Νικήτρια χωρίς αγάπη

Λοιπόν, Γιώργο, αυτό ήταν, είπε η Κάτια Αντωνίου, αφήνοντας την κούπα του καφέ στο πιατάκι με έναν μικρό, αλλά αποφασιστικό ήχο. Μπορούμε πια να συνεχίσουμε.

Μαμά, το λες λες και κέρδισες το πανελλήνιο στο σκάκι.

Δεν το κέρδισα;

Ο γιος της κοιτούσε από το παράθυρο. Έξω ήταν Μάρτιος, υγρός και γκρι, σαν πετσέτα που έχει πολυχρησιμοποιηθεί. Η Κάτια ακολούθησε το βλέμμα του, αλλά δεν είδε τίποτα που να έχει νόημα.

Γιώργο, σε ρωτάω, δεν το κέρδισα;

Μαμά, απλώς έφυγε. Με μία μόνο βαλίτσα. Τι ακριβώς γιορτάζεις;

Γιορτάζω που έφυγε. Με μία μόνο βαλίτσα. Ήρθε με άδεια χέρια, φεύγει πάλι με άδεια χέρια. Έτσι είναι δίκαιο.

Επιτέλους γύρισε και την κοίταξε. Περίμενε να δει μέσα του πίκρα, θυμό, έστω μια κόπωση. Αντί αυτού, υπήρχε κάτι άγνωστο αυτό που η ίδια προτίμησε να μην αναλύσει.

Η Μαριτίνα έβαλε δικά της λεφτά σε αυτό το σπίτι, είπε ήσυχα ο Γιώργος.

Το σπίτι είναι στο όνομά μου. Σου το χάρισα. Όχι σε εκείνη.

Ξέρω πώς είναι γραμμένο το σπίτι.

Τότε τι συζητάμε;

Σηκώθηκε, πήρε το μπουφάν από το κρεμάστρα. Η Κάτια παρατήρησε πως δεν άγγιξε καν το γλυκό που του είχε φτιάξει το πρωί, ειδικά για την περίσταση. Η μισή μηλόπιτα έστεκε ανέγγιχτη στο τραπέζι.

Θα βγω, είπε ο Γιώργος.

Πού θα πας;

Κάπου.

Η πόρτα έκλεισε ήσυχα, απαλά. Όπως πάντα. Σαν να είχε βάλει σκοπό της ζωής να μην κάνει θόρυβο ή φασαρία. Η Κάτια κοίταξε τη μηλόπιτα, πήρε ένα πιρούνι και έφαγε το κομμάτι του γιου της. Τα μήλα ήταν λίγο ξινά, αλλά ήταν εκείνη η σωστή, σπιτική ξινίλα.

Έμεινε στην κουζίνα του σπιτιού όπου είχε ζήσει τριάντα επτά χρόνια και σκεφτόταν πως ίσως τώρα όλα πάνε καλά.

Στα εξηντατρία της, η Κάτια ήταν μικρόσωμη, πάντα προσεγμένη, τα γκρίζα της μαλλιά τα έπιανε σε ένα σφιχτό κότσο στον αυχένα. Η σύνταξή της ήταν αξιοπρεπής, με τα δεδομένα της Πάτρας. Λογίστρια σαράντα χρόνια, ήξερε από χρήματα και αριθμούς. Γι αυτό και, όταν πριν πέντε χρόνια ο Γιώργος έφερε τη Μαριτίνα σπίτι, η Κάτια μεμιάς κατάλαβε τις προθέσεις της.

Η Μαριτίνα ήταν από ένα μικρό χωριό κοντά στην Άρτα. Ήρθε στην Πάτρα να σπουδάσει, έπιασε δουλειά, νοίκιαζε ένα δωματιάκι σε φοιτητική εστία. Απλή, σεμνή, πλεξούδα μέχρι τη μέση, συνήθεια να κοιτάει πάντα λίγο στο πλάι όταν μιλούσε. Η Κάτια ήξερε να διαβάζει τους ανθρώπους. Στο πρώτο κιόλας κοινό τους σουβλάκι, κατάλαβε: το μάτι της ήταν στο σπίτι.

Ο Γιώργος δήλωνε τα αντίθετα. Έλεγε πως αγαπούσε. Κι ό,τι έλεγε, η Κάτια το περνούσε απ το δικό της φίλτρο, λαμβάνοντας πάντα τη «σωστή» εκδοχή τη δική της.

Τρία χρόνια έμειναν στο διαμέρισμα που η Κάτια έγραψε στο γιο όταν έκλεισε τα εικοσιοκτώ. Φίλος νομικός την είχε συμβουλέψει τότε: με τέτοια διαθήκη, αν χωρίσουν, δεν θα έχει κανένα δικαίωμα η γυναίκα. Η Κάτια δεν σκεφτόταν τότε το διαζύγιο τη διασφάλισή της σκεφτόταν. Ήταν πάντα της πρόληψης.

Η Μαριτίνα έβαλε καινούριες κουρτίνες στα παράθυρα η Κάτια το θεώρησε παραβίαση. Άλλαξε το σερβίτσιο η Κάτια έκρινε πως το παλιό ήταν καλύτερο. Η Μαριτίνα έφτιαχνε βραδινό δυο φορές τη βδομάδα, καλούσε και την Κάτια, που πήγαινε, έτρωγε, ευχαριστούσε λιτά και έφευγε με μιαν αίσθηση λάθους που δεν μπορούσε ακριβώς να ονομάσει.

Αργότερα η Μαριτίνα έκανε ανακαίνιση στην κουζίνα. Με δικά της χρήματα αυτό το ξεκαθάρισε στη συζήτηση με τον σύζυγο, αν και όχι με την πεθερά της. Η Κάτια το έμαθε όταν όλα ήταν ήδη φτιαγμένα. Ήρθε, είδε τις καινούριες ριγέ ταπετσαρίες, τα λευκά ντουλάπια, και σούφρωσε τα χείλη.

Κάτια, δεν σας αρέσει; ρώτησε η Μαριτίνα ευθέως. Ήξερε να ρωτάει απλά. Η Κάτια αυτό δεν το άντεχε.

Τι λες, κορίτσι μου; Πολύ όμορφο, αποκρίθηκε.

Όμορφο. Λέξη που είπε με τέτοια χροιά ώστε να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κι ας το αντιλήφθηκαν και οι δύο. Μα η Μαριτίνα δεν απάντησε είχε μάθει να σωπαίνει όταν περίμεναν τον καυγά, και δεν τον έδινε.

Το διαζύγιο ήρθε στον τέταρτο χρόνο. Ήταν πολλές οι αιτίες, αλλά καμιά δεν ήταν η μία και μοναδική. Ο γιος απομακρύνθηκε, απομακρύνθηκε κι άλλο. Η Μαριτίνα ρωτούσε, εξηγούσε, παρακαλούσε. Εκείνος κουνούσε το κεφάλι και χανόταν στην τηλεόραση. Ο Γιώργος τηλεφωνούσε στη μάνα του κάθε δύο μέρες και διηγούνταν «πόσο άσχημα πάνε όλα», κι εκείνη κατάλαβε: είχε έρθει η ώρα.

Γιώργο, έτσι δεν μπορείς να ζήσεις. Ούτε εσύ, ούτε αυτή.

Ίσως βελτιωθεί.

Τίποτα δεν βελτιώνεται, μόνο χειροτερεύει.

Μετά ήρθε ο δικηγόρος, τα χαρτιά, η συνάντηση στην κουζίνα, η μηλόπιτα, ο μισητός Μάρτης έξω από το παράθυρο. Η Μαριτίνα έφυγε με ένα μόνο βαλιτσάκι η Κάτια το είδε από το παράθυρο να κυλάει πάνω στα πεζοδρόμια, χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Τότε σκέφτηκε: αυτή είναι που έχασε. Και της βγήκε μια παράξενη ελαφράδα.

Ο Γιώργος Αντωνίου, ο γιος της Κάτιας, έφτανε τα τριαντατέσσερα. Ήταν πολιτικός μηχανικός σε κατασκευαστική στην Πάτρα, βγάζει καλά, ποτέ δεν μίλαγε πρώτος για λεφτά. Η Κάτια ήταν περήφανη μαζί του μέσα της, η περηφάνια μπαινόβγαινε ανάμεσα στην αγάπη, στην κτητικότητα κι άλλα για τα οποία δεν είχε λέξη. Τον μεγάλωσε μόνη, από τότε που ο άντρας της έφυγε όταν ο Γιώργος ήταν οχτώ χρονών. Έμειναν δυο τους, κι αυτό της φαινόταν το σωστό.

Όταν ήταν δεκαεννιά χρονών ο Γιώργος, η Κάτια κατάλαβε πως ήξερε να μένει μόνος του. Όχι με την καλή έννοια. Δεν ήξερε να διεκδικεί, να απαιτεί, να θυμώνει. Ήξερε μόνο να συμφωνεί ή να σωπαίνει. Το βάφτισε «καλοσύνη» και ησύχασε.

Μετά το διαζύγιο, έμεινε μόνος του για ένα μήνα σχεδόν. Έπειτα τη πήρε τηλέφωνο:

Γνώρισα μια κοπέλα, τη Δανάη.

Πού;

Σε μια εκδήλωση της δουλειάς.

Και πώς είναι;

Καλή γυναίκα. Θες να βγούμε παρέα να τη γνωρίσεις;

Βγήκαν έξω, σε καφέ όχι σπίτι, κι αυτό ήταν το πρώτο που τη χτύπησε. Η Δανάη ήταν εφτά χρόνια νεότερη από τον Γιώργο, πήγαινε δηλαδή είκοσι εφτά. Δούλευε σε διαφημιστική, ντυνόταν έντονα, ήξερε ακριβώς τι ήθελε από το σερβιτόρο, το μενού, ίσως και τη ζωή.

Κυρία Κάτια, της είπε, δίνοντάς της το χέρι με τέτοια αυτοπεποίθηση, λες και ήταν εκείνη που είχε στήσει το ραντεβού. Έχω ακούσει πολλά για εσάς.

Από τον Γιώργο;

Από τον Γιώργο.

Ελπίζω τα καλύτερα, χαμογέλασε με το καθιερωμένο της χαμόγελο.

Και τα καλά και τα άλλα, απάντησε η Δανάη με μια φυσικότητα και άνοιξε το μενού.

Κάτι την τσίμπησε στα πλευρά, το απέδωσε στο ρεύμα όντως έμπαζε απ την πόρτα.

Η Δανάη όμορφη μεν, αλλά όχι όπως η Μαριτίνα όχι σιωπηλή κρυφά, μα ξεκάθαρα, με επίγνωση. Μαλλιά σκούρα, μάτια μαύρα, κόκκινο κραγιόν τέλεια τοποθετημένο. Έμοιαζε να μπορεί να μείνει ήσυχη, αλλά το δικό της σκοτάδι είχε επικριτικότητα, όχι καρτερία.

Σε τέσσερις μήνες παντρεύτηκαν. Η Κάτια το έμαθε τηλεφωνικά, Τετάρτη βράδυ μετά το δελτίο ειδήσεων.

Κάναμε πολιτικό σήμερα, είπε ο Γιώργος.

Σήμερα;

Ναι. Μαμά, μην παρεξηγηθείς. Δεν θέλαμε φασαρία.

Δεν παρεξηγιέμαι, απάντησε. Να ζήσετε.

Έκλεισε το τηλέφωνο, έμεινε δέκα λεπτά στη σιγή. Πότισε τα λουλούδια της, ξάπλωσε νωρίς. Το πρωί όλα φαίνονταν συνηθισμένα.

Σε μια βδομάδα η Δανάη μπήκε στο διαμέρισμα. Πράγματα πολλά μικροκαμωμένη μεν, γεμάτες όμως οι κούτες τον διάδρομο. Την άλλη μέρα η Κάτια πέρασε και είδε ότι οι κουρτίνες της Μαριτίνας είχαν ήδη αντικατασταθεί, με σκούρες πράσινες, βαριές, που έκαναν το δωμάτιο να μοιάζει με γραφείο.

Η παλιές πού πήγαν; ρώτησε.

Τις πέταξα, ακούστηκε από την κουζίνα η Δανάη.

Ήταν σχεδόν καινούριες.

Κυρία Κάτια, δεν ήταν του γούστου μου.

Δεν είχε νόημα να συνεχίσει τη συζήτηση. Πρώτη φορά που δεν είπε τίποτα καμία εσωτερική διαμαρτυρία.

Τους πρώτους μήνες επισκεπτόταν τακτικά. Η Δανάη δεν την έδιωχνε, μα ήξερε να κάνει την ατμόσφαιρα τέτοια που να νιώθεις άβολα. Δεν σήκωνε το κεφάλι από το λάπτοπ, δεν έβαζε να βράσει νερό, πάντα ήταν απασχολημένη. Ο Γιώργος την παρουσία της μητέρας του γινόταν ακόμα πιο σιωπηλός. Εκείνη το πρόσεχε το σωστό ήταν φόβος, μα δεν ήξερε να το πει έτσι.

Τον Οκτώβρη η Δανάη άλλαξε τις κλειδαριές. Ο Γιώργος της το είπε σαν να ταν κάτι φυσικό.

Μαμά, βάλαμε νέες. Αν θες να έρθεις, πες μου πρώτα, να σου ανοίξω.

Γιατί τις αλλάξατε;

Ε, η Δανάη προτιμά έτσι. Είναι πιο ασφαλές.

Από ποιον να φυλάγεστε;

Σιωπή. Μεγάλη, βαρειά.

Έτσι κάνουν πια, μαμά.

Είκοσι χρόνια κράταγε το κλειδί αυτού του διαμερίσματος πρώτα ως ιδιοκτήτρια, μετά ως η μαμά που «πάντα μπορεί να περάσει». Το έβγαλε απ το μπρελόκ εκείνο το ίδιο βράδυ και το άφησε στην συρταριέρα. Εκεί μένει ακόμη.

Τη Πρωτοχρονιά πάντα στο σπίτι της Κάτιας. Πάντα. Ετοίμαζε σαλάτες, ψάρια, στόλιζε το δεντράκι στη γωνιά, όπως έκανε και η μητέρα της. Έθιμο, και το τηρούσε.

Τον Νοέμβρη ο Γιώργος είπε: «Φέτος θα πάμε στους γονείς της Δανάης, στην Αθήνα».

Στην Αθήνα;

Ναι, εκεί είναι όλη της η οικογένεια.

Εγώ;

Μαμά, καταλαβαίνεις κι εσύ

Έμεινε μόνη να αλλάζει τον χρόνο. Έστρωσε πιάτο για μια, άνοιξε μπουκάλι, είδε τον Πρόεδρο στην ΕΡΤ, ήπιε, μάζεψε και ξάπλωσε πριν φτάσουν τα μεσάνυχτα.

Το πρωί πήρε τον γιο της. Απάντησε στο τρίτο κουδούνι φωνή υπνηλία, ικανοποίηση.

Καλή χρονιά, μαμά.

Καλή χρονιά, Γιωργάκη. Πώς περνάτε;

Καλά! Ήταν ωραία Μαμά, σε παίρνω αργότερα, ναι; Η Δανάη κοιμάται.

Εννοείται, είπε με κείνη τη χροιά που μόνο «ποτέ» θα ταίριαζε.

Το Φλεβάρη ήρθε η Δανάη μόνη της, πρώτη φορά ακάλεστη, ντυμένη με τα καλά της. Η Κάτια άνοιξε και τα έχασε.

Έλα μέσα, να σου βάλω τσάι.

Να μου βάλεις, είπε η Δανάη, κάθισε, κοίταζε την κουζίνα με το βλέμμα του ανθρώπου που κανονίζει ανακαίνιση. Η Κάτια έκοψε λεμόνι.

Κυρία Κάτια, θέλω να μιλήσουμε ανοιχτά.

Πες μου.

Ο Γιώργος σας καλεί κάθε μέρα.

Είναι ο γιος μου, Δανάη.

Το ξέρω. Αλλά είναι πολύ. Μια ώρα κάθε μέρα επηρεάζει το χρόνο μας. Θα μπορούσε, ίσως, λιγότερο συχνά.

Ο Γιώργος είναι μεγάλος. Αυτός διαλέγει πόσο και πότε θα με πάρει.

Φυσικά. Αλλά πρώτα μπαίνει η οικογένειά του.

Είμαι και εγώ οικογένειά του.

Είστε η μητέρα του. Είναι άλλο πράγμα.

Σιωπή. Αν ήταν η Μαριτίνα θα είχε ήδη χαμηλώσει το βλέμμα. Η Δανάη όχι.

Σε κατάλαβα, είπε η Κάτια.

Καλώς, απάντησε η Δανάη και έπιε το τσάι της, δίχως συναίσθημα.

Μετά η Κάτια έμεινε ώρα στο παράθυρο. Έξω λιώνει το χιόνι, το χώμα φαίνεται βρώμικο, ο ουρανός στάχτης. Θυμήθηκε τη Μαριτίνα ποτέ δεν είχε μπει έτσι, με τέτοια αυστηρότητα. Ναι, έκανε λάθη, ήταν αδέξια, αλλά τέτοιο πράγμα όχι.

Τα τηλεφωνήματα του Γιώργου αραίωσαν. Αρχικά κάθε δυο μέρες, μετά κάθε τρεις. Η Κάτια άργησε να τον παίρνει κι η ίδια, γιατί πάντα καταλάβαινε πως βιαζόταν, απαντούσε μονολεκτικά, λες και πρόχειρα. Στο φόντο άκουγε πάντα τη φωνή της Δανάης κοφτή, αποφασιστική, σαν φωνή ραδιοφώνου.

Η Δανάη δούλευε καλά, γυρνούσε σε ταξίδια, έφερνε λεφτά, ρούχα, καινούρια μηχανήματα. Ο Γιώργος συρρικνωνόταν στο περιθώριο της. Σταδιακά, όλο και λιγότερο χωρούσε άλλο στη ζωή του.

Την άνοιξη, πέρασε απροειδοποίητα από το διαμέρισμά τους. Το πρόσωπο του γιου της άμεσα της έδειξε πως «δεν έπρεπε». Κι εκείνη το κατάλαβε πριν μιλήσει.

Μαμά, καλύτερα να τηλεφωνείς πρώτα.

Περνούσα, είπα να μπω.

Περνούσες;

Γιώργο, δέκα λεπτά μακριά μένω.

Η Δανάη δουλεύει τώρα, σπίτι. Μην τη διακόψεις.

Εγώ ήρθα σε σένα.

Ο Γιώργος την έβαλε μέσα. Κάθισαν μισή ώρα κουβεντιάζοντας. Η Δανάη δεν βγήκε ποτέ από το δωμάτιο. Όταν έφυγε, η Κάτια κατάλαβε ότι ήταν η τελευταία φορά που ήρθε απροειδοποίητα όχι γιατί της το ζήτησε ο γιος της, αλλά γιατί δεν άντεχε άλλη μια τέτοια στιγμή στην πόρτα.

Το καλοκαίρι κύλησε ήσυχα. Η Κάτια πήγαινε στο εξοχικό, έριχνε τα μποστανικά της, συνόδευε της εγγονές της γειτόνισσας στη θάλασσα. Δικά της εγγόνια δεν είχε. Η Δανάη έλεγε «έχουμε καιρό, η καριέρα προηγείται, θα δούμε». Η Κάτια δεν το συζητούσε πια. Είχε μάθει.

Το φθινόπωρο συνέβη κάτι που για πολύ καιρό το 'λεγε «τυχαίο», αν και στην μικρή Πάτρα δεν υπάρχουν τυχαία.

Γυρνούσε από το σούπερ μάρκετ στη Γούναρη, οι σακούλες ασήκωτες. Τότε είδε τη Μαριτίνα μπροστά σε μια πόρτα γραφείου να μιλάει στο κινητό. Στα μαλλιά της, κοντό καρέ πια, ένα σκούρο μπλε παλτό, το γέλιο της ήταν ήσυχο, ελεύθερο όχι αυτό που θυμόταν η Κάτια, όχι το παλιό, διστακτικό.

Η Κάτια κόκαλωσε με τις σακούλες στα χέρια. Αντί να περάσει, έμεινε εκεί. Η Μαριτίνα την είδε, έκλεισε το κινητό και ήρθε.

Κυρία Κάτια

Μαριτινάκι, της ξέφυγε.

Είστε καλά, είπε η Μαριτίνα, ευγενικά, τυπικά.

Κι εσύ φαίνεσαι καλά, απάντησε η Κάτια, και αυτή τη φορά το εννοούσε.

Η Μαριτίνα άλλαξε κρατούσε τον εαυτό της αλλιώς, κοίταζε στα μάτια, δεν απέφευγε.

Εδώ δουλεύεις; ρώτησε η Κάτια.

Εδώ διευθύνω πλέον, είπε ήρεμα. Άνοιξα τη δική μου εταιρεία διακόσμησης εσωτερικών χώρων.

Δική σου επιχείρηση;

Ναι.

Πώς τα κατάφερες; ρώτησε η Κάτια. Αμέσως το μετάνιωσε.

Τρία χρόνια δούλευα διπλοβάρδιες. Μέρα σε εταιρεία, βράδυ ελεύθερα. Μάζεψα, αγόρασα σπίτι πέρσι. Μικρό, δικό μου όμως.

Η Κάτια ένιωσε τις σακούλες να βαραίνουν κι άλλο.

Το κατάφερες; Αγόρασες;

Μικρό δυάρι στην Κορίνθου. Μια χαρά είμαι.

Μόνη;

Μόνη. Καλυτέρα έτσι.

Έμειναν ακίνητες για λίγο. Πουθενά βιασύνη.

Μαριτινάκι ξεκίνησε η Κάτια χωρίς ξέρει τι θέλει να πει.

Πρέπει να φύγω, της απάντησε η Μαριτίνα, ευγενικά. Έχω ραντεβού σε δέκα λεπτά.

Καλή συνέχεια.

Επίσης.

Η Μαριτίνα επέστρεψε στο γραφείο, γύρισε μια στιγμή πίσω μόνο, με βλέμμα γαλήνιο. Όχι πίκρα, όχι κακία απλώς ειρηνικό.

Η Κάτια γύρισε σπίτι, άδειασε ψώνια, ένιωσε τα πράγματα να βαραίνουν. Έβαλε να φάει, έπλυνε ύστερα κάθισε στο παράθυρο.

Αγόρασε δυάρι στην Κορίνθου, έστησε δική της δουλειά, όλα σταδιακά.

Κερδισμένη; Το σπίτι έμεινε, ο Γιώργος έμεινε η Μαριτίνα έφυγε χωρίς τίποτα. Ο γιος την παίρνει πια κάθε δέκα μέρες. Πρωτοχρονιά πάντα με την οικογένεια της Δανάης στην Αθήνα.

Τον Οκτώβρη η Δανάη ζητάει από τον Γιώργο μετακόμιση Αθήνα. Δεν αντέχει άλλο Πάτρα, της προσφέρουν θέση στην κεντρική εταιρεία, προαγωγή.

Ο Γιώργος τηλεφωνεί:

Μαμά, πρέπει να σου το πω, συζητάμε να ανέβουμε Αθήνα.

Πότε;

Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμη, θα ξέρεις όμως.

Να 'σαι καλά που με ειδοποιείς.

Μαμά, μην το παίρνεις έτσι

Πώς να το πάρω;

Κρύα ακούγεσαι

Δεν είμαι κρύα, Γιώργο μου. Απλώς ακούω.

Αν φύγουμε, να νοικιάσουμε το διαμέρισμα. Εσύ να παρακολουθείς τους ενοικιαστές, μένεις κοντά.

Θα δω, είπε.

Μη στεναχωριέσαι. Αθήνα – Πάτρα είναι κοντά, έρχομαι…

Φυσικά.

Το «φυσικά» της βγήκε πικρό, αλλά αυτός δεν το κατάλαβε.

Νοέμβρης ήρθε με κρύο. Η Κάτια τυλιγόταν ήδη με το μακρύ της παλτό. Συνάντησε στο παζάρι τη Γεωργία, παλιά συνάδελφο. Έκατσαν σε μικρό καφενείο, είπαν τα δικά τους.

Η Γεωργία τη ρώτησε:

Εσύ πώς είσαι; Ο Γιώργος; Η νύφη σου συνήθισε;

Συνήθισε, απάντησε η Κάτια. Τώρα πάνε Αθήνα.

Και εσύ;

Όχι, μωρέ.

Η Γεωργία το κατάλαβε με το δικό της σιωπηλό τρόπο.

Κάτια, το μετανιώνεις;

Τι;

Για τη Μαριτίνα. Τόσο ήσυχη κοπέλα.

Ήσυχη, ναι. Αλλά ήθελε το σπίτι.

Είσαι ακόμα σίγουρη;

Την είδα την περασμένη εβδομάδα.

Και;

Έστησε τη δική της δουλειά, αγόρασε σπίτι. Όλα καλά.

Η Γεωργία την κοίταξε βαθιά. Χωρίς λύπη, χωρίς κατηγορία.

Δηλαδή δεν πήγε για το σπίτι.

Άστο, ψιθύρισε η Κάτια.

Γύρισε σπίτι με τα πόδια, αναζητώντας μια ψευδαίσθηση προορισμού.

Ο Δεκέμβρης ήρθε με χιόνι. Ντύθηκε μόνη το δέντρο, έβαλε φωτάκια. Ήταν πάντα όμορφο.

Ο Γιώργος τηλεφώνησε είκοσι τρεις:

Θα περάσουμε τριάντα μία, το πρωί, μετά θα πάμε στους δικούς της.

Καλά.

Μη μου στεναχωριέσαι.

Γιώργο, χαίρομαι που θα έρθετε. Θα φτιάξω μηλόπιτα.

Ήρθαν στις έντεκα. Η Δανάη κομψή, φέρνοντας ένας μπουκάλι μοσχοφίλερο και σοκολατάκια. Ο Γιώργος την αγκάλιασε, κάθισαν, τσάι, η Δανάη πάντα στο κινητό.

Δανάη, μηλόπιτα;

Όχι, ευχαριστώ. Δεν τρώω γλυκά.

Γιώργο;

Εννοείται, μαμά.

Έφαγε δυο κομμάτια και η Κάτια τον κοιτούσε και ήξερε πως μάλλον είναι η τελευταία τέτοια μέρα στην κουζίνα της. Όλα έδειχναν Αθήνα, Δανάη, άλλη πορεία.

Έφυγαν στις δώδεκα και μισή. Η Δανάη κοντοστάθηκε στον διάδρομο, κοίταξε την Κάτια με τρόπο που δεν κατάλαβε. Ίσως τίποτα, ίσως τα πάντα.

Κυρία Κάτια, είπε. Πολύ ωραία η μηλόπιτά σας.

Να 'σαι καλά.

Ο Γιώργος τη φίλησε γρήγορα.

Η Κάτια τα καθάρισε όλα, τύλιξε την πίτα, έβαλε τσάι και έμεινε μπροστά στην τηλεόραση να μη βλέπει τίποτα.

Περίμενε τηλέφωνο από τον γιο της το βράδυ δεν πήρε. Τον κατάλαβε, με τις βαλίτσες και το τρέξιμο.

Γενάρη ο Γιώργος ανακοίνωσε μετακόμιση Μάρτη. Το σπίτι θα μείνει άδειο, να περνούν πότε-πότε. Η Κάτια το δέχτηκε ήσυχα.

Το Φλεβάρη δεν θυμάται και πολλά. Πήγαινε στη λαϊκή, η κουζίνα, λίγες φορές η Γεωργία. Μια φορά κουρεύτηκε λίγο, το κότσο της πάντα εκεί. Μια στην εξοχή, βοήθησε να καθαρίσουν πατάρι.

Αρχές Μαρτίου, αντί να το σκέφτεται περισσότερο, πήρε τηλέφωνο τη Μαριτίνα.

Απάντησε στο δεύτερο κουδούνισμα.

Μαριτίνα, εδώ η Κάτια.

Μικρή σιωπή.

Καλησπέρα, κυρία Κάτια.

Θα ήθελα πολύ να σε δω, αν γίνεται. Να τα πούμε.

Σιωπή. Το σκέφτηκε.

Μπορώ Σάββατο, στο καφέ στη Γούναρη.

Στις δώδεκα;

Ναι.

Το Σάββατο, η Κάτια έφθασε νωρίτερα, βρήκε τραπέζι στο παράθυρο. Έφερε το τσάι της και περίμενε τους ανθρώπους στη Γούναρη να περνούν χωρίς σκουφιά.

Η Μαριτίνα μπήκε ακριβώς στην ώρα της μαλλιά ελαφρώς φουντωμένα, ίδιο μπλε παλτό. Κάθισε απέναντι.

Χαίρετε.

Να σε ευχαριστήσω που ήρθες.

Τι θέλατε να πείτε;

Η Κάτια κρατούσε την κούπα της, την άφηνε, την ξανάπιανε.

Ήθελα να πω ότι έκανα λάθος για σένα σε πολλά. Όχι σε όλα, στα περισσότερα.

Η Μαριτίνα την κοιτούσε ψύχραιμα.

Σε είχα παρεξηγήσει, πολύ πριν δείξεις οτιδήποτε ή όχι. Ήταν άδικο.

Η Μαριτίνα σιωπηλή.

Πίστεψα πως ήθελες το σπίτι. Ότι δεν αγαπούσες τον Γιώργο. Ότι είχες υπολογίσει τα πάντα.

Και τώρα;

Όχι, είπε η Κάτια ειλικρινά, στο πιο δύσκολο «όχι» που είχε πει εδώ και χρόνια.

Η Μαριτίνα άνοιξε λίγο το στόμα, σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά το κράτησε.

Σας ευχαριστώ που το λέτε, είπε τελικά. Δεν ξέρω τι να το κάνω αυτό.

Να μην κάνεις τίποτα. Έπρεπε να το πω.

Εντάξει Έχω ραντεβού σε λίγο.

Βεβαίως. Να πας.

Η Μαριτίνα σηκώθηκε, έβαλε το παλτό της, πήγε να βγάλει πορτοφόλι.

Θα τα πληρώσω εγώ, είπε η Κάτια.

Δεν χρειάζεται.

Σε παρακαλώ.

Η Μαριτίνα, λίγο, σκέφτηκε και δέχτηκε.

Κυρία Κάτια, είπε πριν φύγει. Δεν πονάω πια. Εδώ και καιρό. Θέλω να το ξέρετε.

Χαίρομαι.

Για μένα το λέω. Όχι για σας για μένα, να το ξέρετε.

Η Κάτια δεν είχε λόγια. Σπάνιο για κείνη.

Να 'σαι καλά, κορίτσι μου.

Η Μαριτίνα βγήκε, φάνηκε για λίγο από το παράθυρο, ίσια, ήρεμη, με σκοπό.

Η Κάτια πλήρωσε, ένιωσε πως ήξερε πια το τέλος του λογαριασμού.

Γύρισε σπίτι, έβαλε τσάι, πήρε την κούπα στα δυο χέρια και κάθισε να σκέφτεται τα αυτονόητα.

Να η «νίκη»: το σπίτι στο όνομά της, ο γιος στην Αθήνα, η νύφη να 'χει αλλάξει κλειδαριά, η πρώτη νύφη να ζει στο δυαράκι της Κορίνθου με δική της δουλειά και χαμόγελο.

Σπάνια ένιωθε χαζή η Κάτια τα νούμερα του λογιστηρίου είχαν διδάξει να βλέπει πάντα τελικό ισοζύγιο.

Τώρα το ισοζύγιο έγραφε: αυτή μόνη στην κουζίνα της, με το τσάι. Καμιά φορά τηλεφωνεί η Γεωργία, μερικές φορές η γειτόνισσα. Ο γιος; Μακριά, αλλά υπάρχει.

Η Μαριτίνα ερχόταν χωρίς λόγο. Έφερνε τυρόπιτες από τον φούρνο πιο κάτω κανείς δεν της το ζήτησε ποτέ, απλώς το έκανε. Τώρα το θυμόταν και ήθελε να γελάσει με τον εαυτό της και τα «πλάνα» της.

Έπλυνε το φλιτζάνι, σκούπισε τα χέρια στην πετσέτα με τους γαϊδάρους που 'χε αγοράσει από πανηγύρι πέντε χρόνια πριν.

Πήρε το τηλέφωνο, κάλεσε τον Γιώργο.

Μαμά; Όλα καλά;

Όλα καλά, Γιώργο μου. Εσείς;

Καλά. Μαζεύουμε ακόμα. Εσύ;

Καλά, απλά ήθελα να ακούσω τη φωνή σου.

Μπορώ να σε πάρω λίγο αργότερα;

Φυσικά, κάνε τις δουλειές σου.

Όλα καλά σίγουρα;

Ναι, αγόρι μου.

Εντάξει. Τα λέμε.

Έκλεισε. Ο Μάρτης έξω προχωράει. Η σκούπα βγαίνει απ το χιόνι.

Άνοιξε τον παλιό δερμάτινο άλμπουμ, βρήκε φωτογραφία παιδική ο Γιώργος με το καλάμι ψαρέματος, δίπλα της να γελάει. Κάποτε ήξερε να γελάει ξέχασε πότε το έχασε.

Σαν ξάφνου είδε σε μια φωτογραφία τον Γιώργο εικοσιοκτώ, αγκαζέ με τη Μαριτίνα κρατιόταν, μα όχι σφιχτά. Τότε είχε νομίσει πως «τον κρατάει για να μην της φύγει». Τώρα είδε απλά δυο ανθρώπους που προσπαθούσαν να περπατήσουν μαζί.

Έκλεισε το άλμπουμ, το έβαλε στη θέση του.

Η Κάτια δεν ήταν γυναίκα που κλαίει συχνά. Το έκανε όταν έφυγε ο άντρας της, τρεις μέρες και τέλος. Μετά πήγε τον Γιώργο σινεμά και δεν έκλαψε ξανά γι αυτό.

Άναψε φως, πήγε να φάει λίγο μηλόπιτα, είδε το πεζοδρόμιο να πορτοκαλίζει κάτω από τη λάμπα. Έφαγε ήσυχα.

Σκέφτηκε να πάρει τη Γεωργία το Σάββατο να βγουν κάπου μαζί, καφέ ή περίπατο. Ίσως στο εξοχικό την άνοιξη, να ετοιμάσει τα μποστανικά, οι ντομάτες εκεί πάντα μεγαλώνουν καλύτερες.

Μετά δεν σκεφτόταν τίποτα, απλά έτρωγε και κοίταζε τη λάμπα.

Το κινητό έμεινε ήσυχο ο Γιώργος δεν ξαναπήρε. Το περίμενε, δεν το κράτησε.

Βγήκε ο γάτος της διπλανής γκρινιάζοντας, σωλήνες έκαναν τον γνωστό ήχο, ό,τι συμβαίνει στα ελληνικά διαμερίσματα της γειτονιάς.

Σκέφτηκε: αύριο στην αγορά, να ρίξει μια ματιά για φυτά λίγο νωρίς ακόμα.

Έπλυνε το πιάτο, έσβησε το φως, πήγε στο δωμάτιο.

Διάβασε λίγο το μυστηρίου που είχε φτάσει στη μέση τρεις φορές την ίδια σελίδα, τίποτε δεν της έμεινε.

Άφησε το βιβλίο, έσβησε, έμεινε ξαπλωμένη.

Η Μαριτίνα στο μπλε παλτό, περπατάει ήσυχα το πεζοδρόμιο, όπως τρία χρόνια πριν έφευγε με το γκρι βαλιτσάκι, χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Τώρα η Κάτια βλέπει αλλιώς ίσως τότε η Μαριτίνα ήδη ήξερε αυτό που εκείνη δεν ήξερε. Ίσως περπατούσε και σκεφτόταν που πήγαινε, όχι τι άφηνε.

Η Κάτια πάντα κοιτούσε προς τα πίσω τι κράτησε, τι προστάτεψε, τι εξασφάλισε. Τώρα το ισοζύγιο έλεγε: σπίτι έχει, γιο έχει, η ζωή συνεχίζεται.

Απλά, ήσυχα.

Γύρισε πλευρό, έκλεισε τα μάτια.

Έξω η νύχτα του Μαρτίου προχωρούσε ήσυχα. Το χιόνι θα λιώσει λίγο ακόμα. Κάπως, μέχρι τον Απρίλη θα χαθεί. Η άνοιξη έρχεται πάντα, ό,τι και να θέλεις.

Σκέφτηκε ότι κάποια στιγμή θα περάσει απ το γραφείο της Μαριτίνας στην Κορίνθου όχι για να σταθεί, αλλά απλά να δει αν το κατάστημα συνεχίζει. Θα συνεχίζει. Η Μαριτίνα ποτέ δεν τα παρατούσε.

Αυτό το ήξερε να κάνει πάντα η Μαριτίνα να τελειώνει ό,τι ξεκινούσε.

Ησυχία στο σπίτι, με τόση μοναξιά γνώριμη πια. Τριάντα επτά χρόνια στον ίδιο χώρο.

Η γάτα του διπλανού μίλησε πάλι, ύστερα πάλι ήσυχα.

Η Κάτια, ξαπλωμένη στη σκοτεινή της κάμαρα, σκεφτόταν λίγο το αύριο, λίγο τη Γεωργία, λίγο το γιο της που θα ζει στην Αθήνα. Ίσως ανέβει κάποτε τρεις ώρες με το ΚΤΕΛ. Ανται ανταποδίδει κι η ζωή.

Και η Μαριτίνα με το τσάι της, στην κουζίνα της στην Κορίνθου, θα κοιτά το ίδιο μάρτη, το ίδιο λιώσιμο του χιονιού, το ίδιο φως στον ουρανό.

Από διαφορετικά παράθυρα.

Η Κάτια τελικά έκλεισε τα μάτια.

Κι έξω κυλούσε μια ήσυχη, ελληνική νύχτα του Μαρτίου.

Oceń artykuł
Νικήτρια χωρίς αγάπη