Γιατί ήρθες σε μένα, μάνα; Όλη σου τη ζωή βοηθούσες τη Νάντια, τώρα να πας σ’ εκείνη για βοήθεια! – μου είπε ο γιος μου.

Μα γιατί ήρθες σε μένα, μαμά; Όλη σου τη ζωή βοήθαγες τη Νίκη, οπότε τώρα πήγαινε να ζητήσεις βοήθεια απ αυτήν! μου πέταξε ο γιος μου, ο Βασίλης. Ούτε που μου πρότεινε να περάσω μέσα, μιλούσε μαζί μου στην είσοδο, ψυχρός σαν χταπόδι απ το ψυγείο, και με κοίταζε σα να ήμουν ξένη.

Παιδί μου, σοβαρά τώρα, δεν θα αφήσεις τη μάνα σου να μπει στο σπίτι; δεν άντεξα, συγκινήθηκα κι άρχισα τα κλάματα.

Ήταν έτοιμος να μου κλείσει την πόρτα στη μούρη, αλλά τότε ακούστηκε η φωνή της νύφης μου.

Βασίλη, με ποιον μιλάς εκεί; ρώτησε και ξεπρόβαλε στον διάδρομο η Ειρήνη.

Μαμά, εσείς; αναφώνησε ξαφνιασμένη. Ε και γιατί στέκεστε έξω στο κρύο; Ελάτε μέσα!

Ο Βασίλης έδειξε αδιαφορία, γύρισε και έφυγε να ζήσει το δράμα του μόνος του, κι εγώ έβγαζα τα παπούτσια μου στον διάδρομο γεμάτη χαρά που τουλάχιστον η νύφη μου είχε την ευγένεια να με καλέσει μέσα. Είχα σοβαρή συζήτηση μαζί τους…

Απέναντι στον γιο μου, υπάρχει θέμα το παραδέχομαι! Έχω δυο παιδιά, τον Βασίλη και τη Νίκη, όμως όλη μου τη ζωή για κάποιο λόγο βοηθούσα περισσότερο τη Νίκη και τον Βασίλη τον είχα λίγο φλου.

Νόμιζα πως ο Βασίλης είναι από μόνος του παλικάρι και τα καταφέρνει, αλλά τελικά αποδείχτηκε ότι όλα αυτά τα χρόνια πάλευε για να μου αποδείξει πως μπορεί να τα βγάλει πέρα και χωρίς τη στήριξή μου και σίγουρα χωρίς τα ευρώ μου!

Χρήματα είχα, τι να λέμε, εικοσαετία ολόκληρη μετανάστρια στη Γερμανία, αλλά τα λεφτά τα έστελνα μόνο στη Νίκη. Τώρα μετανιώνω πιο πολύ κι απ ό,τι μετανιώνεις όταν παραλείπεις το ελαιόλαδο από το χωριάτικη σαλάτα… Η Νίκη όχι απλά δεν εκτίμησε τίποτα, αλλά μόλις στραβώσαν τα δύσκολα, με πέταξε σαν την τσουκνίδα.

Έφυγα για Γερμανία όταν ο Βασίλης ήταν 18 κι η Νίκη 16. Με αυτούς έμεινε η μάνα μου στο σπίτι, άντρας δεν είχα, μας είχε παρατήσει από χρόνια. Ζούσαμε τόσο σφιχτά που η μετανάστευση φάνταζε ο μόνος σωσίβιος. Τα πρώτα ευρώ που έστειλα στον Πειραιά, τα έριξα στο σπίτι: φτιάξαμε υδραυλικά, έβαλα καινούργια κουφώματα, πήραμε και πλυντήριο! Η μάνα μου πανηγύριζε.

Μετά, πέταξε η μικρή φλασιά: «Μάνα, παντρεύομαι!». Της είπα πως 19 χρονών να παντρεύεσαι είναι σαν να βάζεις φέτα στη μαρμελάδα αλλά δεν την άλλαζες γνώμη. Παντρεύτηκε, φυσικά ο γαμπρός των δυτικών προαστίων μετακόμισε στο δικό μας σπίτι. Ο Βασίλης με τον γαμπρό τσακώθηκαν για το ποιος θα πάρει το τηλεχειριστήριο και τελικά ο γιος μου κουβάλησε τα μπογαλάκια του και βρήκε την τύχη του μόνος.

Η Ειρήνη, η νύφη μου, μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, η Πολιτεία της έδωσε μια γκαρσονιέρα στα Άνω Πατήσια κι εκεί πήγαν με τον Βασίλη να στεριώσουν. Η Νίκη, βέβαια, από την πρώτη μέρα βρήκε τη λύση στο θέμα ποιος θα δίνει λεφτά στη μαμά:

Ε αφού εγώ κρατάω το σπίτι, όλα δικά μου, μου εξήγησε.

Ο Βασίλης ούτε λέξη, ούτε για ευρώ, ούτε για ψιλά, κι εγώ δεν το πολυανακάτευα ότι μάζευα, το έστελνα στη Νίκη να τα κάνει ό,τι θέλει. Ο Βασίλης το φυσούσε μόνος του και φρόντισε για τη δική του οικογένεια.

Τότε όμως άρχισε το «ωραία» κομμάτι. Η μάνα μου «έφυγε» και αμέσως μετά η Νίκη «φεύγει» και από τον άντρα της.

Και τώρα τι θα κάνεις; τη ρώτησα.

Θα έρθω μαζί σου στη Γερμανία, μου λέει.

Κι έτσι πήγαμε και οι δυο. Μόνο που η Νίκη το πολύ-πολύ να δουλεύει σε κανένα καθάρισμα, κι ό,τι λεφτά έβγαζε, μία νοίκι, μία σούπερ μάρκετ τσου. Εγώ δούλευα σε μια ηλικιωμένη γιαγιά, οπότε δεν πλήρωνα ούτε ενοίκιο ούτε φαΐ. Τη σύνταξη των 1000 ευρώ μου, μου την έπαιρνε η Νίκη είχε προνοήσει να αγοράσουμε σπίτι στα ξένα.

Μιας κι η Νίκη δεν ήθελε να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα, με έψησε να πουλήσουμε και το σπιτάκι μας στη Σαλαμίνα για να συμπληρώσει το κεφάλαιο για το σπίτι στη Γερμανία.

Και πάλι τα λεφτά δεν έφταναν, βέβαια. Πούλησα το σπίτι, μαζέψαμε μια δραχμή παραπάνω, και όταν πια χρειαζόταν δάνειο και η Νίκη ξαναπαντρεύτηκε, ο καινούργιος άντρας της έβαλε τα καθοριστικά λεφτά και μετακόμισαν στο σπιτάκι τους.

Εγώ τόσα χρόνια μόνο δούλευα, ούτε σκέφτηκα τι θα γίνει μετά, κι αν έπρεπε… Δεν είμαι πια σίγουρη. Είχα ένα σοβαρό θέμα υγείας και δεν μπορούσα να συνεχίσω να δουλεύω. Της ζήτησα να μείνω μαζί της, όπως είχαμε συμφωνήσει, αλλά η Νίκη μου είπε ότι δεν χωράω, ότι καλά θα κάνω να πάω στον γιατρό, να γίνω καλά και πάλι να τρέξω για μεροκάματο.

Ε τι να κάνω, γύρισα Ελλάδα μόνο που σπίτι δεν έχω, αφού το πούλησα παρέα με τη Νίκη. Ένα μεγάλο οικόπεδο στο χωριό έμεινε, σχεδόν ένα στρέμμα. Αλλά, για να πουληθεί ή να χτιστεί κάτι εκεί πάνω, λεφτά δεν υπάρχουν ούτε σανό να φυτεύεις για τις κατσίκες του γείτονα!

Έτσι, πήγα στον Βασίλη να του ζητήσω να με βοηθήσει να πουλήσω το οικόπεδο. Και το μετά… το μετά θα το βλέπαμε.

Ο Βασίλης είχε τέτοια μούτρα που ούτε λέξη δεν ήθελε να πει μαζί μου. Η Ειρήνη, όμως, τουλάχιστον με έβαλε μέσα και, το κυριότερο, βρήκε και λύση!

Μαμά, εμείς με τον Βασίλη ψάχνουμε οικόπεδο για να φτιάξουμε σπιτάκι. Αν θέλετε, ξεκινάμε στο δικό σας, και όταν τελειώσουμε, θα μείνετε μαζί μας, πρότεινε η Ειρήνη.

Ο γιος μου γκρίνιαξε λίγο, μα η πρόταση της Ειρήνης του άρεσε και μέχρι το βράδυ το είχε ξεχάσει τελείως ότι ήταν θυμωμένος μαζί μου.

Η νύφη μου, όχι μόνο δεν μ άφησε να φύγω, με τάισε, μου άπλωσε σεντόνια και μου ανακοίνωσε πως το πρωί θα πηγαίναμε σε γιατρούς για εξετάσεις.

Γιατί τα κάνεις όλα αυτά για μένα; τη ρώτησα.

Γιατί εγώ μάνα δεν είχα ποτέ. Τώρα, έχω, μου είπε και μου χαμογέλασε.

Έτσι κατέληξα στη ζωή μου: η κόρη με απαρνήθηκε, και η νύφη με αγκάλιασε. Άντε τώρα πες ότι δεν είναι και λίγο γλυκιά ειρωνεία η ζωή…

Oceń artykuł
Γιατί ήρθες σε μένα, μάνα; Όλη σου τη ζωή βοηθούσες τη Νάντια, τώρα να πας σ’ εκείνη για βοήθεια! – μου είπε ο γιος μου.