Ο ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ

ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ

Το πρωί ο άντρας μου με πήρε τηλέφωνο κατευθείαν στο γραφείο και μου ανακοίνωσε πως, αμέσως μετά τη δουλειά, θα πήγαινε στον Δημητρίου να γιορτάσει το επαγγελματικό του γλέντι.
Άμα θες, έλα κι εσύ, πρόσθεσε αδιάφορα, σίγουρος πως δεν θα πάω, θα κάθομαι να διαβάζω ή μπροστά στον υπολογιστή όλο βράδυ.
Εντάξει, απάντησα το ίδιο αδιάφορα, αλλά στο διάλειμμα έτρεξα στο πολυκατάστημα να του πάρω δώρο. Οι γυναίκες συνωστίζονταν στο τμήμα καλλυντικών.

Το μάτι μου έπεσε αμέσως σε ένα ακριβό άρωμα πάνω στο μαύρο γυαλιστερό κουτί μια κομψή αντρική φιγούρα, με το σακάκι ριγμένο στον ώμο, μισόκλειστα μάτια και ένα χαμόγελο που έσταζε ειρωνεία. Γι αυτόν ακριβώς ήταν ο Γρηγόρης μου.

Η πωλήτρια τύλιγε γρήγορα τα δώρα σε πολύχρωμη αλουμινένια συσκευασία, κόλλαγε φιογκάκια. Ξαφνικά, μια γιαγιά δίπλα ψιθύρισε:
Ε, κορίτσια, δίνετε στους άντρες αρώματα κι άλλες καμαρώνουνε τη μυρωδιά και τις γραβάτες τους.

Τα „κορίτσια” γέλασαν, μα εγώ σκέφτηκα πως όλη μου τη ζωή έτσι έκανα όλα για τον Γρηγόρη, ενώ εκείνος για άλλους. Μικροί ήμασταν, τον λάτρευα, εκείνος χαμογελούσε συγκαταβατικά. Μπήκε με το ζόρι στο πανεπιστήμιο, εγώ του έγραφα τα μαθήματα ως το ξημέρωμα. Όταν ήρθαν τα παιδιά, κράτησα όλα τα βάρη πάνω μου.

Στην αρχή φαινόταν πως εκτιμούσε τις θυσίες μου. Μετά, συνήθισε τόσο ώστε τις έβλεπε σαν κάτι αυτονόητο. Κι απ έξω να μας έβλεπε κανείς, θα έλεγε τέλεια οικογένεια: άνεση, ηρεμία, έξυπνα παιδιά. Όμως τα παιδιά μεγάλωσαν και έφυγαν… Κι εγώ, έμεινα δίπλα στον άντρα μου. Και κατάλαβα πως κάτι μου έλειπε.

Η μαμά μου τότε, πριν είκοσι χρόνια, ήταν κάθετα αντίθετη στον γάμο μας. «Κοίτα μωρέ πόσο όμορφος είναι, το ξέρει κι αυτός, καμαρώνει τον εαυτό του, μου έλεγε η ερωτοχτυπημένη χαζούλα ο όμορφος άντρας, παιδί μου, ανήκει σε όλους. Θα τον κοιτούν όλες, κι εσύ λιγότερο τον χαίρεσαι, ας έχεις τα δικαιώματα».
Τότε είχα σημειώσει: πρώτο, η γυναίκα είναι ανεπιθύμητη. Δεύτερο, είναι 43 ετών. Τρίτο, δεν τη χρειάζεται κανείς…

Στάθηκα δίπλα στο παράθυρο. Ο ήλιος είχε γλυκάνει, έφερνε Άνοιξη. «Σε λίγο γιορτή της γυναίκας», σκέφτηκα νωχελικά. «Και; Πάλι μόνη… Κόντευει να τελειώσει η ζωή μου… Κι ύστερα;»

Απ έξω άκουσα τιτιβίσματα και μετά έναν επίμονο χτύπο στο τζάμι. Κατέβασα το βλέμμα στο περβάζι μια σκανταλιάρα σπουργιτίνα με κοιτούσε επίμονα μέσα στα μάτια.

«Αυτό είναι σημάδι», σκέφτηκα μονομιάς. Την ίδια στιγμή ήχησαν οι τοίχινες ώρες.
«Λοιπόν, έχω χρόνο. Πρώτο αν δεν μας αγαπάνε, ας αγαπήσουμε τον εαυτό μας…»

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου με θόρυβο και κατέβηκα τις σκάλες γεμάτη αποφασιστικότητα: πρώτα κομμωτήριο, μετά κατάστημα…

Στις εφτά παρά μισή, το είδωλό μου στον καθρέφτη με κοιτούσε με θαυμασμό: ανεξήγητη άγνωστη, άνετη στη στριφτή καρέκλα. Κοντό μαύρο φόρεμα, trendy κοντό κούρεμα με τριχρωμία στη φράντζα, μάτια βαθιά με υπαινιγμό (με eyeliner, σκιά και τέλεια σβηστή), τα χείλη υγρά, σαρκώδη και χρωματισμένα όσο πρέπει.

«Δεύτερον: στα σαράντα η ζωή μόλις αρχίζει…»

Πήγα στην κουζίνα, ξαναγύρισα με ένα ποτήρι κρασί, τσούγκρισα με το είδωλό μου:
«Τρίτο μας χρειάζεται τελικά άντρας που δεν εκτίμησε μία τέτοια γυναίκα;»

Πρέπει να πω ότι στους Δημητρίου μπήκα λίγο ζαλισμένη πάνω σε ψηλοτάκουνα. Το αίθριο μπήκε σε αμηχανία, κι αμέσως βρέθηκαν αρκετά αντρικά χέρια να μου βγάλουν το παλτό, να μου προσφέρουν καρέκλα ή μήλο.
«Α, ναι… Αλήθεια λέτε; Ο άντρας μου είναι εδώ; Δεν τον είχα προσέξει καν…»

Ο Γρηγόρης έμεινε εμβρόντητος από την αναπάντεχη εισβολή, χαμένος από στρατηγική και τακτική, κυριολεκτικά καταπλακωμένος από το θαυμασμό των άλλων.

Το πρωί, θέλοντας να πάρει το αίμα του πίσω, με γνώριμη φωνή πετάχτηκε:
Θα φάμε πρωινό σήμερα ή όχι; αλλά εκεί έκανε λάθος, ή μάλλον δεν είχε συνέλθει ακόμα γιατί δίπλα του δεν ήταν η ίδια όπως πριν, η «έτοιμη για όλα».

Δίπλα του μισοκοιμόταν αμέριμνα μια τρυφερή, καπριτσιόζα γυναίκα απόλυτα σίγουρη για τον εαυτό της.

Χωρίς να κουνήσει τα τριχρωματισμένα της μαλλιά, νιαούρισε νωχελικά:
Έτοιμο το 'χεις το πρωινό, αγάπη μου;

Τεντώθηκα γλυκά, και ξανακοιμήθηκα, σκεπτόμενη: «Ε, έτσι είναι, Γρηγόρη μου. Αλλιώς, πάμε στο τρίτο σημείο…»…και ίσως ήρθε η ώρα να χαρώ πρώτα εμένα.»

Ο ήλιος μπήκε πεισματικά μέσα απ’ τις κουρτίνες φέρνοντας μια ζεστή, καινούρια μέρα γεμάτη με υποσχέσεις. Έξω, το σπουργίτι ξανατίναξε τα φτερά του και πέταξε ελεύθερο προς τα κλαδιά. Χαμογέλασα αληθινά. Αυτή τη φορά, ένιωθα πως ήμουν κι εγώ έτοιμη να πετάξω.

Oceń artykuł
Ο ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ