Πετρωμένη Γυναίκα
Τη Γεωργία Κωνσταντίνου τη φέρανε με το ασθενοφόρο τη βρήκανε πεσμένη στη μέση της βρομιάς, στην κεντρική λεωφόρο της Αθήνας, μέσα στη μούχλα και τη βροχή, να μην έχει κουράγιο να σηκωθεί. Την μάζεψαν δυο άντρες, μόλις έφτασε το ΕΚΑΒ, τη χώσανε στο φορείο, κι εκείνη εκεί, μεγάλη γυναίκα, με μπλε γυναικείο κοστούμι, μποτίνια με τακούνι, μέτριο μακιγιάζ που τόνιζε τα μεγάλα της χείλη και τα έντονα μάτια της, βαριά σκουλαρίκια, και μια δερμάτινη τσάντα στα γόνατά της. Δεν ήθελε να ξαπλώσει με τίποτα κάθισε όρθια στην αναπηρική καρέκλα που της έφεραν. Μόλις συνήλθε, κόρναρε τον οδηγό του ασθενοφόρου γιατί μύριζε τσιγάρο, στον τραυματιοφορέα παρατήρηση που ήταν αργός, κι απ τον μαθητευόμενο έναν φοιτητή του είπε ούτε να την ακουμπήσει.
«Σιγά μην ήθελα κιόλας!» μουρμούρισε εκείνος.
«Να δεις που θα πιάσουμε δουλειά τώρα! Μιλά κι από πάνω!» του απάντησε η Γεωργία Κωνσταντίνου, με εκείνα τα μάτια να καρφώνουν τους πάντες και να εξετάζουν το νοσοκομείο σαν κρυφή επιθεώρηση.
«Πάμε πιο μέσα, εδώ έχει ρεύμα και δεν μπορώ να περιμένω!» διατάζει και δείχνει τον γεμάτο διάδρομο.
Η κοπέλα στη γραμματεία έριξε αυστηρή ματιά στη νεοφερμένη με τη γούνινη κάπα μέχρι τα πόδια, αρπάζει τα χαρτιά από τον τραυματιοφορέα και λέει «για τα υπόλοιπα φροντίζουμε εμείς, φύγετε τώρα παιδιά».
«Υπέρταση, λιποθύμησε στον δρόμο Το αίμα της, το πίεση» εξηγούσε ο φοιτητής.
«Εντάξει, πάμε, Ρωμανέ, εδώ ασφυκτιούμε». Η νοσοκόμα σα να ήταν η μαμά του τον χαϊδεύει στον ώμο. Ίδια φάτσα, μάλλον δικός της.
«Κοίτα να δεις, πρέπει το σόι να το βοηθάς στη ζωή» σκέφτεται η Γεωργία.
Το κεφάλι της έσπαγε, τα χέρια της λύγιζαν και πέφταν στα γόνατα, η τσάντα της επώνυμη με λογότυπο πήγαινε να φύγει κάτω, κι εκείνη ούτε που θα χε πια δύναμη να τη σηκώσει. Δίψαγε. Ο λαιμός της ξερός.
«Λίγο νερό, αν γίνεται», ψιθυρίζει όσο πιο δυνατά μπορεί.
Κανείς δεν την προσέχει. Γύρω χαμός· συγγενείς σπρώχνουν φορεία, προσπαθούν να στηρίξουν άτομα που „πέφτουν”, γιατροί τριγυρίζουν βιαστικοί με στιθοσκόπια και χαρτιά
Ως που κάποια „νοσηλεύτρια”, όπως τις βάφτισε η Γεωργία στο μυαλό της, ρωτάει: «Πού είναι η Κωνσταντίνου;»
«Εδώ είμαι!»
«Ωραία. Αυτό το βαζάκι για ούρα και μετά αίμα. Και βγάλε το σκουφί, κορίτσι μου εδώ δεν είναι βόρεια Ευρώπη!»
Μόλις που κατάλαβε η Γεωργία πως είχε ακόμη τη γούνινη, μαλλιαρή σκούφια της εξού και έσταζε ίδρωτας στο μέτωπο.
Διστακτικά τη βγάζει, ψάχνει να τη χωρέσει στην τσάντα, σύμβολο ακριβό στην αγκαλιά της γεμάτη χαρτιά. Ήρθε νομίζοντας πως θα φύγει γρήγορα, δεν είχε καιρό η Γεωργία Κωνσταντίνου, διευθύντρια μεγάλης εταιρείας κουφωμάτων και τζαμιών, έχει τρεξίματα με το κεφάλι στον τοίχο!
Η νοσοκόμα αφήνει το βαζάκι στα γόνατά της.
Η Γεωργία πάντα τεράστια από μωρό, παιδί, γυναίκα. Στο σχολείο έλεγαν όλοι στη μάνα της «Τι κοριτσάρα έκανες!», τα παπούτσια της πάντα δυο νούμερα πάνω από τα άλλα.
Η μάνα της χαμηλή σαν τη Θυματούλα, ο μπαμπάς της βουνό, πέθανε από καρκίνο όταν ήταν οχτώ η Γεωργία.
Ζούσε πάντα με ντροπή για το σώμα της ψηλή, χοντροκομμένη, στην τάξη σα να μην ανήκε πουθενά. Μόνο στον αθλητισμό πετοσφαίριση, σφαιροβολία… Εκεί ένιωσε πρώτη φορά ότι αξίζει. Πονούσε συχνά το παλιό της τραύμα στον ώμο, αλλά άξιζε. Την απογοήτευσαν όμως οι άνθρωποι αγάπησε λάθος άντρα, έχασε μάνα, σκληρύνθηκε και έγινε γυναίκα που όποιος περνάει από δίπλα της γυρίζει το κεφάλι.
Ξεκίνησε εργοδηγός σε πολυκατοικίες και μετά, στην αναμπουμπούλα της αγοράς στα 90s, άνοιξε δική της εταιρεία με κουφώματα. Ανάμεσα σε οικοδόμους δεν έκανε πίσω, την μπέρδευαν συχνά για άντρα μετά γελούσαν, αλλά την προστάτευαν. Ήταν „δικιά τους”. Αυστηρή ναι, αλλά σίγουρα στήριγμα.
Έμοιαζε αλύγιστη, „πετρωμένη γριά” έλεγαν όταν δεν άκουγε.
Φτιάχτηκε η εταιρεία „Παράθυρα στον Κόσμο”, έμαθε τα πάντα στα τζάμια, έγινε σεβαστή.
Στους υπαλλήλους της ποτέ ποσότητα γλυκύτητας ή παρεΐστικη διάθεση. Τα τους πρόσεχε όμως γιατρούς, ρεστοράν στα γενέθλια, ζόριζε να μην αργούν, τσέκαρε την υγεία τους, δώρα Χριστουγέννων αλλά χωρίς γελοίες στολές. Δεν έκανε χαβαλέ, πήγαινε κατευθείαν στην ουσία. Κι αν έπρεπε να διώξει κάποιον, πάντα του έβρισκε άλλη επιλογή και ας τη δεχόταν ή όχι.
Τύραννος; Όχι. Πιο πολύ σαν τρένο που πηγαίνει μπροστά και δεν σταματά για κανέναν. Μόνο για το γιο της, τον Σταύρο γι αυτό δούλευε.
Όποιος δεν άντεχε την πίεση, έφευγε λίγοι. Γύρω της έφτιαξε δυνατή ομάδα που δούλευαν για κείνη, για τα πάντα.
Εκείνη την ώρα στο νοσοκομείο πετάει το βαζάκι κάτω: «Αμέσως για ύπνο θέλω εγώ, έχετε ιδέα με ποιον μιλάτε;»
«Έλα τώρα, μη φωνάζεις!» πετιέται ένας κάπως σαν άστεγος, με φιλέ κεφάλι. «Να πάρω εγώ το βαζάκι σου; Να μου δώσεις το σκουφί σου για αντάλλαγμα! Τρελαίνομαι για μεγαλοκοπέλες!»
«Κοίτα τη δουλειά σου!» του τσατίζεται, και απομακρύνεται με την καρέκλα ως τον τοίχο, αφήνοντας βαθουλώματα τέτοια δύναμη!
«Κυρία! Μη χαλάτε τους τοίχους, μόλις τελειώσαμε το βάψιμο! Πού θα πάει αυτή;» ρωτάει με διπλωμένη κατάκοπη φωνή κάποια με μπλοκάκι.
«Δε σας αφορά. Μόνη μου είμαι. Και τώρα θέλω να φύγω! Πώς λέγεται αυτό το ίδρυμά σας; Να πάρω ταξί!» λέει η Γεωργία.
«Καθίστε κάτω, κυρία μου. Όπου να ΄ναι ο γιατρός, μετά θα ξεκουραστείτε» απαντάει η άλλη.
Η Γεωργία έχει ήδη καλέσει.
«Σταύρο; Άννα, φέρε μου το παιδί, είναι επείγον. Είμαι στο „Ευαγγελισμός”, αύριο έχω ραντεβού σημαντικά. Χρειάζομαι τον Σταύρο.»
Δε φωνάζει, δεν απειλεί εκτός αν πρέπει. Απλά ξεκαθαρίζει τα πράγματα.
Η Άννα, η νύφη της, χτυπάει την πόρτα στο μπάνιο.
«Σου τηλεφώνησε η μαμά. Είναι στο νοσοκομείο.»
«Καλά, πες της σε δέκα λεπτά!» ακούγεται ο Σταύρος κι ανοίγει πάλι το ντουζ.
Το άκουσε; Φυσικά. Αν ήταν αληθινά κίνδυνος, θα φώναζε. Αλλά τώρα, μπορεί να περιμένει. Περίεργο, γιατί παιδί περίμενε πάντα εκείνος τη μαμά του. Στο σχολείο, στο σπίτι, όταν τη βράδυ μοχθούσε και πάλι για δουλειές και νέες συμφωνίες.
Η μάνα του βοηθούσε όλους, έστηνε σπίτια, εγκαθιστούσε παράθυρα, έκανε δουλειές με συνεργεία, σχεδιαστές, ανακαινίσεις παντού. Πάντα δυνατή, πάντα μπροστά. Μόνο ο γιος της έβρισκε τρόπο να ξεφεύγει, κάπως να της αντιμιλάει.
Δεν τον χτυπούσε ποτέ, δεν του φώναζε απλώς του διόρθωνε τα λάθη με το μολύβι και του έλεγε: «Μέχρι να γίνει σωστό». Δεν του ψιθύρισε ποτέ τρυφερά λογάκια, ή ότι τον αγαπάει κι ο Σταύρος, μεγαλώνοντας, αποφάσισε πως δεν τον αγαπάει. Απλώς κάνει το καθήκον της ως μάνα. Το να στήσει το παιδί της στα πόδια του. Τίποτα πιο ζεστό.
Η Γεωργία ακούει τους ψιθύρους της Άννας. «Θα σε πάρει ο Σταύρος, μόλις τελειώσει». Ό,τι και να γίνει, δεν είναι «πουθενά». Δική της, μόνη της. Ούτε του γιου της, ούτε της νύφης της.
Κάνει να σηκωθεί, σωριάζεται. Χάνει τα πάντα από τα χέρια της η τσάντα, το βαζάκι, το σκουφί. Ο άστεγος σκύβει, τη σηκώνει, και στα κλεφτά της βουτάει το πορτοφόλι και το δαχτυλίδι με το κεχριμπάρι.
Τον θυμίζει κάποιον αλλά δεν μπορεί να βάλει που.
Η αναπνοή της βαριά, ακούει από μακριά: «Κρατείστε δεξιά…». Σαν το ανακοινωθέν του μετρό που άκουγε κάθε πρωί.
Εδώ και χρόνια δεν οδηγούσε είχε τον Ρωμανό, τον οδηγό της. Κάθε μέρα 7:30 πρωί, άνοιγε την πόρτα για την „Πετρωμένη Γυναίκα”. Όλα στην εντέλεια κλασική μουσική στο ραδιόφωνο, χαρτιά, τηλέφωνα…
Σήμερα όμως, ο Ρωμανός έμεινε κολλημένος στη γειτονιά ο σκουπιδιάρης έλιωσε τον προφυλακτήρα του.
«Να σου καλέσω ταξί, Γεωργία;» ρωτάει ο Ρωμανός.
«Θα πάω με το μετρό, αφήστε τα», λέει κι ας μην νιώθει καλά. Αρκούν τα λεφτά κι η ψυχραιμία.
Κατηφορίζει στην πλατεία Ομονοίας, δυναμική σαν σύννεφο. Οι περαστικοί ανοίγουν δρόμο. Μια θηριώδης παρουσία που στην ελληνική ταινία θα ήταν ο τέλειος ρόλος γιγάντισσας.
Στο μετρό ζέστη, σπρωξίματα. «Κρατάτε δεξιά» ακούγεται από τα μεγάφωνα, όλοι υπακούν. Ακόμα και η Γεωργία.
Μετά μπερδεμένα, τη φέρνουν στο θάλαμο, μετρούν, μετράνε, ενέσεις, θόρυβοι. Σκεπάζουν με ένα σεντόνι. Ακούει μόνο: «Κρατήσου, κρατήσου…»
Το δωμάτιο σκοτεινό, μυρίζει άρωμα, φάρμακο και βανίλια. Της άρεσαν οι βανιλίνες, αλλά σπάνια έτρωγε.
Θυμάται τη λάμψη της Αθήνας, εκείνες τις γιρλάντες που πήρε στο Μοναστηράκι να στολίσει το δέντρο όταν ο Σταύρος ήταν παιδί. Τον πήρε από το νηπιαγωγείο εκείνος μονάχος του στη γωνία, σκούπιζε τα μάτια του κρυφά. Άλλες μάνες κανακεύουν, όπως βλέπεις στις ταινίες. Η Γεωργία στέκει δίπλα του, θεόρατη, χωρίς ούτε μια κουβέντα.
«Τι είναι το κουτί;» ρώτησε ο μικρός.
«Γιρλάντα για το δέντρο μας, θα φωτίσει το σαλόνι!» ανέπνευσε για λίγο. Ο Σταύρος χαμογέλασε, πρώτη φορά. Φανταζόταν τα φώτα να αντανακλούν στα παιχνίδια τουςτη χαρά του! Όμως, μόλις στο σπίτι, η γιρλάντα δεν άναψε ποτέ. Η μάνα του, δείχνοντας ότι δεν την νοιάζει, την έβαλε στο κουτί. Μέχρι να τη φέρει άλλη δυο μέρες μετά, διορθωμένη απ το συνεργείο. Μα ο Σταύρος ήταν ήδη άρρωστος δεν την έδειξε ποτέ σε κανέναν.
Τώρα, νιώθει σαν η ίδια της η λάμπα να έχει καεί. Χρειάζεται επισκευή.
Μπαίνει μια γυναίκα με ροζ νοσηλευτική στολή, μικροκαμωμένη.
«Μη βγάλεις μάσκαρα, κορίτσι μου, άσε με να στη βγάλω εγώ, μη σου μπει στα μάτια». Και με απαλό βαμβάκι της σκουπίζει το πρόσωπο.
Η Γεωργία ακινητοποιημένη από αδυναμία νιώθει, για λίγο, ευχάριστα. Θυμάται τη μάνα της πόσο απαλά της φρόντιζε το πρόσωπο όταν ήταν άρρωστη. Πόσο της άρεσαν τα δροσερά κρύα χέρια και η μυρωδιά φρεσκοπλυμένου υφάσματος.
«Δε χρειάζεται. Θα πάρω μπάνιο μόνη μου» ψελλίζει.
«Άσε τα λόγια, ξεκουράσου», της λέει η νοσηλεύτρια. Και της κατεβάζει και τα μαλλιά απ το σινιόν.
Η Γεωργία ψάχνει το πορτοφόλι να πληρώσει δεν το βρίσκει. Κλαίει σκασμένη. Δεύτερη φορά στη ζωή της που τη λήστεψαν, η πρώτη στο μετρό όταν της τρύπησαν τη δερμάτινη τσάντα χάθηκε μαζί και μια φωτό του Σταύρου, ένα νόμισμα του ενός λεπτού, και μια λίστα ψώνιας γραμμένη σπίτι της… Έκλαψε τότε σε παγκάκι, νιώθοντας σα μικρό παιδί για τη χαμένη τσάντα πιο πολύ και για το σημάδι που θα μείνει στην ψυχή της.
«Δεν χρειάζεται τίποτα. Μείνε ήσυχη, εδώ είμαι». Η νοσηλεύτρια τη σκεπάζει.
Μπαίνει βαθιά στον ύπνο, σα γλυκιά καραμέλα που λιώνει.
…Ο Σταύρος, βγαίνοντας από το ντους, δεν δίνει δεκάρα για τη μάνα του. Η Άννα προσπαθεί να επικοινωνήσει. Η Γεωργία δεν απαντάει πρώτη φορά τόσο απόμακρη.
«Άσε τη, ξέρει να φροντίζει τον εαυτό της» μονολογεί ο Σταύρος. «Αν πάθει κάτι, έχει και ΜΕΘ κανονισμένη!»
Χωρίς συναισθήματα, βλέπει τηλεόραση, τρώει στραγάλια όλα δώρο της μάνας.
Η Άννα, πικραμένη, παίρνει τα κλειδιά της Γεωργίας και φεύγει.
Η Γεωργία ξυπνά μόλις αρχίσει να χαράζει. Τρίβει τα μάτια της, είναι χάλια. Συνάδελφοι στην κλινική σχετικά ήσυχες. Φωνάζει το κινητό δουλειά ξανά: «Στείλτε τα στον αντικαταστάτη μου, είμαι άρρωστη!»
Ακούει παράπονα, στην άλλη άκρη κλείνουν το τηλέφωνο απότομα.
Χάνει το φως της από αγέρωχη γίνεται μια αδύναμη, κουρασμένη γυναίκα. Προσπαθεί να τραβήξει τα μαλλιά πίσω, σπασμένα νύχια που την πονάνε. Εγκαταλείπει το „εικόνα” για τη νυχτικιά του νοσοκομείου.
«Η κόρη σου πήρε, θα ρθει σήμερα. Η Άννα. Μην πέφτεις, θα γίνεις καλά!»
«Δεν είναι κόρη μου νύφη μου». Φέρνει αντίρρηση η Γεωργία.
«Θα ρθει όμως. Εγώ είμαι η Κατερίνα θυμάσαι; Ήμασταν πάλι μαζί στο νοσοκομείο, όταν… ο παλιός σου έρωτας» της θυμίζει η γυναίκα. Και οι μνήμες ξεσπάνε.
Τότε που μια φίλη, μόνη εκεί στα νιάτα τους, ήξερε ότι κουβαλάει μέσα της κάτι που έπρεπε να φύγει ο πατέρας άφαντος, η Γεωργία έμεινε μόνη. Και η Κατερίνα ήταν εκεί, τη χάιδευε, της έλεγε πως είναι καλή και όμορφη, όσο και αν πονάει.
Η Κατερίνα έχει τώρα δυο κόρες – κι εγγονάκια. Η Γεωργία όχι, μόνο το γιο. Τον μεγάλωσε μόνη, με λάθος βήματα, πάντα μόνη. Κι εκείνος δεν τη χρειάζεται.
Στο γύρισμα των γιατρών, η Κατερίνα φεύγει για το σπίτι της.
Ο πρωινός καφές φέρνει νέα ισορροπία. Οι γυναίκες της κλινικής, ήσυχες. Η συντροφιά είναι ησυχία, ψιθύρισμα. Μια – η Ζωή – τρώει διαρκώς φρυγανιές βανίλιας.
«Μα στεγνές; Θα πνιγείς! Βάλε λίγο τσάι!» της λέει η Γεωργία.
«Τα νεύρα μου άντρας μου στο διπλανό θάλαμο με εγκεφαλικό… δεν μπορώ χωρίς φρυγανιά…» λέει η Ζωή.
Η Γεωργία ξεκινάει να νοικοκυρεύει: πάει στη „γκαρνταρόμπα” της τραπεζαρίας, μαζεύει τσάι, βλέπει και τις ατέλειες στο χώρο, τα παράθυρα σκέφτεται τον τεχνίτη της να τα φτιάξει.
Γυρνάει με τσάι στην αγκαλιά: «Πιες, Ζωή, βάλε λίγη ζεστασιά».
«Είσαι καλή» της λέει η Ζωή, δείχνει προς την πόρτα. Μπαίνει η Άννα, μ ένα σωρό σακούλες από τα μαγαζιά.
«Ήρθα. Δεν φωνάζω μην τρομάξετε. Αυτά εδώ για σένα, πιτζάμες, κασμιρένιος ζακετάκι, μερικά καλούδια, καφές απ το καλό, τα αγαπημένα σου απ τον φούρνο…»
Η Γεωργία σαν βουνό μπροστά της, σαστισμένη.
«Έλα, βάλ τα, πάω εγώ στο γιατρό!» λέει η Άννα και φεύγει.
Η Γεωργία νιώθει να ξαναμαζεύεται σιγά σιγά η ψυχή της. Πρώτη φορά ίσως νιώθει ανθρώπινη φροντίδα χωρίς ανταλλάγματα ή τουλάχιστον έτσι το παίρνει.
Ο γιος τηλεφωνεί δυο φορές η Γεωργία δεν απαντά. Δεν ξέρει πια τι να πει.
Η Άννα κάθεται ήσυχα δίπλα, παίζει με τη βέρα της. Δεν της λέει ακόμα ότι θέλει διαζύγιο δεν αντέχει να τη στεναχωρήσει περισσότερο.
Τα ξημερώματα, η Γεωργία γυρνάει στον τοίχο και κλαίει, χωρίς να ξέρει το γιατί.
Την επομένη της επιστρέφουν το πορτοφόλι και το δαχτυλίδι. «Ο άντρας που σας τα πήρε πέθανε ήδη…» λένε. Κάπου καταλαβαίνει ότι ήταν εκείνος, ο παλιός της αθλητής, που της χάιδευε την πλάτη και της έλεγε πως είναι η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου και το πίστευε και το πλήρωσε.
Δεν ήταν ποτέ πετρωμένη, όχι στ αλήθεια. Ήταν ζωντανή, αλλά είχε ξεχάσει να αναπνέει ελεύθερα και χαρούμενα.
Τώρα, γι αυτή υπάρχουν η Κατερίνα, η Ζωή, η Άννα (η γλυκιά κι ανόητη αλλά την κάνει να γλυκαίνει) και η δουλειά, οι ευθύνες, η άνοιξη και οι μιμόζες που πρέπει να φυτέψει, ένα σωρό μικρά „πρέπει” που κανείς άλλος δεν θα τα κάνει στη θέση της, κι ένα εγγονάκι που είδε μόνο από το υπερηχογράφημα της Άννας.
«Άννα, μην περιμένεις τίποτα από το παιδί, αλλά να του το λες να το αγαπάς φωναχτά… Εγώ δεν το είπα και το πληρώνω ακόμα», της εξομολογείται.
Η Άννα γνέφει. Όχι, δεν είναι πέτρα η Γεωργία. Είναι ευαίσθητη, τρυφερή, μεγάλη, στιβαρή, αλλά βαθιά μέσα της τόσο αδύναμη όσο τότε που βγήκε στην ζωή και ούρλιαξε σαν μια καινούρια αρχή.





