Δεν υπάρχει πια ελπίδα
Δε θέλω τα λεφτά σας! ξέσπασε με θυμό η Νεφέλη, πετώντας τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα στο πάτωμα.
Μα αυτά είναι τα χρήματά σας, απάντησε ψύχραιμα η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος. Και για ό,τι συνέβη, εγώ δε φταίω. Σας παρακαλώ, μη φωνάζετε, θα ξυπνήσετε τους γείτονες.
Η Νεφέλη της έριξε ένα άγριο, γεμάτο με μίσος βλέμμα, γύρισε πλάτη κι έφυγε προς τη σκάλα.
Όταν βγήκε στο δρόμο, της κόπηκαν τα γόνατα. Με δυσκολία κατάφερε να φτάσει στο παγκάκι απέναντι, κάθισε και έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια, αφήνοντας τα δάκρυά της να πέσουν σιωπηλά. Κατηγορούσε τον εαυτό της:
«Αν ήξερα ότι έτσι θα τέλειωνε, ποτέ δε θα πήγαινα σ αυτόν τον γάμο!»
*****
Νεφέλη, παντρεύομαι! φώναξε ενθουσιασμένη η φίλη της, η Μαργαρίτα, στο τηλέφωνο. Ο γάμος είναι σε ένα μήνα, μετά έχουμε και θρησκευτική τελετή! Θα έρθεις;
Να ζήσετε, Μαργαρίτα μου! Χαίρομαι τόσο πολύ! Αλλά η φωνή της Νεφέλης βάρυνε.
Έλα, πες το!
Συγνώμη, αλλά μάλλον δεν θα μπορέσω να έρθω. Το θέλω πολύ, αλήθεια, απλά
Πώς γίνεται αυτό; απόρησε η Μαργαρίτα. Μεγαλώσαμε μαζί κι εσύ δεν θα έρθεις; Θέλεις να με πληγώσεις έτσι;
Ούτε που το σκέφτηκα, απλώς ο γάμος και το μυστήριο διαρκούν τρεις μέρες. Δεν είναι κι εύκολο
Και λοιπόν; Μία άδεια από τη δουλειά θα πάρεις! Κι έχεις τον γατούλη σου, τον Σίμο, θα βρεις μια λύση για λίγες μέρες! Αν δεν τα καταφέρεις μόνη, θα σε βοηθήσω εγώ. Ζωοπανσιόν ή κάποια γνωστή, κάτι θα γίνει.
Δεν ξέρω, Μαργαρίτα
Σου δίνω ένα μήνα να το τακτοποιήσεις. Μη με απογοητεύσεις σε αυτή τη σημαντική στιγμή!
Η Νεφέλη κοίταζε διστακτικά τον Σίμο της. Δεν γινόταν να τον αφήσει μόνο τρεις μέρες στο διαμέρισμα. Ήταν κοινωνικός γάτος, δεν άντεχε τη μοναξιά.
Σκέφτηκε πολύ πριν πάρει την απόφαση. Βρήκε τελικά μια κυρία, τη Θεανώ Μαυρογιαννάκη, που μέσω αγγελιών παρείχε φροντίδα σε γάτες, με καλές κριτικές στο διαδίκτυο, και μάλιστα με εμπειρία σε κτηνιατρείο. Όλα έδειχναν ασφαλή.
Η Νεφέλη πήγε στο διαμέρισμα: τριών δωματίων, ένα αφιερωμένο στα ζώα, η Θεανώ χαμογελαστή και καλή. Της φάνηκε ιδανική.
Και ο Σίμος δεν θα ένιωθε μοναξιά υπήρχαν κι άλλες γάτες εκεί. «Θα περάσουν γρήγορα οι μέρες», του ψιθύρισε καθώς του χάιδευε το κεφάλι πριν φύγει.
Μη στεναχωριέστε, της είπε η Θεανώ. Θα περάσει όμορφα!
Το ελπίζω Να, κρατήστε 50 ευρώ, μόλις κάτι συμβεί, πάρτε με άμεσα.
*****
Οι τρεις μέρες πέρασαν νεράκι. Η Μαργαρίτα ήταν ευτυχισμένη, η Νεφέλη χαρούμενη για κείνη, ο νέος της άντρας ευγενικός και σοβαρός.
Κάθε μέρα η Νεφέλη έπαιρνε τη Θεανώ: «Είναι καλά ο Σίμος;»
Τρώει με όρεξη και όλα είναι εντάξει. Επιστρέφετε όπως είπαμε, έτσι;
Ναι, σε τρεις μέρες. Πεθαίνω να τον ξαναδώ!
Όταν έφτασε στην Αθήνα, ειδοποίησε τη Θεανώ:
Περιμένω, ήρθε η βαριά απάντηση.
Η Νεφέλη δεν έδιωχνε το άγχος. Κάτι δεν της πήγαινε καλά.
«Μήπως υπερβάλλω; Αφού μου είπε ότι ο γάτος είναι καλά», σκεφτόταν. Αλλά η ανησυχία της μεγάλωνε.
Ο γάτος σας το έσκασε ξεστόμισε η Θεανώ.
Τι είπατε; Πώς έγινε;
Οι από πάνω έκαναν ανακαίνιση, φοβήθηκαν οι γάτες. Πήγα να τους ζητήσω να κάνουν ησυχία μέχρι να επιστρέψουν όλα τα ζώα στους ιδιοκτήτες. Άνοιξα την πόρτα και ο Σίμος βγήκε τρέχοντας. Δεν μπόρεσα να τον προλάβω
Γιατί δεν με πήρατε αμέσως; Γιατί μου λέγατε ψέματα;
Νόμιζα θα τον έβρισκα. Έτσι γίνεται μερικές φορές, πάντα τελικά τους μάζευα. Αλλά τον Σίμο όχι. Έβαλα αγγελία στο διαδίκτυο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ας μην απελπιζόμαστε ακόμα, μπορεί να γυρίσει!
Πώς να μην απελπιστώ; Μου υποσχεθήκατε ότι όλα θα πάνε καλά!
Πάρτε τα χρήματά σας πίσω αν θέλετε.
Δε θέλω τα λεφτά σας! ξαναφώναξε και ξανάπε τα χαρτονομίσματα στο πάτωμα.
Τα δικά σας είναι, απαντούσε ατάραχη. Και σε αυτό που συνέβη εγώ δε φταίω. Σας παρακαλώ, μην κάνετε φασαρία
Η Νεφέλη, γεμάτη θυμό, έφυγε γρήγορα. Έξω, σταμάτησε σχεδόν ανέπνευστη στην πρώτη ελεύθερη θέση. Όλα γύρω της γύριζαν. «Γιατί πήγα στον γάμο; Γιατί τον άφησα;»
Η σκέψη της γύρισε εκείνη την προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, όταν ένα μικρό τζίντζερ γατάκι εμφανίστηκε μπροστά της. Είχε φτάσει σπίτι και αυτό σκαρφάλωσε στα παντελόνια της, τρίφτηκε στα χέρια της.
Τον πήρε αμέσως σπίτι. Τον Σίμο. Όλες τις αργίες ήταν μαζί. Άθελά της τον λάτρεψε σαν παιδάκι της.
Κορίτσι μου, να βρεις κανέναν καλό άνθρωπο αντί για αδέσποτους γάτους! της πείραζε η μητέρα της στο τηλέφωνο.
Αυτός ήρθε πρώτος, μαμά. Ο άντρας θα έρθει δεύτερος!
Στη δουλειά όλες οι συναδέλφισσες άκουγαν τις ιστορίες της για τις διασώσεις γάτων της:
Ο καιρός λες και κάνει επίτηδες χιόνι ή βροχή όταν εμφανίζονται, έλεγε. Με κοιτάνε με μάτια πονεμένα κι αμέσως ό,τι κι αν κάνω, τα παίρνω αγκαλιά και τα φέρνω σπίτι.
Κι εσύ, Νεφέλη, μυθιστόρημα γράφεις, της έλεγαν και γελούσαν.
Δεν καταλάβαιναν, αλλά μια μέρα σίγουρα θα το ζούσαν και θα το καταλάβαιναν.
Με τον Σίμο, η μοναξιά της γέμισε από αγάπη, ζεστασιά, και λίγη έξτρα τρίχα. Όταν γύριζε από τη δουλειά, την περίμενε πάντα στην πόρτα.
Μα τώρα κανείς δε τη περίμενε. Καμιά φωνή, κανένα νιαούρισμα στην αγκαλιά. Δεν υπήρχε Σίμος, ή τουλάχιστον, ήθελε να ελπίζει ότι κάπου υπήρχε.
Φτάνει! σηκώθηκε από το παγκάκι. Δεν θα κάτσω με σταυρωμένα τα χέρια. Θα τον βρω.
*****
Βρήκατε κάτι;! φώναξε η Νεφέλη στο τηλέφωνο, όταν ένας εθελοντής της τηλεφώνησε για τις έρευνές του για τον Σίμο.
Ίσως Μια κυρία μάζεψε έναν γάτο πανομοιότυπο με αυτόν που περιγράψατε. Σας στέλνω διεύθυνση με sms.
Σας ευχαριστώ! απάντησε σχεδόν κλαίγοντας.
Χωρίς τη βοήθεια των εθελοντών, η Νεφέλη δεν θα τα είχε καταφέρει μόνη της. Είχε περάσει μιάμιση μήνα γεμάτο αναζήτηση το πιο βασανιστικό διάστημα της ζωής της. Τη νύχτα ξεσκόνιζε τα social media με φωτογραφίες χαμένων γατιών, αλλά ποτέ δεν βρήκε τον Σίμο. Και το δυστύχημα; Είχε μόνο παλιές φωτογραφίες του μικρού, που είχε αλλάξει πια και δεν τον αναγνώριζε κανείς.
Χτύπησε το θυροτηλέφωνο που της έστειλαν οι εθελοντές, γνώρισε μια άλλη γυναίκα ναι, είχε βρει τζίντζερ γάτο, αλλά δεν ήταν ο Σίμος της. Η άλλη γυναίκα τον κράτησε, της ευχήθηκε καλή τύχη.
Έφυγε αμέσως, μην παρασύρει την ξένη με τον πόνο της. Το ίδιο επαναλήφθηκε και τις επόμενες εβδομάδες. Ελπίδα κι απογοήτευση ξανά και ξανά.
Νεφέλη μου, το ξέρω πόσο τον αγαπούσες της είπε η μητέρα της. Αλλά πρέπει να συνεχίσεις, πάρε ένα άλλο γατάκι. Στη γιαγιά στο χωριό γέννησε μία και έχει ένα τζίντζερ.
Όχι, μανούλα, δεν θέλω άλλον
Όταν πέρασε μισός χρόνος και πουθενά ο Σίμος, κατάλαβε πως δεν υπήρχε ελπίδα πια.
Το μόνο που παρακαλούσε η Νεφέλη ήταν να είναι ο Σίμος ζωντανός, έστω και με άλλο άνθρωπο ή κάπου έξω με συμμαχητές του δρόμου.
*****
Για το μέλλον της δεν ήξερε τίποτα πια. Ένιωθε ενοχή για όσα έγιναν, μισούσε τον εαυτό της. Μια απλή γιορτή αν δεν πήγαινε, τίποτα δεν θα είχε χαθεί. Ο Σίμος της θα ήταν ακόμα κοντά της.
Ήταν χειρότερο ακόμα κι από θάνατο το να μην ξέρει.
Κάθε Σαββατοκύριακο έβγαινε έξω, χάζευε στις γειτονιές και γύρω από κάδους, μήπως
Ήξερε πως μάλλον δεν θα τον έβρισκε, αλλά ήλπιζε ακόμα.
Κάποια μέρα, οι βήματά της την οδήγησαν λίγο έξω από το κέντρο, κοντά σε ένα καταφύγιο ζώων. Σκέφτηκε μήπως είχε δίκιο η μαμά της, να υιοθετήσει ένα άλλο γατάκι. Αμέσως το μετάνιωσε.
«Αν όμως βρεθεί τελικά ο Σίμος; Θα του φανεί προδοσία;»
Ήταν έτοιμη να στρίψει όταν είδε μια υπάλληλο του καταφυγίου.
Ήρθατε να ρίξετε μια ματιά; τη ρώτησε χαμογελαστά.
Η Νεφέλη δεν ήθελε, αλλά δεν ήξερε πώς να αρνηθεί.
Αυτός είναι ο Λέανδρος, και εκεί η Ήρα. Δεν είναι πολύ όμορφοι; τη ρώτησε η κοπέλα.
Είναι πράγματι
Πρώτη φορά μετά από καιρό, αισθάνθηκε ότι για λίγο ξεχνούσε τον πόνο. Τα αθώα βλέμματα των ζώων της γλύκαιναν την ψυχή.
Εκεί στο βάθος; Υπάρχει κάποιος εκεί μέσα;
Εκεί έχουμε έναν γάτο-ερμητικό. Κανέναν δεν αφήνει να τον πλησιάσει, μόνο τρώει όταν είμαστε μακριά του. Ήρθε εδώ μισό χρόνο πριν, σε χάλι μαύρο, τον φροντίσαμε, αλλά δικό μας δεν μας θεωρεί.
Η καρδιά της Νεφέλης χτύπησε δυνατά.
Μπορώ μήπως να τον δω;
Βεβαίως.
Σαν να άκουσε βήματα, ο τζίντζερ γάτος γύρισε την πλάτη, έδειχνε πως δεν ήθελε παρέα.
Αυτός είναι. Πάντα μας αγνοεί.
Η Νεφέλη δεν άκουγε πια, κοιτούσε τον γάτο
«Μήπως;»
Σίμε; ψιθύρισε διστακτικά, κρατώντας την ανάσα της. Σίμε, είσαι εσύ;
Ο γάτος γύρισε σιγά το κεφάλι, κοίταξε απορημένος.
«Όχι, φαντάστηκα»
ΣΙΜΕ! φώναξε γεμάτη πίστη. Σε βρήκα! Έλα αγόρι μου, με γνωρίζεις; Είμαι εγώ, η Νεφέλη σου!
Ο Σίμος την κοίταξε δύσπιστα μέχρι τη στιγμή που αναγνώρισε τη φωνή, τα μάτια, τη μυρωδιά της. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξε κοντά της.
Η υπάλληλος πρόλαβε απλά να ανοίξει το κλουβί κι αμέσως πνίγηκαν σε αγκαλιές.
Όλοι άνθρωποι, ζώα, ακόμα κι ο ήλιος τους κοίταζαν και χαμογελούσαν.
Η Νεφέλη υποσχέθηκε ότι θα βοηθά το καταφύγιο, γιατί έσωσε τον γάτο της.
*****
Στο δρόμο για το σπίτι, ο Σίμος γουργούριζε σαν τρακτέρ και της «έλεγε» όσα πέρασε τότε: «Τόσο τρόμαξα, τόσος θόρυβος, κι εσύ μακριά Ετρεξα να σε βρω, αλλά με πάτησε αυτοκίνητο. Μα είμαι χαρούμενος που ήρθες πάλι, αφεντικούλα μου. Θα με παρατήσεις ξανά;» σταμάτησε το γουργουρητό και την κοίταξε.
Όχι, Σίμο μου. Ποτέ ξανά.





