Ο άντρας μου αποφάσισε να μου δώσει μάθημα και έφυγε για το σπίτι της πεθεράς μου. Όταν γύρισε — δεν πίστευε στα μάτια του…

Φεύγω, για να καταλάβεις τι χάνεις! Μείνε μια βδομάδα μόνη σου, ουρλιάζοντας στο φεγγάρι χωρίς έναν άντρα στο σπίτι να σε φροντίζει, μπας και μάθεις να εκτιμάς! Ο Χρήστος πέταξε με υπερβολικό τρόπο μια τσάντα με κάλτσες στην πόρτα, παραλίγο να ρίξει το αγαπημένο μου βάζο από το ράφι.

Στεκόμουν σιωπηλή στο άνοιγμα της πόρτας, παρατηρώντας αυτό το κακότεχνο θεατρικό. Μέσα μου έβραζα, ανάμεσα στην προσβολή και το νευρικό γέλιο. Ο άντρας μου, τριάντα χρονών «παιδάκι», στεκόταν μέσα στο δικό μου από μένα αγορασμένο πριν τον γάμο μονάρι διαμέρισμα και με απειλούσε με την απουσία του. Πίστευε αλήθεια πως χωρίς την πολύτιμη παρουσία του θα κατέρρεαν οι τοίχοι και θα μαραίνομουν σαν ξεχασμένη βασιλική;

Όλα ξεκίνησαν, όπως πάντα, μετά από κυριακάτικη επίσκεψη στη Βασιλική Ιωαννίδου, την πεθερά μου. Η κυρία αυτή ήταν μοναδική: ήξερε να κάνει κομπλιμέντα που σε έσπρωχναν στην απόγνωση και έδινε συμβουλές με ύφος στρατηγού που μαλώνει νεοσύλλεκτο.

Ο Χρήστος γύρισε «φορτισμένος» από τη μαμά του. Διέκρινα αμέσως το σφιγμένο στόμα, το τσεκάρισμα στα βλέμματα και τα ρουθούνια κυνηγού που ψάχνουν σκόνη.

Ελένη, γιατί πάλι οι πετσέτες στο μπάνιο δεν είναι χρωματικά ταιριασμένες; είπε διαπερνώντας το κατώφλι χωρίς να βγάλει καν τα παπούτσια. Η μαμά λέει ότι αυτό δημιουργεί οπτικό θόρυβο και καταστρέφει την αρμονία του χώρου.

Πήρα βαθιά ανάσα.

Χρήστο, η μαμά σου έχει δει αρμονία μόνο σε εκπομπές παλιών δεκαετιών. Οι πετσέτες κρέμονται έτσι ώστε να βολεύουν τα χέρια, του απάντησα γυρίζοντας τη σπάτουλα στο ραγού που έβραζε.

Χαμήλωσε τα φρύδια, ήρθε στην κουζίνα και έδειξε με το δάχτυλο την κατσαρόλα.

Πάλι τα λαχανικά κομμάτια; Η μαμά λέει ότι η σωστή γυναίκα τα κάνει πουρέ για να χωνεύονται πιο εύκολα από τον άντρα. Απλώς βαριέσαι.

Χρήστο, άφησα τη ξύλινη κουτάλα η μαμά σου δεν έχει δόντια, γιατί προτίμησε να πάρει σερβίτσιο αντί να πάει στον οδοντίατρο. Εσύ έχεις. Μάσα.

Ο άντρας μου κοκκίνισε, ρούφηξε αέρα έτοιμος να ξεστομίσει άλλη μια συμβουλή της Βασιλικής Ιωαννίδου, αλλά κόμπιασε.

Απλώς είσαι αχάριστη! ψέλλισε. Η μαμά είναι ειδικός στη νοικοκυροσύνη!

Χρήστο, η μαμά σου ήταν θυρωρός σε εστία όλη της ζωή, και «ειδική» τη λέει μόνο γιατί της ακούγεται ωραίο, είπα μ ένα παγωμένο χαμόγελο.

Έμεινε με το στόμα ανοιχτό, πάσχιζε να βρει λέξεις αλλά δεν έβγαινε τίποτα. Χτύπησε τα μάτια, έτριξε τα δόντια και σήκωσε το χέρι σαν να διώχνει μύγα.

Έμοιαζε γελοίος, σχεδόν σαν πιγκουίνος.

Τότε πήρε την απόφαση να με «εκπαιδεύσει».

Τέρμα! «Ως εδώ το θράσος σου!» διακήρυξε ενώ έκλεινε τη βαλίτσα. Φεύγω στη μαμά. Μια βδομάδα. Κάτσε, σκέψου τη συμπεριφορά σου. Θέλω τέλειο σπίτι και συγγνώμη γραπτή όταν επιστρέψω!

Η εξώπορτα χτύπησε. Έμεινε απόλυτη ησυχία.

Ένιωσα ένα μείγμα κενού και ξαφνικής ανακούφισης. Μα και προσβολή. Έφυγε απ το σπίτι μου για να με τιμωρήσει αφήνοντάς με στην ησυχία και την άνεσή μου; Τακτική μεγαλοφυΐα.

Όμως, η τύχη μου επιφύλασσε μεγαλύτερες εκπλήξεις.

Τη Δευτέρα, ο διευθυντής με κάλεσε στο γραφείο.

Κυρία Παπαδοπούλου, το έργο στο παράρτημα στη Θεσσαλονίκη «καίει». Πρέπει να φύγετε αύριο, διάρκεια τρεις μήνες. Διπλά ημερομίσθια, μπόνους αρκετό για καινούριο αυτοκίνητο. Μόνο εσάς εμπιστευόμαστε.

Στεκόμουν και ένιωθα φτερά να ανοίγουν πίσω μου. Τρεις μήνες χωρίς Χρήστο, χωρίς άγριες κλήσεις ή συμβουλές της Βασιλικής, στη θάλασσα (έστω κι αν είναι του Θερμαϊκού), με καλή αμοιβή.

Δέχομαι, είπα πριν καν σκεφτώ.

Βγαίνοντας απ το γραφείο, αναρωτήθηκα τι θα κάνω με το διαμέρισμα. Θα έμενε άδειο τρεις μήνες, ενώ τα κοινόχρηστα τρέχουν. Εκείνη τη στιγμή με πήρε η καλή μου φίλη Μαρία.

Ελένη, καταστροφή! Η αδερφή μου, ο άντρας της και τα τρία τους παιδιά γύρισαν ξαφνικά, κάνουν ανακαίνιση, δεν έχουν που να μείνουν, ξενοδοχείο πανάκριβο. Θορυβώδεις αλλά πληρώνουν καλά, μπροστά.

Έφτιαξα αμέσως πονηρό σχέδιο. Όλα ταίριαζαν.

Μαρία, ας έρθουν αύριο. Τα κλειδιά θα τα αφήσω στη διαχείριση. Μόνο μια χάρη: αν εμφανιστεί άντρας να επιβάλλει καταστάσεις, να τον διώξετε ευγενικά.

Εκείνο το βράδυ μάζεψα τα πράγματά μου, τα τιμαλφή σ ένα κουτί στη μάνα μου, κι ετοίμασα το διαμέρισμα για νοικίασμα. Φυσικά, ο Χρήστος δεν απαντούσε στα τηλέφωνα «εκπαίδευε».

Το πρωί απογειώθηκα για Θεσσαλονίκη. Το διαμέρισμα γέμισε από το ζωηρό σπιτικό της οικογένειας Παρλαμά: ο πατέρας Μανώλης, η μάνα Σταυρούλα, τρία σκανταλιάρικα παιδιά κι ο τεράστιος, ήσυχος αλλά φωνηχτότατος σκύλος Αργώ.

Πέρασε μια βδομάδα.

Ο Χρήστος, όπως έμαθα αργότερα, άντεξε εφτά μέρες στην «ευτυχία» της μαμάς. Η Βασιλική από κοντά ήταν ασφυκτική.

Χρηστάκη, μη ρουφάς τη σούπα!

Χρήστο, γιατί τραβάς το καζανάκι δυο φορές; Ο μετρητής γράφει!

Παιδί μου, κάθεσαι λάθος, θα γίνεις σαν τον θείο Λάκη, καμπουριαστός.

Στο τέλος της εβδομάδας τσίριξε. Συνειδητοποίησε πως μάλλον με είχε «διορθώσει» αρκετά κι είχα καταλάβει το λάθος μου. Κατέβηκε πανηγυρικά στο σπίτι με τρία αρρωστημένα γαρύφαλλα (σύμβολο συγχώρεσης;) στο χέρι.

Όταν έφτασε, ονειρευόταν πως θα με δει να τρέμω απ την αγωνία. Προσπάθησε να γυρίσει το κλειδί στη πόρτα, τίποτα. Χτύπησε. Όχι απάντηση.

Ξαφνικά ακούστηκαν βαριά βήματα κάτι σαν ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα και μετά ουρλιαχτά από τον Αργώ που έκανε την είσοδο να τρέμει.

Ποιος είναι; αντήχησε βαριά η φωνή του Μανώλη.

Ο Χρήστος τα έχασε.

Εγώ, ο Χρήστος, ο σύζυγος! Ανοίξτε!

Άνοιξε η πόρτα. Ο Μανώλης δυο μέτρα, με φανέλα και το πιρούνι ακόμα στο χέρι απ τα σουβλάκια στην ψηστιέρα. Δίπλα του ο Αργώ, δείχνοντας τα δόντια του φιλικά.

Σύζυγος; απόρησε ο Μανώλης. Η Ελένη λείπει. Εμείς νοικιάζουμε. Συμβόλαιο έχουμε, προκαταβολή δώσαμε. Εσύ ποιος είσαι;

Εγώ ο ιδιοκτήτης! τσίριξε σαστισμένος. Είναι το σπίτι της γυναίκας μου! Ζούμε εδώ μαζί!

Φίλε, είπε ο Μανώλης χαμογελαστά, ακουμπώντας τον με το πιρούνι (κι αφήνοντας λεκέ στη πουκαμίσα του) Η Ελένη είπε: άντρας δεν υπάρχει, μένει στη μαμά του. Σπίτι άδειο. Πήγαινε στη μαμά σου, φίλε. Σταματά να ενοχλείς. Σταυρούλα, κατέβα με την ρίγανη!

Του έκλεισαν κατάμουτρα την πόρτα.

Το κινητό μου χτυπούσε μανιωδώς μετά από λίγο. Ήμουν στη Θεσσαλονίκη, στη Λεωφόρο Νίκης, έτρωγα θαλασσινά και έπινα Ασσύρτικο.

Ναι; απάντησα κουρασμένη.

Τι σκέφτηκες; φώναζε ο Χρήστος τσιρίζοντας, αναγκάζοντάς με να απομακρύνω το ακουστικό. Ποιοι είναι αυτοί στο σπίτι μας; Γιατί δεν με αφήνουν; Επέστρεψα και αντίκρισα πανηγύρι!

Μην φωνάζεις, Χρήστο, είπα ήρεμα. Εσύ έφυγες, θυμάσαι; Για μια βδομάδα ή για πάντα, όπως είπες, για να καταλάβω. Ε, κατάλαβα: μόνη, βαριέμαι και κοστίζει. Για τρεις μήνες το νοίκιασα.

Για τρεις μήνες; Κι εγώ πού θα μείνω;

Στη μαμά σου. Φαγητό λιαστό, πετσέτες κατά χρώμα, απόλυτη αρμονία. Εγώ λείπω σε δουλειά. Θα αργήσω να γυρίσω.

Θα ζητήσω διαζύγιο! Θα καλέσω την αστυνομία! φώναζε.

Κάλεσε όποιον θες. Σπίτι, δικό μου. Ενοικιαστήριο νόμιμο, φόρους πληρώνω. Εσύ δεν είσαι δηλωμένος. Είσαι απλώς επισκέπτης που κατάχρασε τη φιλοξενία.

Έκλεισα το τηλέφωνο.

Δεν άργησε να πάρει η Βασιλική Ιωαννίδου. Σήκωσα μόνο και μόνο για να δω το θέατρο.

Ελένη! το ύφος της έπαιρνε στροφές σαν σπασμένο γυαλί. Πώς τολμάς! Πέταξες τον άντρα μου στον δρόμο! Απάνθρωπο! Ο νόμος λέει ότι η γυναίκα πρέπει να φροντίζει τον άντρα και το σπίτι του!

Κυρία Βασιλική, τη διέκοψα παγερά ο νόμος λέει για ισότητα των συζύγων. Στο συμβόλαιο σπιτιού υπάρχει μόνο το δικό μου όνομα. Ο γιος σας ήθελε να με «εκπαιδεύσει» με το να φύγει; Η διδασκαλία ολοκληρώθηκε.

Είσαι άκαρδη και υστερική! ξέσπασε. Ο άντρας χρειάζεται τον χώρο του! Θα διαλύσεις την οικογένεια! Θα απευθυνθώ στους συλλόγους!

Να πας και στο λαχείο, γέλασα. Έλεγα πάντα πως ο Χρήστος για εσάς είναι θησαυρός. Κρατήστε τον. Κι αν χρειάζεται πουρέ ή ότι άλλο, να του το κάνετε εσείς.

Κάτι μούγκρισε στην άλλη άκρη· δεν πρόλαβε να κατηγορήσει, πνίγηκε απ τα νεύρα της. Ο ήχος στο τέλος, μου θύμισε παλιό φαξ από εκείνα που καταπίνουν το χαρτί.

Οι τρεις μήνες κύλησαν σαν νερό. Γύρισα γεμάτη εμπειρίες, με νέο look, λίγες χιλιάδες ευρώ παραπάνω και πλήρη βεβαιότητα πως η παλιά ζωή δεν μου λείπει.

Το διαμέρισμα ήταν πεντακάθαρο: ο Μανώλης και η Σταυρούλα ήσαν άψογοι, τακτοποίησαν και λάμπρισαν τα πάντα και μάλιστα επισκεύασαν μια βρύση που ο Χρήστος παραπονιόταν έναν χρόνο, χωρίς να κάνει τίποτα.

Ο Χρήστος φάνηκε δυο ώρες μετά την επιστροφή μου. Κατεβασμένος, αδύνατος, με τσαλακωμένο πουκάμισο. Τρεις μήνες με «μαμά» τον είχαν μεταμορφώσει.

Ελένη, ξεκίνησε, με μάτια κάτω φτάνει το πείσμα. Τα κατάλαβα όλα. Κι η μαμά το παράκανε. Να το ξαναπροσπαθήσουμε; Έφερα και τα πράγματά μου.

Πήγε να περάσει στο χολ.

Έκλεισα την είσοδο με τη βαλίτσα.

Τίποτα δεν έχουμε να ξαναρχίσουμε, Χρήστο. Ήθελες να μάθω να εκτιμώ τον άντρα στο σπίτι; Έμαθα: ο Μανώλης τη βρύση την επισκεύασε μέσα σε μισή ώρα. Εσύ έναν χρόνο μουρμούραγες ότι δεν έχεις χρόνο να αγοράσεις λάστιχο.

Μα είμαι ο άντρας σου! σπάραξε, σαν φοβισμένο παιδί που το διώχνουν από την παιδική χαρά.

Ήσουν. Τώρα είσαι βάρος, απάντησα. Τα πράγματά σου τα έχω αφήσει στη διαχείριση. Κλειδί, άφησέ το εδώ.

Δεν μπορείς! Θα διεκδικήσω μερίδιο από τα έξοδα!

Χρήστο, τα έξοδα τα κάλυψε ο μπαμπάς μου, και έχω αποδείξεις. Εσύ απλώς κολλούσες ταπετσαρίες με τη γκρίνια σου, του απάντησα με χαμόγελο. Τέλος το θέατρο. Ο κόσμος έφυγε.

Έμενε να ανοιγοκλείνει τα μάτια, προσπαθώντας να καταλάβει που χάθηκε το σχέδιό του για «ανατροφή» της γυναίκας του, μέσα στο δικό του δράμα.

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Ο ήχος του κλειδιού ήταν σαν μια καινούρια αρχή.

Λένε ότι ο Χρήστος ακόμα μένει με τη μαμά του. Λένε ότι πια η Βασιλική ελέγχει όχι μόνο τι τρώει, αλλά πότε κοιμάται και με ποιους μιλάει. Εκείνος κυκλοφορεί σκυφτός, αμίλητος, με το βλέμμα χαμηλά, σαν να φοβάται να ακουμπήσει στις νάρκες του κλίματος της μάνας του.

Oceń artykuł
Ο άντρας μου αποφάσισε να μου δώσει μάθημα και έφυγε για το σπίτι της πεθεράς μου. Όταν γύρισε — δεν πίστευε στα μάτια του…