«Έκπληξη» από τον πρώην
Δημήτρη, περίμενε! φώναζε η Ιφιγένεια από το ανοιχτό παράθυρο.
Αλλά ο Δημήτρης δεν την άκουσε.
Είχε ήδη μπει στο αυτοκίνητό του και είχε βάλει μπροστά τη μηχανή. Τότε η Ιφιγένεια άρπαξε το κινητό της ορμητικά και έτρεξε προς την πόρτα.
Κατεβαίνοντας τρέχοντας τις σκάλες από τον τέταρτο στον πρώτο, προσπάθησε αρκετές φορές να τον καλέσει στο κινητό. Ο Δημήτρης όμως ούτε που κοίταξε τις κλήσεις της.
Το μόνο που σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή ήταν: «Μόνο να προλάβω!»
Κάποια θεϊκή δύναμη την άκουσε. Όταν η Ιφιγένεια βγήκε σαν σίφουνας έξω, ο Δημήτρης ακόμα ζέσταινε το αμάξι.
Βλέποντάς την χωρίς καν ένα μπουφάν, παραξενεύτηκε, κατέβασε το παράθυρο και της είπε: «Τι έγινε; Είσαι χλωμή σαν πανί!»
Κάτω απ το αμάξι σου είναι προσπαθούσε να μιλήσει λαχανιασμένη.
Η Ιφιγένεια ήταν τόσο ταραγμένη που δεν μπορούσε να συντάξει πρόταση. Αντί να εξηγήσει, έπεσε στα γόνατα και χώθηκε κάτω απ το αμάξι του.
Αδιαφορούσε για τα βρεγμένα της τζιν κι ακόμη και τη λάσπη στην άσφαλτο.
Λίγο μετά, ξεπρόβαλε κρατώντας στα χέρια της έναν αδύναμο, μισοφαγωμένο γάτο. Ο Δημήτρης στεκόταν δίπλα της, με απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο.
Ιφιγένεια, τι κάνεις; Θέατρο θα μου κάνεις τώρα; Θα αργήσω στη δουλειά, το καταλαβαίνεις;
Έβλεπα τον γάτο κάτω απ το αμάξι σου από το παράθυρο. Φοβήθηκα μην τον πατήσεις
Ποιος καθόταν κάτω; Ένας γάτος; γέλασε ειρωνικά εκείνος Τόση φασαρία για έναν γάτο; Σοβαρά μιλάς;
Δημήτρη, κι αυτοί δεν θέλουν να ζήσουν; Αν πήγαινες χωρίς να ελέγξεις
Κοίτα, αν ήθελε να ζήσει, δεν θα χώνονταν κάτω απ το αυτοκίνητο. Και αν αισθανόταν τον θόρυβο της μηχανής, θα έφευγε τρέχοντας. Οπότε τζάμπα το άγχος σου
Καθόλου τζάμπα, Δημήτρη Κοίταξέ τον, δεν έχει δύναμη ούτε να νιαουρίσει. Πού να τρέξει;
Εντάξει, Ιφιγένεια Τον έσωσες, μπράβο. Πάρε και ένα λουκούμι ως αμοιβή και ανέβα ένα post στα social. Εγώ φεύγω για δουλειά. Θα τα πούμε το βράδυ.
Η Ιφιγένεια, κρατώντας σφιχτά τον γάτο, τον κοίταζε να φεύγει και μέσα της αναρωτιόταν πότε έγινε τόσο ψυχρός ο Δημήτρης. Δεν το είχε προσέξει μέχρι τότε.
Στη συνέχεια, κοίταξε το ζώο στα μάτια.
Ήταν πολύ ταλαιπωρημένος, με δυσκολία κρατούσε ανοιχτά τα ματάκια του. Κι όμως, υπήρχε ευγνωμοσύνη στο βλέμμα του. Αυτό ήταν σίγουρο. Ευγνωμοσύνη.
Πήρε λοιπόν τον γάτο και γύρισε σπίτι. Ντύθηκε γρήγορα, πήρε το πορτοφόλι της και φώναξε ταξί.
Πού πάμε; ρώτησε με χαμόγελο ο ταξιτζής, μόλις κάθισε πίσω.
Σας είπα και στο τηλέφωνο, στην κτηνιατρική κλινική. Όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Στην κλινική; Α, σωστά, το ξέχασα. Έπαθε κάτι ο γάτος σας; ρώτησε κοιτάζοντάς την στο καθρεφτάκι.
Έπαθε, ναι. Χρειάζεται βοήθεια.
Κατανοητό. Δεν θα ρωτήσω τίποτα άλλο. Όσο για την κλινική, ξέρω μία πολύ καλή, ελπίζω δεν σας πειράζει να σας πάω εκεί.
Θέλω την καλύτερη, αν γίνεται.
Εκεί θα πάμε, λοιπόν, συμφώνησε ο ταξιτζής. Οι γιατροί εκεί κάνουν θαύματα, ακόμα και τα πιο βαριά περιστατικά.
Σε δεκαπέντε λεπτά η Ιφιγένεια βρισκόταν ήδη στη κλινική, περιμένοντας τη σειρά της. Γύρω της γονείς με παιδιά, ηλικιωμένοι και ζευγάρια, όλοι με τα κατοικίδιά τους όλοι με το δικό τους βάσανο
Εσάς τι έχει το ζωάκι σας; ρώτησε μια γιαγιά που κράταγε ένα μικρό σκυλάκι.
Δεν ξέρω ακόμα, απάντησε η Ιφιγένεια. Τον βρήκα κάτω από αυτοκίνητο, μάλλον όλο το βράδυ ήταν στο κρύο.
Στο κρύο; Θεέ μου Ελάτε, κορίτσι μου, περάστε πριν από εμάς. Με τον μικρό μου τον Τζόκερ ήρθα απλώς για εμβόλιο. Εσείς φαίνεστε να χρειάζεστε άμεση βοήθεια.
Αλήθεια; Θα με αφήσετε;
Φυσικά. Οι άνθρωποι βοηθάνε ο ένας τον άλλο
Επιτέλους, η Ιφιγένεια μπήκε στο γραφείο του γιατρού. Καθόταν νευρικά, ενώ ο γιατρός εξέταζε προσεκτικά τον γάτο.
Έπρεπε να περιμένει και τα αποτελέσματα των εξετάσεων, κι ο χρόνος περνούσε βασανιστικά αργά.
Ο Δημήτρης την πήρε αρκετές φορές τηλέφωνο, αλλά δεν απαντούσε· ήθελε να είναι συγκεντρωμένη.
Λοιπόν, κορίτσι μου, της είπε σκεφτικός ο γιατρός, αυτός ο γάτος από τον δρόμο είναι, σωστά;
Ναι, κάτω από αυτοκίνητο τον βρήκα. Δεν ξέρω για πόσο καιρό, πιθανολογώ όλη νύχτα.
Έχει λίγο κρυοπάγημα, αλλά δεν είναι αυτό το μεγάλο πρόβλημα Έχει πολλά θέματα υγείας. Η θεραπεία θα κρατήσει πολύ και δεν θα είναι φτηνή. Θέλω να ξέρω αν θα αναλάβετε αυτή την ευθύνη. Αν όχι, καλό είναι να βρούμε άλλα άτομα, ίσως κάποιο φιλοζωικό.
Η Ιφιγένεια το φανταζόταν ότι θα χρειαστεί θεραπεία, αλλά δεν περίμενε ποτέ ότι θα ήταν τόσο δύσκολο και τόσο ακριβό.
Κοίταξε ξανά τον γάτο στα μάτια.
Δεν ζητούσε, δεν ικέτευε απλώς κοιτούσε ευγνώμονα, σαν να της έλεγε «Αν μου γυρίσεις την πλάτη, θα το καταλάβω».
Είμαι έτοιμη! απάντησε δυναμικά. Θα τον φροντίσω όσο χρειάζεται. Και για όλη μου τη ζωή, αν πρέπει.
Πολύ καλά, της χαμογέλασε ο γιατρός. Θα μείνει μερικές εβδομάδες στον σταθμό μας, μετά θα σας δώσω οδηγίες για να συνεχίσετε τη θεραπεία του στο σπίτι.
Σας ευχαριστώ πολύ, δάκρυσε σχεδόν η Ιφιγένεια.
Εγώ ευχαριστώ εσάς, της είπε σοβαρά. Τέτοιοι άνθρωποι σπανίζουν πια.
Η Ιφιγένεια χάιδεψε τον γάτο, υποσχόμενη ότι θα επιστρέψει. Κι εκείνος, μαζεύοντας όλες του τις δυνάμεις, κατάφερε να νιαουρίσει για αποχαιρετισμό.
Γύρισε σπίτι αργά το απόγευμα εξαντλημένη. Το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει ξερή στο κρεβάτι αύριο δούλευε κιόλας. Αλλά δεν τα κατάφερε να ξεκουραστεί: ο Δημήτρης την περίμενε ήδη εκεί, φανερά έξαλλος.
Ιφιγένεια! Πού σου ήταν το μυαλό; Σε πήρα τόσες φορές και δεν απαντούσες. Τι συμβαίνει;
Συγγνώμη, μα είχα μια πολύ δύσκολη μέρα, είπε βγάζοντας το παλτό της και τακτοποιώντας τα παπούτσια του Δημήτρη που πάντα παρατούσε στο χολ.
Χα, δύσκολη; Εσύ υποτίθεται πως είχες ρεπό σήμερα. Τι έκανες και κουράστηκες τόσο;
Πήγα στην κτηνιατρική με τον γάτο και πέρασα όλη μέρα εκεί.
Ποιον γάτο; Δεν κατάλαβα.
Εκείνον που έβγαλα σήμερα το πρωί κάτω απ το αμάξι σου. Σε παρακαλώ, όμως, θέλω απλώς να ξεκουραστώ. Να τα πούμε αύριο;
Περίμενε! Δηλαδή πέρασες όλη σου τη μέρα γι αυτόν τον αδέσποτο γάτο; Σωστά κατάλαβα;
Τι σημασία έχει αν ήταν αδέσποτος; Χρειαζόταν βοήθεια. Αλλιώς θα πέθαινε
Κι εγώ κοντεύω να πεθάνω της πείνας! Ήρθα σπίτι, ούτε φαγητό ούτε εσένα πουθενά.
Δημήτρη, δεν είσαι μικρό παιδί, αναστέναξε. Υπάρχουν κατεψυγμένα γεμιστά. Αν πεινούσες τόσο, μπορούσες να τα μαγειρέψεις. Ξέρω ότι θες να τρως καλά, αλλά αν πεινάς
Γεμιστά; Εγώ να φάω γεμιστά από την κατάψυξη; Και τι, να σταθώ και πάνω από την κατσαρόλα; Εγώ, που δούλευα όλη μέρα;
Παρά την κούραση, η Ιφιγένεια πήγε στην κουζίνα και του έφτιαξε το αγαπημένο του φαγητό.
Δεν το άξιζε, αλλά για να αποφύγει καβγάδες, το έκανε. Και εκείνος ούτε ένα «ευχαριστώ»
Δύο εβδομάδες αργότερα, η Ιφιγένεια πήρε τον γάτο από την κλινική και τον έφερε στο σπίτι.
Τα είχε αγοράσει όλα εκ των προτέρων, αλλά δεν είχε αναφέρει τίποτα στον Δημήτρη ώστε να μην τον εξαγριώσει από πριν.
Δεν ήξερε πώς να του το πει, ότι πλέον θα έχουν συγκάτοικο. Ήλπιζε ότι θα το δεχτεί ψύχραιμα. Άλλωστε, το σπίτι ήταν δικό της και ο Δημήτρης δεν είχε κάνει καμία πρόταση· τυπικά ήταν φιλοξενούμενος.
Όμως, διαψεύστηκε. Μόλις είδε τον γάτο σπίτι, ξέσπασε.
Αυτόν τον γάτο από τον δρόμο τον έφερες; Ιφιγένεια, είσαι στα καλά σου; Ή χτύπησες το κεφάλι σου κάτω απ το αμάξι μου;
Δημήτρη, χαλάρωσε. Τον έσωσα και πλέον έχω ευθύνη απέναντί του.
Και πόσα χρήματα ξόδεψες γι’ αυτόν; Και πόσα ακόμα θα ξοδέψεις;
Δικά μου είναι τα λεφτά μου. Εσύ πότε με ρώτησες για τις δικές σου αγορές ή για το αυτοκίνητό σου που συνέχεια ζητάει συνεργείο; Τον λογαριασμό στα σούπερ μάρκετ πότε βοήθησες; Θες και να τρως πιάτα του σεφ!
Σου το είπα, το αυτοκίνητο είναι ακριβή υπόθεση. Και η δουλειά μου πάει δύσκολα τώρα. Αλλά τι μεταφέρεις τη συζήτηση πάνω μου; Το θέμα είναι Αυτός ο γάτος!
Τον λένε Λεωνίδα.
Του έδωσες και όνομα; Μήπως να πας σε ψυχολόγο;
Την ίδια βραδιά η Ιφιγένεια κοιμήθηκε μόνη της στη μικρή κρεβατοκάμαρα. Είχε καιρό να σκεφτεί τα σχέδια της με τον Δημήτρη μαζί λιγότερο από έναν χρόνο, αλλά τελευταία κάτι δεν πήγαινε καλά. Είχε γίνει απαιτητικός, αυταρχικός και πια την υποτιμούσε. Ήταν σαφές πως αυτή η σχέση δεν οδηγούσε στην ευτυχία. Παρ όλα αυτά του έδωσε μία τελευταία ευκαιρία.
Δυστυχώς, μάταια. Ο Δημήτρης συνέχισε τα ξεσπάσματα για τον Λεωνίδα, ήθελε να τον βγάλει στον δρόμο. Η Ιφιγένεια, ακούγοντας τα παράπονά του, πήρε την απόφασή της:
Δημήτρη, δεν σ αγαπάω. Και ξέρω ότι ούτε κι εσύ μ αγαπάς πραγματικά. Μην κάνουμε άλλο ζημιά ο ένας στον άλλο.
Δηλαδή τι εννοείς;
Αύριο, που έχω ρεπό, πάρε τα πράγματά σου και φύγε από το σπίτι μου. Θέλω ηρεμία.
Επειδή έφερες γάτο χωρίς να με ρωτήσεις, εγώ φταίω;
Αν δεν αντέχεις ότι θα ζει και ο Λεωνίδας μαζί μας, μάλλον δεν πρέπει να μείνουμε μαζί. Βρες κάποια που να μην θέλει γάτο ή αγόρασε δικό σου σπίτι κι εκεί βάλε τους δικούς σου κανόνες.
Την επόμενη μέρα, η Ιφιγένεια έπινε το τσάι της όταν η προϊσταμένη της την πήρε τηλέφωνο εκλιπαρώντας την να πάει επειγόντως στη δουλειά.
Μαρία, σήμερα δεν γίνεται, βγάζω τον Δημήτρη από το σπίτι
Σε παρακαλώ, ένα μισάωρο χρειάζομαι
Η Ιφιγένεια δεν είχε επιλογή. Τελειώνοντας το τσάι, ενημέρωσε τον Δημήτρη να αφήσει τα κλειδιά στο γραμματοκιβώτιο. Ο Δημήτρης την κοίταξε με μίσος. Εκείνη έφυγε.
Επέστρεψε σύντομα και αμέσως έλεγξε το γραμματοκιβώτιο άδειο. Το αμάξι του δεν φαινόταν επίσης πουθενά.
Όμως, ως ανέβηκε στον τέταρτο και μπήκε σπίτι, παντού λείπαν οι βαλίτσες του, το PC με την οθόνη, τα εργαλεία του όλα. Αναστέναξε: «Σου το ζήτησα, Δημήτρη, να αφήσεις τα κλειδιά Θα αλλάξω κλειδαριές.»
Προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα κι έμεινε καρφωμένος εκεί.
Ο Λεωνίδας έλειπε. Μαζί και η μεταφορά του. Έτρεξε πανικόβλητη σε όλο το σπίτι, φώναξε πολλάκις τον γάτο, μάταια. Τα ίχνη του είχαν χαθεί. Ήταν ξεκάθαρο: ο Δημήτρης τον πήρε μαζί του. Γιατί;
Δημήτρη! Είσαι σοβαρός; Γιατί πήρες τον Λεωνίδα; φώναξε όταν κατάφερε να συνδεθεί μαζί του.
Να σου κάνω μια έκπληξη, Ιφιγένεια! Μόνο έτσι θα αρχίσεις να τρέχεις πίσω μου! Τότε ίσως σου τον δώσω πίσω, ίσως και όχι!
Καταλαβαίνεις τι κάνεις; Ο Λεωνίδας χρειάζεται φάρμακα και ειδική διατροφή!
Η γραμμή κλείνει. Η Ιφιγένεια κάθεται κάτω, συντετριμμένη. Πού να τον ψάξει; Πού πήγε με τον γάτο της;
Ο Δημήτρης πριν μείνει μαζί της, έμενε σε υπόγεια ενοικιαζόμενα, καταγόταν από άλλη πόλη αλλά ποτέ δεν την πήγε εκεί. Τώρα πού να ψάξει;
Το πρωί πήγε στη δουλειά του Δημήτρη, αλλά έλειπε είχε πάρει άδεια. Ενημέρωσε τον διευθυντή του για το συμβάν.
Βγαίνοντας έξω, της μίλησε με φιλική φωνή ένας ταξιτζής, εκείνος που την είχε ξαναμεταφέρει.
Να σας πάω σπίτι;
Παρακαλώ κατάφερε να ψελλίσει.
Ενώ επέστρεφαν, χτύπησε το κινητό της. Ήταν άγνωστος αριθμός.
Εμπρός; Ποια είστε;
Εσείς είστε η Ιφιγένεια; Σας μιλάει η Αγγελική. Ο Δημήτρης, που συνεργάζεται με τον άντρα μου, ήρθε σπίτι μας και μας ζήτησε να μείνει λίγες μέρες.
Και ο γάτος; Τον είχε μαζί του;
Ναι, γι’ αυτό σας παίρνω. Ο Δημήτρης ήπιε πολύ και έλεγε πως με αυτόν τον γάτο θα σας εκβιάσει να πάτε πίσω. Ο γάτος όλη μέρα είναι κλεισμένος, νιαουρίζει, φαίνεται χαμένος.
Μη τον ταΐσετε τίποτα, παρακαλώ! Έχει χρόνια προβλήματα, τρώει αυστηρά ειδικά κονσερβοποιημένα φαγητά.
Δεν ήθελε να φάει. Σας κάλεσα, γιατί ο Δημήτρης έφυγε να ψωνίσει ή κάτι τέτοιο. Ελάτε να πάρετε γρήγορα το γάτο, παρακαλώ. Δεν αντέχω τέτοια συμπεριφορά. Και δεν αξίζει το ζώο να ταλαιπωρείται.
Είμαι ήδη καθ οδόν! Πείτε μου τη διεύθυνση.
Ο ταξιτζής, ακούγοντας την ιστορία, έκλεισε το ραδιόφωνο και πήρε το πιο γρήγορο δρόμο. Σε λίγα λεπτά έφτασαν, και εκείνη ανέβηκε τρέχοντας στον τρίτο όροφο, πήρε τον Λεωνίδα, ευχαρίστησε τη γυναίκα και κατέβηκε γρήγορα.
Μόλις το σπίτι εξαφανίστηκε στη στροφή, ξεφύσηξε με ανακούφιση και ξέσπασε σε κλάματα από ανακούφιση για όλους αυτούς τους καλούς ανθρώπους: τη γιαγιά στην κλινική, τον ταξιτζή, την κυρία που της έδωσε πίσω τον γάτο.
Θέλετε να μείνω μαζί σας σήμερα; ρώτησε ο ταξιτζής. Σε περίπτωση που ξανάρθει ο πρώην σας.
Θα το εκτιμούσα, απάντησε αμέσως.
Την ίδια μέρα κάλεσε κλειδαρά να αλλάξει κλειδαριές. Ο Βίκτωρας, ο ταξιτζής, έπαιζε με τον Λεωνίδα και εκείνος γουργούριζε στην αγκαλιά του.
Η Ιφιγένεια στάθηκε τυχερή· ο Βίκτωρας στάθηκε δίπλα της στη δυσκολία. Εκεί τελειώνει η ιστορία αυτή.
Και, όπως φαντάζεστε, η φιλία παιρνάει σε κάτι όμορφο και βαθύτερο. Αγάπη.
Για τον Δημήτρη, όμως, τι να πεις; Τον πέταξαν έξω από το σπίτι που φιλοξενούνταν επειδή φώναξε στη γυναίκα του φίλου του. Όταν γύρισε στη δουλειά του, τον απέλυσαν και εκεί.
Έτσι, με την ουρά στα σκέλια, επέστρεψε στην πόλη του.
Τα πήρε όλα όσα του άξιζαν.
Γιατί έτσι δεν φέρεται κανείς ούτε σε ανθρώπους ούτε σε ζώα. Αλλά τουλάχιστον να φερόμαστε ανθρώπινα.
Για όλους τους καλούς εκεί έξω, η καλοσύνη πάντα κερδίζει στο τέλος.





