Στο σπίτι των Χατζήδων υπήρχε πάντα μυρωδιά καθαριότητας και ακριβών αρωμάτων. Η οικοδέσποινα, η Μαριάνθη, ήταν η επιτομή της τελειότητας. Στα σαράντα πέντε της έδειχνε δέκα χρόνια νεότερη, διατηρούσε ένα δημοφιλές μπλογκ μαγειρικής με πάνω από ένα εκατομμύριο συνδρομητές και ήταν παντρεμένη με τον Νεκτάριο επιτυχημένο αρχιτέκτονα στην Αθήνα.
Είχαν δύο παιδιά: τον Νίκο, δεκαέξι ετών, αρχηγό της σχολικής ποδοσφαιρικής ομάδας, και την Ισμήνη, δωδεκάχρονη αριστούχα. Από έξω, η ζωή τους θύμιζε διαφήμιση ασφαλιστικής εταιρείας.
Μαριάνθη, δεν ξέχασες ότι σήμερα έχουμε δείπνο με τους συνεργάτες μου; είπε ο Νεκτάριος, κουμπώνοντας τους μανικετόκουμπούς του, μπροστά στον καθρέφτη της εισόδου. Βάλε το μπλε φόρεμα. Και πες σε αυτόν τον Νίκο να αφήσει τα εξυπνακίστικα στο τραπέζι.
Η Μαριάνθη, διορθώνοντας το πέτο του σακακιού του, χαμογέλασε αυτόματα:
Εννοείται αγάπη μου. Όλα θα είναι τέλεια.
Ο Νεκτάριος έφυγε, κλείνοντας με δύναμη την πόρτα του ακριβού SUV. Η Μαριάνθη έμεινε στην είσοδο. Το χαμόγελό της «πάγωσε» σε μια άψυχη μάσκα. Κοίταξε τα χέρια της έτρεμαν.
Η πόρτα του δωματίου της Ισμήνης χτύπησε. Η μικρή εμφανίστηκε με την τσάντα στον ώμο, το πρόσωπό της γκρίζο και κουρασμένο.
Μαμά, πονάει πάλι το κεφάλι μου. Να μη πάω σήμερα σχολείο;
Ισμήνη μου, ξέρεις πως ο μπαμπάς θα στεναχωρηθεί. Μας θέλει πάντα άριστους. Πάρε ένα ντεπόν και πήγαινε, κορίτσι μου. Να είσαι καλή.
Η Ισμήνη την κοίταξε μ’ ένα τρομακτικά ώριμο βλέμμα και βγήκε σιωπηλή από το σπίτι.
Πριν καλά καλά περάσει το μεσημέρι, τη Μαριάνθη πήραν τηλέφωνο από το σχολείο. Ο Νίκος είχε τσακωθεί ξανά. Στο γραφείο του διευθυντή η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Ο γιος της καθόταν στην καρέκλα, το ένα πόδι πάνω στ άλλο, με ματωμένο χείλος και παγωμένο βλέμμα.
Κυρία Χατζή, αναστέναξε ο διευθυντής, ο Νίκος είναι παιδί με δυνατότητες, αλλά αυτή η επιθετικότητά του Χτύπησε συμμαθητή του για κάτι ασήμαντο. Αν ξανασυμβεί, θα χρειαστεί να συζητήσουμε αποβολή.
Η Μαριάνθη οδήγησε τον γιο της σπίτι, χωρίς να μιλά. Τελικά, ρώτησε:
Γιατί το έκανες, Νίκο; Ο μπαμπάς θα γίνει έξαλλος. Έχει σήμερα σημαντικό συμβόλαιο.
Ο Νίκος έστρεψε απότομα το βλέμμα:
«Ο μπαμπάς θα θυμώσει». «Ο μπαμπάς θα στεναχωρηθεί». «Τι θα πει ο μπαμπάς». Μαμά, ακούς τι λες; Δεν σε νοιάζει το γιατί, μόνο να μη χαλάσει η εικόνα. Να είναι τέλεια στο μπλογκ σου!
Θέλω απλά μια κανονική οικογένεια…
Δεν έχουμε οικογένεια! φώναξε ο Νίκος. Έχουμε θέατρο, όπου σκηνοθέτης είναι ο μπαμπάς κι εμείς τα σκηνικά. Ξέρεις γιατί η Ισμήνη δεν κοιμάται τα βράδια; Τρομάζει μόλις ακούει τα βήματά του στον διάδρομο, φοβάται να τσεκάρει πάλι τις ασκήσεις της και να ουρλιάζει για τα γράμματά της. Κι εσύ φτιάχνεις τα ρημάδια τα κέικ και χαμογελάς!
Η Μαριάνθη κράτησε σφιχτά το τιμόνι. Τα λόγια του της έκαναν πιο πολύ κακό απ ό,τι οι σπάνιες σφαλιάρες του Νεκτάριου, όταν «τον έφτανε στα άκρα με τις χαζομάρες της».
Το βράδυ το σπίτι έλαμπε. Το τραπέζι ήταν αψεγάδιαστα στρωμένο. Το μπλε της φόρεμα στη Μαριάνθη ταίριαζε τέλεια. Οι προσκαλεσμένοι συνεργάτες του Νεκτάριου με τις συζύγους τους σχολίαζαν θετικά τη διακόσμηση και τα μεζεδάκια.
Νεκτάριε, είστε τυχερός! πετούσε ένας επιχειρηματίας γελώντας. Τέτοια νοικοκυρά, πανέμορφη σύντροφος και παιδιά διαμάντια.
Ο Νεκτάριος γελούσε αυτάρεσκα, περνώντας το χέρι στη μέση της Μαριάνθης, παντα με μια πιεστική λαβή η δική του μέθοδος επιβολής.
Το μυστικό της επιτυχίας είναι η τάξη. Απ το σπίτι ξεκινάνε όλα, καμάρωνε.
Η Ισμήνη καθόταν σιωπηλή, ανακατεύοντας τη σαλάτα με το πιρούνι. Ο Νίκος δήθεν αδιάφορος, δεν άνοιγε ούτως ή άλλως το στόμα του.
Ισμήνη, πες στον κύριο Στέφανο για τη διάκρισή σου στην Ολυμπιάδα μαθηματικών, είπε ο Νεκτάριος, με μαλακή αλλά επιτακτική φωνή.
Η μικρή τον κοίταξε, τα χείλη της έτρεμαν.
Δεν νίκησα, μπαμπά… Τρίτη βγήκα.
Η σιγή πλάκωσε το τραπέζι. Ο Νεκτάριος άφησε αργά το κρασί.
Τρίτη; Είχαμε συμφωνήσει. Δούλευες όλο το καλοκαίρι.
Νεκτάριε, άστο για τώρα, προσπάθησε ν αποφορτίσει η Μαριάνθη.
Πότε; Όταν γίνει κι αυτή «μέτρια», όπως όλοι; Δεν επιβλέπεις το διάβασμα, Μαριάνθη. Μάλλον οι συνταγές σου τρώνε όλο τον χρόνο!
Ξαφνικά, ο Νίκος σηκώθηκε απότομα.
Φτάνει! Σταμάτα να την προσβάλλεις. Σταμάτα να διαλύεις εμάς.
Σταμάτα τις αγενείς εξυπνάδες, ψιθύρισε αυστηρά ο Νεκτάριος.
Όχι, είπε εμφατικά ο Νίκος και γύρισε στη μάνα του. Πες του κάτι εσύ. Ή θα συνεχίσουμε να μασάμε σαλάτα όσο μας μασάει αυτός;
Η Μαριάνθη κοίταξε πρώτα τον Νίκο, έτοιμο να ορμήσει για να υπερασπιστεί την αξιοπρέπειά του. Μετά την Ισμήνη, μαζεμένη σαν κουβάρι, περιμένοντας το ξέσπασμα, λεκτικό ή σωματικό. Κι εκεί, είδε τον εαυτό της, όχι την όμορφη γυναίκα με το μπλε φόρεμα, αλλά το φοβισμένο κορίτσι που κάποτε νόμιζε ότι ένα «όμορφο περιτύλιγμα» είναι πιο σημαντικό απ’ την ψυχή.
Η Μαριάνθη σηκώθηκε ήρεμα. Οι καλεσμένοι πάγωσαν.
Νεκτάριε, τα παιδιά έχουν δίκιο. Το δείπνο τελειώνει εδώ.
Μαριάνθη, τι ανοησίες λες; Κάτσε και ζήτα συγγνώμη στους φιλοξενούμενους.
Η Μαριάνθη πλησίασε, πήρε το διάσημο γλυκό της και… το αναποδογύρισε στη λευκή τραπεζομάντηλα. Η λιωμένη κρέμα απλώθηκε αργά πάνω στο άσπρο.
Το γλυκό βγήκε αλμυρό, Νεκτάριε όπως κι όλη μας η ζωή. Κυρίες και κύριοι, συγγνώμη, η βραδιά τελειώνει εδώ. Ο σύζυγός μου χρειάζεται χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι πια διευθυντής της φυλακής μας.
Έχασες το μυαλό σου; πετάχτηκε πάνω ο Νεκτάριος. Οι καλεσμένοι τρόμαξαν.
Ο Νίκος είχε ήδη μπει μπροστά.
Δοκίμασε αν τολμάς.
Φύγετε, παρακαλώ, είπε ήρεμα η Μαριάνθη στους φιλοξενούμενους.
Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω τους, ο Νεκτάριος πέταξε πράγματα, φώναζε για αγνωμοσύνη, πως τους ταχε προσφέρει όλα, πως «δεν αξίζουν τίποτε» χωρίς τα λεφτά του.
Δίκιο έχεις, είπε η Μαριάνθη βγάζοντας τα σκουλαρίκια και αφήνοντάς τα στο τραπέζι. Δεν υπάρχουμε σ αυτό το σπίτι. Έξω όμως ναι. Παιδιά, μαζέψτε πράγματα πάμε αμέσως στη γιαγιά.
Δεν θα πας πουθενά! τη σταμάτησε. Είναι το σπίτι μου, το αυτοκίνητό μου, οι λογαριασμοί μου! Δεν θα πάρεις τίποτα!
Ξέρεις, Νεκτάριε… τον κοίταξε με αληθινή λύπηση. Μετά από τόσα χρόνια φόβου, το «τίποτα» είναι μια τεράστια ελευθερία. Μια καινούρια αρχή.
Έφυγαν νύχτα, με το παλιό Fiat της Μαριάνθης, που ο Νεκτάριος πάντα κορόιδευε. Στο πορτμπαγκάζ, λίγα βαλίτσακια, βιβλία και η μπάλα του Νίκου.
Οδηγούσε στην Αττική Οδό. Η Ισμήνη κοιμήθηκε στο πίσω κάθισμα ακουμπώντας τον αδελφό της. Ο Νίκος κοιτούσε έξω, για πρώτη φορά χωρίς σφιγμένες γροθιές.
Η Μαριάνθη οδηγούσε ήρεμα. Ένιωθε το τιμόνι, ένιωθε τον αέρα.
Μαμά; ψιθύρισε ο γιος.
Τι θα κάνουμε αύριο;
Η Μαριάνθη χαμογέλασε κουρασμένα αλλά αληθινά.
Αύριο, αγόρι μου, θα κάψω τη συνταγή για το άχρηστο κέικ κι ύστερα θα πάρουμε την πιο φθηνή πίτσα στη γειτονιά. Κι από μεθαύριο, θα μάθουμε να ζούμε χωρίς να χρειαζόμαστε καθρέφτη για να θυμηθούμε ότι υπάρχουμε.
Έξι μήνες μετά, η Μαριάνθη δούλευε σε ένα ζεστό καφέ στη Νέα Σμύρνη ως μαγείρισσα. Το μπλογκ της δεν μιλούσε πια για τέλειες ζωές, αλλά πώς να γιατρεύεις ραγισμένες καρδιές με απλά υλικά. Είχε πολύ λιγότερους ακόλουθους, αλλά ήξερε κάθε έναν με το όνομά του.
Η Ισμήνη ξεκίνησε σχολή ζωγραφικής. Τελικά μισούσε τα μαθηματικά αλλά ζωγράφιζε μαγικά σκοτεινές εικόνες και οι ημικρανίες της εξαφανίστηκαν.
Ο Νίκος σταμάτησε τους καβγάδες. Άρχισε να βοηθά εθελοντικά σε διασώσεις.
Ζούσαν σε ένα μικρό διαμέρισμα, που δεν ήταν πάντα τακτοποιημένο, και στους τοίχους υπήρχαν τα σχέδια της Ισμήνης αντί για ακριβές αφίσες. Αλλά δεν μύριζε πια παγωμένος φόβος.
Ο Νεκτάριος προσπάθησε να τους πάρει πίσω: πρώτα με απειλές, μετά με λουλούδια και υποσχέσεις. Κάποια μέρα, η Μαριάνθη του είπε με σιγουριά:
Νεκτάριε, δεν φύγαμε από σένα. Γυρίσαμε στους εαυτούς μας. Κι αν δε μάθεις να φέρεσαι σαν άνθρωπος κι όχι σαν αρχιτέκτονας στις ζωές των άλλων σ αυτό το νέο σπίτι δεν έχεις θέση.





