Αόρατοι τοίχοι από γυαλί
Καταιγίδα μιας δεκαετίας
Εκείνο το βράδυ η Αθήνα βυθιζόταν σε μολυβένιο ουρανό, σαν το σκληρό πρόσωπο της Ειρήνης Παναγοπούλου.
Σε αυτό το σπίτι θα ζει μόνο όποιος τιμά τους κανόνες μου! η φωνή της, μαθημένη να κυριαρχεί στους διαδρόμους του σχολείου στη Νέα Σμύρνη, αντιλαλούσε στο μικρό διαμέρισμα.
Οι κανόνες σου είναι θηλιά, μάνα! ο εικοσάχρονος Νικηφόρος άφησε τη σπορ τσάντα του στο πάτωμα. Πνίγομαι. Δεν μπορώ να είμαι το προσχέδιο σου που το ξαναγράφεις μέχρι να το εγκρίνεις!
Τότε, βρες δικό σου αέρα να ανασάνεις! του έδειξε την πόρτα. Το δάχτυλό της δεν λύγισε. Φύγε. Και μην επιστρέψεις αν δεν μάθεις να εκτιμάς όσα έγιναν για σένα.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με μάτια που άστραφταν ψυχρό φως. Ήσυχα σήκωσε την τσάντα του, πέρασε το κατώφλι και χάθηκε μες στην αθηναϊκή μπόρα. Η Ειρήνη στάθηκε στο παραθύρι, σίγουρη πως σε μία, το πολύ μέχρι το πρωί, θα γύριζε. Μούσκεμα, πεινασμένος, με τύψεις.
Ο Νικηφόρος δεν γύρισε ούτε το πρωί, ούτε τη βδομάδα, ούτε τα επόμενα δέκα χρόνια.
Ο Νικηφόρος Αλεξίου έγινε ό,τι ονειρεύτηκε: αρχιτέκτονας. Τα κτίριά του του έμοιαζαν: γυαλί, μπετόν, ατσάλι. Όμορφα, πρακτικά, απολύτως ψυχρά.
Είχε διαμέρισμα στον 40ό στον ουρανοξύστη του Πειραιά, ακριβό αυτοκίνητο, και καμιά φορά στην καρδιά του μια μαύρη τρύπα μια μικρή γκαρσονιέρα στο Παγκράτι, διεύθυνση που πάσχιζε να ξεχάσει.
Κύριε Αλεξίου, αύριο παραδίδουμε το έργο, του είπε η βοηθός του, Μαργαρίτα. Και το Σάββατο έχετε σημειώσει κάτι. Τη γιορτή της μητέρας σας.
Ο Νικηφόρος πάγωσε κοιτώντας κάτω τον ακίνητο κόσμο. Δέκα χρόνια. Δεν τηλεφώνησε. Εκείνη δεν τον αναζήτησε. Κάθε έτος αγόραζε δώρο, που έμενε στο πορτμπαγκάζ, ώσπου το χάριζε σε κοινωφελή ιδρύματα. Αυτή τη φορά κάτι μέσα του άλλαξε. Ίσως γιατί το μπετόν δεν μάντρωσε τη μοναξιά.
Σάββατο, ο παλιός αυλόγυρος τον καλωσόρισε με μυρωδιά από ανθισμένες πασχαλιές και ρόδες που έτριζαν στο σκουριασμένο παιχνίδι. Το SUV του φάνταζε διαστημόπλοιο δίπλα στους σαραβαλιασμένους Φίατ των γερόντων.
Βγήκε έξω. Τα πόδια του βάραιναν, σαν να φορούσε χειροπέδες από γρανίτη. Βήμα. Κι άλλο ένα. Η είσοδος μύριζε μούχλα και μπαχαρικά από τηγανητό κρεμμύδι. Δεύτερος όροφος. Πόρτα 14.
Η γροθιά του σταμάτησε εκατοστό απ το ξεθωριασμένο δερμάτινο κάλυμμα.
«Τι να πω; „Ήρθα μετά από δέκα χρόνια”; Ή „Συγγνώμη που δεν γύρισα νωρίς”;» οι σκέψεις στριμώχνονταν να βγουν πρώτες, κόβοντας την ανάσα.
Από μέσα, η Ειρήνη στάθηκε κολλητά στην πόρτα. Τον είχε ήδη κοιτάξει απ το φιλιστρίνι. Η καρδιά που θεωρούσε πέτρινη, χτύπησε αλλόκοτα. Κρατήθηκε μη φωνάξει.
Τον έβλεπε παραμορφωμένο στον καθρέφτη της κλειδαρότρυπας. Το παιδί της. Πια ώριμος άνδρας, με φίνο παλτό και σκλήρό πρόσωπο.
«Άνοιξε, παρακάλεσε τον εαυτό της. Πες του πως το τσάι έβρασε. Πως κάθε βράδυ περίμενες αυτό το βηματισμό.»
Μα το χέρι δεν σηκωνόταν. Η περηφάνια, πετρωμένη στα χρόνια της μοναξιάς, ψιθύριζε: «Γύρισε να δει την κατάντια σου; Δεν πήρε τηλέφωνο δέκα χρόνια. Γιατί να ανοίξεις πρώτη;»
Έμειναν παγωμένοι πέντε αιώνια λεπτά. Ο Νικηφόρος ένιωθε τη ζεστασιά που ανέδιδε η πόρτα ήξερε πως στεκόταν πίσω της. Άκουγε την ανάσα της.
Μαμά ψιθύρισε, ακουμπώντας το μέτωπο στην κρύα δερμάτινη επιφάνεια.
Η Ειρήνη έτρεμε. Η φωνή του από την άλλη ζωή αντηχούσε πίσω απ το μέταλλο.
Δεν ξέρω να ζητώ συγγνώμη, συνέχισε ο Νικηφόρος στη σφαλιστή πόρτα. Εσύ με έμαθες να είμαι δυνατός, άκαμπτος, περήφανος. Έφτιαξα εκατοντάδες σπίτια, μάνα. Μα στο δικό σου σπίτι ακόμα δε χωράω.
Η Ειρήνη έκλεισε τα μάτια. Ένα δάκρυ κύλησε στη ρυτίδα.
Εγώ ύψωσα τον τοίχο, είπε σχεδόν άηχα, βέβαιη ότι δεν θα την ακούσει. Σε έδιωξα ελπίζοντας να συρθείς πίσω. Μα εσύ έμαθες να πετάς. Και τώρα φοβάμαι να ανοίξω να μη δεις πόσο μικρή κι αδύναμη έγινα δίχως το θυμό μου.
Ο Νικηφόρος σήκωσε πάλι το χέρι. Σχεδόν άγγιξε το πόμολο. Από μέσα, έτρεμε το χέρι της Ειρήνης πάνω στην ίδια λαβή. Μονάχα τρία εκατοστά μέταλλο και ξύλο ανάμεσά τους.
Ένα σπρώξιμο η αόρατη γυάλινη στέγη θρυμματίζεται. Μια κίνηση και τελειώνει ο δεκάχρονος χειμώνας.
Κι όμως, ο Νικηφόρος άφησε το χέρι να πέσει.
«Δεν ανοίγει. Ακόμη θυμώνει. Δεν θέλει να με δει», σκέφτηκε.
Η Ειρήνη ένιωσε τη λαβή να μένει ασάλευτη απ έξω.
«Φεύγει. Ούτε χτύπησε. Δεν τον νοιάζει», αναστέναξε.
Ο Νικηφόρος έστριψε αργά. Έβγαλε από την τσέπη ένα μικρό κουτί μια χρυσή καρφίτσα, κλαδί πασχαλιάς όπως εκείνες του αυλόγυρου, το δώρο που είχε διαλέξει με τον πρώτο του μισθό.
Το άφησε ήσυχα στο χαλάκι.
Χρόνια πολλά, μαμά, είπε δυνατά. Συγγνώμη που έγινα αυτό που ήθελες.
Κατέβηκε τα σκαλιά, τα βήματα ηχούσαν κούφια.
Η Ειρήνη δεν άντεξε άλλο. Τράβηξε βιαστικά το σύρτη, τα κλειδιά χτύπησαν το πλακάκι. Η πόρτα άνοιξε ορθάνοιχτα.
Νικηφόρε! φώναξε στο άδειο κλιμακοστάσιο.
Ο Νικηφόρος στάθηκε στη μέση της σκάλας. Γύρισε. Στο άνοιγμα της πόρτας, λουσμένη στο χλωμό φως της λάμπας, στεκόταν μια μικροσκοπική, ασπρομάλλα γυναίκα. Όχι πια εκείνη η φοβερή διευθύντρια μα εύθραυστη σαν παλιά πορσελάνη.
Κρατούσε το κουτί του.
Κοιτάχτηκαν ανάμεσα στους ορόφους.
Φεύγεις; ράγισε η φωνή της. Πάλι χωρίς να ακούσεις απάντηση;
Δεν άνοιξες, ανέβηκε ένα σκαλί.
Κι εσύ δεν χτύπησες, προχώρησε και η Ειρήνη. Στεκόσουν σαν άγαλμα. Φοβήθηκα ότι ήρθες να ελέγξεις αν πέθανα από την πίκρα μου.
Ο Νικηφόρος ανέβηκε τρία σκαλιά ακόμα. Τώρα μονάχα μια ανάσα χώριζε μάνα και γιο.
Ήμουν τρομαγμένος μην ακούσω, «Τι γυρεύεις εδώ;»
Κι εγώ φοβόμουν μη μου πεις, «Δεν σε χρειάζομαι άλλο».
Σιώπησαν. Ο αέρας στο κλιμακοστάσιο αίφνης γλύκανε.
Η καρφίτσα είναι όμορφη, είπε η Ειρήνη αδύναμα. Μα πιο όμορφη μυρίζει η πασχαλιά έξω. Το τσάι έβρασε, Νικηφόρε. Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που το έβαλα και θα έχει πια στεγνώσει ο βραστήρας. Μα έβαλα καινούργιο.
Ο Νικηφόρος την πλησίασε. Ψηλός, δυνατός, πετυχημένος αρχιτέκτονας. Μα για μια στιγμή ήταν πάλι εκείνο το αγόρι με τη σπορ τσάντα. Την αγκάλιασε δειλά. Εκείνη μύριζε γιατρικά και πασχαλιά.
Μάνα, αν δε θες να μπω
Σκάσε, έγειρε στον ώμο του. Άφησε τους τοίχους. Ελά να πιούμε ένα τσάι.
Μπήκαν μέσα. Η πόρτα 14 έκλεισε πίσω τους για πρώτη φορά ύστερα από δέκα χρόνια, χωρίς χτύπο μα με ένα γλυκό κλικ, αφήνοντας έξω το ψύχος του κόσμου.
Δεν έμαθαν ποτέ να μιλούν όμορφα. Ήταν ακόμη τραχείς, πολύπλοκοι.
Εκείνο όμως το παράξενο, ονειρικό βράδυ, ο Νικηφόρος κατάλαβε: το πιο δύσκολο του έργο ήταν ολοκληρωμένο. Είχε ξαναχτίσει ένα σπίτι απαλλαγμένο από αόρατο γυαλί. Μόνο φως.





