Το Βιβλίο που Δεν Διαβάστηκε Ποτέ Μέχρι Τέλους

Η μισοδιαβασμένη ιστορία

Εντάξει, Καλλιόπη, φεύγω! Μην με συνοδεύεις, θα αργήσω! Για αύριο ετοίμασε το πουκάμισο και το μπλε παντελόνι, μην το ξεχάσεις! Πρέπει να το πάρεις από το καθαριστήριο! φώναξε ο Κωνσταντίνος από τον διάδρομο, φόρεσε βιαστικά το μπουφάν, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη με ένα επικριτικό βλέμμα, άρπαξε το καπέλο του και βγήκε, κλείνοντας δυνατά την πόρτα.

Η πόρτα έκλεισε τόσο δυνατά, που άρχισε να τρέμει το τζάμι της ανοιχτής μπαλκονόπορτας.

«Ρεύμα» σκέφτηκε η Καλλιόπη Μαυροειδή, έκλεισε τη βρύση, σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά και κοίταξε στον διάδρομο. Όλα όπως πάντα ο διάδρομος λουσμένος στο φως, που καταλήγει στο χολ, οικογενειακές φωτογραφίες στον τοίχο, ταπετσαρία με ζωηρές μπλε ρίγες· το καλοκαιρινό παλτό της Καλλιόπης κρεμασμένο. Και…

Η Καλλιόπη συνοφρυώθηκε.

Ένα πακέτο! Ο Κώστας ξέχασε το πακέτο και μέσα είχε τα τυροπιτάκια! Η Καλλιόπη σηκώθηκε χαράματα και τα έφτιαχνε, γεμιστά με φέτα και μυρωδικά, όπως του αρέσουν. Για σήμερα ειδικά τα έφτιαξε, καθώς ο Κωνσταντίνος θα πάει στο εργοτάξιο, και εκεί δεν βρίσκεις εύκολα φαγητό, και το σπιτικό είναι πάντα καλύτερο!

Γρήγορα έβγαλε την ποδιά και ίσιωσε τα μαλλιά της· όπως ήταν, με το απλό φουστάνι και έναν λεκέ καφέ στο τελείωμα, άρπαξε το ζεστό πακέτο, το κράτησε σφιχτά στο στήθος και βγήκε από το διαμέρισμα ευτυχώς που θυμήθηκε τα κλειδιά, αλλιώς θα περίμενε μπροστά στην κλειστή πόρτα! Έτρεξε τις σκάλες, πιάνοντας τα βερνικωμένα, ξύλινα κάγκελα που κυλούσαν σαν φίδι τέταρτος όροφος, τρίτος, δεύτερος…

Η Καλλιόπη θα μπορούσε να φωνάξει από το παράθυρο, όπως κάνουν άλλες νοικοκυρές, όταν δουν τον σύζυγο να βγαίνει. Όμως όχι· της φάνηκε αγενές. Προτιμούσε να του το πάει η ίδια, να τον χαιρετήσει, να σκύψει το μάγουλο για το αποχαιρετιστήριο φιλί του, να της νεύσει «καλήμερα» και να φύγει.

Από το τρέξιμο λαχάνιασε, βγήκε στην αυλή σκουντώντας την πόρτα στον τοίχο, παρότι δεν ήταν πια είκοσι σαράντα εννιά είχε φτάσει και το τρέξιμο πια δεν ήταν εύκολο.

Έψαξε γρήγορα γύρω της για τη γνωστή μορφή με το γκρίζο παλτό και το ανοιχτόχρωμο καπέλο.

Ο Κωνσταντίνος λάτρευε τα μακριά παλτά και να αφήνει τις άκρες να παίζουν στον άνεμο. Και το καπέλο είχε πολλά, ένα για κάθε εποχή. Η Καλλιόπη τα πρόσεχε, τα καθάριζε και όποτε χρειαζόταν αγόραζε καινούργια.

Το καπέλο είναι στυλ! επέμενε ο Κωνσταντίνος όταν ο γιος τους, ο Μιχάλης, γελούσε μαζί του. Δεν τα καταλαβαίνετε εσείς οι νέοι, όλοι πλαστικά και ψεύτικα φοράτε!

Πού είναι όμως ο Κώστας;

Να τον, μόλις που βγαίνει από την πόρτα της αυλής, βουτώντας στον ήλιο της Αθήνας και την κίνηση της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Αν δεν βιαστεί η Καλλιόπη, θα προλάβει το λεωφορείο και θα φύγει

Έτρεξε στον δρόμο, χαιρετώντας με το κεφάλι τις άσπρες κεφαλές των γειτονισσών που απολάμβαναν τον ήλιο. Κοιτούσαν τη βιασύνη της Καλλιόπης με συμπονετικό βλέμμα, χαμογελούσαν, σαν να χαιρόντουσαν τη φροντίδα και την ευτυχία της.

Τι έγινε, Καλλιόπη; φώναξε η κυρα-Λένη στην αδύνατη πλάτη της.

Το φαγητό! Ο Κώστας το ξέχασε, και έφτιαξα πίτες! φώναξε η Καλλιόπη γελαστή.

Η κυρα-Λένη χαμογέλασε ακόμα περισσότερο: πίτες και αγάπη, τι πιο όμορφο;

Η Καλλιόπη βγήκε στον δρόμο, έτοιμη να φωνάξει αλλά σταμάτησε στη μέση. Κοίταξε τον άντρα της, και ξαφνικά ένιωσε να σκοτεινιάζουν γύρω της όλα. Τα χέρια της δάγκωσαν τον σωλήνα αποχέτευσης να μην πέσει.

Ο Κωνσταντίνος, κιόλας στη στάση, κρατούσε την αγκαζέ μια νεαρή, καλοφτιαγμένη κοπέλα. Εκείνη γελούσε νιανιά, κούναγε χαριτωμένα τους ώμους, και ο Κώστας την κοιτούσε μαγεμένος, γελούσε και αυτός. Ξαφνικά, εκείνη τίναξε το χέρι του από πάνω της, τον κοίταξε με περιφρόνηση, κι εκείνοςμάλλον τρομαγμένοςτην ξαναέπιασε, θέλησε να της φιλήσει το χέρι. Η κοπέλα το τράβηξε νευρικά θαρρείς τον χαστούκισε και ο Κώστας λύγισε, ύστερα πάλι ταπεινώθηκε, της έδωσε καραμέλα από την τσέπη. Εκείνη (η Καλλιόπη την είχε ήδη βαφτίσει από μέσα της «φεγγαρόπαιδο») γέλασε, άνοιξε το στόμα σαν να περίμενε να τη ταΐσει.

Η Καλλιόπη ένιωσε να της ανεβαίνει ναυτία. Θεέ μου! Ο Κωνσταντίνος, σοβαρός άνθρωπος, ώριμος, σχεδόν συνταξιούχος, να καλοπιάνει μια μικρούλα; Τι ντροπή!

Η κοπέλα φορούσε όμορφο καλοκαίρινο φόρεμα, μπλε με άσπρο πουά, ολάνθιστο στα μάτια· τα μαλλιά δεμένα με μπλε κορδέλα, άψογη κόμμωση, σαν από κομμωτήριο, και όμορφα σανδάλια στα πόδια.

Το βλέμμα της Καλλιόπης πήγε πάνω-κάτω στην άγνωστη και δεν ήξερε πια τι να κάνει με το δέμα, τις πίτες και όλη της τη ζωή

Το λεωφορείο σταμάτησε, ο κόσμος όρμησε, ο Κωνσταντίνος βοήθησε τη συνοδό του με το πουά να ανέβει, έκλεισαν οι πόρτες.

Καθώς το λεωφορείο έφευγε, η Καλλιόπη νόμιζε πως ο άντρας της κοιτάζει πίσω της. Την έκανε να νιώθει ντροπή για το απλό φόρεμα, τις φθαρμένες της παντόφλες, και αυτό το γελοίο πακέτο με τις πίτες.

Η Καλλιόπη γύρισε απότομα, πήρε τον δρόμο για το σπίτι, εκ νέου πέρασε από τον κήπο με τις γιαγιάδες, τις οποίες είχε αφήσει να λιάζονται κι έπεσε σχεδόν πάνω στην κυρα-Λένη.

Δεν πρόλαβες δηλαδή; ρώτησε εκείνη, δείχνοντας το πακέτο. Επίτηδες είπε «γαβάθες», δεν ενέκρινε ποτέ αυτή τη μεγάλη φροντίδα της Καλλιόπης για τον άντρα της.

Δεν πρόλαβα, σήκωσε αδιάφορα τους ώμους η Καλλιόπη.

Κρίμα. Θα χαλαστούν οι πίτες, είπε η κυρα-Λένη. Θα στείλω τον Μήτσο να φάει καμία. Εσύ θα είσαι σπίτι;

Η Καλλιόπη έκανε μια αβέβαιη κίνηση με το κεφάλι.

Όλα καλά. Να φάει. Εγώ δεν φτιάχνω πια, βαριέμαι, είπε η κυρα-Λένη και έτρεξε έξω μαλώνοντας τον οδηγό του τρακτέρ να μην καταστρέψει τις πετούνιες με τα λάστιχά του.

Η Καλλιόπη ανέβηκε αργά σπίτι, χάνεται στον ψυχρό διάδρομο. Τα βήματά της ακούγονται σαφώς στα μαρμάρινα σκαλιά και οι λυγμοί της ενώνουν με το τρίξιμο της πόρτας.

Τελείωσε. Αυτό ήταν το τέλος. Το τέλος της οικογένειας, της θαλπωρής, της ασφάλειας, το τέλος της εμπιστοσύνης. Όχι, «οι άνθρωποι» είναι ευρεία έννοια. Αλλά ο άντρας ο άντρας είναι το λιμάνι. Αυτός που σου δόθηκε, που έπρεπε να σε προσέχει. Και τώρα; Πώς συνεχίζεις;

Η Καλλιόπη κάθισε άχαρα σε ένα σκαμνί στο χολ, οι πίτες κύλησαν στο πάτωμα. Ο γάτος, ο Περικλής, τρίφτηκε στα πόδια της, ζητώντας φαγητό, αλλά η ίδια δεν κατάλαβε τίποτα. Ήταν ακόμη ακίνητη στη μνήμη της, εκεί δίπλα στον αγωγό, κοιτώντας το μπλε-άσπρο πουά φόρεμα. Και τον Κωνσταντίνο. Τα δάκρυα κυλούσαν χωρίς σταματημό καυτά, σκληρά, από αυτά που σε ξεγυμνώνουν, αλλά παράξενα νόστιμα. Ήταν ωραίο να κάθεσαι και να λυπάσαι τον εαυτό σου, να μεθάς με τη γυναικεία σου πίκρα…

Πόση ώρα έτσι; Ποιος ξέρει. Κάποιος χτύπησε την πόρτα, ο Περικλής έτρεξε φοβισμένος.

Η πόρτα σείστηκε, άνοιξε λίγο, διέκρινε το κεφάλι του θείου Μήτσου, άντρα της κυρα-Λένης. Μύτη σαν πατάτα, μάγουλα σκαμμένα, παχιά χείλια, γυαλιστερές μπούκλες, κόκκινος λαιμός όλα πάνω του φωναχτά, σχεδόν ξένα για το σπίτι και «την καλή κοινωνία» της πολυκατοικίας. Όμως ήταν «δικός» μορφωμένος, μα… «ελαφρώς αλλού», όπως έλεγε ο Κώστας.

Καλλιόπη μου άνοιξε τα χέρια Είσαι σπίτι; Η κυρα-Λένη είπε περισσεύουν πίτες; Εμάς η κουζίνα γκρεμίστηκε, φτιάχνει έπιπλα έκανε ένα βαθύ αναστεναγμό. Δε με ταΐζει πια, όλο έξω τρώω, βαρέθηκα…

Λες και έβαλε τα κλάματα, οι μπούκλες του κουνήθηκαν. Μπήκε κανονικά και στάθηκε στη μέση του διαδρόμου, που λουζόταν στο χρυσό φως του απογεύματος.

Κάτσε να βγάλω τα παπούτσια, μπαίνω με λασπόνερα. Και τις κάλτσες, είναι μούσκεμα! πρόσθεσε, και η Καλλιόπη μηχανικά έσκυψε, κοίταξε: κανονικά πόδια, μεγάλου μεγέθους, και κάλτσα με τρυπίτσα.

Η Καλλιόπη πήρε τα βρεγμένα του παπούτσια για το μπαλκόνι δίπλα στον ήλιο, απομάκρυνε τον Περικλή, αλλά ο Μήτσος αγρίεψε:

Εκεί, παιδί μου, να τα βάλεις! Θέλω να κρυώσω! Είναι το δικό μου σώμα, καταλαβαίνεις;

Η Καλλιόπη ούτε που κατάλαβε πότε πήγε την παπουτσοθήκη. Άλλα, τι να κάνεις; Επισκέπτης είναι!

Στο μεταξύ, ο Μήτσος έστηνε πανηγύρι στην κουζίνα:

Καλλιόπη! Καλλιόπη! Ένα τσάι, βρε παιδί μου, δεν πίνω ποτέ φρέσκο τσάι με λεμόνι! Κάνε μια συντροφιά, να πούμε δυο κουβέντες Άπλωσε τα πόδια τόσο σε διάδρομο, που σχεδόν κάθισε πάνω τους.

Ναι, έρχομαι, είπε εκείνη σιωπηλά, άναψε το μάτι, έβαλε το μπρίκι. Το μυαλό της σαν να το χτυπούσε βοριάς.

Ο Κώστας Πώς μπορεί; Μόλις βγήκε από την αυλή και ήδη αγκαλιάζεται με άλλες;

Ήθελε να πιστεύει πως ήταν παρεξήγηση. «Θα δεις, Καλλιόπη, θα γυρίσει! Άσε τα παράπονά σου, φρόντισέ τον, δείξε του αγάπη και θα ξεχάσει τις άλλες, θα μείνει σε εσένα!» Η φωνή της μητέρας της στο μυαλό της.

Μα ο Μήτσος άρχισε πάλι να διαμαρτύρεται.

Θα μου βάλεις παλιό τσάι; Νέο θέλω, φρέσκο, καταλαβαίνεις; άρπαξε την πορσελάνινη τσαγιέρα και έβγαλε το καπάκι. Αυτό πετάξ’ το!

Τώρα το έφτιαξα! Δεν πειράζει, δοκίμασέ το, παραπονέθηκε η Καλλιόπη, αλλά τελικά έκανε καινούργιο χωρίς κουβέντα παραπάνω.

Η ευκολία δεν είναι τίποτα. Αλλά ο Κώστας; Πώς συνεχίζεις μαζί του;

Το βραστήρι σφύριξε, το τσάι άρχισε να μυρίζει στον χώρο τσάι Ινδίας.

Ωραία! Τώρα φέρε και μία κούπα από το καλό σερβίτσιο, την κρυστάλλινη αυτές με το χρυσό γύρο τις λατρεύω! Μην τσιγκουνεύεσαι! απαίτησε ο Μήτσος, με πονηρό βλέμμα.

Έχουμε καινούργιο σερβίτσιο, ο Κώστας το έφερε από τη Ρόδο, ωραία φλυτζάνια, θα το λατρέψετε! απάντησε η Καλλιόπη, τυπικά, αλλά άφησε την πρόταση στη μέση όταν ο Μήτσος χτύπησε το τραπέζι.

Θέλω τις παλιές! Όλη μου η ζωή εκεί μέσα είναι, να μου τις φέρεις! Και τις πίτες! Αν δεν θέλει ο Κώστας, τις τρώω εγώ! Και ταυτόχρονα να μου ράψεις και τις κάλτσες. Έχω τρυπίτσα. Βαριέται η κυρα-Λένη, εσύ να τις ράψεις! έγνεψε με ένα γερμανικό ύφος τα δάχτυλα.

Η Καλλιόπη τόσο σοβαρή παιδαγωγός, διανοούμενη, αλλά τώρα τόσο ταπεινωμένη ήδη έπιασε τις κάλτσες προτού το καταλάβει.

Ο Μήτσος πάλι χτύπησε το τραπέζι, αυτή τη φορά με γροθιά και έγινε βουνό θυμού.

Μα τι κάνεις, Καλλιόπη; Δεν είσαι δούλα! Εσύ είσαι η αρχόντισσα του σπιτιού! Η Καλλιόπη που ήξερα ήταν αρχόντισσα, αγέρωχη, γεμάτη αξιοπρέπεια! Παλιά περνούσες από τη γειτονιά και όλα τα σπουργίτια σώπαιναν! Τώρα, όποιος θέλει σου μιλάει ταπεινωτικά και εσύ το δέχεσαι;

Άνοιξε τα χέρια, αναστέναξε, όλα χόρευαν επάνω στο τραπέζι, έτρεμαν τα φλιτζάνια, οι πίτες, όλα μοιάζαν χλωμά.

Γιατί ήρθατε; Γιατί μου τα λέτε αυτά; Δεν αντέχω άλλο. Ο Κώστας Στη στάση, με άλλη τα είδα όλα Έτρεξα με τις πίτες και τα δάκρυα πλέον γινόντουσαν ποτάμια.

Όλα πάγωσαν. Το αεράκι σταμάτησε, το ρολόι σίγησε, ο δρόμος απέξω έγινε βουβός.

Ο Μήτσος αναστέναξε.

Να γιατί βρήκε άλλη ο Κώστας. Παλιότερα έτρεχαν οι μαθητές σου για να τους περάσεις, αλλά εσύ αμετακίνητη, σοβαρή. Παλιά, όταν σε έβλεπα περπατώντας, μέσα μου άναβε φλόγα η κυρα-Λένη όμορφη, μα η ευγένεια σου με αφοπλίζε. Τώρα; Οι φροντίδες έγιναν υπερβολή. Δεν είσαι μάνα του, γυναίκα είσαι! Ταΐζεις, φροντίζεις, νοιάζεσαι όλα, όλα! Ο Μιχάλης έφυγε, ξεσπάς όλο το μητρικό ένστικτο στον Κώστα. Σου έγινε συνήθεια. Κι εκείνος ψάχνει αλλού να νιώσει ζωντανός.

Η Καλλιόπη δεν ήθελε να το πιστέψει. Μήπως όλη της η φροντίδα πήγε χαμένη; Ίσως, το μόνο που κατάφερε ήταν να χάσει την ίδια της την ψυχή

Άφησε το σχολείο εδώ και μία δεκαετία, βολεύτηκε στο να φροντίζει τον Κώστα, χωρίς άγχη και διορθώματα, μόνο τάξη και ησυχία. Κάποτε είχε ιδιωτικούς μαθητές, αλλά όταν ο Κώστας αρρώστησε βαριά, «έφερναν φασαρία» και τους σταμάτησε κι αυτούς.

Κάποτε τραγουδούσε, άκουγε ραδιόφωνο, ζωγράφιζε αλλά ο Κώστας δεν άντεχε τις μυρωδιές απ τα υλικά. Τα κανε όλα στην άκρη, για να είναι εκείνος ήρεμος.

Ύστερα; Μόνο να φροντίζεις, να μαγειρεύεις, να πλένεις, να σιδερώνεις! Αυτό σου έχει μείνει. Πού πήγε η γυναίκα που ήξερες; είπε στο είδωλό της στον καθρέφτη.

Μανικιούρ; Πότε να το κάνει; Νέα ρούχα; Γιατί, αφού δεν βγαίνουν; Παπούτσια με τακούνια; «Που θα βάλεις τακούνια; Θα σου βγουν τα αγγεία!» της έλεγε ο Κώστας κι έπαιρνε και τα παπούτσια στην άκρη.

Οι φίλες σπάνια τη θυμόντουσαν, ο Μιχάλης ερχόταν μήνα παρά μήνα, έτρωγε, έπαιρνε ταπεράκια, δεν έπαιρνε καν τηλέφωνο.

Αυτό ήταν. Τέλος.

Άντε σηκώσου, Καλλιόπη! Δεν είσαι ορφανή, είσαι ακόμα νέα! Άντε, κάνε μια νέα αρχή! είπε ο Μήτσος δυνατά στο τέλος. Οι πίτες σου, πάντως, υπέροχες! Άμα ήμουν στα δεκαοχτώ, θα σε διεκδικούσα! Ορκίζομαι!

Και έφυγε. Η Καλλιόπη έμεινε

Ο Κωνσταντίνος γύρισε αργά, μυρίζοντας ούζο και ακριβό άρωμα.

Σύσκεψη στη δουλειά, άργησα! πέταξε την τσάντα και παραπονέθηκε για τη μέση του. Βάλε λίγο πατατούλες με ούζο, Καλλιόπη, και φτιάξε μου τσάι.

Βάλε μόνος σου. Ή φώναξέ την! Εγώ φεύγω, Κώστα. Σε αποχαιρετώ, του είπε, μαζεύοντας τη βαλίτσα της με μια αξιοπρέπεια που τον πάγωσε.

Και το πουκάμισο; Και το παντελόνι για αύριο; είπε απορημένος.

Η Καλλιόπη χαμογέλασε θλιμμένα.

Μόνος σου, ή ας έρθει εκείνη να στα φτιάξει. Και αντίο, ήρθε η ώρα μου!

Κατέβηκε τις σκάλες, με δυσκολία καθώς η βαλίτσα της έγδαρε το χέρι. Οι τακουνάρες χτύπησαν στα μάρμαρα το φόρεμά της πάλι χάθηκε στο λυκόφως. Ένα ταξί κορνάρισε, πήγε κι αυτό, τέλος.

Ο Κωνσταντίνος έτρεξε στο κλιμακοστάσιο αλλά κόλλησε, η μέση του τον τρύπησε. Τα μάτια του βούρκωσαν.

Καλλιόπη μόλις ψιθύρισε

Πού είσαι, Καλλιόπη; Θα με φρόντιζες, θα μου ζέσταινες τη μέση με μάλλινο σάλι, θα με χάιδευες, θα με έπαιρνες αγκαλιά…

…Φαίη; Εσύ είσαι; ψιθύρισε στο τηλέφωνο αργότερα. Ναι, εγώ είμαι Θυμάμαι ότι δεν παίρνω συνήθως, αλλά η μέση μου, Φαίη Δεν μπορώ να κουνηθώ… Μη με αφήνεις έτσι! Όχι…;

Η Φαίη χνουδωτή στο τηλέφωνο, βιαστικά του είπε να καλέσει ασθενοφόρο, και το έκλεισε. Δεν θα έρθει να τον φροντίσει, να του πλύνει το πουκάμισο, να τον χαϊδέψει. Δεν είναι Καλλιόπη. Καμία σχέση.

Σύρθηκε στην κουζίνα, ψάχνοντας τα ξεραμένα πιτάκια, αναστέναζε. Τούτη δεν ήταν απλώς ήττα. Ήταν καταστροφή που την είχε φτιάξει ο ίδιος με τα χέρια του. Θεέ μου!

Η Καλλιόπη γύρισε το επόμενο απόγευμα· ήρθε μάλιστα με γιατρό και λουλούδια. Έβαλε μόνη της τα τριαντάφυλλα στο κρυστάλλινο βάζο της σαλονιού. Μύριζε ακριβό άρωμα και λίγο τσιγάρο ναι, η Καλλιόπη είχε αρχίσει να καπνίζει κατά μόνας.

Μισό λεπτό, γιατρέ. Μην κάνετε ακόμη την ένεση! παρακάλεσε καθαρά.

Ο Κώστας σφάδαζε· ανακούφιση δεν είχε.

Τι; Τι θέλεις; αγανακτισμένος ο γιατρός.

Μισό λεπτό. Κώστα, τι της έταξες; Κάτι υποσχέθηκες, έτσι δεν είναι; Αυτές δεν έρχονται έτσι εύκολα για παρέα, εσύ για εκείνες είσαι γέρος, έσκυψε πάνω από το ιδρωμένο μέτωπο του άντρα της με ατσάλινη φωνή.

Δεν είμαι γέρος! Είμαι στην καλύτερη ηλικία…!

Σύνταξη! συμπλήρωσε, χαμογελώντας μισάνοιχτα ο γιατρός. Τι της έταξες, λοιπόν; Για να ξέρω!

Θέση. Και μεταπτυχιακό. Αλλά δεν θα πάρει τίποτα! Καλλιόπη, μόνο εσύ! Συγχώρεσέ με! Δεν θα πάρει τίποτα!

Θα πάρει. Είσαι άντρας, κράτησε το λόγο σου. Θα πάρει θέση και μεταπτυχιακό, να μη νιώθει πως νικήθηκε με ντροπή. Κι εσύ, θα φύγεις από την εταιρεία. Θα βρεις αλλού. Και να γνωρίζεις, από Δευτέρα δουλεύω. Το σίδερο στο ράφι, τα πουκάμισα στη λεκάνη. Δεν σε νοιάζει; Χώρισε με. Κατάλαβες τι είπα;

Ο Κώστας ρουθούνισε, έγλειψε τον ιδρώτα απ το μέτωπό του, έγνεψε πως κατάλαβε. Ο πόνος στη μέση του αφόρητος, η Καλλιόπη δεν χαριζόταν, ο γιατρός μαζί της, και ο Μήτσος στη γωνία να γελάει έλειπε μόνο η κυρα-Λένη να σκάσει στα γέλια και να μη τελειώνει η ντροπή του.

Ναι, ναι… κάν το επιτέλους! Να ησυχάσω, ψέλλισε.

Η Καλλιόπη χαμογέλασε. Ο γιατρός ανέλαβε…

Η Φαίη, από την άλλη, ευτυχισμένη. Το διδακτορικό της πέρασε με επιτυχία, πήρε τη θέση που ήθελε όλα χάρη σε αυτό τον άκακο γεροντάκο, τον Κώστα.

Δεν έδωσε ποτέ σημασία ξανά στον Κώστα. Η σύζυγός του είχε ξεκαθαρίσει ότι όλα μπορούσαν να της αφαιρεθούν. Η Φαίη θα διάλεγε άλλον.

Ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε. Όλοι απόρησαν. Εκείνος σιώπησε είπε απλά ότι έδωσε λόγο. Σε ποιον, γιατί, δεν εξήγησε.

Στο αποχαιρετιστήριο γλέντι τους χόρεψε τανγκό με την Καλλιόπη του, στολισμένη με κοσμήματα. Και όπως την κοίταζε… δεν είχε κοιτάξει ποτέ τη Φαίη έτσι. Μα πώς; Γιατί; Τι είχε αυτή η Καλλιόπη;

Απλώς ήταν το παν. Ο αέρας που έπαιρνε ανάσα ο Κώστας όλα αυτά τα χρόνια όπως δεν το καταλάβαινε όταν τον είχε, αλλά τον συνειδητοποιούσε όταν βρέθηκε ξαφνικά μόνος. Και δεν ήταν η μέση του ή η ζεστασιά. Ήταν πως η Καλλιόπη ήταν ακόμη το αδιάβαστο βιβλίο, μυστηριώδες, δύσκολο και γλυκό, όπως οι κατακόκκινες φράουλες του Ιουλίου στη Χαλκιδική, με τις οποίες τάιζε τη νέα του γυναίκα κάποτε στη θάλασσα. Και αυτό το βιβλίο δεν θα το τελειώσει ποτέ, δεν θα φτάσει ποτέ την τελευταία του σελίδα. Εύχεται να είναι έτσι για πάντα.

Η Φαίη, απλώς, δεν ήταν έτοιμη για αυτό το βιβλίο. Ή δεν μπορούσε να το εκτιμήσει. Ή δεν βρήκε ακόμη το δικό της αναγνώστη. Η ζωή θα δείξει…

Oceń artykuł
Το Βιβλίο που Δεν Διαβάστηκε Ποτέ Μέχρι Τέλους