Όταν η Άννα αποκάλυψε στον αγαπημένο της ότι περιμένει παιδί, είδε τα πάντα ζωγραφισμένα στο πρόσωπο του Παύλου – φαινόταν καθαρά πως δεν περίμενε την είδηση αυτή και δύσκολα ήθελε να παντρευτούν τόσο νωρίς…

22 Οκτωβρίου

Σήμερα, καθώς θυμάμαι πίσω στο παρελθόν, όλα μοιάζουν κάπως μακρινά, σαν να γίνανε σε μιαν άλλη ζωή. Όταν τότε, πριν καλά-καλά κλείσω τα 18, τόλμησα να πω στον Αριστείδη ότι περιμένω παιδί του, το πρόσωπό του τα έλεγε όλα. Ήταν φανερό πως δεν ήταν έτοιμος ούτε για οικογένεια ούτε για γάμο, τουλάχιστον όχι τόσο νωρίς.

Τον Αριστείδη τον ήξερα από το χωριό, πάντα μου άρεσε, και όλη την άνοιξη ήμασταν μαζί: περπατούσαμε στα σοκάκια, πηγαίναμε στο ποτάμι, χαζεύαμε τα ηλιοβασιλέματα πάνω από τον Ευβοϊκό. Σκοπεύα να πάρω το πλοίο για την Αθήνα και να σπουδάσω σε τεχνική σχολή, όνειρο μεγάλο για μένα.

Μα μια μέρα όλα ανατράπηκαν. Βρέθηκα έγκυος και η απόγνωση με κατέκλυσε. Τι θα έλεγε η μάνα μου, η αδερφή μου, ο κόσμος του χωριού; Χάθηκα μες στους φόβους μου.

Αποφάσισα να μην κρατήσω το παιδί. Τα είπα όλα στη μάνα μου και φύγαμε με δάκρυα στα μάτια για την Αθήνα. Δεν με κράτησε, την καταλάβαινα μόνη της μεγάλωνε εμένα και τη μικρή μου αδερφή, και δεν είχε κουράγιο για παραπάνω απρόοπτα.

Το έκανα χωρίς δυσκολία. Μετά, ούτε λόγος για τον Αριστείδη. Έφυγε σιωπηλά απ τη ζωή μου, όπως και τα όνειρά μου. Αισθανόμουν άδεια, σχεδόν ανύπαρκτη. Οι σπουδές φάνταζαν άπιαστες, η βοήθεια απ τη μάνα μου μηδενική αφού είχε ακόμα θυμό μέσα της.

Έπρεπε να βρω δουλειά και στέγη. Στο χωριό δεν επέστρεψα ποτέ, οι ψίθυροι των συγχωριανών ήταν χειρότεροι απ τη μοναξιά της Αθήνας.

Μάλλον η μοίρα τότε με πήγε σε εκείνη τη στήλη αγγελιών: «Ζητείται παιδαγωγός για αγοράκι 3 ετών, με διαμονή στην οικογένεια». Ό,τι χρειαζόμουν!

Βρήκα θέση στο σπίτι του κυρίου Σταμάτη Παπαγιάννη και της συζύγου του, Δανάης. Ο μικρός Πέτρος, ο μοναχογιός τους, δέθηκε μαζί μου. Όταν έλειπα για να δω τη μάνα και την αδερφή μου, πάντα με περίμενε.

Μεγάλωσα μαζί τους. Ο κύριος Σταμάτης κι η κυρία Δανάη ήταν καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σιγά σιγά, πήρα στα χέρια μου όλες τις δουλειές του σπιτιού: πλύσιμο, σιδέρωμα, μαγειρική, ψώνια, βοηθούσα τον Πέτρο στα μαθήματα. Όταν μεγάλωσε και δεν με χρειάστηκε πια ως νταντά, έμεινα να βοηθάω πια ως οικονόμος.

Τα λεφτά λίγα, αλλά το σπίτι και το φαγητό ήταν αρκετά. Βρήκα σε αυτούς σιγουριά και θαλπωρή. Τους ένιωθα σαν οικογένεια.

Μόνο ένα με πίκραινε. Γνώρισα τον Μάρκο, ένα παιδί από τη διπλανή πολυκατοικία. Κάναμε παρέα, οι βραδινές μας βόλτες γίνανε γρήγορα κάτι πιο βαθύ. Όταν κατάλαβα ότι δεν μπορώ πια να κάνω παιδιά, του το είπα χωρίς να του κρύψω τίποτα. Κι ο Μάρκος έφυγε κι εγώ έμεινα ξανά μόνη.

Το σπίτι των Παπαγιάννη παρέμεινε το μόνο μου καταφύγιο. Φρόντιζα τη Δανάη και τον Σταμάτη σαν να ήταν γονείς μου.

Ο Πέτρος τελείωσε το Πανεπιστήμιο, μιλούσε άψογα αγγλικά και βρήκε δουλειά στη Γερμανία. Τα χρόνια πέρασαν σχεδόν αθόρυβα.

Όμως η Δανάη αρρώστησε. Της στάθηκα κοντά μέχρι το τέλος. Ο Σταμάτης δούλευε ασταμάτητα, να στηρίζει το σπίτι και να στέλνει κάτι στον Πέτρο.

Μια μέρα, λίγο πριν φύγει η Δανάη, μου ψιθύρισε: «Μη φύγεις από τον Σταμάτη, σε χρειάζεται». Όταν έφυγε, το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή. Ο Σταμάτης έγινε σκιά του εαυτού του. Ένιωθα παραπανήσια και σκεφτόμουν να φύγω για πού όμως; Ούτε δουλειά γνωρίζω πέρα από το σπίτι, ούτε πόντους για επιστροφή στο χωριό δεν έχω.

Ένα βράδυ, μετά το δείπνο, του το είπα. «Θα φύγω πια, κύριε Σταμάτη. Δεν σας χρειάζομαι. Σας ευχαριστώ για όλα.»
Σήκωσε το κεφάλι ξαφνιασμένος: «Πού θα πας; Γιατί; Θες να με αφήσεις μόνο μου;»

Κρατιόμουν να μη βάλω τα κλάματα. Ο Σταμάτης σηκώθηκε, μου έπιασε το χέρι και το φίλησε πρώτη φορά στη ζωή του.

«Είσαι μέλος της οικογένειάς μας, Λυδία μου. Δεν σε αφήνω να φύγεις. Η Δανάη αυτό ήθελε. Να συνεχίσουμε όπως τόσα χρόνια, να φροντίζουμε ο ένας τον άλλον.»

Μείναμε αγκαλιασμένοι στην κουζίνα, βουβοί και συγκινημένοι.

Οι μέρες πέρασαν σε ηρεμία. Περίμενα τον κύριο Σταμάτη να γυρίσει απ τη δουλειά, καθάριζα το σπίτι, κάπου κάπου τηλεφωνούσε ο Πέτρος από τη Γερμανία.

Πέρασε ένας χρόνος, μετά άλλος ένας. Απόψε, παραμονή των γενεθλίων μου, ο Σταμάτης μου μίλησε με ευθύτητα: «Λυδία, θέλω να σου ζητήσω να παντρευτούμε. Δεν ξέρω αν θα αλλάξει τίποτα στην ουσία, όμως θέλω να ξέρεις ότι είσαι για μένα το πιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου.»

Διστακτική, του είπα ότι χωρίς τη γνώμη του Πέτρου δεν θα προχωρούσα. Έτσι κι έγινε, όταν ήρθε ο Πέτρος διακοπές, ο πατέρας του τού ζήτησε τη γνώμη του. Ο Πέτρος με αγκάλιασε. Με ένιωθε πραγματική μητέρα του.

Έτσι, με συντροφιά και συμφωνία του Πέτρου, έγινα σύντροφος στη ζωή του Σταμάτη. Με αγαπούσε όπως λίγοι αγαπούν· πάντα με φώναζε με τρυφερότητα: «Λυδία μου».

Δεν ήμουν ποτέ πιο ευτυχισμένη. Προσευχόμουν κάθε μέρα να έχει ο άντρας μου υγεία και χρόνια στη ζωή του.
Όποιος μας έβλεπε μαζί να βολτάρουμε στο Ζάππειο, δύσκολα θα φανταζόταν πώς ήρθαν η αγάπη και η αφοσίωση μες στα χρόνια. Δύσκολα θα μαντεύαν αυτή την τρυφερότητα που χτίστηκε ανάμεσα σε εμάς, εκεί που κάποτε ήμουν ξένη και τώρα ένιωθα επιτέλους σπίτι.

Oceń artykuł
Όταν η Άννα αποκάλυψε στον αγαπημένο της ότι περιμένει παιδί, είδε τα πάντα ζωγραφισμένα στο πρόσωπο του Παύλου – φαινόταν καθαρά πως δεν περίμενε την είδηση αυτή και δύσκολα ήθελε να παντρευτούν τόσο νωρίς…