Καύσωνας. Αικατερίνη
Ο Αλέξης και η Δανάη παντρεύτηκαν μόλις δύο χρόνια μετά τη γνωριμία τους.
Προχώρησαν προσεκτικά, σχεδόν με τα δάχτυλα στα πόδια, μετουσιώνοντας κάθε βήμα και κάθε λέξη. Ήταν απόλυτα λογικό. Έχοντας ζήσει πως τα συναισθήματα μπορούν να σε ξεγελάσουν και πως ο έρωτας δε σου χαρίζεται πάντα αμέσως ή για πάντα, προσπαθούσαν να κατανοήσουν αν αυτό το νέο, που τους προσφέρθηκε μετά τον πόνο και τη μοναξιά, άξιζε την αφοσίωσή τους.
Η κυρία Άννα, η μητέρα του Αλέξη, δεν έλεγε πολλά. Δε ήθελε να προκαλέσει το νεοαποκτηθέν ευτυχία του γιου της, που είχε αλλάξει τόσο. Οι ώμοι του ξανασηκώθηκαν, τα μάτια του καλωσόρισαν και πάλι το φως, κι ετοιμαζόταν για τα ραντεβού λες και θα πήγαινε στο δημαρχείο να παντρευτεί εκείνη τη στιγμή.
Με τη Δανάη τη γνώρισε σχεδόν αμέσως. Και η κυρία Άννα, παρατηρούσε με ανησυχία, αλλά δε βρήκε τίποτε που να θυμίζει στον Αλέξη την παλιά του σχέση με την Αντζέλικα. Η Δανάη με τίποτα δεν ήθελε να μετακομίσει στο σπίτι του μέλλοντα συζύγου.
Όχι, Αλέξη, άστο καλύτερα. Η κυρία Ελπίδα δεν θα το καταλάβει. Της χρωστάω πολλά, με βοήθησε όταν το χρειαζόμουν και είναι άρρωστη, θέλει φροντίδα. Ας αφήσουμε τα πράγματα όπως είναι, δεν υπάρχει λόγος να βιαστούμε.
Ο Αλέξης συμφώνησε. Αυτό δεν επηρέασε καθόλου τη σχέση τους, κάθε άλλο. Ο παρατεταμένος «μήνας του μέλιτος» τους έδωσε την ευκαιρία να μάθουν ο ένας τον άλλον.
Η Δανάη μετακόμισε στο σπίτι της κυρίας Άννας λίγο πριν το γάμοαναγκαστικά. Κι ο λόγος ήταν πικρός.
Η κυρία Ελπίδα, η γυναίκα που τη φρόντιζε, απεβίωσε.
Είχε χρόνια καρδιολογικά προβλήματα. Η Δανάη την πήγε σε γιατρούς, της απάλλαξε από τις οικιακές δουλειές και τη βοήθησε με όση φροντίδα είχε να δώσει. Ήταν απλά αναβολή. Μια μέρα, όταν γύρισε από τη δουλειά, τη βρήκε να κάθεται στη μικρή αυλή, κρατώντας επιστολή από τον εγγονό της. Την πλησίασε, μίλησε, και μόνο τότε κατάλαβε πως η κυρία Ελπίδα είχε φύγει.
Η Δανάη κάλεσε το ασθενοφόρο, αλλά ήταν αργά.
Ενημέρωσε τον Αλέξη και τους γιους της κυρίας Ελπίδας. Και μετά, κάθισε ώρα μες στον κήπο κλαίγοντας. Θυμόταν τις βόλτες στην παραλία, τις βραδιές που μαγείρευαν γλυκό στο μπαλκόνι και τραγουδούσαν. Πώς η κυρία Ελπίδα την είχε δεχτεί δίχως ερωτήσεις, όταν δεν είχε πουθενά αλλού να στραφεί.
Ευχαριστώ… ψιθύριζε ξανά και ξανά, στην μνήμη εκείνης που της στάθηκε όταν το είχε περισσότερο ανάγκη.
Οι γιοι της κυρίας Ελπίδας ήρθαν αμέσως με τις οικογένειές τους. Μετά τις διαδικασίες, ο μεγάλος της γιος πήρε τη Δανάη να μιλήσουν.
Η μάνα ήθελε να σου αφήσει μέρος του σπιτιού. Κανείς μας δε σκέφτεται να ζήσει εδώ. Υπάρχει διαθήκη και όλοι συμφωνούμε. Αν δεν ήσουν εσύ, η μάνα θα έμενε μόνη σ αυτό το σπίτι. Είμαστε ευγνώμονες.
Όχι, αντέταξε ήρεμα η Δανάη. Δεν μπορώ. Αυτό το σπίτι είναι δικό σας. Θα το προσέχω όσο χρειάζεται, αλλά η κληρονομιά ανήκει σε σας. Η μάνα σας σας αγαπούσε παρά πολύ.
Το ξέρω…
Σ’ αυτό κατέληξαν. Αργότερα, βρήκε ενοικιαστές και διατήρησε πάντα καλές σχέσεις με τις οικογένειες των γιων.
Ήταν μία από τις νύφες της κυρίας Ελπίδας που βοήθησε τη Δανάη όταν εκείνη, μισό χρόνο μετά τον γάμο, βρέθηκε στο νοσοκομείο.
Εξωμήτριος κύηση. Πρέπει να προσέξεις τον εαυτό σου! της είπε ο γιατρός. Καλά που ήταν η πεθερά σου μαζί σου, διαφορετικά μπορεί να είχε πολύ δυσάρεστη κατάληξη!
Πραγματικά μητέρα μου είναι. Τουλάχιστον έτσι την αισθάνομαι.
Είχες ξανά προβλήματα;
Ναι…
Αν θέλεις παιδιά πρέπει να προχωρήσεις σε εξετάσεις σοβαρά, να λύσεις το ζήτημα. Αλλιώς, μόνο η εξωσωματική ίσως απομείνει σαν επιλογή.
Το καταλαβαίνω…
Η Δανάη δεν έκλαιγε· είχε αφήσει τα δάκρυα για μετά, όταν θα ήξερε τι πρέπει να κάνει. Ήθελε παιδιά με τον Αλέξη. Κάποια στιγμή έγινε σχεδόν εμμονή.
Ώσπου επενέβη η κυρία Άννα.
Δανάη, να σου μιλήσω; της είπε ένα βράδυ όταν ο Αλέξης έλειπε για δουλειές στη Λάρισα.
Τότε ζούσαν χωριστά, είχαν αγοράσει μικρό διαμέρισμα χάρη στην καλή δουλειά του Αλέξη. Οι γονείς της Δανάης ήθελαν να βοηθήσουν, αλλά ο Αλέξης επέμενε:
Δανάη μου, επιτρέψέ μας να το κάνουμε μόνοι μας. Θέλω να σου προσφέρω στέγη μόνος μου.
Η Δανάη συμφώνησε, και ο πατέρας της τον ευχαρίστησε θερμά.
Η κυρία Άννα επικρότησε κάθε απόφαση, όπως και το ότι ήθελαν γρήγορα παιδιά.
Μόνο που όταν είδε τη νύφη να τρέχει σε κλινικές και τον Αλέξη να ανησυχεί, αποφάσισε να μιλήσει.
Δανάη μου, μη μου θυμώσεις. Θέλω μόνο να σε βοηθήσω. Τι σε βασανίζει; Βλέπω ότι δυσκολεύεσαι.
Δεν τα καταφέρνουμε, μαμά. Κι αν δεν μπορώ να κάνω παιδιά; Καλύτερα να αφήσω τον Αλέξη. Δεν θα μπορούσα να του στερήσω κάτι τέτοιο…
Δεν έχεις ιδέα τι σήμαινες για τον Αλέξη. Μαζί σου βρήκε πάλι τη ζωή. Τα παιδιά είναι ευλογία, αλλά δεν είναι τα πάντα. Το ξέρεις πως ούτε εμείς με τον πατέρα του Αλέξη τα καταφέραμε αμέσως; Αμφέβαλλα, και πίστεψα ότι θα με χωρίσει αν δεν κάνω παιδί. Και φτάσαμε ένα βήμα πριν το διαζύγιο. Αλλά τελικά μάθαμε ότι άνδρας και γυναίκα είναι πολλά παραπάνω. Και ο Αλέξης μοιάζει στον πατέρα του… Κατάλαβες;
Νομίζω…
Μην καταστρέφεις ό,τι έχετε. Δώσατε νόημα ο ένας στη ζωή του άλλου. Κράτα το, και όλα τα άλλα θα έρθουν. Αν το θέλεις, να ξέρεις πως μπορεί να σου κάνει η μοίρα δώρο τελικά, όταν δεν το περιμένεις.
Και πώς εσείς αποκτήσατε παιδί;
Αν ήξερα! Γέλασε η κυρία Άννα με δάκρυα. Μέχρι που ένιωσα την πρώτη κίνηση από τον Αλέξη, νόμιζα πως έχω πρόβλημα υγείας. Όταν το αφήσαμε και ζήσαμε όπως ήθελε η ζωή, μας ήρθε σαν έκπληξη!
Ας ελπίσουμε να μου το φέρει κι εμένα έτσι ξαφνικά…
Γιατί δεν ρωτάς τη νύφη της κυρίας Ελπίδας; Είναι γιατρός, μπορεί να βοηθήσει.
Η Δανάη χτυπήθηκε στο μέτωπο.
Πώς δεν το σκέφτηκα; Φυσικά!
Σε μια εβδομάδα πέταξε για Θεσσαλονίκη, για εξετάσεις. Την περίμεναν ήδη.
Και ένα χρόνο μετά, γέννησε δίδυμα.
Η ευτυχία μπήκε με αέρα στο σπίτι τους και δεν είπε να φύγει.
Λίγο αργότερα, ο Αλέξης και η Δανάη υιοθέτησαν μια όμορφη κορίτσα, αφού ήξεραν πως δεν θα κάνουν άλλα παιδιά. Η αφορμή ήρθε αναπάντεχα: Παλιά συμμαθήτρια του Αλέξη, η Μαρίνα, μόλις γέννησε όταν αρρώστησε βαριά. Το νέο έφερε ο Αρσένης.
Καημένη Μαρίνα… Μαζεύουμε χρήματα να πάει Αθήνα για θεραπεία. Όλοι δώσαμε ότι μπορούσαμε.
Ο Αλέξης μεταβίβασε αμέσως ένα σεβαστό ποσό ευρώ, και σε μέρες η Μαρίνα έφυγε με συνοδεία της κυρίας Άννας στην πρωτεύουσα. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε, απλώς της έδωσαν χρόνο να φροντίσει το μέλλον του παιδιού της.
Ζήτησε από την κυρία Άννα να αναλάβουν τη μικρή της, και η Άννα το πρότεινε στη νύφη της. Ο Αλέξης και η Δανάη δεν αρνήθηκαν.
Έτσι απέκτησαν μια κόρη.
Στο μικρό διαμέρισμα δεν τους έφταναν οι χώροι καθώς τα παιδιά μεγάλωναν.
Η κυρία Άννα παρενέβη ξανά.
Αλέξη, βρες μαζί με τη Δανάη ένα μεγαλύτερο σπίτι. Τα χρήματα που μαζέψαμε για το ξενώνα, δικά σας.
Θα αφήσεις το όνειρό σου, μαμά; Δεν γίνεται!
Το όνειρό μου είναι αυτό! χαμογέλασε φιλάει την εγγονή και δείχνει τα δίδυμα. Θέλω να βλέπω τα παιδιά σας να μεγαλώνουν. Βρείτε διαμέρισμα, να έχετε όλοι το χώρο σας!
Βρήκαν ένα μεγάλο, φωτεινό διαμέρισμα. Τα παιδιά πηγαινοέρχονταν, παίζοντας «ηχώ», κι η Δανάη γελούσε, καθώς τα δίδυμα δίδασκαν στην αδελφούλα πώς να φωνάζει «εδώ».
Το παίρνουμε! είπε αποφασιστικά ο Αλέξης.
Μόνη πραγματική δυσκολία στο νέο τους σπίτι αποδείχτηκε η Αικατερίνη, η «προϊσταμένη» της πολυκατοικίας, που πίστευε ότι οι πολύτεκνες οικογένειες θέλουν προσοχή και υποψία από γειτονιά και κοινωνικές υπηρεσίες. «Ποτέ δεν ξέρεις!»
Συνεχώς κάποιος μπαινοβγαίνει στο σπίτι τους. Τα παιδιά τρέχουν ξυπόλητα. Η μικρή κοιμάται συνέχεια όταν βγαίνει με τη Δανάη στη βόλτα. Όλα αυτά ύποπτα! μουρμούριζε στους γείτονες η Αικατερίνη, αγνοώντας τα γεμάτα ζωή προσωπάκια των παιδιών.
Ίσως υπερβάλεις, Κατερίνα; Ζέστη κάνει, τα παιδιά καλό κάνουν να περπατούν ξυπόλητα! Και οι φιλοξενούμενοι δεν κάνουν φασαρία, ούτε πίνουν, μια χαρά είναι. της απαντούσαν.
Μέχρι να το ψάξετε εσείς, θα έχει συμβεί το κακό. Ποτέ δεν είναι όπως φαίνεται! Κανείς δεν είναι τόσο ιδανικός όσο φαίνεται!
Η Αικατερίνη είχε μεγαλώσει μες στη σκληρή πειθαρχία. Γονείς δημόσιοι υπάλληλοι, αυστηρά πειθαρχικά, καταπίεση και ξενύχτια τιμωρίας στη γωνία. Στο σχολείο, κάθε ίχνος τιμωρίας κρυβόταν. Η οικογένειά της κατάφερε να διώξει τις σκηνές τυραννίας αλλά όχι την πικρή τους μνήμη. Ούτε με τους αδελφούς της κράτησε επαφή, όλοι ήθελαν να ξεχάσουν.
Ούτε δική της οικογένεια απέκτησε η Κατερίνα. Μια προσπάθεια σχέσης έληξε αμέσως μόλις ο σύντροφός της ύψωσε παντόφλα στο μικρό σκυλάκι της για ένα ατύχημα.
Μην τολμήσεις! φώναξε κι έφυγε μαζί του. Επέστρεψε στο διαμέρισμα της γιαγιάς της, που επίσης είχε πικρή ψυχή. Μετά τον θάνατό της, ένιωσε ανακούφιση.
Έτσι, χωρίς δεσμούς, ήταν ελάχιστα ανοιχτή με τους ανθρώπους. Ήθελε να επανορθώσει, να «ελέγξει» τους πάντες γύρω της, να τους προστατέψει, όπως δεν έκανε κανείς για εκείνη κάποτε. Η οικογένεια του Αλέξη και της Δανάης της φαινόταν ύποπτα τέλεια.
Μια μέρα, η Δανάη στο παγκάκι παρακολουθούσε τα παιδιά να παίζουν, όταν θυμήθηκε ότι ήρθε η ώρα να επιστρέψει. Η Αικατερίνη περίμενε κοντά στην πόρτα.
Πάλι τα έχεις ξυπόλητα; Δεν έχεις να αγοράσεις παπούτσια;
Η Δανάη χαμογέλασε. Τα αθλητικά τους στοίχιζαν περισσότερο από τα παπούτσια του Αλέξη, αφού ο σύζυγος την είχε ορκίσει να μην κάνει οικονομία στην ασφάλεια των παιδιών.
Γελάς; Δεν καταλαβαίνεις; Παιδιά έχεις! Φροντίδα θέλουν! φώναζε η Αικατερίνη.
Μαμά, δώσε λίγο νερό στη θεία Κατερίνα! είπαν τα δίδυμα, ενώ έδιναν το μπουκάλι της μαμάς τους.
Ξαφνικά, η Αικατερίνη ζαλίστηκε. Έχασαν τα πόδια της, και η Δανάη πρόλαβε να την πιάσει πριν πέσει. Το ασθενοφόρο έφτασε γρήγορα διαγνώστηκε εγκεφαλικό.
Όταν ξύπνησε, είδε δίπλα της τη Δανάη.
Τι μου συνέβη; προσπάθησε να ρωτήσει, αλλά δεν έβγαινε εύκολα η φωνή της.
Ηρεμήστε. Είχατε εγκεφαλικό. Αλλά οι γιατροί φρόντισαν. Από τη ζέστη όλα… Μην ανησυχείτε, είμαι δίπλα σας.
Η Δανάη κράτησε τον λόγο της. Ανέλαβε τη φροντίδα της, γνωρίζοντας ότι ήταν ο πιο μόνος άνθρωπος στην πολυκατοικία. Η Αικατερίνη δεν είχε κανέναν.
Γιατί; ψέλλισε η Αικατερίνη.
Γιατί είναι το σωστό. Δεν είναι καλό να είσαι μόνος το ξέρω καλά, απάντησε η Δανάη.
Πώς;
Γνώρισα τη μοναξιά. Κακή παρέα. Μα σε σας δε θα ξανάρθει. Θα έχετε καλύτερη.
Πώς;
Νομίζετε θα σας αφήσω έτσι; Τώρα εγώ θα φροντίζω εσάς!
Η Δανάη προσπέρασε τα δάκρυα της. Δεν είχε σημασία πια. Από τη μέρα που η Αικατερίνη αρρώστησε, η καχυποψία στα μάτια της εξαφανίστηκε. Τη λυπόταν βαθιά θα μπορούσε να έχει δική της οικογένεια, παιδιά, εγγόνια. Στο μικρό κήπο της καλλιεργούσε υπέροχα τριαντάφυλλα, και ήξερε πως, αν αγαπάς τόσο τα λουλούδια, δεν μπορεί η ψυχή σου να είναι μαύρη.
Δύο χρόνια μετά
Αχ, Δανάη! Πώς τα καταφέρνεις με αυτά τα παιδιά; Φωτιά και πάγος! Η κόρη σου ήσυχη, μα τα αγόρια σου αληθινές τρέλες! έλεγε η Αικατερίνη στο παγκάκι της παιδικής χαράς, επιβλέποντας την αγαπημένη της, την υιοθετημένη κόρη της Δανάης και του Αλέξη.
Αυτό δεν είναι τίποτα! Μόνο δύο. Ο Αρσένης έχει τέσσερα! Όταν μαζεύονται όλα μαζί, θέλεις να το βάλεις στα πόδια! Η γυναίκα του λέει να μην έρθει το πέμπτο αγόρι.
Ξέρετε το φύλο;
Όχι! Κρύβεται. Ο Αρσένης λέει θα είναι ευχάριστη έκπληξη.
Πω πω, τι ζέστη! αναστέναξε η Αικατερίνη και κοίταξε τη Δανάη με το χέρι σκιά στο μέτωπο. Εσύ, είσαι ευτυχισμένη;
Η Δανάη σκέφτηκε. Τι χρειάζεται για την ευτυχία; Να έχεις δικούς σου ανθρώπους; Τα έχει. Να είναι υγιείς; Είναι κι αυτό εντάξει. Τα παιδιά χαρούμενα; Φαίνεται πως το καταφέρνουν. Άρα, δεν υπάρχει αμφιβολία: είναι ευτυχισμένη, χωρίς ξεκάθαρες λέξεις και όρους.
Ναι!
Η Δανάη χαμογελά, και για ακόμη μία φορά η Αικατερίνη μένει έκπληκτη πως αυτή η χαμόγελο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο γύρω. Και ακόμα κι ο καύσωνας που ζέσταινε την πόλη μήνες, ξαφνικά φάνηκε λιγότερο κουραστικός, λες κι ένας απαλός βοριάς δροσιάς φύσηξε απ τα ανοιχτά παράθυρα.





