Ξέρεις, φίλη μου, πώς είναι τα πράγματα στα γεράματα Τα παιδιά ξαφνικά θυμήθηκαν πως υπάρχει η μάνα τους, αλλά εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς μου φέρθηκαν.
Όταν ο άντρας μου με άφησε για μία νεότερη γυναίκα, τα παιδιά πήραν το μέρος του. Ξέρεις, ήταν σπουδαίος στη δουλειά του διευθυντής μιας μεγάλης εταιρείας, πολύς κόσμος τον ήξερε και τον σεβόταν. Εγώ όμως; Έμεινα μόνη, ξεχασμένη. Χρόνια ολόκληρα ούτε που μου έλεγαν μια καλημέρα. Όλα μου τα νέα τα μάθαινα τυχαία, από κοινούς γνωστούς. Αυτοί γλεντούσαν μαζί στη Μύκονο, έτρωγαν στα ακριβά εστιατόρια της Γλυφάδας, ταξίδευαν, έκαναν σχέδια. Ο πόνος που ένιωθα κάθε φορά που άκουγα νέα τους, δε λέγεται Σαν να με έσχιζαν κομμάτια γυαλί.
Κάποια στιγμή, είπα στον εαυτό μου ότι πρέπει να ζήσω για μένα. Μάζεψα λίγα ρούχα, κι έφυγα για το εξωτερικό να δουλέψω. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωσα ελεύθερη και δυνατή. Δούλεψα πολύ, μάζεψα αρκετά ευρώ και όταν επέστρεψα στην Αθήνα, ανακαίνισα το σπίτι μου, αγόρασα καινούρια έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές και κράτησα και ένα κομπόδεμα για τα γεράματα.
Στο μεταξύ, τα παιδιά μου παντρεύτηκαν, έκαναν δικές τους οικογένειες. Άκουγα πως όλα πήγαιναν καλά: γάμοι, βαφτίσια, χαρές. Μέχρι που πριν ένα χρόνο ο πρώην άντρας μου έπαθε ανακοπή. Όλη του την περιουσία την άφησε στη νεαρή σύζυγό του. Ο γιος και η κόρη μου έμειναν ξεκρέμαστοι. Και να που ξαφνικά βρήκαν χρόνο για τη μαμά.
Άρχισαν να με επισκέπτονται με σοκολατάκια, φρούτα από τον Μπακάλη, κάτι χαμογελαστές κουβέντες. Φυσικά τους έκανα το καλό πρόσωπο, αλλά μέσα μου ήξερα ότι δεν τους έπιασε ξαφνικά η στοργή. Ο καθένας για τη δουλειά του ήρθε.
Πριν λίγες μέρες, η κόρη μου, η Ελευθερία μόνο στη σύγχρονη Ελλάδα βρίσκεις τέτοια ονόματα άρχισε τα υπονοούμενα: „Μάνα, πρέπει να φροντίζεις για το μέλλον σου, ξέρεις, τα συμβόλαια, τα κληρονομικά…” Μερικές εβδομάδες μετά έσκασε μύτη στο σπίτι η εγγονή μου, η Δανάη, που παντρεύτηκε πέρυσι.
«Γιαγιά, δεν βαριέσαι μόνη σου εδώ πέρα;» με ρώτησε χαμογελαστά.
«Καθόλου, παιδί μου. Εδώ νιώθω μια χαρά», της λέω.
«Μα το σπίτι είναι πολύ μεγάλο», συνέχισε. «Δεν δυσκολεύεσαι να το καθαρίζεις; Μήπως να μετακομίσουμε εδώ με τον άντρα μου να σου κρατάμε παρέα και να γλιτώσουμε και το ενοίκιο στη Νέα Σμύρνη;»
Δεν άντεξα και χαμογέλασα τους είχα διαβάσει σαν ανοιχτό βιβλίο.
«Και ποιος σας είπε ότι δε θα πληρώσετε ενοίκιο;» της είπα ήρεμα. «Θα σας κάνω όμως καλή τιμή, σας το υπόσχομαι.»
Η Δανάη έμεινε να με κοιτάει άφωνη. Περίμενε, φαίνεται, να ανοίξω διάπλατα την πόρτα, να πω „ό,τι έχω και δεν έχω, δικό σας παιδιά μου”. Αλλά εγώ είχα εδώ και καιρό αποφασίσει αλλιώς.
Αρκετά χρόνια πριν έγραψα διαθήκη. Ξεκάθαρα εκεί γράφει ότι μετά το θάνατό μου το σπίτι θα πουληθεί και τα λεφτά θα πάνε σε φιλανθρωπικό ίδρυμα για άρρωστα παιδιά της Ελλάδας. Όταν το έμαθε η Ελευθερία, τρελάθηκε. Τη μια μέρα έκλαιγε, την άλλη ούρλιαζε στο τηλέφωνο πως στερώ το μέλλον των εγγονιών της. Και μετά ήρθε κι ο γιος μου, ο Νίκος, το έφερε από δω, το έφερε από κει, μήπως και συγκινηθώ.
Κανείς όμως δεν κατάλαβε ότι αυτή η ξαφνική αγάπη και ζεστασιά τους δεν είχε να κάνει με μένα, αλλά με το πορτοφόλι.
Γι αυτό σε ρωτάω κι εσένα: εσύ τι θα έκανες; Θα άφηνες την εγγονή να μπει σπίτι σου έτσι απλά; Εγώ λέω πως ήρθε η ώρα να σεβαστούν το „όχι” μου όσο δεν σεβάστηκαν εμένα τόσα χρόνια.





