«Έχεις κρεμάσει το δέρμα σου!» — Ο σύζυγός μου, που είναι 60 ετών, με τσιμπούσε στη μέση μπροστά στους καλεσμένους, οπότε έφερα καθρέφτη και του έδειξα τι έχει κρεμαστεί σε εκείνον.

«Δήμητρα, τι είναι αυτό εδώ;» ο Μανώλης, που είχε μόλις κλείσει τα εξήντα, τσίμπησε το πλάι μου μπροστά σε όλη την παρέα, κι εγώ έφερα καθρέφτη να του δείξω τι „κρέμεται” στον δικό του.

Εκείνη την εποχή, ένα γλέντι Τσικνοπέμπτης στο σπίτι μας στο Μαρούσι το σπίτι που μας ένωσε όλα αυτά τα χρόνια είχε γεμίσει κόσμο, με τα τραπέζια στρωμένα και τον Μανώλη ήδη με τρίτο ποτήρι τσίπουρου στο χέρι.

«Δήμητρα, τι είναι αυτό;» Το ρώτησε και, καθώς γελούσε, άπλωσε το χέρι και με τσίμπησε στο πλάγιο μέρος της κοιλιάς μου, ακριβώς εκεί που σφιγγόταν ελαφρώς το ύφασμα από τη φούστα όταν καθόμουν.

Το έκανε ανοιχτά, χωρίς ντροπή, λες και έπαιζε το ρόλο του κεντρικού σχολιαστή στον γάμο κάποιου άλλου.

«Έλα, Μανώλη, τι κάνεις;» Προσπάθησα να απομακρύνω ήρεμα το χέρι του όπως θα έδιωχνα μια ενοχλητική μύγα του φθινοπώρου, μα δεν έλεγε να σταματήσει.

Τα δάχτυλά του, κοντά και χοντρά σαν υπερμεγέθη λουκάνικα, τσιμπούσαν ξανά το σημείο μου, μην πονώντας μα αφήνοντας μια γερή πίκρα.

«Κοίτα εδώ!» Στράφηκε στον φίλο μας, τον Γιάννη, που καθόταν απέναντι και πάλευε ήδη με τη δεύτερη μπουκιά από σαρδέλα στη σχάρα. «Σου λέω, Δήμητρα, κόψε το ψωμί μες στη νύχτα. Και τι μου απαντά; „Είναι η ηλικία, οι ορμόνες.”»

Ο Μανώλης γέλαγε και η κοιλιά του έτρεμε απειλητικά, οι κουμπιά του πουκαμίσου φτάνοντας στα όριά τους.

«Τι ορμόνες, βρε Δήμητρα; Τεμπελιά είναι!» κατέληξε, ναρκισσευόμενος.

«Σταμάτα, σε παρακαλώ», του ψιθύρισα, νοιώθοντας το πρόσωπό μου και τον λαιμό μου να κοκκινίζουν από ντροπή.

Ο Γιάννης χαμογέλασε νευρικά, τα μάτια του καρφωμένα στην πιάτα του, λες και η ταραμοσαλάτα ήταν έργο τέχνης. Η γυναίκα του, η Σοφία, διόρθωσε δήθεν αφηρημένα τη χαρτοπετσέτα της, κάνοντας ότι δεν άκουσε.

«Τι να σταματήσω; Δεν λέμε την αλήθεια; Κρέμεται το δέρμα σου!» Μου έδειξε πάλι το σημείο σαν να ήθελε να νιώσει αν το ψωμί φούσκωσε το ζυμάρι αρκετά.

«Εδώ, κοίτα! Σαν του σκύλου, Δήμητρα μου. Μη με παρεξηγείς, αλλά δεν είναι ωραίο.»

Βάρυνε, λοιπόν, η σιωπή μέσα στη σάλα, μόνο το παλιό ψυγείο ακουγόταν υπόκωφα απ’ την κουζίνα.

«Τα κάνω όλα για σένα» συμπλήρωσε εκείνος με ύφος δάσκαλου, γέρνοντας στην καρέκλα του και διπλώνοντας τα χέρια. «Η γυναίκα, Δήμητρα, πρέπει να είναι όμορφη να τη χαιρόμαστε. Αυτό λέει η φύση.»

Τον κοίταξα προσεκτικά, σαν να τον έβλεπα πρώτη φορά μετά από τριανταπέντε χρόνια γάμου.

Εξήντα δύο πια ετών με μια κοιλιά σαν το κύμα που σκεπάζει την ακρογιαλιά, δεύτερο σαγόνι που ξέφευγε αδιάκριτα στη βάση του λαιμού και ύστερα στους κυρτούς ώμους του, καμία χάρη πια.

Μια καράφλα να γυαλίζει στη λάμψη του φωτιστικού πάνω από το κεφάλι του, σαν πασχαλινό τσουρέκι με αυγό γελαστό στη μέση.

«Δηλαδή, Μανώλη, αυτό θες; Να είμαι το μάτι της παρέας;» ρώτησα με φωνή ήρεμη, πιο σίγουρη απ ό,τι με είχα ξανακούσει.

Ένα „κλικ” έγινε μέσα μου. Δεν υπήρχε πια ντροπή, ούτε η διάθεση για συμβιβασμούς, παρά μόνο μια ειλικρινής καθαρότητα.

«Εννοείται!» είπε ο Μανώλης φουσκώνοντας το στήθος του. «Κοίτα με εμένα! Κρατιέμαι σε φόρμα!»

«Ποια φόρμα;» ψιθύρισα.

«Ανδρική! Κάθε πρωί, πέντε λεπτά βάρη, λίγη γυμναστική!» Προσπάθησε να τραβήξει την κοιλιά του μέσα. Μετά βίας τα κατάφερε το παντελόνι του λύγισε επικίνδυνα και η κοιλιά ακούμπησε ξανά στη ζώνη του.

«Ο άντρας, Δήμητρα, πρέπει να είναι αετός, όχι σακί με πατάτες!» Νέο χτύπημα. Σηκώθηκα σιγά σιγά από το τραπέζι.

«Πού πας; Στεναχωρήθηκες τώρα;» φώναξε πίσω μου γεμίζοντας πάλι το ποτήρι του. «Στην αλήθεια, Δήμητρα μου, δεν θυμώνεις! Αδυνάτισε λίγο αντί να 'χεις μούτρα.»

Βγήκα στο διάδρομο. Μύριζε κλεισούρα, παλιά ρούχα και αλοιφή για παπούτσια.

Εκεί, κρεμόταν το παλιό, βαρύ οικογενειακό μας καθρέφτης στον τοίχο μια οβάλ κορνίζα από σκούρο ξύλο, που κρατούσε όλες μας τις νιότης στη μνήμη της.

Τον κατέβασα αποφασιστικά από το καρφί. Βαρύς, πέντε κιλά αν ήταν ένα, το πλαίσιο χάραζε τα χέρια μου, μα ένιωθα σα να σήκωνα πούπουλο.

Γύρισα μέσα κρατώντας τον καθρέφτη περήφανα μπροστά μου ασπίδα, ή ίσως καταδικαστική ετυμηγορία.

Όλοι πάγωναν με τα πηρούνια στο χέρι· η Σοφία είχε ξεχάσει τη χαρτοπετσέτα της μισάνοιχτη μπροστά στο στόμα.

«Σήκω, Μανώλη», του είπα ήσυχα, μα τόσο αποφασιστικά που κανείς δεν τόλμησε να διαμαρτυρηθεί.

«Γιατί;» απόρησε, αλλά βλέποντας το πρόσωπό μου, σηκώθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Τι, χορό;»

«Όχι», κοντοπλησίασα, μύρισα το τσίπουρο και το σκορδάτο του στόμα. «Θα καμαρώσουμε τον αετό μας.»

Έσπρωξα τον καθρέφτη κατευθείαν κάτω απ’ τη μύτη του. Αναγκάστηκε να τον πιάσει βιαστικά, ξαφνιασμένος από το βάρος.

«Δήμητρα, τι πάει να πει αυτό;» Η φωνή του τώρα είχε μια πρώτη σπίθα ανησυχίας.

«Κοίτα!» διέταξα με την αυστηρότητα που μαλώνω τον γάτο μας, τον Σωκράτη. «Κοίτα καλά.»

Έβλεπε τη μορφή του να τρέμει στο τζάμι.

«Τι να δω, Δήμητρα, εγώ είμαι στο γυαλί!»

«Κοίτα πιο κάτω.» Έδειξα επίμονα να βάλει μάτια εκεί που το πουκάμισο μούσκευε. «Το βλέπεις αυτό;»

«Τι;»

«Τη σάρκα σου, Μανώλη, που κρέμεται!» Είπα με στόμφο την ατάκα του, με τη δική του ειρωνική προφορά. «Όχι απλά κρέμεται, αγαπητέ μου, κάθεται!»

«Δήμητρα!» προσπάθησε να πάρει τον καθρέφτη, κοκκινισμένος.

«Όχι! Κράτα τον!» Πίεσα το πλαίσιο προς τα κάτω να μην ξεφύγει. «Αυτό το εξόγκωμα πάνω από τη ζώνη, τι λες εσύ; Κοιλιακοί πέτρα;»

Ο Γιάννης, ο απέναντι, ξερόβηξε για να μην ξεσπάσει στα γέλια.

«Όχι αγάπη μου, είναι σωσίβιο. Άμα πνιγούμε μέσα στα λίπη, σώζει!»

Ο Μανώλης έγινε κόκκινος σαν ώριμη ντομάτα έτοιμη να σπάσει.

«Κι αυτά εδώ;» Έδειξα τα πλάγιά του που ξεχείλιζαν απ το παντελόνι. «Αυτά είναι φτερά αετού; Ή „αυτάκια”, σαν τα χοιρινά τα Χριστούγεννα;»

«Φτάνει!» ψιθύρισε παρακαλώντας. «Με βλέπουν όλοι, μη με ξεφτιλίζεις!»

«Ας βλέπουν! Εσύ δεν ήθελες αλήθειες; Εσύ δεν δίνεις διαλέξεις περί αισθητικής;»

Έκανα ένα βήμα πίσω.

«Για έλα, να την κρίνουμε την αισθητική σου! Πιάσε πλευρό προς το φως.»

«Δε γυρίζω», είπε πεισματικά, αλλά πάγωσε.

«Γύρνα!» Μια φωνή αυστηρή που έκανε τα ποτήρια να κουδουνίσουν.

Λες και υπνωτισμένος, έκανε μισή περιστροφή. Στο τζάμι, αντίκρυ προφίλ, ο δικός του „ανδρισμός” φανερωνόταν σε όλη του τη μετριότητα.

Και ο λαιμός του, ή μάλλον η απουσία του.

«Βλέπεις αυτή τη διπλή ζάρα στη βάση του σβέρκου; Αυτό δεν είναι άνθρωπος, Μανώλη. Σαρπέι είναι, Μανώλη, γνήσιος!» Γύρισα να κοιτάξω τη Σοφία, έριχνε το πρόσωπό της στη χαρτοπετσέτα ώστε να μη ξεσπάσει.

«Και κάτω απ το σαγόνι; Εκεί το προβατίσιο το λίπος που κρύβει απόθεμα για δύσκολες ώρες;»

«Είμαι άντρας», ψέλλισε αποκαρδιωμένος.

«Αλήθεια; Εσένα επιτρέπεται;» γέλασα ξινά. «Δηλαδή, αν εμένα που έχω δυο παιδιά και μια ζωή ολόκληρη στη κουζίνα μ επισκέπτεται μια ζάρα, είμαι τεμπέλα; Αλλά όταν εσύ που δέκα χρόνια ένα τηλεκοντρόλ μόνο σήκωσες έχεις γίνει ζελέ, είσαι „άντρας στα καλύτερά του”;»

Άρπαξα τον καθρέφτη απ τα χέρια του. Φαινόταν πια κουρασμένος να αντιδρά.

Έστεκε εκεί, με το ένα κουμπί οριστικά χαμένο κάτω απ το τραπέζι και μες στη σιωπή, κάθε του αυταρέσκεια και ψευτογοητεία ξεγυμνωμένα.

Στεκόταν πια εκεί σαν ένας συνηθισμένος, τροφαντός άντρας που είχε μόλις καταλάβει πως ο „βασιλιάς” είναι γυμνός.

Και πολύ, πολύ βαρύς.

«Κάτσε κάτω», του είπα ήρεμα και ακούμπησα τον καθρέφτη στο πάτωμα κοντά στον μπουφέ. Εκείνος βούλιαξε με βαριά ανάσα στην καρέκλα, που διαμαρτυρήθηκε από το βάρος του.

«Και να μην τολμήσεις ξανά λέξη για το σώμα μου», του είπα φτιάχνοντας τα μαλλιά μου όπως με έβλεπα στον καθρέφτη.

Στράφηκα και ψιθύρισα: «Αλλιώς θα τον κρεμάσω απέναντί σου, να βλέπεις κάθε μέρα τον πελεκάνο σου να τρώει.»

Ο Γιάννης, ελεύθερος πια και δίχως τύψεις, γελούσε δυνατά. Ο Μανώλης πήρε αναποφάσιστα ένα πηρουνάκι, έπιασε ένα μικρό μανιτάρι τουρσί. Το μάσησε αργά, κοιτώντας μόνο το πιάτο του, σαν να ήθελε να μικρύνει κι άλλο.

Το βάρος έφυγε από τον χώρο όχι όπως μετά από καβγάδες, αλλά σαν να είχε μπει στο σπίτι αύρα νησιώτικη.

Έκατσα ξανά στο αρχοντικό τραπέζι, καμάρωσα για μια στιγμή, πήρα κουτάλι και έκοψα γενναίο, σκανδαλιάρικο κομμάτι μιλφέιγ που είχα ψήσει ολόκληρο απομεσήμερο για τους φίλους. Είχα ορκιστεί να μη βάλω μπουκιά, «καθότι παχαίνει».

Η κρέμα κύλησε στο πιάτο, το φύλλο έσπασε.

«Δήμητρα, δώσε μου ένα μεγάλο κομμάτι, σε παρακαλώ», ζήτησε η Σοφία με ένα πονηρό χαμόγελο. «Χαλάλι η δίαιτα, μια φορά ζούμε!»

«Κι εγώ», φώναξε ο Γιάννης γεμίζοντας το ποτήρι με βύσσινο. «Νομίζω μου μεγαλώνουν φτερά, να βάλω κι άλλο λίγο λίπος.»

Ο Μανώλης σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα. Με κοίταξε με μια καινούργια ένδειξη σεβασμού.

Γύρισε το κεφάλι στο μιλφέιγ, ύστερα στο καθρέφτη που στεκόταν σιωπηλός στο πλάι, σαν μάρτυρας της μικρής του ήττας.

Στον καθρέφτη φάνηκαν τα δικά του πόδια, με διαφορετικές κάλτσες: μία μαύρη, η άλλη βαθύ μπλε. Αετός της κουζίνας.

«Συγγνώμη, Δήμητρα», ψιθύρισε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. «Έκανα βλακεία…»

«Φάε, Μανώλη, έχεις δρόμο μπροστά σου», του απάντησα με χαμόγελο, απολαμβάνοντας το μιλφέιγ. «Θα χρειαστείς δύναμη».

Σήκωσε φρύδι.

«Να σηκώνεις τα βαράκια σου», του έκλεισα το μάτι. «Είσαι αθλητής μας.»

Το βράδυ προχώρησε με συζητήσεις για τιμές, εξοχικά κι εποχές όμως κάτι είχε αλλάξει οριστικά.

Ο „τέλειος” μου οικιακός κριτής έμεινε απλός άνθρωπος, γεμάτος ελαττώματα και ανασφάλειες, όπως όλοι οι θνητοί.

Και ο μιλφέιγ ήταν συγκλονιστικός πιο νόστιμος απ όλους τους μιλφέιγ που είχα φάει στη ζωή μου τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Από τότε, ο καθρέφτης έμεινε εκεί στην σάλα μας. Ο Μανώλης, περνώντας μπροστά του, πάντα μαζεύει την κοιλιά και κρατάει τον λαιμό τεντωμένο.

Και δεν ξαναμίλησε ποτέ για τη „σαρκα μου που κρεμάει”.

Ίσως γιατί φοβάται να ξυπνήσει μέσα του τον πελεκάνο.

Oceń artykuł
«Έχεις κρεμάσει το δέρμα σου!» — Ο σύζυγός μου, που είναι 60 ετών, με τσιμπούσε στη μέση μπροστά στους καλεσμένους, οπότε έφερα καθρέφτη και του έδειξα τι έχει κρεμαστεί σε εκείνον.