Βγάλ’ τον έξω στο δρόμο. Βρήκα κάτω από το χιόνι τον οικόσιτο γάτο της γειτόνισσας και η ιδιοκτήτριά του αρνήθηκε να τον σώσει

13 Δεκεμβρίου

Ακόμα θυμάμαι την πρώτη μου „γνωριμία” με το γάτο του γείτονα, τον Αχιλλέα. Δεν τρέφω κακία για τις γάτες, αλλά ο συγκεκριμένος τεράστιος, ριγωτός γάτος μου είχε σπάσει τα νεύρα μια φορά και καλή.

Ήταν καλοκαίρι τότε, όταν ο Αχιλλέας αποφάσισε πως το μικρό μου περιβολάκι ήταν το ιδανικό μέρος γιααποχώρηση. Τον έβλεπα συχνά να ξεθάβει χώμα με τέτοιο ζήλο λες και έψαχνε κρυμμένο θησαυρό. Τότε έτρεχα πίσω του φωνάζοντας, κι εκείνος, πάντα ψύχραιμος, πηδούσε τον φράχτη σαν να μην έτρεχε τίποτα.

Το εξοχικό μου, που μου άφησε η γιαγιά, είναι μικρό, γερό, και βολικό: λίγο έξω από την Αθήνα, ούτε μισή ώρα με το αυτοκίνητο, ιδανικό για αποδράσεις. Όσο ζούσε η γιαγιά, λαχταρούσα να έρχομαι εδώ και ακόμα μετά το χαμό της, δεν άργησα να το αγκαλιάσω, ειδικά τα σαββατοκύριακα με τη Μαργαρίτα, την ξαδέρφη μου, που είμαστε αχώριστες απ’ το δημοτικό.

Η ζωή στο χωριό έχει τον δικό της ρυθμό. Το πρωί στο περιβόλι, το μεσημέρι βόλτα κατά μήκος του Κηφισού και μετά πικνίκ με κεράσματα και φρυγανιές. Δύσκολα βαριέται κανείς εδώ.

Εγώ φύτευα λίγα ραπανάκια, μάραθο, και κρεμμύδι φρέσκο. Όχι πολυτέλειες αλλά το δικό μου μποστάνι. Και ο Αχιλλέας; Μόνιμος επισκέπτης, σα να του ανήκαν όλα. Μια μέρα πήγα στη κυρία Ελένη, τη „μαμά” του Αχιλλέα. Εκείνη μου απάντησε ξερά: «Τι να σου πω, Χρυσή μου; Τον Αχιλλέα να τον φροντίσω εγώ; Αν τον πετύχεις, πέτα του κανα ξύλο!». Τα σκυλιά τα προτιμούσε ανέκαθεν, ο γάτος ήταν ο μοναδικός σύντροφος που της άφησε ο μακαρίτης ο Μανώλης. Τον είχε μόνο και μόνο επειδή της τον άφησε εκείνος, κι έπειτα από το θάνατό του, απλώς ξέμεινε εκεί.

Ο Αχιλλέας δεν είχε ανάγκη κανέναν. Έκανε φοβερό κυνήγι σε ποντίκια και λέγανε πως, παλιότερα, ακολουθούσε τον γείτονα και στην ψαριά. Του έφτανε λίγη ζέστη κι ένα κεραμίδι για να περνάει το χειμώνα.

Μου κήρυξε τον πόλεμο. Τον τάιζα λιχουδιές της πόλης, το πολύ-πολύ να μου ρίξει μισή ματιά γεμάτη καχυποψία, και δεν πλησίαζε πάνω από πέντε βήματα. Με άφησε, όμως, μια φορά να τον βρέξω με το λάστιχο (γελούσα μετά ώρες). Άλλη φορά, έσκασα με μια σφυρίχτρα μεταξύ των ραδικιών, όπου κυνηγούσα τον „εισβολέα” σαν να ήμουνα διαιτητής και χτυπούσα σφυρίχτρα! Θυμάμαι να σωριάζομαι στο χώμα από τα γέλια, όταν εκείνος, με το που πήδηξε το φράκτη, έκανε μια τελευταία επίπληξη με το βλέμμα του, λες και έλεγε: „Δεν τα είπαμε έτσι! Παράνομο!”

Η κυρία Ελένη χαμογελούσε πίσω απ’ το δικό της φράχτη πια είχε πιάσει το όνειρό της: η κόρη της της είχε αφήσει για ένα μήνα την Λούνα, μια μικροσκοπική σκυλίτσα Τεριέ, κι είχε άλλες φροντίδες. Εμένα, τελικά, με έσωσαν τρεις σακούλες πριονίδι, που έριξα σε ένα εγκαταλειμμένο μέρος πίσω απ’ τις τσουκνίδες. Ο Αχιλλέας το εκτίμησε και ξέθαβε αποκλειστικά εκεί.

Όμως, τον έβρισκα παντού: πάνω στην κεραμοσκεπή, πίσω από τις συκιές, ακόμα και να με παρατηρεί μέσα απ τις χαραμάδες. Ένα βράδυ, με πήραν τα ζουμιά όταν άνοιξα την πόρτα και δυο λαμπερά μάτια με κάρφωναν μέσα στο σκοτάδι. Όλο το χωριό μάλλον άκουσε τη φωνή μου!

Μέχρι που φθινοπώριασε και γύρισα στην Αθήνα για τη σχολή, πηγαίνοντας στο χωριό πια σπάνια, μόνο Παρασκευοσαββατοκύριακα.

Ένα πρωινό, βγαίνοντας στην αυλή, είδα ένα λοφάκι σκεπασμένο χιόνι στο πίσω σκαλοπάτι. Ήταν ο Αχιλλέας. Ένας τεράστιος γάτος, άψυχος κάτω απ το βάρος του χιονιού, με σταγόνες πάγου στα μουστάκια του. Ούτε σάλεψε, ούτε σήκωσε ουρά. Ξεσκόνισα το χιόνι και δεν αντέδρασε. Τον χάιδεψα και τότε κατάλαβα πως δεν είχε καν τη δύναμη να νιαουρίσει.

Γρήγορα τον τύλιξα σε μια κουβέρτα, του ζέστανα το πρόσωπο με μια πετσέτα, του έλιωσα τον πάγο από τα μουστάκια. Ούτε που αντιστεκόταν δεν είχε πια δυνάμεις. Τον άφησα δίπλα σε μπουκάλια ζεστού νερού και έτρεξα στην κυρία Ελένη.

εκείνη ανένδοτη: «Στον στάβλο να μείνει. Μου έχει λερώσει όλο το σπίτι ο σιχαμένος. Δεν τον ξαναβάζω μέσα!». Το καλοκαίρι, μετά την εμφάνιση της Λούνα, ο Αχιλλέας είχε αρχίσει να επιτίθεται στη σκυλίτσα και να σημαδεύει παντού. Έτσι τον πέταξαν στο σταύλο, να τα βγάλει πέρα μόνος του.

Το καλοκαίρι το άντεξε. Μα ο χειμώνας ήταν αβάσταχτος. «Του δίνω ξηρά τροφή, νεράκι θα πιει απ το χιόνι! Κι αν δεν του αρέσει, έξω απ την αυλή!», φώναξε.

Γυρίζοντας σπίτι, μου γεννήθηκε η υποψία: ο Αχιλλέας διάλεξε να έρθει στο δικό μου κατώφλι αυτό δεν ήταν τυχαίο. Ήρθε να σωθεί. Όταν η „δικιά του” τον είχε ξεγράψει, γύρεψε έλεος σ’ αυτήν με την οποία μάχονταν όλο το καλοκαίρι.

Πήρα τηλέφωνα. Μήπως τον θέλει κανείς; Κανείς. Η ξαδέρφη μου πρότεινε να τον βάλω μαζί με τη δική τους γουρούνα και αγελάδα περισσότερη ζέστη, αλλά δεν υπήρχε χώρος στο σπίτι. Ήδη είχαν δυο γάτες.

Ο Αχιλλέας, αφού ζεστάθηκε, σύρθηκε έξω απ’ το πάπλωμα, περπάτησε αργά στην κουζίνα, ακούμπησε το πόδι μου κι έκατσε απέναντι, κοιτώντας με στα μάτια. Λες και καταλάβαινε πως τώρα κρινόταν η μοίρα του.

Βαριά καρδιά κάλεσα τη μαμά. Παλιά στραβομουτσούνιαζε για ζώα στο διαμέρισμα. Αλλά θυμήθηκε τον Μανώλη, πόσο καλόκαρδος ήταν, πώς βοηθούσε τη γιαγιά, πως κάναμε όλοι ουζάκι με τους ντόπιους και ο Αχιλλέας πάντα πίσω του να τριγυρνά. Ξαφνικά δάκρυσε, σκεπτόμενη τον ξεγραμμένο, ηλικιωμένο γάτο.

Η απόφαση ήρθε μόνη της.

Αγόρασα ένα μεγάλο πλαστικό καλαθάκι απ το συνοικιακό μίνι μάρκετ (πέντε ευρώ τα έβγαλα από τα τελευταία μου χαρτζιλίκια), μετέφερα προσεκτικά τον Αχιλλέα, και μπήκαμε μαζί στο λεωφορείο για την Αθήνα.

Του ξεκινάει μια νέα ζωή. Προσεύχομαι να του φέρω περισσότερη ζεστασιά από όση του στέρησαν.

Oceń artykuł
Βγάλ’ τον έξω στο δρόμο. Βρήκα κάτω από το χιόνι τον οικόσιτο γάτο της γειτόνισσας και η ιδιοκτήτριά του αρνήθηκε να τον σώσει