψάξω το δικό μου έρωτα. Να, με κάποιον γυμναστή. Ή μήπως να ψάξω τον Μάκη απ το λύκειο; Χώρισε πρόσφατα, λένε.
Γιατί το λες αυτό; Δεν είσαι τέτοια.
Τι είμαι δηλαδή; αποτραβήχτηκα στην κρεββατοκάμαρα. Δεν θέλω καφέ. Πονάει το κεφάλι μου. Ξαπλώνω.
Στο ταβάνι, επί πέντε λεπτά, κατάλαβα πως είπα ψέματατο κεφάλι μου δεν πονούσε. Η ψυχή μου πονούσε, σαν να της μπήγαν βελόνα κόκκινη. Άκουγα τα βήματα του Νίκου στην κουζίνα. Άνοιξα διακριτικά το λάπτοπ. Τα μυστικά της εποχής είναι όλα online.
Στο facebook του, πολλοί φίλοιμα όχι καμία Μαρία Παπαδοπούλου. Την έσβησε; Πήγα από συνδρομητές, likes, σχόλια. Τίποτα.
Μια φωτογραφία όμως στο Instagram με τράβηξεμια γυναίκα δίπλα σε παραλία, με καπέλο, ντυμένη στιλάτα. Όνομα: Έλενα, κατοικεί στη Θεσσαλονίκη, παντρεμένη με ξένο. Τη βρήκα στους φίλους του Νίκου, είδα παλιές φωτογραφίες απ το Πανεπιστήμιο: κάποιος είχε κυκλώσει μια κοπέλα με μακριά πλεξούδα «Μαρία, το αστέρι μας!». Ε, να τη λοιπόν!
Η σελίδα της στο Messenger ήταν κλειστή, αλλά βρήκα τη Μαρία Παπαδοπούλου ανοιχτή στο Facebook. Στην προφίλμια κομψή καστανή με άψογο μακιγιάζ, σλόγκαν „Ζήσε τη στιγμή”. Ομάδες αυτοβελτίωσης, αστρολογίας, μαγειρικής. Τελευταίο post: „Η μοίρα φέρνει ανθρώπους μαζί για μια δεύτερη ευκαιρία.” Με έπνιξε θυμός. Αυτή είναιστήνει δίχτυα και πιάνει „εύκολους”. Του Νίκου τα „καιγόμενα συναισθήματα” δεν είναι παρά η δίψα για μια τελευταία περιπέτεια.
Ξαφνικά, στους φίλους της Μαρίας, βλέπω γνώριμο πρόσωπο άντρα με γκρίζους κροτάφους σε καινούργιο τζιπ. Ο Μάκης! Ο παλιός μου συμμαθητής που μου κουβαλούσε τις τσάντες μια ζωή και χάθηκε στα μεγάλα σαλόνια της Αθήνας. Άκουγα πως πάει καλά, πλούτισε, χώρισε
Χτύπησε δυνατότερα η καρδιά. Αν κάποιος ξέρει τι εστί Μαρία, είναι αυτός. Ήταν φίλοι στο λύκειο. Βρήκα τον Μάκη στο Messenger. Έγραψα: «Μάκη, γεια σου! Η παλιά σου Δήμητρα εδώ. Μπορούμε να τα πούμε;»
Απάντησε γρήγορα. Μου έδωσε ραντεβού στη „Παληά Πόλη” στο Σύνταγμα.
Πήρα άδεια από τη δουλειά. Έκανα μικρό beauty marathon. Έβαλα το καλό μου φόρεμα απ’ τα γενέθλια της πεθεράς, γύρισα τα μαλλιά, βραδινό μακιγιάζ, ακριβά αρώματα, τακούνια. Στο είδωλό μου έβλεπα άλλη γυναίκα.
Έφτασα είκοσι λεπτά νωρίτερα, κάθισα δίπλα στο παράθυρο, παρήγγειλα κρασί και τα δάχτυλα μου έτρεμαν.
Ο Μάκης ήρθε ακριβώς στην ώρα του. Ήταν σικάτος, γοητευτικά γκρίζος, με αυτοπεποίθηση και ευγενή έκπληξη στο βλέμμα.
Δήμητρα; με χαιρέτησε, μου φίλησε το χέρι ως αληθινός κύριος. Δεν είσαι όπως σε θυμόμουν! Είσαι εκθαμβωτική.
Μάκη, ευχαριστώ που ήρθες, ξέρω έχεις τρελές δουλειές.
Για σένα πάντα είμαι ελεύθερος, σκάει χαμόγελο. Πίνεις κρασί; Να μας φέρουν το καλύτερο τους και… πεινάς;
Ειλικρινά, δεν ξέρω. Έχω κόμπο στο λαιμό.
Ήπιαμε, τσουγκρίσαμε. Η καρδιά ζεστάθηκε λίγο με τη ρουφηξιά.
Λοιπόν ο Νίκος φεύγει. Για την πρώτη του αγάπητη Μαρία Παπαδοπούλου. Είναι φίλη σου ακόμη;
Χαμογέλασε υπόκωφα.
Παπαδοπούλου ε; Εγώ τη λέω Μαίρη. Άλλο όνομα στα επίσημα, άλλο online. Να σου πω την αλήθεια; Η εικόνα της είναι μόνο για το Instagram. Άμα τη ζήσεις είναι περίεργη.
Πώς περίεργη; είχα κρατηθεί.
Χαμός. Ακατάστατη, δεν ξέρει να μαγειρεύει, μόνο έτοιμα φαγητά. Δύο παιδιά από διαφορετικούς άντρεςκαι τα δύο μαζί της δεν μένουν, διότι μονίμως γκρινιάζει. Και το βασικό, χορεύει ο ύπνος της. Ροχαλίζει τόσο που τρίζουν τα τζάμια. Ο Νίκος σου είναι συνηθισμένος στη σιγαλιά και τη φροντίδα, έτσι δεν είναι;
Μισό χαμογέλασα, νιώθοντας δύσκολα ερμηνεύσιμη παρηγοριά κι ελπίδα.
Μάκη, μου έδωσες δύναμη. Αλλά μάλλον έχει συνέχεια
Δεν πρόλαβα να τελειώσω. Φωνή γνώριμη πίσω μου μου πάγωσε το αίμα.
Α, να σε πού; Σε παίρνω, δεν το σηκώνεις!
Ο Νίκος. Μαζί του η Μαρία. Την γνώρισα αμέσως: ζωντανά λιγότερο εντυπωσιακή, έντονο μακιγιάζ, βλέμμα καχύποπτο.
Ω, Μάκη! φωνάζει, τρέχει να τον αγκαλιάσει. Πού χάθηκες;
Μαίρη, της χαμογέλασε ευγενικά.
Ο Νίκος με τράβηξε από το τραπέζι.
Τι κάνεις εδώ; Γιατί με αυτόν; Πόσο πάει;
Άσε το χέρι μου, ήρεμα είπα. Εσύ έφυγες. Είμαι ελεύθερη.
Ελεύθερη; πέταξε μια ματιά στον Μάκη. Αυτός λοιπόν
Δική μου υπόθεση.
Η Μαρία μπήκε στη συζήτηση:
Νίκο, άφησέ τα, ο Μάκης είναι παλιός φίλος. Έχουμε χαθεί, δώσε μου το τηλέφωνό σου.
Ο Μάκης με κοίταξε με βλέμμα στα έλεγα.
Μαρ έχουμε δουλειά, της είπε χαμογελώντας ψεύτικα. Άστο.
Ποια δουλειά; Μόνο φιλενάδες έχει να ασχοληθεί η Δήμητρα;
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Και τότε ο Μάκης μ αγκάλιασε διακριτικά, μα σταθερά.
Νίκο, μην προσβάλλεις. Η Δήμητρα είναι υπέροχη γυναίκα. Κι αν εσύ την άλλαξες όποιας χαρίζεις τα συναισθήματα, δεν αφορά εμάς. Ίσως θελήσουμε να δοκιμάσουμε κάτι μαζί.
Γέλασα και ακούμπησα το κεφάλι στον ώμο του.
Ίσως, Μάκη.
Ο Νίκος έμεινε να παλεύει με τα λόγια του.
Ελάτε, φεύγουμε είπε η Μαρία παγωμένη και τον πήρε από το μπράτσο.
Τους παρακολούθησα που φεύγαν.
Ευχαριστώ, Μάκη. Το έκανες τέλεια.
Ήθελα να το νιώσειςείπε ζεστά. Δεν έπαιζα ρόλο μόνο.
Δηλαδή;
Στα μάτια του είδα εκείνη την παλιά τρυφερότητα.
Αν ποτέ το ξανασκεφτείς χαμογέλασε πικρά. Έχεις επιλογές.
Δειπνήσαμε κουβεντιάζοντας. Σκεφτόμουν τον Νίκο, τον κοίταζα όπως θα κοιτούσε κάποιος κάποιον που μόλις κατάλαβε τι έχασε. Μέσα μου ένιωθα πρώτη φορά μετά από καιρό ότι μπορούσα να προκαλέσω πάλι το φθόνο, τη ζήλια, να ξυπνήσω συναισθήματα.
Γύρισα αργά σπίτι. Ο Νίκος καθόταν στο διάδρομο, μάτια κόκκινα.
Ήρθες; ρωτά γρυλίζοντας.
Είσαι ακόμα εδώ; Η Μαρία δεν σε περιμένει;
Δήμητρα συγγνώμη.
Το άκουσα ήδη. Τα είπαμε το πρωί.
Όταν πήγα στη Μαρία κάθισα, είδα τηλεόραση, έφαγα προκάτ φαγητό, άκουσα να μιλά αρνητικά για όλους συνειδητοποίησα πως δεν θέλω αυτή τη ζωή. Θυμήθηκα πώς πίνεις το νερό, το βλέμμα σου όταν βγήκες από το μπάνιο Κατάλαβα τι πετάω.
Δεν το έχασες. Το έδιωξες πήγα στο σαλόνι.
Έβγαλε μισή απελπισιά. Γονάτισε.
Δήμητρα Θέλεις να μείνω;
Δεν ξέρω. Πονάω πολύ για να το απαντήσω.
Κοιτάζοντάς τον, σκέφτηκα όσα είπε ο Μάκης. Την ανοιξιάτικη βροχή που ξέπλενε το δρόμο. Την ησυχία εκείνης της στιγμής. Τον άκουσα να ψιθυρίζει: „Θα περιμένω όσο πεις. Μη με διώχνεις”
Έμεινα σιωπηλή. Το βράδυ τον έστειλα να κοιμηθεί στον καναπέ. Εγώ κάθισα λίγο ακόμη. Έξω μύριζε γη μετά τη βροχή, το Πάσχα πλησίαζε. Μέσα μου ένιωθα πως ένα κεφάλαιο είχε μόλις τελειώσει, ένα άλλο μόλις άρχιζε.
Μία βδομάδα κυλούσε αμήχανα, σαν συγκατοίκηση ξένων. Ο Νίκος μάζεψε τηλέφωνα, νοικοκυριό, προσπάθεια. Η Μαρία τηλεφώνησε μα τον απέφυγε, της έκλεισε τελικά το τηλέφωνο. Ο Μάκης πήρε μερικές φορέςμε ρώτησε, πρότεινε σινεμά. Απέφυγα. Όχι για τον Νίκομα για να μάθω τη νέα Δήμητρα.
Ένα Σάββατο, λέει ο Νίκος δειλά:
Πάμε βόλτα στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου; Άνθισε η πασχαλιά.
Δεν θέλω.
Δήμητρα Φταίω για όλα. Μα κάνω μια επιλογή. Επιλέγω εσένα. Και θα σε επιλέγω κάθε μέρα.
Τον κοιτάζωκουρασμένος, αδυνατισμένος, αλλά στα μάτια βλέπω τον φόβο να με χάσει.
Και σε ένα χρόνο; Αν βαρεθείς πάλι;
Μα σε εσένα βρήκα την τελευταία μου αγάπη. Αυτό κατάλαβα.
Ξαφνικά, χτυπά το κουδούνι. Εκεί στέκεται η Μαρία. Σηκώνει φωνή:
Γιατί με έκοψες Νίκο; Για χάρη της παλιανθρωπίνας αυτής; με δείχνει. Εκείνη γυροφέρνει τον Μάκη, κι εσύ κοιμάσαι σε καναπέ!
Μαρία, φύγε. Δεν σε κάλεσα λέει ο Νίκος ήρεμα.
Ποιος σου έταζε αιώνια αγάπη; Ποιος σου έλεγε πως τα χρόνια δεν μετράνε;” Και η Δήμητρά σου γυρνά με τον Μάκη!
Πώς ξέρεις πού κοιμάμαι; ρωτά έκπληκτος ο Νίκος.
Ο Μάκης μου τα είπε! Συναντηθήκαμε! παραδέχεται και σωπαίνει.
Κοιτάζω τον Νίκο, που αρχίζει να καταλαβαίνει.
Μαρία, πήγες κι εσύ στον Μάκη; ενώ εγώ γελάω.
Και αν πήγα; Τι σε νοιάζει; Όλοι σας λέρα! βγαίνει με θόρυβο.
Τη σιωπή τη διαδέχεται ανακούφιση.
Συγγνώμη, Δήμητρα. Γι’ αυτήν, για όλα.
Κοιτάζω έξωήλιος μετά τη μπόρα, ο δρόμος να λάμπει.
Ξέρεις κάτι; Είκοσι τρεις ώρες το 24ωρο ζούμε μαζί. Ξέρω πώς ανασαίνεις, πώς λες τα όνειρά σου, σιωπηλά, πώς μαζεύεις τα ρούχα και τι θέλεις για πρωινό. Αν θες να μεταφυτέψεις δέντρο, δεν ξέρεις αν θα πιάσει. Ο Μάκης ήταν μια θερμοκήπιο ζωή. Εσύ είσαι ο κήπος μουπαλιός, πληγωμένος, μα δικός μου.
Ο Νίκος με πλησιάζει, αγγίζει το χέρι μου.
Θα φροντίσω τον κήπο, το υπόσχομαι. Όσοι τριγύρω κι αν περάσουν, εγώ θα είμαι εδώ.
Τα ζιζάνια θα ανθίσουν. Έτσι πάει η ζωή.
Δήμητρα Όταν σε είδα στο εστιατόριο, που σε αγκάλιαζε ο Μάκης, τρελάθηκα από τη ζήλια. Κατάλαβα ότι κανείς δεν θα σ αγγίξει ξανάεκτός από εμένα, τον ηλίθιο.
Κούνησα το κεφάλι, ακούμπησα στο στήθος τουάκουσα την καρδιά του. Άναρχος, γρήγορος ρυθμός.
Νίκο.
Ναι;
Μάλλον κι εγώ χωρίς εσένα δε μπορώ.
Με αγκάλιασε σφιχτά, δυνατά. Χαμογέλασε.
Ευχαριστώ.
Για τι δηλαδή;
Για το δεύτερο σ’ αγαπώ.
Στην κουζίνα βράζει ο βραστήρας. Έξω χορεύει η άνοιξη. Σήμερα, το πιο μεγάλο μάθημα είναι τούτο: Η αληθινή αγάπη δεν υπάρχει σε νέα προφίλ, ούτε βρίσκεται αλλού. Είναι εκεί όπου φυτέψαμε τη ρίζα μας κι όπου το χώμα, πάντα μετά τη βροχή, μυρίζει σπίτι. Αυτό που μερικές φορές ξεχνάμε, μα παραμένει πάντα εδώακριβώς όπως κι η αγάπη που ξεπλένει τον πόνο και δυναμώνει τις καρδιές.
Έλα να πιούμε τσάι με δυόσμο, του λέω.
Έφερα γλυκό κεράσι απ το φούρνο σουτο αγαπημένο σου.
Πού ήξερες ότι θα γυρίσω;
Το ήξερα.Φιλί γλυκό στο μέτωπο.
Και πηγαίνουμε στην κουζίνα, να φτιάξουμε τσάι, αγναντεύοντας το φως της άνοιξης. Μπροστά μας η ζωή. Ίσως δύσκολη, χαρούμενη, με καβγάδες, συμφιλίωση, ασθένειες, γέλιο. Αλλά μαζί. Αυτό είναι Ευτυχία. Η ευτυχία που βρίσκεται πάντα στο σπίτι μαςαρκεί να θυμόμαστε να γυρίζουμε. Γιατί όπως και η αγάπη, έτσι κι η μνήμη, δεν σκουριάζει. Απλώς περιμένει την επόμενη Άνοιξη.





