«Πώς κατάντησες έτσι; Κορούλα μου, δεν ντρέπεσαι; Έχεις χέρια και πόδια, γιατί δεν δουλεύεις;» έλεγαν στη ζητιάνα με το παιδί της

«Μα πώς καταντάει έτσι κανείς; Κοριτσάκι μου, δεν ντρέπεσαι; Έχεις χέρια και πόδια, γιατί δεν δουλεύεις;» ψιθύριζαν στη ζητιάνα με το μωρό.

Η κυρία Ειρήνη Σταματοπούλου περπατούσε αργά ανάμεσα στα ράφια του μεγάλου σούπερ μάρκετ στο Περιστέρι, κοιτώντας τις πολύχρωμες συσκευασίες. Ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα, σαν να ήταν μια μικρή της δουλειά. Δεν είχε ανάγκη να γεμίζει το καλάθι – δεν είχε μεγάλη οικογένεια να φροντίσει. Γι αυτό, κάθε βράδυ, για να ξεφύγει απ τη μοναξιά, χανόταν στη φωτεινή αίθουσα του σούπερ μάρκετ.

Την άνοιξη και το καλοκαίρι τα πράγματα ήταν πιο ανεκτά˙ οι κουβέντες με τις γειτόνισσες στα παγκάκια έπαιρναν τη μοναξιά μακριά. Ο χειμώνας όμως δεν άφηνε περιθώρια, και η Ειρήνη είχε βρει παρηγοριά στις βόλτες της στο νέο σούπερ μάρκετ.

Εκεί είχε πάντα κόσμο, μοσχοβολούσε ο καφές, και απ τα ηχεία ακουγόταν μουσική απαλή. Οι σειρές με τις ζωηρόχρωμες συσκευασίες της θύμιζαν χαρούμενα παιδικά παιχνίδιαένα φως στα μάτια της, ένα μικρό χαμόγελο στην καρδιά.

Έπιασε ένα γιαούρτι φράουλα, μισόκλεισε τα μάτια για να διαβάσει τα μικρά γράμματα, αλλά το επέστρεψε στο ράφι. Γιαούρτι τέτοιο, στα ευρώ της, πολυτέλεια· μα το να κοιτάζεις δεν κοστίζει τίποτε.

Καθώς χάζευε τα ράφια, βυθίστηκε σε αναμνήσεις. Της ήρθαν στο νου ουρές ατελείωτες στα μαγαζιά, τα σκυθρωπά βλέμματα των πωλητριών που διεκδικούσαν μετά μανίας τα δυσεύρετα αγαθά. Θυμήθηκε τα χοντρά γκρι χαρτιά που τύλιγαν τις αγορές της.

Χαμογέλασε μελαγχολικά· σκέφτηκε τα χρόνια που μεγάλωνε την κόρη της. Ήταν πρόθυμη να σταθεί ώρες στην ουρά μόνο και μόνο για να δώσει μια μικρή χαρά στη μονάκριβή της, τη Μαρία Μαρικάκι την φώναζε μικρή. Μόλις η σκέψη της πήγε στη Μαρία, η καρδιά της σκίρτησε. Στάθηκε μπροστά στο ψυγείο με τα ψάρια κάνοντας να στηριχτεί.

Στα μάτια της ήρθε η ζωηρή φατσούλα της Μαρίας με τις φλογερές μπούκλες, τα μεγάλα γκρίζα μάτια της, τις φακίδες στη μύτη και τις γελαστές λακκουβίτσες στα μάγουλα.

«Τι όμορφη που ήταν,» σκέφτηκε πικραμένη η Ειρήνη.

Με το που την είδε ο φούρναρης, αγριοκοίταξε. Προχώρησε γρήγορα να πάρει ένα ψωμί.

Για χρόνια η Μαρία ήταν το φως της ζωής της. Έξυπνο κορίτσι, ώριμη από μικρή. Κι όταν κατάλαβε πως η δουλειά δεν τη γέμιζε, στράφηκε στη δουλειά ως παρένθετη μητέρα. Η Ειρήνη τότε της είπε πως τούτα δεν οδηγούν στο καλό.

Μα στα είκοσι ποια ακούει μάνα; Αν ζούσε ο πατέρας της, θα ήταν όλα αλλιώς. Κι αυτοί, πού βρήκαν το θάρρος να εξωθήσουν ένα τόσο νέο κορίτσι σε τέτοιο δρόμο;

Η Μαρία χαμογελούσε, χάιδευε την κοιλιά της. Η μάνα της όμως, μέσα της, έκλαιγε: «Πώς θα δώσεις το σπλάχνο σου; Εννιά μήνες το χεις κουβαλήσει!»

Μα η Μαρία τα έπαιρνε όλα ελαφρά – «το μόνο που βλέπω είναι μερικά καλά χρήματα», έλεγε.

Ύστερα ήρθαν δύσκολα γεννητούρια, και δεν τα κατάφερε η Μαρία να ζήσει. Τρεις μέρες κράτησε η κόρη της μετά τη γέννα, πριν φύγει για πάντα.

Το μωρό το πήραν αμέσως οι θετοί γονείς του. Κανείς δεν έδωσε στην Ειρήνη δεκάραόλα έγιναν με τη Μαρία.

Έθαψε την κόρη της και έμεινε μόνη. Συγγενείς, φίλους, κανείς πια, σαν να βούλιαξε σε μια λησμονιά. Έτσι ήταν πιο εύκολο.

Πήγε στο τμήμα με τα ψωμιά να φανεί πως κάτι θα αγοράσει. Ακούμπησε τα μικρά ευρώ στη χούφτα της και πήγε στο ταμείο. Είπε μέσα της: «Φτάνει πια για σήμερα, ήρθε η ώρα για το μικρό μου σπίτι». Μέτρησε ακριβώς τα χρήματα που χρειαζόταν, τα έδωσε στην ταμία, τα υπόλοιπα τά 'σφιξε σφιχτά.

Τη νεαρή ζητιάνα την είχε προσέξει η Ειρήνη λίγες μέρες μετά τα εγκαίνια του σούπερ μάρκετ, σχεδόν ένα μήνα πριν. Την πρώτη φορά που παρατήρησε το κορίτσι με το παιδί, ίσως τη συγκίνησε η νεανικότητά της, η υπόκωφη θλίψη στη στάση της ή ο τρόπος που κρατούσε το βρέφος.

«Μα πώς κατήντησε έτσι;» σκεφτόταν η γριά πλησιάζοντάς την. Έριξε στον κουμπαρά το κέρμα που είχε για τη ζητιανιά, και της έπιασε κουβέντα: «Κοπέλα μου, γιατί δεν πας να δουλέψεις; Νέα είσαι ακόμα, υγιής φαίνεσαι μπορείς να εργαστείς».

Η ζητιάνα αναστέναξε: «Ευχαριστώ για το κέρμα, καλή γυναίκα, αλλά άφησέ με στη μοίρα μου. Όσο περισσότερα μαζέψω, τόσο το καλύτερο».

Στενοχωρημένη η γριούλα απομακρύνθηκε. Δεν ήθελε να σταθεί ενοχλητική ή να ηθικολογήσει. Ήξερε να βοηθήσει διακριτικά. Κανείς δεν νοιαζόταν πραγματικά για αυτούς τους φτωχούς· ούτε η αστυνομία, ούτε κοινωνικές υπηρεσίεςη φτώχεια είχε γίνει σχεδόν αόρατη πια.

Στο δρόμο ως το σπίτι, η μορφή της ζητιάνας με το παιδί δεν έφευγε απ το μυαλό της. Τα μάτια της είχαν μια οικειότητα που την τρόμαζε. Προσπάθησε να θυμηθεί, ήξερε πως αυτά τα μάτια κάπου τα είχε ξαναδεί…

Μπήκε σπίτι, έβγαλε τις χαμηλές της μπότες, άνοιξε το φως στην κουζίνα. Κάθισε να πιει το τσάι της, με μια φέτα ψωμί και λίγο παριζάκι.

«Πόσο πεινασμένη θα είναι εκείνη, στο κρύο! Τι ζωή κι αυτή;» σκέφτηκε.

Πήγε στο παράθυρο. Και τότε πάγωσε από τον φόβο: Δύο άντρες αγριωποί έσπρωξαν τη νεαρή με το παιδί μέσα σε ένα αυτοκίνητο.

Η Ειρήνη πανικοβλήθηκε. Σηκώθηκε να καλέσει την αστυνομίαμετά όμως φοβήθηκε πως ίσως να έκανε ζημιά αντί για καλό.

Πλησίασε ξανά στο παράθυρο· η πλατεία μπροστά στο μάρκετ έρημη, δεν έβλεπε το αυτοκίνητο. Αποφάσισε να περιμένει το πρωί.

Η νύχτα πέρασε ανήσυχη. Στα χαράματα είδε ένα όνειρο παράξενο: Η Μαρία της στεκόταν μπροστά στο σούπερ μάρκετ κρατώντας ένα παιδί, γεμάτη παγωνιά. Η Ειρήνη προσπάθησε να την αγκαλιάσει, να τη ζεστάνει, αλλά η Μαρία ψιθύρισε: «Δεν κρυώνω, μάνα». Όταν πήγε να δει το πρόσωπο του παιδιού, αντίκρισε μια μεγάλη κούκλα με ένα μενταγιόν που ήξερε καλά.

Ανασηκώθηκε τρομαγμένη. Ήταν ήδη εννιά. Έτρεξε στο παράθυρο.

Η κοπέλα με το μωρό ήταν πάλι εκεί στο μέρος της. Η Ειρήνη αναστέναξε ανακουφισμένη, έκανε τον σταυρό της.

Έξω η Αθήνα ετοιμαζόταν για Πρωτοχρονιά, αλλά το κρύο ήταν διαπεραστικό, το παιδί θα μπορούσε να παγώσει μέχρι το βράδυ.

Έκοψε γρήγορα ψωμί, έβαλε λίγη γαλοπούλα, έβρασε γλυκό τσάι μέσα σε θερμός και ετοιμάστηκε.

Όταν η νεαρή την είδε να πλησιάζει, προσπάθησε να κρύψει ένα μελανιά απ το μάτι με ένα σάλι.

«Μη φοβάσαι, κοπελάκι μου,» είπε τρυφερά η Ειρήνη προσφέροντας φαγητό, «Θέλω μόνο να σε βοηθήσω».

Η κοπέλα μ ευγνωμοσύνη πήρε τα σάντουιτς και, λίγο παραδίπλα, άρχισε να τρώει λαίμαργα, κοιτώντας αγχωμένη το μωρό, που ξεφώνιζε. Ήπιε το τσάι, σκούπισε τα ψίχουλα και με κλεισίματα ματιού έτρεξε πίσω στην Ειρήνη.

Ευχαριστώ, τώρα θα αντέξουμε ως τις εφτά που θα μας μαζέψουν, είπε.

Ο υπόλοιπος μέρα πέρασε με ξανά-ξανά την Ειρήνη στο παράθυρο, ανήσυχα να κοιτά το θερμόμετρο.

Στις πέντε, αφού ζέστανε λίγη φασολάδα, την έβαλε σε βάζο κι έφυγε για το σούπερ μάρκετ. Περνώντας, άφησε το φαγητό σχεδόν διακριτικά δίπλα στην κοπέλα και μερικά νομίσματα στην τσέπη της, πριν βιαστεί στο εσωτερικό του μαγαζιού.

Εκείνη τη μέρα ήθελε να διαλέξει γαλοπούλα και αγγουράκια τουρσί για τη ρώσικη σαλάτα – το ελληνικό εορταστικό τραπέζι της θα ήταν φτωχικό αλλά όχι άδειο. Περνώντας ξανά απ έξω, εξαφανισμένη η κοπέλα και το βάζο του φαγητού.

«Μάλλον κάπου τρώει ή ζεσταίνεται», σκέφτηκε η Ειρήνη, χαμογέλασε και τράβηξε για το σπίτι.

Άρχισε να ετοιμάζει το τραπέζι: θα έκοβε μεζέδες, θα έβαζε στο φούρνο κυπρίνο, να μυρίσει το σπίτι Πρωτοχρονιά. Ίσως κάποια γειτόνισσα να της έκανε την τιμή να περάσει.

Προς τις δέκα, η Ειρήνη ξανακοίταξε στο παράθυρο. Η νύχτα, στολισμένη με φωτάκια και χιόνι, και κάτω απ τις λάμπες έξω από το σούπερ μάρκετ, σε ένα παγκάκι, αντίκρισε το γνωστό κοριτσίστικο σχήμα να τρέμει απ το κλάμα.

Έτρεξε λαχανιασμένη, σχεδόν όπως ήταν με τις παντόφλες και το σάλι. Έφτασε δίπλα στην κοπέλα, πήρε μια ανάσα και κάθισε δίπλα.

Δεν έχω πουθενά να πάω, ψιθύρισε το κορίτσι.

Η ματιά της Ειρήνης πιάνεται πάνω της, και η ελπίδα φαίνεται στα μάτια της ξένης.

Σας παρακαλώ, φροντίστε το παιδί, είπε, δίνοντας στην Ειρήνη το μικρό τυλιγμένο μωρό, και άρχισε να απομακρύνεται.

Η Ειρήνη κατάλαβε αμέσως τέτοιες αποφάσεις μόνο απ την απόγνωση βγαίνουν, όχι από τη ζωή τη χαρούμενη. Πέταξε πίσω της το σάλι και έτρεξε με όλη τη δύναμη να βρει το κορίτσι, το γύρισε από τον δρόμο.

Τι πας να κάνεις; Έλα, πάμε μαζί σπίτι!

Στο ζεστό της σπιτικό, πήρε το βρέφος, το ξετύλιξε κοντά στο σώμα του καλοριφέρ.

Πώς σε λένε; ρώτησε, αλλά η ερώτηση αιωρήθηκε όταν πρόσεξε το μενταγιόν με το αρκουδάκι στο λαιμό του παιδιού.

Η κοπέλα την είδε να κοιτά και είπε: «Δεν το βγάζω, είναι το μόνο που έχω από τη μαμά μου».

Η Ειρήνη κάθισε αποσβολωμένη· το μενταγιόν της ήταν γνώριμο: το είχε χαρίσει στη Μαρία, τη μέρα που ενηλικιώθηκε. Τότε είχε σπαταλήσει όλες τις οικονομίες της για ένα κόσμημα με συμβολισμό.

Η κοπέλα ζήτησε να κάνει ένα ντουζ, γύρισε πίσω, και η Ειρήνη ήπιε λίγες σταγόνες βαλεριάνα για να συνέλθει.

«Αποκλείεται αυτή να είναι η εγγονή μου;» σκεφτόταν.

Έβαλε το παιδί να κοιμηθεί στον καναπέ, την κοπέλα να φάει έστρωσε τραπέζι με τα καλά της.

Αλεξάνδρα! αναφώνησε αυθόρμητα η Ειρήνη.

Πού το ξέρετε; είπε η κοπέλα ξαφνιασμένη.

Άκουσα να σε φωνάζουν, έριξε αόριστα η Ειρήνη.

Μια σταγόνα ιδρώτα έτρεξε στο μέτωπό της. Δεν είχε αμφιβολία η ίδια είχε βρει τη χαμένη της εγγονή. Σ εκείνο το όνομα είχαν συμφωνήσει οι θετοί γονείς, πριν γεννηθεί το κορίτσι της Μαρίας.

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε και, κοιτάζοντας τα εδέσματα, βούτηξε φαγητό.

Η Ειρήνη την κοίταζε επίμονα, προσπαθώντας να ξεχωρίσει γνωρίσματα.

Για πες, Αλεξάνδρα μου, τι συνέβη στη ζωή σου;

Η κοπέλα μιλούσε χωρίς διακοπή, σαν να θελε να ξεφορτωθεί όλη την πίκρα και την αγωνία.

Μέχρι τα πέντε ζούσε με τον πατέρα και τη μητέρα της – ζωή παραμυθένια, ακόμα και με δικό της πόνυ. Ύστερα οι γονείς χώρισαν. Έμεινε με τη μητέρα, που μια μέρα την άφησε στο ίδρυμα.

Δώδεκα ολόκληρα χρόνια στο ορφανοτροφείο. Βγήκε στον έξω κόσμο με ένα διαμέρισμα που της παραχώρησε το κράτος, μα όταν πήγε, ήταν ήδη κατειλημμένο. Έμεινε για λίγο σε ένα ετοιμόρροπο σπίτι μέχρι να γεννήσει το δικό της παιδί. Εκεί γνώρισε τον Φώτη, έναν υδραυλικό, που όταν έμαθε για το μωρό, εξαφανίστηκε.

Όταν της πήραν το σπίτι, αναγκάστηκε να γυρίζει στους σταθμούς και να ζητιανεύει δίπλα στο μετρό. Ένας τύπος, ο Γιώργος ο Στραβοκάνης, την „προστάτεψε”, με αντάλλαγμα όσα έβγαζε.

Εκεί ζούσε, μαζί με το μωρό, σ ένα υπόγειο με άλλους ζητιάνουςκανονικούς και „ηθοποιούς”, δηλαδή αυτούς που έβαφαν μώλωπες ή παρίσταναν τους αρρώστους.

Τον τελευταίο καιρό η πίεση ήταν αφόρητη˙ της έλεγαν ότι δεν κερδίζει αρκετά, πως το παιδί τους ενοχλεί. Και τούτη τη μέρα, κανείς δεν ήρθε να την πάρει· την παράτησαν μόνη της.

Σας ευχαριστώ, δε θα τα βγάζαμε πέρα τούτη τη νύχτα χωρίς εσάς, είπε χαμηλόφωνα, και αποκοιμήθηκε πάνω στις λέξεις.

Η Ειρήνη την ξύπνησε και της έδειξε που να κοιμηθεί κανονικά, βολεύοντας το παιδί δίπλα της.

Μείνε στην τραπεζαρία, άκουσε τον χαιρετισμό του πρωθυπουργού στην τηλεόραση. Καμία διάθεση να τους αφήσει να ξαναφύγουν· από δω και πέρα θα είναι οικογένεια. Κάποτε θα αποκαλύψει την αλήθεια τώρα απλώς πρέπει να τους προστατέψει, να στηρίξει τη μικρή της εγγονή, να βοηθήσει να μεγαλώσει το παιδί της.

Με το που χτύπησαν τα μεσάνυχτα και είδε τις πρώτες πυροτεχνήματα, η Ειρήνη ήπιε μια σταλιά λικέρ. Πλησίασε στο παράθυρο και χάθηκε στο θέαμα των νιφάδων πάνω στη φωτισμένη Αθήνα.

«Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, για το απρόσμενο δώρο. Αντίο μοναξιά, έχω πάλι οικογένεια.»Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, η Ειρήνη δεν φοβόταν τον νέο χρόνο. Μπήκε ξανά στην κουζίνα όπου κοιμόντουσαν οι δυο ψυχές, και έμεινε να τις κοιτά, να αφουγκράζεται τις ανάσες τους. Ένιωσε τη ζέστη της αγάπης να πλημμυρίζει το φτωχό, αλλά γεμάτο σαλόνι.

Έπιασε τρυφερά το μικρό χεράκι της εγγονής της και παρατήρησε τις λεπτές γραμμές που έσμιγαν με τις δικές της ρυτίδες πάνω στο τραπέζιπαρελθόν και μέλλον μπλεγμένα, ξεπροβάλλοντας από τη σκιά της απώλειας.

Έξω, τα φώτα έσβηναν στα διαμερίσματα κι οι δρόμοι ησύχαζαν. Μέσα, η ελπίδα ξαγρυπνούσε, νέα και παλιά μαζί, μέσα στη θαλπωρή.

Κι εκεί, σιγανά, η Ειρήνη ψιθύρισε, σχεδόν σαν προσευχή:
«Γιε μου, Μαρία μου, να το ξέρετε Κανένα παιδί δεν χάνεται αν υπάρχει κάπου μια καρδιά να το προσμένει».

Και στο τραπέζι, κάτω από τα φώτα που αναβόσβηναν, δυο χέρια και μια μικρή γροθίτσα σφιχτάη αρχή μιας νέας ιστορίας, σε έναν χρόνο που υποσχόταν, για πρώτη φορά, να μην τους βρει μόνες.

Oceń artykuł
«Πώς κατάντησες έτσι; Κορούλα μου, δεν ντρέπεσαι; Έχεις χέρια και πόδια, γιατί δεν δουλεύεις;» έλεγαν στη ζητιάνα με το παιδί της