Фиктивος γάμος.
Εμένα με τον Βασίλη μας συνδέει ένας… ας τον πούμε «συμβολικός» γάμος.
Έτυχε και ο Βασίλης είχε απόλυτη ανάγκη να παντρευτεί για να ανέβει επαγγελματικά. Δουλεύει σε μια σούπερ σοβαρή εταιρεία, επικεφαλής της οποίας είναι ο ακατάβλητος υπέρμαχος της οικογένειας, ο κυρ-Λεωνίδας Παπαπέτρου, γενάρχης μιας απίθανης φαμίλιας. Μιλάμε για πατέρας πέντε ενήλικων κοριτσιών, πεθερός άλλων τόσων γαμπρών, παππούς… (εδώ κρατηθείτε!) έντεκα εγγονιών. Και δεν το κρατάει κρυφό, φουσκώνει σαν παγώνι από περηφάνια.
Για εκείνον, η λέξη «εργένης» είναι βρισιά. Ο ανύπαντρος υπάλληλος είναι κάτι σαν τριτοκλασάτος πολίτης ούτε δεύτερης διαλογής δεν τον λες. Πιο χαμηλά δε γίνεται, ό,τι κι αν έχει καταφέρει στη ζωή του.
Όταν το κατάλαβε ο Βασίλης, είδε το φως και κατάλαβε ότι ή θα παντρευτεί επισήμως ή του μένει να περνάει τη ζωή του στην ίδια θέση και να βλέπει τους άλλους να προάγονται. Τα έβαλε κάτω, τα ζύγισε και τελικά μου πρότεινε τον συμβολικό γάμο. Δεν ρίσκαρε τίποτα: με ξέρει από τότε που παίζαμε κουτσό στο νηπιαγωγείο οι μανάδες μας ήταν κολλητές και ακόμα πίνουν μαζί καφέ. Και στο σχολείο δίπλα-δίπλα στο ίδιο θρανίο. Αυτός μ έσωζε στα μαθηματικά, εγώ του έβαζα τόνους και κόμματα στις εκθέσεις του.
Με ξέρει απ έξω κι ανακατωτά ξέρει ότι δεν έχω τάσεις για βίλες ούτε για παραθαλάσσια ακίνητα στη Χαλκιδική, ούτε να τον ρημάξω στα ευρώ άμα χωρίσουμε.
Εγώ πάλι, δέχτηκα χωρίς πολλά-πολλά. Εκείνο τον καιρό ζούσα την απόλυτη μελοδραματική φάση μετά τον χωρισμό ύστερα από τρία χρόνια σχέσης. Είχα απόλυτη ανάγκη για ένα restart, αλλιώς θα κατέληγα να βλέπω Όλα για την Αγάπη με κλάματα και παγωτό σοκολάτα κάθε νύχτα. Για να μη μιλήσουμε για τον πρώην σκέφτηκα: «άντε γεια, εγώ παντρεύτηκα ωραίο παιδί με δυνατή θέση, αμάξι του κουτιού και τριάρι πίσω από το Hilton. Εσύ βολέψου εκεί με το delivery σου» Και φυσικά δεν ήθελα να με λυπούνται ούτε οι φίλες μου. Ήθελα να δείξω ότι εγώ όχι απλώς είμαι καλά είμαι σε τζακ ποτ φάση!
Συνοψίζοντας, τα συμφέροντά μας τα βρήκαν μια χαρά και κάναμε το γάμο μας δίχως τυμπανοκρουσίες στο δημαρχείο του Παγκρατίου, χωρίς φωτό, χωρίς άμαξες λευκές κι αγριοπεριστέρια. Χωρίς τούλι, χωρίς βέλο, χωρίς σμόκιν. Μια Τρίτη, ζητήσαμε άδεια μια ώρα νωρίτερα, πήγαμε, υπογράψαμε στο βιβλίο και εντάξει, βγάλαμε δαχτυλίδια για το θεαθήναι.
Εγώ μάλιστα άλλαξα και επίθετο για λίγο: Παπαηλιοπούλου, μου φάνηκε πιο στιλάτο από το απλό Δημητρίου.
Όλα πήγαν ρολόι! Σε ένα μήνα, ο Βασίλης έγινε διευθυντής τμήματος στην εταιρεία και όχι άδικα! Εγώ, παντρεμένη πλέον, έγινα «talk of the town» στους φίλους και συγγενείς. Το καλύτερο; Έλαβα μηνυματάκια από τον «πρώην» του στυλ «σου εύχομαι τα καλύτερα, πίστευα ακόμα θα μπορούσαμε…» Νάτη σου η ζωή, αγάπη μου: όποιος δεν προσέχει χάνει! Τώρα να δούμε τι θα δαγκώσεις
Τα σχέδιά μας για τον γάμο αυτό πέτυχαν με το παραπάνω.
Ε, εννοείται, ήρθα και να μείνω προσωρινά στον Βασίλη πρότεινε να φαινόμαστε πειστικοί.
Σάββατο πρωί, στην κουζίνα, φτιάχνω πρωινό: ομελέτα, τυροπιτάκια, φρέσκο καφέ με γάλα. Ο Βασίλης θέλει να τρώει δυνατά πρωινά, είναι της παράδοσης.
Κοιτάω από το παράθυρο αρχίζει να λάμπει μια υπέροχη ανοιξιάτικη μέρα στον Νέο Κόσμο.
Η άνοιξη πάντα ήταν η αγαπημένη μου εποχή.
Τρέχουν δουλειές: πρέπει να πεταχτώ στους γονείς, να σκουπίσω το σπίτι, να βάλω ένα πλυντήριο, να ετοιμάσω τίποτα σπέσιαλ για μεσημεριανό: μπιφτέκια, σπανακόπιτα, πίτσα, σαλάτα χωριάτικη. Το μυαλό μου τρέχει με λίστες ό,τι τραβάει η κάθε Ελληνίδα νοικοκυρά.
Για να είμαι ειλικρινής, με τον Βασίλη, αισίως μπαίνουμε στον δέκατο τρίτο χρόνο του «συμβολικού» μας γάμου. Η κόρη μας, η Καλλιόπη, πάει πρώτη δημοτικού φέτος. Ο γιος, ο Κωνσταντίνος, τελειώνει την πέμπτη αριστούχος φουλ, πήρε τα μυαλά του πατέρα του. Γιατί ο πατέρας του είναι έξυπνος και πέρα για πέρα αυθεντικός.
Όχι όπως ο δικός μου άντρας που είναι φανταστικός. (Με την κυριολεκτική, όχι τη μεταφορική έννοια!)Καμιά φορά, όταν κάθομαι μόνη μου το βράδυ και ακούω τα παιδιά να γελάνε στα δωμάτιά τους, σκέφτομαι πώς ξεκίνησαν όλα: ένα συμβόλαιο, μια συμφωνία και δυο φίλοι που νόμιζαν πως ξέρουν τι σημαίνει «μονάχα συμβολικά». Τελικά, γίνεται να ζεις τόσα χρόνια θέατρο και να μη μπεις ποτέ στον ρόλο;
Ο Βασίλης περνά από την κουζίνα και μου γελάει. «Σου πα, η ομελέτα σου δεν παίζεται», λέει με εκείνη τη φωνή που θυμίζει παλιά παιδική μας πλάκα, κι εγώ σκέφτομαι πως ίσως το μόνο που χρειάζεται ένας γάμος είναι λίγη ειλικρίνεια, μπόλικη συνεννόηση και μια αβάντα τύχης. Τα υπόλοιπα τα μαθαίνεις στην πορεία: πως τα σύνορα ανάμεσα στο «δήθεν» και στο πραγματικό μπορεί να μπερδευτούν ύπουλα, κι αυτό δεν είναι πάντα κακό.
Ακούω το κουδούνι της εξώπορτας: γονείς, φίλοι, ένα ακόμα μεσημέρι παρέα, φασαρία, παιδιά που τρώνε με τα χέρια και μεγαλώνουν χωρίς να ρωτήσουν πώς βρέθηκαν εδώ. Στο τραπέζι της κουζίνας απλώνονται τα πάντα ενώ γύρω, εκείνη η αδιόρατη, γλυκιά αίσθηση του «ανήκω», ασχέτως τρόπου, αφετηρίας ή σχεδίων. Κι αν ο γάμος μας ήταν κάποτε φτιαχτός, πες πως η ζωή βρήκε τρόπο να τον ανακατέψει σαν ομελέτα στο τηγάνι.
Ίσως όλες οι μεγάλες ιστορίες να ξεκινούν με ένα «ας δοκιμάσουμε δεν έχουμε να χάσουμε». Και τελικά, έτσι κι αλλιώς, ποιος αποφασίζει τι είναι αληθινό και τι όχι, όταν γεμίζεις ένα σπίτι με φως, γέλια και ανθρώπους που σ αγαπούν;




