Η Αληθινή Ελληνίδα Γυναίκα

Αληθινή γυναίκα

Μαρία! Πού χάθηκες πάλι; Φέρ τα αγγουράκια! Θα μας πάρει όλη μέρα να τελειώσουμε εδώ;

Η φωνή του άντρα της, του Γιώργου, έβγαινε μέσα από την κουζίνα πιο δυνατή απ το συνηθισμένο. Είχε φανερά χάσει την υπομονή του, όμως η Μαρία είχε άλλη δουλειά εκείνη τη στιγμή. Έβαφε με προσοχή το αριστερό της μάτι, χτενίζοντας τις βλεφαρίδες με καινούργια, ακριβή μάσκαρα και θαυμάζοντας το αποτέλεσμα στον καθρέφτη του μπάνιου. Το δεξί της μάτι είχε μεγαλώσει υπερβολικά με τις σκιές και το eyeliner που της είχε προτείνει η φίλη της, η Κατερίνα, λέγοντάς της πως τέτοιο μακιγιάζ φοράνε μόνο σε σημαντικές εκδηλώσεις. Και η Μαρία, φυσικά, δεν σκόπευε να μείνει στη μέση.

Τα αγγούρια, που μούλιαζαν στη μπανιέρα, μπορούσαν να περιμένουν.

Όλα ξεκίνησαν σχεδόν μια εβδομάδα πριν, όταν ο Γιώργος, που πάλευε εκείνη τη στιγμή με τα βάζα των αγγουριών για το χειμώνα, της πέταξε μια κουβέντα από το πουθενά:

Θέλω να γίνεις αληθινή γυναίκα!

Και της έδωσε την κάρτα με όλες τις οικονομίες του χρόνου.

Η Μαρία έμεινε να τον κοιτά, άφωνη. Η πρώτη της σκέψη ήταν να ξεκινήσει τσακωμό λογικό! Αν ο Γιώργος είχε καταφέρει να φυλάξει ένα ποσό χωρίς να το καταλάβει, δεν αποκλείεται να είχε πει και καμιά άλλη ψεματιά. Ποιος ξέρει τι άλλο; Μόνο μπελάδες ερχόντουσαν στο μυαλό της κι είχε κάθε λόγο να είναι έξαλλη.

Ωστόσο, η δεύτερη της σκέψη ήταν διαφορετική. Χωρίς να προλάβει να φωνάξει, κάθισε βαριά στο σκαμπό του πάγκου, ξεχνώντας τον μισόβραστο λαδερό που έβραζε στη χύτρα.

Δηλαδή; Τι εννοείς αληθινή γυναίκα;

Ένα αίσθημα πλημμύρισε το είναι της, κάτι ανάμεσα σε οργή και παράπονο. Ήθελε να φωνάξει, να ταράξει τα πάντα, να σπάσει ακόμα και το ολοκαίνουριο σερβίτσιο που της είχε πάρει η πεθερά της, η κυρία Ελένη, και που το ονειρευόταν χρόνια. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κάτι τέτοιο δώρο είχε γίνει δικό της στα αλήθεια. Όταν η Μαρία έκλαψε συγκινημένη κρατώντας τα πιάτα, η πεθερά της γέλασε γλυκά:

Έλα, Μαράκι! Εσένα σε σκέφτομαι, ό,τι κι αν χρειάζεσαι θα το κάνω! Μόνο να είστε αγαπημένοι.

Η κυρία Ελένη ποτέ της δεν εξήγησε γιατί το είχε κάνει. Την πήρε αγκαλιά, φίλησε τον γιο της, τα εγγόνια και έφυγε για το σπίτι της στο χωριό. Πάντα της άρεσε να ασχολείται με τα δικά της, με τα χωράφια, πάντα σε κίνηση.

Η Μαρία τη σεβόταν. Τα Σαββατοκύριακα έπαιρνε τα παιδιά στον παππού και τη γιαγιά, φροντίζοντας να τα κρατούν καλά και να μην την κουράζουν. Πάντα κάτι σκεφτόταν να της δώσει, μήπως και της δείξει δικιά της αγάπη, γι αυτήν που την είχε δεχτεί χωρίς ερωτήσεις στην οικογένεια.

Κι όμως, είχαν λόγο να την κακολογήσουν τη Μαρία. Συγγενείς και ξένοι, γιατί να την δεχτεί η γυναίκα που μόνο μία φορά την είχε δει πριν το γάμο; Όταν ο Γιώργος την πήγε με το γιο της να γνωριστούν, η Μαρία καθόταν με τις ώρες στο αυτοκίνητο, αρνούμενη να βγει, γεμάτη αγωνία:

Μήπως να μην πάμε; Τι θα πω εγώ στη μάνα σου; Θα μας διώξει! Σίγουρα θα μας διώξει!

Γιατί να σε διώξει; την ρωτούσε ο Γιώργος.

Η Μαρία θυμόταν ακόμα πως όταν γέννησε τον Χρήστο, η δική της θεία την πέταξε από το σπίτι, λέγοντας πως τους ντρόπιασε. «Τι περιμένεις τώρα απ τη μάνα σου;» τον ρωτούσε. Ο Γιώργος επέμενε να δώσει μια ευκαιρία.

Η μάνα του ο Γιώργου, η κυρία Ελένη, τελικά την εξέπληξε την αγκάλιασε, πήρε τον μωρό και τον έβαλε να κοιμηθεί στο δωμάτιό της. Ο μικρός αν και νυσταγμένος, χαμογέλασε, τύλιξε το χεράκι του στο λαιμό της κι αποκοιμήθηκε.

Πρώτη φορά αποκλήρωσε τη γιαγιά ο Χρήστος, κι από τότε κέρδισε τη Μαρία.

Η Μαρία είχε γεννήσει μικρή, στα δεκαοχτώ. Όλος ο μαχαλάς ήξερε και μιλούσε για το ποιος ήταν ο πατέρας ο Μιχάλης ο Τριανταφύλλου, κακοφήμης, που είχε τυλίξει πολλές κοπέλες του νησιού και τις παρατούσε. Η Μαρία το ήξερε καλά, γι αυτό και τον απέφευγε πάντα, αλλά

Ο Μιχάλης βρήκε τρόπο. Στο γυρισμό από την πόλη μια μέρα, την πλησίασε στο δρόμο της πρότεινε να τη γυρίσει με το αυτοκίνητό του. Η Μαρία πρόλαβε μόνο να αρνηθεί, αλλά ήταν αργά.

Γύρισε σπίτι με σχισμένο φόρεμα, δακρυσμένη. Δεν άκουγε τίποτα, πήγε κατευθείαν στο μπάνιο, πλενόταν μέχρι να ξημερώσει. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να μην μάθει τίποτα η άρρωστη μάνα της, που οι γιατροί έλεγαν να μην στεναχωριέται με τίποτα.

Η Μαρία τη φύλαξε τη μυστικότητα. Η μητέρα της έφυγε ήσυχα, στον ύπνο της πριν μάθει ποτέ τίποτα. Η θεία, όταν ήρθε να βοηθήσει, αμέσως της γύρισε την πλάτη: «Μόνη σου τα κανες, μόνη σου σήκωσέ τα! Εγώ δεν μπλέκω!»

Η Μαρία, μισοτυφλή απ τα δάκρυα, πήγε στην αστυνομία. Ο αστυνόμος, ο κύριος Σταμάτης, της είπε:

Μαράκι μου, γιατί δεν ήρθες νωρίτερα; Μην ανησυχείς, θα το τακτοποιήσουμε.

Κι έτσι, ο Μιχάλης κατέληξε στη φυλακή όταν αποκαλύφτηκαν όλα σε όλο το νησί βρήκαν εφτά παιδιά δικά του. Οι μανάδες βρήκαν το θάρρος να μιλήσουν, και το κακό τιμωρήθηκε.

Η μάνα του, μέσα στη μέση της πλατείας, δημόσια την καταράστηκε να γεννήσει άρρωστο παιδί ή να μη γεννήσει καθόλου. Μα οι χωριανοί της Μαρίας δε της χάρισαν: Τη νύχτα της κάρφωσαν πίσσα στις πόρτες και τους ανάγκασαν να φύγουν.

Η Μαρία γέννησε γερό παιδί, ολόιδιο τη μορφή των Σταματόπουλων, της οικογένειάς της. Η γειτονιά την αγκάλιασε, τη βοήθησαν με το μωρό, με χρήματα, με ένα παλιό λίκνο μέχρι να σταθεί στα πόδια της.

Με τα λίγα χρήματα της μακαρίτισσας μάνας της ζούσε με φειδώ, ώσπου ξάφνου εμφανίστηκαν θείοι άγνωστοι απ την πόλη:

Μαρία, το σπίτι το πουλάμε! Είναι δικό μας, θα μοιράσουμε τα λεφτά.

Κι εγώ; Πού να πάω με το παιδί;

Θα πάρεις το μερίδιό σου. Βάλε εσύ πλάνο για τη ζωή σου.

Κατάλαβε πως με αυτά τα χρήματα σπίτι δε θα ξαναβρεί στο χωριό. Άρχισε να ψάχνει αλλού. Ο αστυνόμος έμαθε για μια χήρα, την κυρία Παναγιώτα, που πουλούσε το μισό σπίτι της στο διπλανό χωριό. Πήγε, συναντήθηκαν, και αμέσως ταίριαξαν. Η Παναγιώτα της ξεκαθάρισε:

Εγώ, Μαράκι, θέλω ήσυχη συγκάτοικο. Θα σε βοηθήσω με το παιδί αν ποτέ χρειαστεί, αλλά να το σκεφτείς αν θα δουλέψεις.

Υπάρχει δουλειά εδώ;

Βέβαια. Στο μαγαζί της φίλης μου, της Λίτσας. Να μιλήσω να σε πάρει;

Έτσι, η Μαρία δούλευε στο παντοπωλείο. Εκεί την είδε ο Γιώργος, που είχε έρθει να βοηθήσει τη μητέρα του. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Εκείνη του ετοίμαζε σακούλες και χωρίς να το καταλάβει του είχε πει τα πάντα για το παιδί της και για ό,τι είχε περάσει.

Ο Γιώργος συνέχισε να την παρατηρεί απ έξω για καιρό είχε, βλέπεις, και δικά του προβλήματα. Η πρώην γυναίκα του είχε φύγει μια νύχτα και άφησε τα δυο του αγόρια μικρά και ανυπεράσπιστα. Εκείνος δούλευε σκληρά, η μητέρα του ήταν άρρωστη και φρόντιζε και τα παιδιά.

Η Μαρία, όμως, ρώτησε τη γειτονιά για τον Γιώργο και όταν αυτός εμφανίστηκε ξανά στο μαγαζί, του είπε ευθέως:

Ο μεγάλος γιος σου πόσων είναι;

Θα γίνει τριών, τις προάλλες.

Ο μικρός;

Έκλεισε τον χρόνο.

Σαν τον δικό μου τον Χρήστο.

Μ…

Να μου γνωρίσεις τα παιδιά. Έπειτα βλέπουμε.

Έτσι, έδεσαν.

Έκαναν μικρό γάμο, μόνο με την οικογένεια. Μετά το γάμο πήγαν διακοπές στη Χαλκιδική με τα παιδιά, κι η Μαρία χαμογελούσε όλη μέρα δεν είχε ταξιδέψει πουθενά πριν.

Η ευτυχία, βέβαια, δεν ήρθε εύκολα. Όταν ο μεγάλος γιος τους αρρώστησε, η Μαρία πέρασε δύο μήνες δίπλα του στο νοσοκομείο, ακουμπώντας στη φροντίδα της κυρίας Ελένης για τα μικρότερα. Όταν ξαναφάνηκε η μητέρα των αγοριών για να ζητήσει πίσω τα παιδιά, η Μαρία στάθηκε αντάξια των καταστάσεων. Πήγε στο χωριό της, συζητώντας με τον αστυνόμο τον κύριο Σταμάτη, πέρασε γραφειοκρατίες, κι έγινε επίσημα μητέρα των αγοριών και στα χαρτιά.

Η βιολογική μητέρα, όπως ήρθε, έτσι έφυγε, και η κυρία Ελένη, αγκαλιάζοντας τη Μαρία μετά το δικαστήριο, της είπε:

Τώρα ξέρω ότι τα παιδιά μου είναι σε καλά χέρια.

Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά μεγάλωναν και η Μαρία παρέμενε η ίδια: ήσυχη, διακριτική, πάντα χαμογελαστή, αλλά έτοιμη να μεταμορφωθεί σε λέαινα για να προστατέψει την οικογένειά της.

Κι όμως, ήταν δυνατόν να μην είναι γυναίκα;

Όλη τη νύχτα μετά το περιστατικό με την κάρτα του Γιώργου, η Μαρία δεν έκλεισε μάτι. Γύριζε στο κρεβάτι, σηκωνόταν, κοιταζόταν με αγωνία στον καθρέφτη. Τι είχε τελικά στραβό;

Το πρωί, στέλνοντας τα παιδιά στον παιδικό και στο δημοτικό, πήγε στη φίλη της την Κατερίνα:

Κατερίνα, τι να κάνω;

Η Κατερίνα, επίσης έξω από τα συνηθισμένα, πήρε όλους τους γυναικείους περιοδικούς που είχε σπίτι, και μέσα στη μισή ώρα κατέληξαν πως η «αληθινή γυναίκα» πρέπει να τρέφεται σωστά, να ντύνεται σωστά, να βάφεται σωστά, να κάνει τα πάντα σωστά. Αλλιώς κινδυνεύει να μην μετράει για τίποτα κι αν είναι τυχερή, το πολύ πολύ να έχει μια κορδέλα στο κεφάλι! Άντε και αυτό λείπει από τη Μαρία.

Η Μαρία δεν αγόρασε κορδέλα, αλλά κατέβηκε στην Αθήνα με την Κατερίνα. Αγόρασε ωραία καλλυντικά, μια καινούργια νυχτικιά, πανέμορφες γόβες που δε φοβήθηκε να τις βγάλει από το κουτί μην τις χαλάσουν τα παιδιά.

Ο Γιώργος, βέβαια, δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται ιδιαιτέρως.

Τη στιγμή που η Μαρία έβαφε σκιά στο βλέφαρο, η πόρτα του μπάνιου άνοιξε απότομα και, ξαφνιασμένη, βούτηξε κατά λάθος το πινέλο στο μάτι. Αμέσως σκέφτηκε ότι δε θέλει να είναι «αληθινή γυναίκα».

Μαράκι! Είσαι καλά; ανησύχησε ο Γιώργος, βλέποντάς την να πηδάει στο ένα πόδι και να προσπαθεί να σκουπιστεί, με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα και το μακιγιάζ στα χάλια του.

Εσύ φταις! Θέλεις γυναίκα, ε; Αληθινή γυναίκα; Εγώ τι είμαι τότε;

Ο Γιώργος, καταλαβαίνοντας, την αγκάλιασε τρυφερά για να τη σταματήσει:

Ηρέμησε αγαπημένη Άσε με να βοηθήσω.

Καθαρίζοντας προσεκτικά το πρόσωπό της, της είπε:

Εγώ δεν ξέρω να λέω πολλές κουβέντες, το ξέρεις. Εσύ όμως εύκολα παρεξηγιέσαι. Όλο για τους άλλους σκέφτεσαι, για τα παιδιά, τη μάνα μου, μένα. Ποτέ για σένα. Ήθελα να σου δώσω αυτά τα λεφτά για να κάνεις κάτι μόνο για σένα. Απλά έτσι, όπως κάνουν κι άλλες γυναίκες.

Η Μαρία δεν άντεξε και ξέσπασε στα γέλια. Τόσο πολύ που ήρθαν τα παιδιά ανήσυχα νομίζοντας πως κλαίει, οπότε χρειάστηκαν αρκετά λεπτά να τα ηρεμήσει.

Το βράδυ, αφού κοίμισε τους μικρούς, βγήκε στο κατώφλι, σήκωσε το πρόσωπο με το καθαρό δέρμα προς τα αστέρια και χαμογέλασε σιγανά, μονολογώντας για το χάος που είχε προκαλέσει εκείνη τη μέρα.

Τελειώσαμε! Και τα τελευταία αγγουράκια έβαλα! εμφανίστηκε ο Γιώργος, κάθισε δίπλα της στα σκαλοπάτια.

Τα τύλιξες καλά;

Άψογα! Θα είναι πρώτης τάξεως!

Μου χρειαστούν πολύ σύντομα, να το θυμάσαι! είπε η Μαρία, ακουμπώντας το χέρι του άντρα της στην κοιλιά της.

Τι λες; Και δεν μου το πες τόσο καιρό; φώναξε έκπληκτος ο Γιώργος, παίρνοντάς την αγκαλιά.

Πού να στο πω πρώτα; Μια τα αγγουράκια, μια η «γυναίκα», πού καιρός για μένα τη δύσμοιρη!

Δεν την άφησε να συνεχίσει. Την φίλησε απαλά, να της μείνει αξέχαστο ότι αληθινή γυναίκα δεν γίνεται γεννιέται κι αγαπά.

Την έσφιξε κοντά του, εκεί που η καρδιά χτυπά λίγο πλάγια εκεί που η ψυχή ανασαίνει.

Oceń artykuł
Η Αληθινή Ελληνίδα Γυναίκα