14 Ιουνίου
Σήμερα ήταν το βράδυ που η αλήθεια διάλεξε να φανεί κάτω από τα φώτα του Μεγάρου. Ακόμα αισθάνομαι τα πόδια μου να τρέμουν και τα μάτια μου να τσούζουν όχι από το τσιμπάκι του ακριβού αρώματος, αλλά από μια άλλη, βαθύτερη πληγή που τόσα χρόνια κρυβόταν πίσω από χρυσοποίκιλτες φορεσιές και κόσμους που μιλούν χαμηλόφωνα, όσο πιο αθόρυβα γίνεται.
Ήταν ο ετήσιος χορός στο Ζάππειο, «εκείνη» η βραδιά της χρονιάς που κάθε υπουργός, εφοπλιστής και καθηγητής πανεπιστημίου εμφανίζεται με την οικογένειά του στο πλευρό. Τα βιολιά μόλις είχαν χαμηλώσει τις μελωδίες τους, όταν μια φωνή διέλυσε τον καθωσπρεπισμό της αίθουσας. «Μην την αγγίζεις!»
Όλα τα βλέμματα έπεσαν πάνω μου. Και απέναντί μου, ένα αγόρι. Άπλυτο, ξυπόλυτο, με μάτια σαν λειψό κέρμα. Είχε μόλις αγγίξει τα μαλλιά μου. Ο Υποστράτηγος Ανδρέας Κατσιμίχας βούτηξε τον μικρό άγριο από το μπράτσο και τον τράβηξε κοντά του.
«Γονάτισε, αγόρι!»
Δεν γονάτισε. Κοιτούσε γύρω με τα δόντια του να τρίζουν χωρίς ντροπή, μόνο με φόβο καθαρό.
«Ήρθα να τη βρω.»
Η κυρία Χριστίνα Τσαλίκη έκανε αέρα με το βεντάλια που θύμιζε δαντέλα γιαγιάς σε Κυριακάτικο τραπέζι: «Να τη βρει; Αυτός κάνει για έξω απτο φράχτη!» Ήμουν 27 χρονών εκείνο το βράδυ με ένα φόρεμα κρεμ, διαμάντια στο λαιμό και πρόσωπο εκπαιδευμένο να κρύβει κάθε χαραμάδα πόνου.
«Γιατί άγγιξες τα μαλλιά μου;» ρώτησα.
Δίστασε, αλλά στάθηκε στο ύψος του: «Γιατί η μάνα μου είπε πως το χρώμα σου είναι σαν το στάχυ το μεσημέρι». Κάποιοι γέλασαν. Ο Ανδρέας τον ταρακούνησε.
«Φτάνει πια». Σήκωσα το χέρι.
«Περίμενε», του είπα.
Σταμάτησε. Τον ρώτησα το όνομά του.
«Στέφανος», απάντησε.
«Και της μητέρας σου;»
«Λυδία.»
Η θεία μου η Καλλιόπη η βασίλισσα ήταν η μόνη που είδε πως πάγωσε το βλέμμα μου. Ο μικρός συνέχισε,
«Η μάνα μού είπε πως δούλεψε εδώ, πριν γεννηθώ. Είπε πως της είχαν φορτώσει ψέματα.»
Ένας βαρύς αέρας σκέπασε το τραπέζι. Ο κύριος Παναγιώτης Μερκούρης ακούμπησε προσεκτικά το ποτήρι του. Δεν μου ξέφυγε.
«Τι άλλο σου είπε;»
Έβαλε το χέρι στην τρύπια τσέπη του. Οι φρουροί βγάλανε τα όπλα τους. Ο Ανδρέας τον προειδοποίησε.
«Προσεχτικά.»
«Δεν είναι μαχαίρι», είπε.
Σιγά σιγά, έβγαλε ένα μικρό μαντίλι με μια μπλε κλωστή δεμένη γύρω. Ξετύλιξε μέσα ήταν μια ασημένια καρφίτσα, μαυρισμένη, σε σχήμα μικρής κρίνα.
«Η μάνα μου είπε να το δώσω μόνο στη γυναίκα με τα χρυσά μαλλιά.»
Το κράτησα. Ποιος να φανταστεί ότι σταμάτησε η αναπνοή μου;
«Αυτή η καρφίτσα»
«Την ξέρετε;»
Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Κράτησα το στήθος μου, λόγια δύσκολα. «Ο πατέρας μου τη χάρισε όταν ήμουν έντεκα.»
Η θεία Καλλιόπη σηκώθηκε αργά.
«Χάθηκε όταν ήσουν άρρωστη.»
Έγνεψα ναι. «Και τότε φορτώθηκαν το κλέψιμο στη Λυδία.»
Τα μάτια του Στέφανου γέμισαν δάκρυα: «Η μάνα έλεγε ότι το κράτησε, δεν το πούλησε ποτέ, γιατί αυτό θα σήμαινε πως παραδέχτηκε το ψέμα.»
Ο Μερκούρης σηκώθηκε νευριασμένος: «Μεγαλειοτάτη, αστεία είναι αυτά; Το παιδί λέει ό,τι του έμαθε η μάνα του.»
Γύρισα και τον κοίταξα: «Περίεργο. Δεν σας ανέφερα τ όνομά σας, κύριε Μερκούρη»
Η φωνή του πέτρωσε. «Προστάτευα το Στέμμα!»
«Από τι; Από μια υπηρέτρια ή από το δικό σας κρίμα;»
Το πρόσωπό του άσπρισε. Εγώ γύρισα στην καρφίτσα, που είχα στα χέρια μου. Με τρεμάμενα δάκτυλα γύρισα το στέλεχοςένα μικρό κλικ, και άνοιξε.
Μέσα: μια τούφα χρυσά μαλλιά δεμένη με μπλε κλωστή και κιτρινισμένο σημείωμα με γράμματα της Λυδίας: «Δικός σου είναι, Μεγαλειοτάτη. Γεννήθηκε με το χειμωνιάτικο φεγγάρι. Συγχώρα με που τον πήρα μακριά, ήθελα να σας προστατέψω.»
Πάγωσα. Κοίταξα τότε στ αλήθεια τον Στέφανο. Το σαγόνι, το φρύδι ελαφρώς πιο ψηλά από το άλλο, το ίδιο σημάδι πάνω από το χείλος που είχα από παιδί. Πώς δεν το είχα δει ποτέ;
Ο Στέφανος ήταν δέκα. Πριν έντεκα χρόνια, στα δεκαέξι μου, είχα αρρωστήσει μ έναν πυρετό που οι γιατροί δεν εξήγησαν ποτέ. Ήταν η «αρρώστια» που μ έκανε σκιά στο παλάτι τότε που χάθηκε η καρφίτσα και η Λυδία διώχτηκε ντροπιασμένη.
Δεν ήταν πυρετός. Ήταν μία γέννα κρυφή.
Ακούστηκε ένα συλλογικό αναστεναγμός, αλλά ο Μερκούρης χίμηξε μπροστά: «Ήταν μια ανόητη κοπέλα που»
Η γροθιά του Ανδρέα τον σώπασε απότομα.
Ο Στέφανος με κοίταξε τρομαγμένος μα και γεμάτος προσδοκία. «Η μαμά έλεγε πως όταν έρθει η ώρα, η κυρία με τα χρυσά μαλλιά θα με γνωρίσει.»
Γονάτισα μέσα στα κρεμ, μπροστά σ όλη την Αθήνα. Τον αγκάλιασα σφιχτά, σαν μάνα που είχε χρόνια χαμένη. Δεν με ένοιαζε ποιος κοίταζε και ποιος ψιθύριζε.
«Γιε μου», ψιθύρισα στα μπερδεμένα του μαλλιά.
Η αίθουσα ανατινάχτηκε. Άλλοι φώναζαν για σκάνδαλο, άλλοι έκλαιγαν γοερά. Η θεία Καλλιόπη λιποθύμησε στην καρέκλα. Ο Μερκούρης κυλούσε στα σκαλιά, οι φρουροί τον τραβούσαν ουρλιάζοντας για αίματα και βασιλικά δικαιώματα.
Εγώ όμως κρατούσα τον Στέφανο. Κάμποση ώρα αργότερα, έφεραν και τη Λυδία ζωντανή κι ας είχαν προσπαθήσει να τη δηλητηριάσουν αργά. Τότε όλα έγιναν φανερά: Ο Μερκούρης ήξερε για το παιδί και παγίδευσε τη Λυδία για να διώξει το μοναδικό μάρτυρα και να με σπρώξει με δηλητήριο πέρα από το θρόνο, ώστε να ανεβάσει τον ανιψιό του!
Ξημέρωσε κι ο Μερκούρης βρέθηκε στα μπουντρούμια, νικημένος από τη δική του μοχθηρία.
Η Λυδία πήρε δωμάτια στο παλάτι ως Βασιλική Επίτροπος. Ποτέ πια δε θα της έλειπε τίποτα.
Ο μικρός Στέφανος πια Πρίγκιπας κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα στο βασιλικό δωμάτιο, καθαρός για πρώτη φορά, με τα μαλλιά μου απλωμένα πάνω στο μαξιλάρι δίπλα του, όπως τότε που ήμουν κι εγώ παιδί.
Το μυστικό του παλατιού δεν μάτωσε απλώς. Αναγεννήθηκε στο φως.
Το αγόρι που άπλωσε το χέρι στα μαλλιά της «πριγκίπισσας» δεν ήρθε για δικαιοσύνη μονάχα.
Ήρθε να γυρίσει στο σπίτι.




