Οι δικοί μου κανόνες
Όχι, Νίκο, ευτυχώς που ήρθες τελικά! χαμογέλασε η Ιωάννα, ακουμπώντας τους μικρούς της αγκώνες στο τραπέζι και κοιτώντας τον γιο της. Μου έλειψες τόσο πολύ. Έλα, φάε παραπάνω παιδί μου. Να σου βάλω κι άλλο κεφτεδάκι;
Ο Νίκος έγνεψε αρνητικά, χαμογελώντας.
Δεν σου άρεσε; ρώτησε ανήσυχα η μητέρα του, ίσιαξε τη στάση της, το πρόσωπό της σκλήρυνε ελαφρά. Νομίζω το έφτιαξα όπως πάντα… Και το είπα στον πατέρα σου, ότι δεν τρως χοιρινό… Το είπα! Είναι η γεύση;
Η Ιωάννα φαινόταν ταραγμένη είχε πεθυμήσει τόσο τον Νίκο, είχε μαγειρέψει για λόχο στρατιωτών, σαν να ήταν υπολοχαγός στην κουζίνα κι ήθελε να τους θρέψει όλους, να τους ζεστάνει και να τους αγαπήσει. Κι όμως, να το τώρα, ο γιος της δεν εκτίμησε τα κεφτεδάκια της…
Έλα, μαμά, μην ξεκινάς πάλι! Όλα τέλεια είναι, απλώς δεν αντέχω άλλο φαγητό!
Ο Νίκος άφησε προσεκτικά το μικρό πηρούνι στο πιάτο τόσο μικρό για τα τεράστια χέρια του και τακτοποίησε τη χαρτοπετσέτα, μικρή, σχεδόν σαν μαντήλι. Παράξενο πως από τόσο μικροκαμωμένη μάνα γεννήθηκε τόσο μεγαλόσωμος άνδρας αλλά έχει πάρει το σκαρί του πατέρα, του Μιχάλη. Κι η Ιωάννα φαινόταν πάντα κοριτσάκι δίπλα του.
Όλα ήταν υπέροχα, όπως πάντα! είπε ο Νίκος, σηκώθηκε, πήγε κι έδωσε ένα χάδι στη μητέρα του που την έκανε να νιώσει μια ξαφνική ζεστασιά και ασφάλεια. Πες μου, λοιπόν, τι ήθελες να συζητήσεις; Γιατί σε λίγο πρέπει να φύγω. Είπαμε με τη Δανάη να πάμε στου Πλαισίου, να πάρουμε στον Ρωμανό ρούχα.
Η Δανάη, η σύζυγός του, γυναίκα νοικοκυρά, προκομμένη, καλοσυνάτη και πανέμορφη. Ο Νίκος, όταν την είδε πρώτη φορά, χτύπησε κατευθείαν πάνω σε ένα στύλο τόσο πολύ την κοίταζε. Άνοιξε το φρύδι του, μάτωσε, κι η Δανάη ευθύς ταράχτηκε και του στάθηκε στο κέντρο υγείας, τρομαγμένη αλλά πάντα ευγενική. Κι ο Νίκος δεν ήξερε τι να της πει φυσικά και του γύριζε το κεφάλι, με τέτοια ομορφιά δίπλα του!
Παντρεύτηκαν. Τώρα έχουν έναν γιο, τον Ρωμανό. Η Δανάη δουλεύει λογοθεραπεύτρια στο σπίτι, οι μαθητές της έρχονται εκεί, που βολεύει γιατί μπορεί να φροντίζει το νοικοκυριό. Ο Νίκος φεύγει νωρίς το πρωί για δουλειά, αφήνει τον Ρωμανό στο σχολείο ό,τι καλύτερο! Εφοίτησε σε πειραματικό Λύκειο που του βρήκε η μητέρα του. Ζούνε αγαπημένοι, με φροντίδα και γαλήνη.
Και η Δανάη γιατί δεν ήρθε; ρώτησε η Ιωάννα, ενώ μάζευε τα πιάτα. Ήξερε καλά ότι η νύφη της είχε ιδιαίτερα μαθήματα ακόμα και Κυριακή, αλλά απλώς ήθελε να καθυστερήσει, ντρεπόταν ζητήσει τη χάρη από τον Νίκο.
Στο είπα, έχει δύο μαθητές σήμερα. Κι ο κύριος Ρωμανός του αρέσει να τον αποκαλεί έτσι διαβάζει τα μαθήματά του. Λοιπόν, για πες.
Ο Νίκος πήρε τις κούπες απ τα χέρια της μητέρας του, τις άφησε στο νεροχύτη κι ύστερα, γυρνώντας την Ιωάννα κατάματα, τη ρωτά: Μαμά, μ ανησυχείς. Τι συμβαίνει με τον πατέρα; Γιατί όλο μένει στο δωμάτιό του; Πήρατε δάνειο και σας πάτησε κανείς; Υποθηκεύσατε το σπίτι; Σας εκβιάζουν; Ή ξαφνικά βρέθηκε ο χαμένος μου δίδυμος;
Ο Νίκος γελούσε, ευχαριστημένος με τις αστείες του υποθέσεις. Όλα γύρω του μοσχοβολούσαν άνοιξη και χαρά.
Υπάκουσε στο νεύμα της μητέρας του, κάθισε με έναν αναστεναγμό χορτάτου, τεντώθηκε, χτύπησε το χέρι του στο ντουλάπι ναι, το σπίτι των γονιών του είναι μικρό. Όχι όπως το δικό τους με την Δανάη, τρία ευρύχωρα δωμάτια, μεγάλη κουζίνα, όλα διάπλατα. Το σπίτι ήταν δώρο από θείο της Δανάης, παλιό καθηγητή Πανεπιστημίου, που κάποια στιγμή της χάρισε το διαμέρισμά του όταν μετακόμισε σε χωριό, κοντά στη φύση και τους ανθρώπους. Κάθε φθινόπωρο της έστελνε πατάτες και παντζάρια, περίεργες άγριες αγκινάρες και αστέρες τόσο λαμπερούς, που γέμιζαν το σπίτι χρώματα. Και κάπως έτσι ο θείος αυτός αγαπούσε πολύ τη Δανάη, κι ο Νίκος τον εκτιμούσε κι όποτε χάλαγε το αυτοκίνητό του, ο Νίκος βοηθούσε στις επισκευές, γυρνούσε στο διαμέρισμά του με βερμούδες και παντόφλες και χαιρόταν τη ζωή.
Λοιπόν, Νίκο, θέλω να σε ρωτήσω κάτι η Ιωάννα συγκέντρωσε θάρρος, έσπρωξε προς τον γιο της ένα πιατάκι με κουλουράκια. Θυμάσαι τη Μαρία-Λυδία;
Ο Νίκος συνοφρυώθηκε λίγο.
Φυσικά, μαμά! Πώς να μη θυμάμαι; απάντησε τελικά, παίρνοντας στο χέρι ένα μεγάλο κουλούρι με μέλι και ζάχαρη, αφού πρώτα έβαλε κι άλλο τσάι.
Λοιπόν, στη Μαρία-Λυδία έδωσαν παραπεμπτικό για το Νοσοκομείο σας, θέλει να κάνει εγχείρηση στα μάτια της… Δεν ξέρω ακριβώς, είναι δύσκολη περίπτωση…
Ο Νίκος μασούσε αργά. Τη θύμισε καλά τη θεία Μαρία παλιά γειτόνισσα της μητέρας του, πολλές φορές τον φύλαγε όταν ήταν μικρός, βοήθησε πολύ τη μαμά του. Πάντα με τεράστια γυαλιά, τα μάτια της φαίνονταν πελώρια, οι βλεφαρίδες χτυπούσαν σαν φτερά.
Και; ρώτησε τελικά, καθώς η μητέρα του είχε σιγήσει και έκανε τα γνωστά νευρικά της τικ.
Να… αν θα μπορούσε να μείνει στη δική σας οικογένεια όσο κρατήσει η θεραπεία; Να νοικιάσει σπίτι, ούτε λόγος πανάκριβα, και ξενοδοχείο το ίδιο. Κι η ταλαιπωρία είναι μεγάλη. Ξέρω ότι δεν είναι εύκολο, ένας ξένος στο σπίτι, αλλά είναι προσωρινό… Και νιώθω ότι της χρωστάω τόσα, ήταν δεύτερη μάνα σου.
Ο Νίκος σταμάτησε να μασά, ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το τσάι, σκούπισε το στόμα του, σήκωσε τους ώμους.
Ε, λοιπόν… σκεφτόταν. Σκέφτηκε πως θα πρέπει να μαζέψει τις βερμούδες με τα φοινικόδεντρα το διάστημα που θα μείνει η θεία Μαρία… Η Δανάη δεν θα κυκλοφορεί άνετα τη νύχτα στην κουζίνα με το νυχτικό της… Αλλά αν χρειάζεται, τότε το κάνει. Ε, καλά, μαμά! Εννοείται πως γίνεται! Ό,τι έκανε εκείνη για μένα, θα κάνω κι εγώ τώρα. Χαμογέλασε. Ένιωσε σπουδαίος και γενναιόδωρος, λες κι έγινε καλύτερος άνθρωπος. Η Δανάη θα τον καμαρώνει και η μάνα θα είναι περήφανη. Η Μαρία-Λυδία το αξίζει να προσέξει κάποιος για εκείνη στα γεράματά της!
Κι έξω από το παράθυρο, σαν φωτοστέφανο, άστραψε ο ήλιος. Τα μάτια της μάνας γυάλισαν, κι οι καμπάνες της μικρής εκκλησίας δίπλα χτύπησαν χαρμόσυνα.
Αλήθεια; Χίλια μπράβο, Νίκο! Αυτό είναι ΠΡΑΞΗ! Είμαι πανευτυχής που μεγάλωσες έτσι ευαίσθητο και καλόψυχο παιδί.
Η Ιωάννα τον χάιδεψε στο κεφάλι, όπως τότε που ήταν μικρός.
Αν ήταν εκεί η Δανάη, θα ειρωνευόταν λίγο πάντα κορόιδευε τις υπερβολές της πεθεράς της. Αλλά τώρα μπορούσαν να ξαναγίνουν μητέρα και γιος, στα κρυφά.
Αλλά… δεν πρέπει να ρωτήσουμε και τη Δανάη; ψιθύρισε διστακτικά η Ιωάννα. Ο Νίκος μουρμούρισε κάτι πως και η Δανάη δε θα είχε πρόβλημα και ακούμπησε στο χέρι της μάνας του, έτοιμος να αποκοιμηθεί απ την ευτυχία του.
Θα φωνάξω λοιπόν τη θεία Μαρία τώρα, να κανονίσετε τα υπόλοιπα…
Λίγο αργότερα, ο πατέρας έκανε θόρυβο με την εφημερίδα, η Ιωάννα έφυγε βιαστικά, ο Νίκος βγήκε το κινητό και πήρε τη Δανάη.
Η Δανάη έβαφε το μάτι της, ακούγοντας ταυτόχρονα.
Και για πόσο είναι δηλαδή; ρώτησε.
Καμιά δεκαριά μέρες, δυο βδομάδες το πολύ. Δανάη, πρέπει να βοηθήσουμε… Θέλει να κάνει εγχείρηση, δεν έχει πού να μείνει.
Νίκο, δεν έχει θάλαμο στο νοσοκομείο;… πήγε να πει, αλλά ο Νίκος τη διέκοψε.
Έχει, αλλά μετά την εγχείρηση θέλει επανεξετάσεις, κι είναι κουραστικό να πηγαινοέρχεται. Εσύ είσαι ανοιχτόκαρδη οικοδέσποινα, κι η Μαρία-Λυδία πάρα πολύ ήσυχη. Θα τα βρείτε μια χαρά…
Δεν μου αρέσει καθόλου, να ξέρεις. Τη θυμάμαι στο γάμο. Με κοίταξε αφ υψηλού, προκλητικά. Δεν με συμπαθεί, η θείτσα σου…
Η Μαρία-Λυδία σε συμπαθεί! Και με τον Ρωμανό θα βοηθάει… προσπάθησε ο Νίκος.
Νίκο, ο γιος σου είναι δεκαέξι. Τι βοήθεια χρειάζεται; γέλασε η Δανάη και πήγε να βάψει τα χείλη της αλλά σταμάτησε.
Όλα! Είναι εμπειρία ζωής να χεις τέτοιον άνθρωπο κοντά σου…
Η Δανάη ήταν, στην πραγματικότητα, κάθετα αντίθετη αλλά δίστασε να του το πει κατάμουτρα.
Καλά, πότε έρχεται; είπε ξηρά.
Ένα ψιθύρισμα ακούστηκε στο ακουστικό, κι ο Νίκος είπε, Κυριακή.
Αυτή; Δηλαδή αύριο; η Δανάη ένιωσε να την πιάνει άγχος με τη μικρή ανακατωσούρα του σπιτιού, που δεν ήθελε ποτέ να δει ξένος.
Στο σπίτι της δε δεχόταν ποτέ ξένο μέσα αν δεν ήταν όλα στην εντέλεια μόνο στην τραπεζαρία δεχόταν μαθητές, τα υπόλοιπα δωμάτια ήταν απροσπέλαστα στους ξένους. Αν ερχόταν επισκέπτης, το διαμέρισμα γινόταν λαμπίκο. Κρυφό της άγχος ήταν το νοικοκυριό μια ρίγα νερού στο τζάμι, ένα ριχτάρι πεταμένο, όλα την άγχωναν.
Η θεία Μαρία όμως θα περιφερόταν παντού! Και θα σχολίαζε πως η Δανάη δεν είναι καλή νοικοκυρά…
«Το καθαρό πάτωμα, το τακτοποιημένο σπίτι δείχνει και καθαρή σκέψη, Δανάη! Όλοι το προσέχουν. Κι εσύ, κορίτσι μου, είσαι ακατάστατη!» της έλεγε συχνά η μάνα της.
Η Δανάη έσφιξε τα βλέφαρα, σαν να είχε δίπλα της τη μητέρα της να της κάνει μάθημα.
Το άλλο Κυριακή τελικά, είπε ο Νίκος.
Έχουμε χρόνο τότε… αναστέναξε η Δανάη.
Έτσι, είχε λίγες μέρες να φέρει την τάξη στο χάος του σπιτιού, να τα περάσει όλα λαμπίκο…
Ο Ρωμανός, όταν έμαθε για τη γριά νταντά που θα έμενε μαζί τους, απλώς γέλασε.
Έλα, ρε μαμά! Ζήσε όπως ζεις και μην αγχώνεσαι! της είπε με φιλοσοφική διάθεση. Αυτό είναι το οικοσύστημα μας. Εκείνη είναι «ξένο σώμα», φιλοξενούμενη. Αν αντέξει, καλώς. Αλλιώς…
Δεν «ζούμε», Ρωμανέ, «χαλάνε τα πάντα»! Κι αυτή την εβδομάδα δεν θα προλάβω τίποτα… Πάρε τη σκούπα και βοήθα! Δε θέλω να ρεζιλευτώ μπροστά στη θείτσα σου! Μη μεταφέρει κουτσομπολιά στη γιαγιά Ιωάννα!
Η γιαγιά ξέρει ήδη και δεν σκοτίζεται, απάντησε ο Ρωμανός και έφυγε.
Η Δανάη συνέχισε να ταράζεται, αλλά την έβγαλε απ τις σκέψεις της το κουδούνι ήρθε ο πρώτος μαθητής, ο μικρός Παναγιώτης, με διάχυτο ζωηρότητα αλλά πάντα πασπαλισμένος αλεύρι από τα κουλουράκια του. Η Δανάη τον επαινούσε αλλά συνέχιζε να παρατηρεί αν φαίνονταν σημάδια ακαταστασίας στο σπίτι.
«Τα τζάμια! Δεν έπλυνα τζάμια!» σκέφτηκε αγχωμένη.
«Τα καθαρά τζάμια δείχνουν καλή νοικοκυρά!» είχε πει η μητέρα της…
Γύρισε ο Νίκος, την απέσπασε μέχρι να πάνε στα μαγαζιά, λέγοντάς της ξανά πόσο καλή είναι η θεία Μαρία…
Οκ, κατάλαβα, έρχεται η δεύτερη μάνα… Φτάνει! είπε ο Ρωμανός τελικά, απαλλάσσοντας τη μητέρα του.
Η εβδομάδα πέρασε γρήγορα. Το Σάββατο ο Νίκος πήγε να φέρει τη Μαρία-Λυδία, η Δανάη έκανε γενική.
Ο Ρωμανός στο κομμωτήριο, ο σκύλος Άρης πλυμένος και χτενισμένος, τα τζάμια να αστράφτουν.
Γύρω στις τρεις θα έρθουμε, είπε ο Νίκος. Μην τρέχετε, η θεία Μαρία νιώθει τύψεις που θα ταράξει την καθημερινότητά σας.
Καλά, κατάλαβα. Τρεις η ώρα, για φαγητό δηλαδή.
Η Δανάη ετοίμαζε κοτόπουλο στο φούρνο, πατάτες, σαλάτα όπως αρμόζει.
Στις εφτά το πρωί έστειλε τον Ρωμανό βόλτα με τον Άρη, πήγε κι η ίδια για ντους τραγουδώντας κρυφά. Η πόρτα έτριξε, φωνές ακούστηκαν απ το χολ, χαρούμενα γαβγίσματα, και η Δανάη αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε με τη βούρτσα και την πετσέτα στο χέρι να υποδέχεται τους καλεσμένους.
Νάμαστε… είπε ο Νίκος, σύροντας τη βαλίτσα της θείας, με τη Μαρία-Λυδία να μπαίνει χαμογελαστή και ενθουσιασμένη, θαυμάζοντας το σπίτι, κομπλιμέντα, όλα «υπέροχα». Η Δανάη όμως ήξερε πως δεν ήταν έτοιμη, και τώρα σίγουρα ο Άρης λέρωσε το πάτωμα… Σκέτη ντροπή. Η θεία Μαρία άρχισε τα σχόλια κι η Δανάη το σκασε απ το χολ άρον άρον.
Εδώ θα μείνεις εσύ, άνοιξε ο Νίκος το δωμάτιο. Φτιάξε τα πράγματά σου, εμείς θα φτιάξουμε γρήγορα κάτι να τσιμπήσουμε.
Γιατί ήρθατε τόσο νωρίς; ψιθύρισε η Δανάη, με μισοφορεμένο φόρεμα, ισιώνοντας μαλλιά. Δε στέκει, με έφερες σε δύσκολη θέση!
Ο Νίκος την κοιτούσε αγαπησιάρικα στο καθρέφτη.
Είχε ραντεβού η θεία, το ξέχασα. Οπότε φύγαμε νωρίς.
Και γιατί τόσες βαλίτσες; ρώτησε εκείνη.
Εσείς οι γυναίκες είστε οι πραματευτάδες του κόσμου, είπε μέσα στα γέλια του.
Στο φαγητό, η Μαρία-Λυδία καθόταν δίπλα στον Ρωμανό.
Καλή σας όρεξη. Δανάη, νομίζω σας είχα χαρίσει ένα σερβίτσιο με παπαρούνες στο γάμο. Το θυμάσαι;
Η σερβίτσιο είχε σπάσει την επόμενη μέρα του γάμου. Ο Νίκος το είχε ρίξει με όλη τη σακούλα από τη σκάλα.
Μάλλον σε άλλον θα το χάρισες… απάντησε η Δανάη, προσφέροντας καφέ.
Εμένα με φυσάει εδώ. Μπορώ να κάτσω στην πλευρά σου να μην έχω ρεύμα; ζήτησε η θεία.
Ο Ρωμανός στράφηκε στη μάνα του. Εκείνη έσμιξε τους ώμους.
Ο Νίκος πήρε την πρωτοβουλία, μετακίνησε τη γυναίκα του, έβαλε τη θεία στη θέση της.
Τον Νίκο τον μεγάλωσα από βρέφος. Ήταν δύσκολο μωρό. Δεν έτρωγε ποτέ, ύστερα έστρωσε… ξεκίνησε παλιές ιστορίες η θεία.
Η Δανάη πνίγηκε, ο Ρωμανός χαμογέλασε πονηρά.
Εσύ, νεαρέ μου, να πας για διάβασμα. Ο Νίκος πάντα τα μαθήματα τα έκανε πρωί, για να τα αποστηθίζει, είπε και καθάρισε το τραπέζι του Ρωμανού.
Μετά το φαγητό, η Μαρία-Λυδία πήγε στο δωμάτιό της, κάτι μετέφερε, κάλεσε τον Νίκο να της αλλάξει θέση στην τηλεόραση.
Έχετε λίγα βιβλία εδώ. Ο Ρωμανός χρειάζεται να διαβάζει Παπαδιαμάντη. Έφερα μερικά μαζί να τα περάσουμε το βράδυ μαζί του.
Σωστά, θεία. Μόνο ποδόσφαιρο βλέπει ο Ρωμανός δεν γίνεται, αστειεύτηκε ο Νίκος.
Ήξερε ότι η θεία κουβαλούσε πάντα Παπαδιαμάντη για να δείχνει σοβαρή, κι ας μην το διάβαζε ποτέ.
Αφού έφυγαν ο Ρωμανός με τον Νίκο για μπάλα, η Δανάη ρώτησε:
Εσείς πότε θα φύγετε;
Εμένα; Ω, κατά τη μία πρέπει να φύγω για νοσοκομείο. Δανάη, ο Ρωμανός έχει φίλη; Ο Νίκος απ το Γυμνάσιο είχε πολλές. Είχε μια ήσυχη, ήπιων τόνων… Καλό είναι αυτό, έτσι δεν είναι; Κι, αν θες, το σκυλάκι ας μείνει αλλού, μου τυχαίνει στο διάβα. Αυτή η παπουτσοθήκη να μετακινηθεί αλλιώς την κλωτσάω…
Κι όντως, σε λίγο, τα παπούτσια βρέθηκαν στο πάτωμα.
Αυτά τα παπούτσια βλάπτουν Τέλος πάντων, φεύγω! Δανάη, ευχαριστώ για τη φιλοξενία!
Η Δανάη έμεινε λίγο, μετά έκλεισε την πόρτα…
Μαμά, γιατί κάνει κουμάντο; Ακόμη και στον Άρη φώναξε να μην ξαπλώνει στον καναπέ. Εμείς το επιτρέπουμε!
Τέτοια είναι… Συνήθισε να μεγαλώνει παιδιά. Κράτα λίγο, Ρωμανέ… Δεν θ αργήσει!
Η Δανάη ένιωσε για λίγο ξένη στο ίδιο της το σπίτι, μα να προσβάλει τη γυναίκα που μεγάλωσε τον άντρα της δεν της πήγαινε…
Το βράδυ, η θεία οργάνωσε παραγωγή ντολμάδων, ο Νίκος την υπερασπιζόταν.
Τη Δευτέρα η θεία σήκωσε το σπίτι από το πρωί για γυμναστική.
Πότε μπαίνετε για χειρουργείο; ρώτησε λαχανιασμένη η Δανάη.
Αύριο. Δανάη, θα με επισκέπτεσαι;
Μα είναι δυο μέρες το πολύ, θεία! εξεπλάγη ο Νίκος, αλλά το δέχτηκε.
Η μέρα ήταν δύσκολη. Τα μαθήματα ακυρώθηκαν, τα τηλέφωνα χτυπούσαν, η θεία άκουγε Πυξ Λαξ στα δυνατά, τραγουδούσε μαζί τους. Η Δανάη κοιτούσε από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Απ το άγχος το κάνει, εξήγησε ο Νίκος.
Το βράδυ, προσπάθησε να διαβάσει με τον Ρωμανό Παπαδιαμάντη, αλλά ο Ρωμανός αρνήθηκε. Η θεία ξαφνιάστηκε, κι όταν η Δανάη πήγε να φύγει για μάθημα, της άρπαξε το κινητό.
Όχι! Αν θέλετε ο γιος σας να προοδεύσει, θα έρθει εδώ τώρα! Εγώ είμαι η γραμματέας της κυρίας Δανάης, τέλος!
Έδωσε το κινητό πίσω. Η Δανάη, πίεση στο αίμα στα ύψη, ξεσπά:
Κοιτάξτε, Μαρία-Λυδία! Μην ανακατεύεστε στη ζωή μας! Κάντε τα ντολμαδάκια σας στη δική σας κουζίνα, κι ας μην άλλαξα τόσες πάνες στο Νίκο, είναι το σπίτι μου, οι μαθητές μου, το σκυλί μου, η οικογένειά μου. Ελπίζω να πάνε όλα καλά με το χειρουργείο και να γυρίσετε γρήγορα στο σπίτι σας!
Ο Ρωμανός χειροκρότησε, ο Άρης σκούντηξε τη μαμά του, η θεία χαμογέλασε.
Μπράβο σου, Δανάη. Να μη φας ποτέ τα μούτρα σου για να αρέσεις στους άλλους. Πες „όχι” με θάρρος, αρκεί να μην πρόκειται για κάτι πολύ σοβαρό. Μη σκύβεις το κεφάλι, ζήσε όπως θες. Και συγνώμη αν πέρασα τα όρια. Παλιά μου συνήθεια, αλλά αγχώνομαι πολύ πριν τις εγχειρήσεις.
Έβγαλε ένα κουτί με χειροποίητο κυδωνόπαστο.
Θέλεις, Ρωμανέ;
Ο μικρός αναστέναξε. Οι γυναίκες όντως σκέφτονταν αλλιώς….
Το κουδούνι χτύπησε ο μικρός Παναγιώτης ήρθε για μάθημα. Κι η μητέρα του φοβισμένη ρώτησε αν να μιλήσει με τη „γραμματέα” της κυρίας Δανάης.
Όχι, όλα καλά, μην αγχώνεστε… της έκλεισε το μάτι η Δανάη.
Το βράδυ, αφού ο Νίκος και ο Ρωμανός πήγαν να παίξουν PlayStation, η θεία μιλούσε νοσταλγικά για τα νιάτα τους, για το πως έσωσε τον Νίκο από την παγωνιά μια μέρα, πώς έσπασαν το πορσελάνινο σερβίτσιο με τις παπαρούνες, πως δεν αγαπούσε τις υπάκουες κοπέλες χωρίς άποψη.
Το κυδωνόπαστο έλιωνε, το σούρουπο έπεφτε, μια πορτοκαλί λωρίδα φώτιζε τον ορίζοντα.
Πάμε λοιπόν… μουρμούρισε η Μαρία-Λυδία. Πρέπει να είμαι εκεί στις οκτώ…
Ο Νίκος την έβαλε στο αυτοκίνητο. Η Δανάη πήγε μαζί, ένιωθε τη γυναίκα να τρέμει απαλά δίπλα της.
Θα σε πάρω το βράδυ τηλέφωνο. Και θα έρθεις ξανά μετά σε μας, χωρίς πολλά-πολλά, είπε ζεστά η Δανάη.
Η θεία Μαρία έγνεψε. Ήταν ωραίο να ζεις με νέους, είπε μέσα της. Ο Ρωμανός ήταν πραγματικός χαρακτήρας…
Κάπως έτσι, μέσα από τα μικρά μπερδέματα της ζωής, κατάλαβαν όλοι τους πως η ευγένεια και η καλοσύνη πρέπει να συμβαδίζουν πάντα με το θάρρος και την αυτοεκτίμηση. Γιατί το σπίτι σου είναι ο καθρέφτης της ψυχής σου και μόνο όταν βάζεις τα όριά σου μπορείς πραγματικά να αγαπήσεις και να φροντίσεις τους άλλους.





