Δεν θα παραδώσω το σπίτι του

Δεν θα παραχωρήσω το σπίτι του
Γιατί ήρθες;

Η Βαλεντίνη στάθηκε στην είσοδο, δεν έκανε βήμα πίσω. Τα χέρια της ακουμπούσαν τα ξύλινα πλαίσια, σαν να προστάτευαν μια πόρτα, όχι μόνο για ένα δωμάτιο αλλά για μια ολόκληρη ζωή.

Καλησπέρα σας, κυρία Βαλεντίνη Παπαδοπούλου.

Σε ρώτησα, γιατί ήρθες.

Η Μαρία δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε το χαλάκι στην είσοδο, εκείνο το μπλε με τη λευκή μπορντούρα, που ίδια είχε διαλέξει κάποτε στο παζάρι του Μοναστηρακίου. Ακόμα εκεί, φθαρμένο, αλλά όχι ξεχασμένο.

Μπορώ να μπω;

Η παύση κράτησε πολύ. Η Βαλεντίνη δεν κουνήθηκε. Ύστερα, απομακρύνθηκε αργά και πήγε προς την κουζίνα. Αυτό μάλλον λογιζόταν για πρόσκληση.

Η Μαρία μπήκε, έκλεισε την πόρτα πίσω της. Η γνωστή μυρωδιά του σπιτιού ήταν αλλιώτικη, όχι όπως παλιά. Νωρίτερα μύριζε καπνό από το μπουφάν του Γιάννη, που κρεμόταν στον αριστερό γάντζο. Τώρα εκεί κρεμόταν μόνο μια ρόμπα φανέλας κι ένα παλιό σκουφί πλεκτό.

Στην κουζίνα η Βαλεντίνη έκανε φασαρία με το βραστήρα, αν και ήταν προφανές πως δεν σκόπευε να κερνάει. Απλώς ήθελε να κάνει κάτι με τα χέρια της.

Είδα φως στο παράθυρο, είπε η Μαρία. Περνούσα από κάτω.

Στις δέκα το βράδυ;

Το λεωφορείο άργησε. Περίμενα στη στάση.

Η Βαλεντίνη ακούμπησε τον βραστήρα και γύρισε. Την κοίταξε όπως κοιτάνε όσους δεν εμπιστεύονται πια, αλλά δεν έχουν καταφέρει να τους διαγράψουν κιόλας.

Βγάλε το παλτό σου, αφού ήρθες.

Η Μαρία το κρέμασε πρώτα αριστερά, κάτω από το σκουφί. Το σκέφτηκε λίγο, και το άλλαξε δεξιά.

Κάθισαν αντικριστά στο τραπέζι της κουζίνας. Η Βαλεντίνη σέρβιρε τσάι, χωρίς να ρωτήσει κανέναν αν θέλει. Έσπρωξε μια ζάχαρη προς τη Μαρία, ξεροκαταπίνοντας. Αυτές οι κινήσεις ήταν από συνήθεια, σαν το σώμα της να ήξερε τι να κάνει ακόμα όταν το μυαλό αντιστεκόταν.

Τι κάνεις; ρώτησε η Μαρία.

Όπως πάντα. Η Βαλεντίνη αγκάλιασε τη κούπα. Καλά.

Η Μαρία κοίταξε τα χέρια της. Όπως σε όλους στην ηλικία της αρθρώσεις βαριές, κηλίδες από τα χρόνια. Σφίγγανε όμως τη κούπα με υπερβολική δύναμη για το «καλά» και το «όπως πάντα».

Ήθελα να μιλήσω, είπε η Μαρία.

Για τι πράγμα;

Για διάφορα.

Για τα χαρτιά;

Η Μαρία δίστασε.

Όχι μόνο.

Η Βαλεντίνη ήπιε μια γουλιά, άφησε τη κούπα με έναν ήχο που μπορούσε να μη σημαίνει τίποτα, ή να σημαίνει τα πάντα.

Για τα χαρτιά μίλα με τον συμβολαιογράφο. Τα έχω πει όλα.

Ξέρω.

Τότε γιατί τα ξαναφέρνεις.

Δεν το έθεσε σαν ερώτηση, κι η Μαρία δεν απάντησε. Πήρε την κούπα, τη δοκίμασε. Πολύ ζεστή. Την άφησε πάλι στο τραπέζι.

Έξω ψιλόβρεχε, αυτό το Αθηναϊκό φθινοπωρινό ψιλόβροχο που κρεμάει στον αέρα χωρίς να πέφτει. Ο φανοστάτης στην αυλή λίκνιζε τη σκιά του στο περβάζι, μπρος-πίσω.

Η Μαρία ήξερε αυτή την κουζίνα πολύ καλά. Ήξερε ότι στο αριστερό συρτάρι υπήρχαν κορδόνια σακούλας και παλιές μπαταρίες, που ο Γιάννης δεν πετούσε με τίποτα «μπορεί να έχουν ακόμα λίγο», έλεγε. Ήξερε τη γωνία πίσω από το ψυγείο, όπου είχε κυλήσει κάποτε ένα κέρμα κι προσπαθούσαν όλοι μαζί να το βγάλουν με τη βέργα, γελώντας, κι ο Λεωνίδας γελούσε, κι αυτή μαζί τους.

Λεωνίδας. Τρεις μήνες.

Έφερα μαρμελάδα, είπε. Από βανίλιες. Είναι στην τσάντα, εκεί δίπλα στην πόρτα, δεν ξέρω αν την πρόσεξες.

Η Βαλεντίνη κοίταξε προς το χολ, μετά πάλι στο τραπέζι.

Την πρόσεξα.

Ξέρεις, σου αρέσουν οι βανίλιες.

Μου άρεσαν. Πάγωσε. Μ αρέσουν.

Κάτι στο γλίστρημα αυτό ήταν ακριβά χαρακτηριστικό. Σαν η Βαλεντίνη να μην είχε πια ιδέα σε ποιο χρόνο ζει.

Η Μαρία το καταλάβαινε. Κι εκείνη, μιλούσε γι αυτόν στο παρόν, ξαφνικά. Κι έπειτα σταματούσε κι η παύση ήταν τόσο βουβή που καλύτερα να μην είχε ξεκινήσει καθόλου.

Άκουσα πως ήθελες να πας στην Ταμάρα, στη Χαλκίδα, είπε η Μαρία.

Ήθελα… Ακόμα δεν πήγα.

Τι σε κρατάει;

Ε, πελάγωσα…, έκανε μια αόριστη χειρονομία. Με κάτι δουλειές.

Η Μαρία την κοίταζε. Δεν υπήρχαν «δουλειές», το ήξεραν και οι δύο. Υπήρχε το σπίτι, που δεν ήθελε να αφήσει. Υπήρχε ο φόβος να φύγει και να επιστρέψει σε κούφιο. Ίσως κι ο φόβος πως η Ταμάρα θα τη λυπηθεί κι εκείνη δεν ξέρει πώς να διαχειρίζεται τη λύπηση των άλλων.

Κυρία Βαλεντίνη, είπε η Μαρία, και η φωνή της χαμήλωσε, έγινε σοβαρή. Δεν ήρθα για τα χαρτιά. Ειλικρινά.

Ειλικρινά; επανέλαβε η Βαλεντίνη, κι έμοιαζε ασαφές αν πίστευε ή απλώς αντέγραφε τη φράση.

Ξέρω πως με έχεις θυμώσει.

Δεν είμαι θυμωμένη.

Εντάξει.

Αυτό που λέω είναι ότι… δεν καταλαβαίνω. Έχουν περάσει έξι μήνες. Εσένα προχώρα η ζωή σου. Εγώ έμεινα εδώ.

Η Μαρία δεν είπε «κάνεις λάθος» ή «δεν είναι όπως νομίζεις». Απλώς έμεινε σιωπηλή.

Σε είδε η Λίτσα, η γειτόνισσα, στην Πλατεία Καρύτση, σε ένα καφέ, με κάποιον, τον Αύγουστο.

Ήταν συνάδελφος. Δουλεύουμε μαζί σε ένα project.

Συνάδελφος…, το ίδιο και το ίδιο.

Ναι.

Η Βαλεντίνη σηκώθηκε, στάθηκε στο παράθυρο. Έβλεπε τη βροχή, το φως.

Ο Λεωνίδας σ αγαπούσε, είπε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι. Ίσως πιο πολύ απ όσο νόμιζες.

Το ήξερα.

Δεν είμαι σίγουρη.

Η Μαρία έσφιξε τη φλιτζάνα. Κάτι σαν σκιά ταράχτηκε μέσα της, όπως η φλόγα έξω. Ήξερε, αν μιλούσε, θα έλεγε κάτι περιττό. Διάλεξε να σωπάσει.

Δεν λέω ότι είσαι κακή, συνέχισε η Βαλεντίνη, πάντα προς το παράθυρο. Λέω πως είσαι νέα, σαράντα δύο ετών, έχεις όλη σου τη ζωή. Εγώ εξήντα οκτώ, είχα έναν γιο. Έναν.

Το ξέρω.

Και τώρα δεν υπάρχει. Κι έρχεσαι με μια μαρμελάδα.

Τόσο αφοπλιστικά ακριβές, που η Μαρία ένιωσε μέσα της περισσότερη ευγνωμοσύνη απ ότι θα μπορούσε να εξηγήσει.

Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω, παραδέχτηκε. Δεν ξέρω να μιλώ αλλιώς. Ήθελα να έρθω, να πω κάτι. Με τη μαρμελάδα ήταν πιο εύκολο απ το να ρθω με άδεια χέρια.

Η Βαλεντίνη έστρεψε το βλέμμα πάνω της. Την παρατήρησε προσεκτικά.

Έκλαψες πριν μπεις;

Λίγο.

Στη σκάλα;

Ε, ναι.

Κάτι στο πρόσωπο της Βαλεντίνης χαλάρωσε ανεπαίσθητα. Κάθισε ξανά.

Είμαστε και οι δύο κουτές, παραδέχτηκε.

Αυτό ήταν και το πιο ειλικρινές όλης της βραδιάς.

Σώπασαν. Η βροχή έξω δυνάμωσε, τώρα ακούγονταν ξεκάθαρα.

Θέλω να μου πεις, ξεκίνησε η Μαρία, για τη διαθήκη. Τι σε πείραξε πραγματικά. Όχι μέσω δικηγόρου, από σένα.

Η Βαλεντίνη την κοίταξε έκπληκτη, αχνά, σαν να μην περίμενε να της ζητήσει κανείς να μιλήσει πραγματικά.

Είναι το διαμέρισμα, είπε. Το δικό του, αυτό που μαζεύαμε με τον Ηλία χρόνια να το αγοράσουμε. Οκτώ χρόνια. Νέος ήταν ο Λεωνίδας, θέλαμε να χει το δικό του. Εκεί έζησε, εκεί έζησες κι εσύ, δεν το λέω ως κακό. Ήταν δικό του, και τώρα, στα χαρτιά…

Τώρα στα χαρτιά περνάει σε μένα, ψιθύρισε η Μαρία.

Δεν ήσασταν παντρεμένοι.

Εξι χρόνια μαζί ζήσαμε.

Το ξέρω. Η Βαλεντίνη έσφιξε τα χέρια της. Αλλά φαντάζομαι πως θα θελε να έχω λόγο. Θα ήθελε να μην είμαι απ έξω.

Ο ίδιος έκανε τη διαθήκη, κυρία Βαλεντίνη. Ο ίδιος.

Το ξέρω… Μπορεί να έκανε και καλά. Δεν ξέρω πια. Την πρώτη περίοδο ήμουν πολύ θυμωμένη. Τώρα δεν είμαι, απλώς δεν το καταλαβαίνω.

Τι ακριβώς;

Γιατί το κρατάς; Είπες της κόρης της Λίτσας πως σκέφτεσαι να φύγεις. Πως είναι πολύ μεγάλο για σένα μόνη. Τότε γιατί το κρατάς;

Η Μαρία τη κοίταξε.

Το είπα εκείνο το καλοκαίρι, τότε που δεν στεκόμουν στα πόδια μου. Δεν ξέρω τι θα κάνω ακόμα.

Αν το πουλήσεις… ξεκίνησε η Βαλεντίνη.

Δεν σκέφτομαι να το πουλήσω.

Αν ποτέ το κάνεις, θα μου το πεις; Όχι σε ξένους, σε μένα;

Εκεί η Μαρία κατάλαβε πως αυτό ήταν το βασικό. Όχι τα τετραγωνικά, όχι τα λεφτά. Να μην γίνει ξένη. Να έχει το δικαίωμα να ξέρει πρώτη. Να κρατηθεί μια κλωστή με το παιδί μέσα από αυτή την άλλη γυναίκα, που έζησε στο σπίτι του, μαγείρευε στην κουζίνα του, τον ήξερε αλλιώς, κάτι που ούτε λησμονάται ούτε αφαιρείται.

Θα στο πω πρώτη, υποσχέθηκε η Μαρία.

Η Βαλεντίνη ένευσε. Μια φορά, κοφτά. Έβαλε ακόμα λίγο τσάι.

Έφαγες σήμερα; ρώτησε.

Από το πρωί.

Από το πρωί… Σηκώθηκε, άνοιξε το ψυγείο χωρίς να ρωτήσει. Έχω σουπίτσα, με φιδέ. Θες;

Θέλω.

Όσο η Βαλεντίνη ζέσταινε τη σούπα, η Μαρία τη κοίταζε στην πλάτη. Σκεφτόταν πως αν η ζωή είχε έρθει αλλιώς, ίσως να ήταν πιο κοντά. Ίσως πήγαιναν μαζί στα εξοχικά, μοιράζονταν γιορτές, τηλεφωνιόντουσαν χωρίς αφορμή. Ίσως πάλι όχι. Ίσως έμεναν πάντα επιφυλακτικές, όχι αρκετά ίδιες για να γίνουν πραγματικά κοντινές, ούτε τόσο ξένες για να είναι αδιάφορες.

Η σούπα ήταν καλή. Απλή. Καρότο, λίγο κρεμμύδι, φιδές, λίγο μαϊντανό. Έτσι όπως φτιάχνεις αν μαγειρεύεις για σένα, όχι για φιλοξενία, όταν νοιάζεσαι μα δε διαφημίζεις το νοιάξιμο.

Καλή είναι, είπε η Μαρία.

Μη με υπερθεματίζεις.

Αλήθεια.

Η Βαλεντίνη έτρωγε σιωπηλή. Ύστερα, χαμηλόφωνα, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα:

Σε έψαχνε στο νοσοκομείο, το ξέρεις;

Η Μαρία σταμάτησε.

Τι;

Είχα φύγει για συνέδριο, τον Απρίλιο είπες. Μπήκε για εξετάσεις. Εγώ πήγαινα και με ρωτούσε πότε θα γυρίσεις. Του λεγα, δεν ξέρω. Μου λέγε, αυτή σήμερα θα ρθει. Μετά αύριο. Μετά μεθαύριο.

Η Μαρία άφησε το κουτάλι.

Γύρισα την επόμενη απ όταν το έμαθα.

Το ξέρω. Η Βαλεντίνη την κοίταξε, δίχως επιτίμηση. Δεν στο λέω για να σε μαλώσω. Για να ξέρεις. Να το ξέρει κάποιος ακόμα πέρα από μένα.

Ήταν ειλικρίνεια. Η Μαρία ένιωσε ξηρασία στο στόμα παρότι μόλις είχε φάει. Πήρε την κούπα, το τσάι είχε κρυώσει.

Δεν μου έλεγε πως φοβόταν, είπε. Πίστευα ότι τα παίρνει όλα ήρεμα. Ότι προτιμά να μην αγχώνομαι δίπλα του.

Δεν του άρεσε να τον λυπούνται.

Αυτό ακριβώς. Νόμιζα ότι έπραττα σωστά.

Μπορεί και να κανες, είπε η Βαλεντίνη, μαζεύοντας τα πιάτα. Μπορεί και όχι. Ποιος να ξέρει.

Το «ποιος να ξέρει» έμεινε βαρύ στην ησυχία τους.

Η Μαρία βοήθησε να μαζέψουν. Στάθηκαν και οι δύο στον νεροχύτη η Βαλεντίνη ξέπλενε, η Μαρία σκούπιζε. Ήταν τόσο καθημερινό που ίσως σκέφτονταν το ίδιο, χωρίς να το λένε.

Μετά ξανακάθισαν. Η Βαλεντίνη έφερε μπισκότα από τον μπουφέ. Όχι τα καλά, τα υπόλοιπα από τη σακούλα, σπασμένα, τα συνηθισμένα απ το σούπερ μάρκετ στη γωνία.

Η Λίτσα λέει να γραφτώ σε κάποιο σύλλογο, είπε η Βαλεντίνη. Οι συνταξιούχες ζωγραφίζουν ακουαρέλα στο πολιτιστικό, κάθε Πέμπτη.

Θες;

Δεν ξέρω. Μου φαίνεται αστείο.

Γιατί να είναι αστείο;

Στην ηλικία μου…

Η ηλικία σου είναι ακριβώς η ώρα.

Η Βαλεντίνη χαμογέλασε σαρκαστικά.

Σαν κοινωνική λειτουργός το λες.

Σαν να σαι εκατό χρονών κάνεις.

Εξηνταοκτώ είμαι.

Ε, όχι και εκατό!

Η Βαλεντίνη πήρε μπισκότο, μασούλησε.

Όλη μου τη ζωή έτρεχα. Ο Ηλίας, μετά ο Λεωνίδας, μετά η δουλειά, ύστερα τα εγγόνια που δεν ήρθαν ποτέ. Δεν ξέρω να κάθομαι έτσι. Η ακουαρέλα είναι για να περνάει η ώρα.

Ίσως πρέπει να μάθεις.

Εύκολο να το λες.

Το αντίθετο. Δύσκολο και να το ομολογείς.

Η Βαλεντίνη την κοίταξε.

Εσύ, θα πας σε σύλλογο;

Όχι. Αλλά δυσκολεύομαι κι εγώ να γεμίσω τον χρόνο. Έχω δουλειά, φίλες, όλα τα τυπικά και πάλι, μπαίνω σπίτι και δεν ξέρω τι να κάνω. Κάθομαι και περιμένω να μπει εκείνος, να πει κάτι ασήμαντο, κι όλα να μπουν στη θέση τους.

Σιγή.

Ήξερε να λέει ασήμαντα, είπε η Βαλεντίνη.

Ήξερε.

Θα ερχόταν και θα λεγε: «Μάνα, όταν ήμουν μικρός νόμιζα οι κουκουβάγιες έκαναν «κούκου» απ τις κουβέρτες». Τι είναι η κουβέρτα, ε; Πού το βρήκε αυτό;

Εμένα μού έλεγε πως στα μογγολικά ο ελέφαντας λέγεται «Ζααν», και γελούσε γιατί ακούγεται σαν «ζανάζω».

Η Βαλεντίνη γέλασε. Σύντομα, σχεδόν άθελά της.

Θεέ μου. Από πού τα παιρνε, λες;

Πολύ διαβασμένος.

Από πέντε χρονών με τα βιβλία. Δεν έφευγε από το τραπέζι.

Μου έδειξε φωτογραφία, στης Ταμάρας στο εξοχικό. Αυτός με το βιβλίο κι όλοι οι άλλοι γύρω παίζουν.

Θυμάμαι εκείνο το σπίτι. Ο Ηλίας όλη μέρα στο μποστάνι. Ο Λεωνίδας διάβαζε. Αναρωτιόμουν τότε, τι παιδί είναι αυτό. Μετά το συνήθισα.

Τι διάβαζε τότε;

Για καπετάνιους, θάλασσες. Θάλασσα δεν είχε δει ποτέ. Στα δεκαέξι πήγε πρώτη φορά. Στεκόταν και κοίταζε με τις ώρες. Ο Ηλίας: «Ε, πως σου φαίνεται, επιτέλους;» «Δεν είναι όπως το φανταζόμουν», απαντάει. «Στα βιβλία φαινόταν μεγαλύτερη».

Η Μαρία χαμογέλασε. Την ίδια ιστορία της είχε πει και ο Λεωνίδας, διασκευασμένη κιόλας, μα πάντα αναγνωρίσιμη. Ποια να ήταν η έγκυρη; Ή μήπως καμία, κι όλα γίνονταν μύθος με τον καιρό.

Μου μιλούσε συχνά για τον Ηλία, είπε. Του έλειπε.

Ο Ηλίας, ο Παπαδόπουλος, είχε φύγει πριν έξι χρόνια, λίγο πριν γνωριστούν η Μαρία και ο Λεωνίδας. Δεν γνωρίστηκαν ποτέ.

Ναι, απάντησε λιτά η Βαλεντίνη. Του έλειπε.

Εσένα σου λείπει;

Κάθε μέρα. Χωρίς παράπονο, μόνο αποδοχή. Συνήθισα, αλλά μου λείπει. Δεν αντιφάσκει αυτό.

Όχι, δεν είναι αντίφαση, παραδέχτηκε η Μαρία.

Σταμάτησαν πάλι.

Πες μου για αυτόν μικρό, ζήτησε η Μαρία. Δεν ξέρω πολλά, δεν του άρεσε να μιλάει για παιδικά.

Η Βαλεντίνη την κοίταξε απορημένη.

Γιατί το θες;

Θέλω να ξέρω, όσο υπάρχει κάποιος που μπορεί να πει.

Ήταν απότομα ειλικρινές, αλλά δεν το πήρε πίσω.

Η Βαλεντίνη σώπασε πολύ ώρα. Ύστερα σηκώθηκε, πήγε στο δωμάτιο. Άκουσε η Μαρία να ανοιγοκλείνει συρτάρια, να μετακινείται κάτι βαρύ. Επέστρεψε με ένα κουτί από χαρτόνι, σαν τα παλιά που φυλάς χρόνια πάνω-πάνω στη ντουλάπα.

Όλα δικά του. Τον Σεπτέμβρη τα τακτοποίησα. Κάποια τα χάρισα, αυτά τα κράτησα.

Άνοιξε το κουτί. Μέσα παιδικά τετράδια, μικρά παιχνίδια, ζωγραφιές. Η Μαρία πήρε προσεκτικά ένα τετράδιο. Πρώιμα γράμματα, παιδικά, με το όνομα «Λεωνίδας Παπαδόπουλος, Β Δημοτικού».

Παναγία μου…, ψιθύρισε.

Αυτό ακριβώς, είπε η Βαλεντίνη. Έτσι λέω κάθε φορά.

Τα ξεφύλλιζαν μαζί. Η Βαλεντίνη διηγούνταν, η Μαρία άκουγε. Για τότε που προσπάθησε να σταθεί με το κεφάλι κάτω, πώς γύρισε μια βδομάδα με καρούμπαλο, πώς έφερε μια γάτα στο σπίτι, ο πατέρας δυσανασχέτησε, μετά τη συμπάθησε, η γάτα κάποια στιγμή έφυγε από μόνη της κι ο Λεωνίδας το πήρε σαν κάτι φυσικό. Για τότε που στα δεκατέσσερα είπε πως θα γίνει προγραμματιστής, γιατί δεν τρέχουν στους δρόμους και μπορούν να δουλεύουν με παντόφλες.

Με παντόφλες και δούλευε.

Τον λόγο του τον κράτησε.

Ναι.

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα όταν η Μαρία κοίταξε το ρολόι.

Πρέπει να φύγω. Το τελευταίο λεωφορείο φεύγει σε λίγο.

Μείνε, είπε ξαφνικά η Βαλεντίνη, σχεδόν ενοχλημένη απ τον εαυτό της που το είπε. Ο καναπές στο δωμάτιο… Θα ετοιμάσω τα σεντόνια.

Μη σε φέρω σε δύσκολη θέση.

Δύσκολα ποιον;

Η Μαρία την κοίταξε. Η Βαλεντίνη κοιτούσε μακριά, σαν το στόμα να πρόλαβε τη λογική.

Εντάξει, απάντησε ήρεμα. Ευχαριστώ.

Ενώ η Βαλεντίνη άπλωνε σεντόνια, η Μαρία έπλενε ποτήρια. Στεκόταν στο παράθυρο και έβλεπε το νυχτερινό καθρέφτισμα της κουζίνας στο τζάμι. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί αυτό το βράδυ τρεις μήνες πριν. Αυτή τη σούπα, αυτά τα τετράδια, αυτό το «μείνε».

Σκέφτηκε ότι με τους συγγενείς, μετά την απώλεια, κάτι πάντα μένει μετέωρο που δεν το χωράνε οι λέξεις ή οι συμβολαιογράφοι. Το μόνο που μένει είναι να έρθεις, με τη μαρμελάδα σου ή τα χέρια άδεια, και να περιμένεις, μέχρι να γίνει κάτι που μπορείς να αντέξεις.

Δεν ήξερε αν θα γινόταν. Αλλά ένιωθε πως κάτι απόψε κινήθηκε.

Το δωμάτιο ήταν το ίδιο που είχε μείνει κάτι διανυκτερεύσεις στην αρχή, όταν ερχόταν με τον Λεωνίδα. Ο καναπές ο ίδιος, λίγο βαθουλωμένος στη μια άκρη, με το καρώ ριχτάρι που η Βαλεντίνη ονόμαζε «καφέ» αλλά ήταν πιο πολύ τερακότα. Η Μαρία ξάπλωσε, σκεπάστηκε, κοίταξε το ταβάνι.

Στη βιβλιοθήκη πάνω από το κρεβάτι βιβλία, κυρίως του Ηλία, φθαρμένα, παλιά, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Η Λωξάντρα», ιστορία. Μια λεπτή, άσχετη στην παρέα τους. Η Μαρία πλησίασε: «Γράμματα από το Πουθενά», άγνωστος συγγραφέας. Δεν την είχε διαβάσει. Την άνοιξε στην πρώτη σελίδα, με στυλό, γραφέας ο Λεωνίδας, χέρι που θα γνώριζε ανάμεσα σε χίλια: «Στη μαμά, για τα γενέθλιά της. Διάβαζέ το αργά. Σ αγαπώ».

Η Μαρία έκλεισε το βιβλίο.

Το ξανάβαλε στη θέση του.

Κοίταζε την ράχη του πολλή ώρα στο ημίφως.

Απ το διπλανό δωμάτιο ακούγονταν μόνο βήματα, κάποιο ξύλινο πάτωμα που έτριζε, ο ήχος της βρύσης. Η ζωή που συνεχιζόταν, μικρή, επίμονη ζωή.

Το πρωί, η Βαλεντίνη έβρασε κουάκερ. Η Μαρία βγήκε στην κουζίνα, εκείνη της είπε «κάτσε» και έβαλε μπροστά της ένα πιάτο με βρώμη. Ως συνοδευτικό ένα ποτήρι πορτοκαλάδα, από αυτές που δεν θα το περίμενες ποτέ. Εξω, γκρίζο πρωινό Οκτώβρη, βρεγμένη πόλη, κλαδιά γυμνά.

Πότε πιάνεις δουλειά; ρώτησε η Βαλεντίνη.

Δέκα. Έχω χρόνο.

Θα προλάβεις, κοντά είναι. Ανακάτευε τη δικιά της κουάκερ. Με το μετρό θα πας;

Ναι.

Τρίτη στάση, θυμάμαι.

Το θυμάσαι; ρώτησε ελαφρά έκπληκτη η Μαρία.

Ο Λεωνίδας το έλεγε. Κοφτά, χωρίς εξήγηση.

Η Μαρία έτρωγε τη βρόμη. Αλμυρή, με βούτυρο, όπως έτρωγε μικρή, μέχρι να συνηθίσει τη γλυκιά. Αυτή όμως είχε κάτι από επιστροφή στο σπίτι.

Θέλω να σου δείξω κάτι, είπε η Βαλεντίνη, φέρνοντας έναν φάκελο. Το βρήκα στα πράγματά του, από στρατιωτική άσκηση. Δεν υπηρετούσε στρατό κανονικά, στο πανεπιστήμιο πήγε εκπαίδευση και μου έγραφε. Στο δείχνω για να το δεις, μόνο. Όχι να το πάρεις.

Η Μαρία πήρε το γράμμα, τρεις σελίδες μικροσκοπικά γράμματα. Το διάβασε αργά, όπως έγραφε το βιβλίο στο ράφι.

Ο Λεωνίδας μιλούσε για τον πρωινό ατμό έξω από τα παραπήγματα της Εκπαίδευσης, έναν παλιό πλάτανο που έστεκε ακίνητος, για το πόσο αλλάζουν όλα γύρω μα κάτι μένει σταθερό. Ήθελε να γυρίσει, να φάει πίτες της μάνας του. Του έλειπε ησυχία του δωματίου του.

Ένας άλλος Λεωνίδας, πιο άγουρος, ευάλωτος.

Να το φωτογραφίσω; ρώτησε η Μαρία σιγά. Μόνο για μένα.

Η Βαλεντίνη την κοίταξε:

Πάρ το. Δικό σου.

Εσύ το χρειάζεσαι.

Μαρία πρώτη φορά όλη νύχτα την είπε με το όνομά της πάρε το.

Η Μαρία έκλεισε το γράμμα, το έβαλε στο φάκελο, τον κράτησε στην τσάντα. Ένιωσε να χρωστάει μια κουβέντα, αλλά δεν βρήκε και δεν αναζήτησε.

Μαζί έπλυναν τα τελευταία πιάτα. Η Βαλεντίνη ξέβγαλε, η Μαρία σκούπισε, αυτή τη φορά το ένιωσε πιο εναρμονισμένο.

Πήγαινε τελικά στην Ταμάρα στη Χαλκίδα, είπε η Μαρία. Το σπίτι δεν θα φύγει. Η Ταμάρα περιμένει.

Με πήρε τηλέφωνο, ομολόγησε η Βαλεντίνη. Έλεγε ότι την ξεχνάω.

Πήγαινε λοιπόν.

Θα δούμε.

Κυρία Βαλεντίνη…

Είπα, θα δούμε.

Η Μαρία στέγνωσε το πανί.

Μπορώ να έρχομαι; ρώτησε σιγά. Όχι συχνά. Αλλά πού και πού.

Η Βαλεντίνη έκλεισε τη βρύση, έπιασε την πετσέτα, την κράταγε λίγο.

Να έρχεσαι, είπε. Θα βράζω σούπα.

Με φιδέ;

Θες με τραχανά;

Ο φιδές καλός είναι.

Δεχτήκαμε.

Η Μαρία ντύθηκε. Η Βαλεντίνη την αποχαιρέτησε στην πόρτα. Η Μαρία πήρε το παλτό, σταμάτησε λίγο πριν φύγει.

Εκείνο το βιβλίο, στην βιβλιοθήκη. Σου το είχε γράψει ο Λεωνίδας. Το διάβασες;

Το ξεκίνησα. Παύση. Αργά το πάω.

Είχε γράψει «διάβαζε αργά».

Το είδα. Σταμάτησε λίγο. Με ήξερε.

Η Μαρία ένευσε, άνοιξε την πόρτα.

Αντίο.

Αντίο, είπε η Βαλεντίνη.

Η πόρτα έκλεισε. Η Μαρία άκουγε τον ήχο του κλειδιού με καθυστέρηση.

Στη σκάλα μύριζε υγρασία και μπογιά. Το φως στο δευτέρο έκαιγε, τρεμόπαιζε μα δεν έσβηνε. Η Μαρία κατέβαινε ήρεμα.

Έξω, η πόλη έβρεχε ακόμα. Ο κόσμος πήγαινε για δουλειά, ταξί έτρεχαν, περιστέρια έψαχναν ψίχουλα. Όλα ίδια, όλα ανεπηρέαστα και ταυτόχρονα σαν να είχαν αλλάξει τα πάντα.

Προχωρούσε ως το μετρό. Σκεφτόταν: η συμφιλίωση δεν έρχεται σε μία στιγμή, ούτε είναι απόφαση. Ίσως είναι αυτό. Σούπα. Τετράδια. Μια νύχτα σε ξένο καναπέ. Πετσέτα στα χέρια. Ένα γράμμα στον πάτο της τσάντας.

Δεν ήξερε τι θα γίνει. Δεν ήξερε καν τι θα είναι με τη Βαλεντίνη από εδώ και πέρα: ούτε πεθερά, ούτε φίλες. Κάτι που κρατιέται στην κοινή μνήμη και στην κοινή αγάπη για τον ίδιο άνθρωπο όχι αρκετό για να τις ενώσει, αλλά ούτε για να τους χωρίσει.

Στη τσάντα έμεινε το γράμμα. Αποφάσισε να το διαβάσει το βράδυ, στο σπίτι.

Μπήκε στο μετρό. Οι πόρτες άνοιξαν, έκλεισαν. Το τρένο ξεκίνησε.

Μερικές στάσεις πριν την έξοδο, έβγαλε το κινητό και έγραψε στη Βαλεντίνη στο viber: «Έφτασα καλά. Ευχαριστώ για τη βρώμη».

Η απάντηση ήρθε μετά από είκοσι λεπτά. Την ώρα που φορούσε τη ρόμπα της στη δουλειά, σκεφτόταν το meeting:

«Παρακαλώ. Έβαλα τη μαρμελάδα στο ντουλάπι».

Η Μαρία διάβασε, έβαλε κινητό στην τσάντα. Έβγαλε το παλτό.

Στο διάδρομο κάποιος γέλασε δυνατά, χωρίς λόγο. Από το παράθυρο, λίγο ουρανός, σχεδόν λευκός. Η Μαρία σκέφτηκε ότι το απόγευμα ίσως ανοίξει ο καιρός. Ίσως και όχι. Οκτώβρης είναι.

Πήγε στη σύσκεψη.

Το απόγευμα της Παρασκευής, τρεις μέρες μετά, πήρε τηλέφωνο η Βαλεντίνη. Η Μαρία ζέσταινε φακές και άργησε να απαντήσει.

Φεύγω στη Χαλκίδα, στην Ταμάρα, είπε η Βαλεντίνη, χωρίς χαιρετισμό. Το Σάββατο το πρωί.

Εντάξει.

Για δέκα μέρες.

Καλά.

Παύση.

Σε ενόχλησα;

Όχι. Χαίρομαι.

Ε, λοιπόν… παύση. Μαρία.

Ναι;

Στο ράφι, στο δωμάτιο που κοιμήθηκες. Πάρε κι εκείνο το βιβλίο, όταν ξανάρθεις. Του Λεωνίδα ήταν. Ας μείνει δικό του.

Η Μαρία στεκόταν με τη κουτάλα στο χέρι, το φαγητό βράζει.

Εντάξει, θα το πάρω.

Αυτά. Πάω να ετοιμάσω βαλίτσα.

Καλή διαμονή.

Ευχαριστώ.

Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν ανάγκη να γεμίσει.

Αντίο, είπε η Βαλεντίνη.

Αντίο.

Η Μαρία κατέβασε την κουτάλα. Κοίταξε από το παράθυρο, φωτισμένοι ήδη οι στύλοι.

Σε κάποιο σπίτι στη Χαλκίδα η Ταμάρα ετοίμαζε τραπέζι. Στο ράφι, στο παλιό δωμάτιο, ένα βιβλίο με αφιέρωση «Διάβαζε αργά. Σ αγαπώ». Στο άγνωστο ντουλάπι, ένα βάζο μαρμελάδα από βανίλιες.

Αυτά τελικά μένουν. Όχι του συμβολαιογράφου. Όχι τα τετραγωνικά και τα χαρτιά. Αυτά: Μαρμελάδα σε ξένη κουζίνα. Ένα γράμμα. Μια κουβέντα άκαιρη, που καρφώνεται εκεί που πρέπει.

Η Μαρία σήκωσε κουτάλα και ανακάτεψε τις φακές.

Oceń artykuł
Δεν θα παραδώσω το σπίτι του